Legislator Case Law & Legislation
751/2018 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against compensation award, correcting lawyer fee calculation to final value.

Case Number 751/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the Government's appeal against a lower court's compensation award, specifically regarding the calculation of legal fees. The court found that the lower court incorrectly applied a 2% fee rate based on the provisional compensation amount rather than the final determined amount. Consequently, the decision was annulled in part, costs were shared, and the case was remanded for recalculation of the correct fees.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576 paragraphs 1-3 of the Code of Civil Procedure; Article 22 paragraph 2 of Law 3693/1957: When a lower court calculates legal fees for opposing parties based on a provisional compensation amount instead of the final determined amount, violating substantive law provisions, the Supreme Court must annul that specific portion and remand the case for recalculation based on the final value.

Keywords

AI generated
compensation award legal fees calculation provisional vs final amount substantive law violation remand for recalculation costs sharing annulment in part

Cited Legislation

AI generated
Article 576 paragraphs 1-3 of the Code of Civil Procedure
Article 22 paragraph 2 of Law 3693/1957
Article 580 paragraph 3 item a of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 751 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 751/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Σοφία Ντάντου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Φεβρουαρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Θεοδώρα Καραχάλιου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Κ. του Ι., κατοίκου ..., 2) Γ. Φ. του Ι., κατοίκου ..., 3) Ε. Κ. του Ν., κατοίκου ..., 4) ..., που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ..., 5) Γ. Ρ. του Φ., κατοίκου ..., 6) Σ. Ρ. του Φ., κατοίκου ..., 7) Σ. Ρ. του Σ., κατοίκου ..., 8) Γ. Ρ. του Φ., κατοίκου ..., 9) Γ. Ρ. του Ι., κατοίκου ..., 10) Γ. Χ. του Ε., κατοίκου ..., 11) ..., που εδρεύει στον ..., 12) Ν. Μ., κατοίκου ..., 13) Ι. Μ., κατοίκου ..., 14) Α. Θ. του Μ., κατοίκου ..., 15) Χ. Π., κατοίκου ..., 18, 16) Α. Κ., κατοίκου ..., 17) Ε. Λ., κατοίκου ..., 18) Ε. Α. του Μ., κατοίκου ... και 19) Α. Π., κατοίκου ..., εκ των οποίων οι 1ος και 18ος εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Χρήστο Πραματευτάκη και Αικατερίνη Παπαδάκη, ενώ οι λοιποί δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-9-2009 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης του ήδη αναιρεσείοντος (μετά την έκδοση της 42/2009 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Εφετείο Κρήτης και συνεκδικάστηκε με την διά των προτάσεων ανταίτηση των ήδη αναιρεσιβλήτων.

Εκδόθηκε η 278/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 10-12-2013 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο το αναιρεσείον και οι 1ος και 18ος των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Καλού διάβασε την από 7-2-2018 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δεύτερου λόγου της αίτησης αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του και την απόρριψη του λόγου αυτού κατά τα λοιπά, καθώς και την απόρριψη του πρώτου λόγου αναίρεσης, κατά της υπ’ αριθμ. 278/2012 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης (ειδικής διαδικασίας απαλλοτριώσεων). Οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 1-3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δε λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται ως εάν ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος που δεν εμφανίσθηκε ή αν και εμφανίσθηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.

Αν όμως κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προχωράει στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 6Α του διατάγματος της 26 Ιουνίου - 10 Ιουλίου 1994 "Περί Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου", που προστέθηκε με το άρθρο 46 παρ. 3 του Ν. 4305/2014 "Η επίδοση από το Ελληνικό Δημόσιο ή οποιοδήποτε ΝΠΔΔ κάθε ενδίκου βοηθήματος και ενδίκου μέσου, οποιασδήποτε κλήσης προς συζήτηση υπόθεσης, οποιασδήποτε δικαστικής απόφασης, προσωρινής διαταγής για οποιαδήποτε υπόθεση σε οποιονδήποτε βαθμό ή στο πλαίσιο της αναιρετικής δίκης, ενώπιον οποιουδήποτε πολιτικού ή διοικητικού δικαστηρίου, δύναται να γίνει α) στους αντιδίκους του ή τον αντίκλητό τους, β) στο δικηγόρο ο οποίος τους εκπροσώπησε κατά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης ή έχει υπογράψει το τελευταίο δικόγραφο που αφορά την υπόθεση, στην τελευταία δηλωθείσα κατά τις κείμενες διατάξεις διεύθυνσή τους.

Ο δικηγόρος στην περίπτωση του προηγούμενου εδαφίου θεωρείται αντίκλητος και για κάθε μεταγενέστερη επίδοση, εκτός αν ο διάδικος κατά περίπτωση γνωστοποίησε με δήλωση στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ή την έδρα του ΝΠΔΔ το διορισμό νέου πληρεξουσίου ή αντικλήτου. Επιδόσεις που έχουν διενεργηθεί κατά τα αναφερόμενα στα προηγούμενα εδάφια θεωρούνται νόμιμες και για εκκρεμείς σε οποιοδήποτε στάδιο υποθέσεις".

Στην προκειμένη περίπτωση, από τις υπ’ αριθμ. .../11-12-2017 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Κρήτης Ε. Φ., τις οποίες προσκομίζει και επικαλείται το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο που επισπεύδει τη συζήτηση, προκύπτει ότι κατόπιν έγγραφης παραγγελίας της Παρέδρου του ΝΣΚ Θ.

Κ., που εκπροσώπησε ως δικαστική πληρεξούσια το ως άνω αναιρεσείον, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 10-12-2013 αίτησης αναίρεσης, με την πράξη ορισμού ως δικασίμου της 16-2-2018 και με κλήση προς συζήτηση για την εν λόγω δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, για τους αναιρεσίβλητους: 1) Γ. Φ. του Ι., 2) Ε. Κ.

του Ν., 3) Αγροτικό Συνεταιρισμό ... που εδρεύει στο ..., νόμιμα εκπροσωπούμενο, 4) Γ. Ρ. του Φ., 5) Σ. Ρ. του Φ., 6) Σ. Ρ. του Σ., 7) Γ. Ρ. του Φ., 8) Γ. Ρ. του Ι., 9) Γ. Χ. του Ε., 10) ..., που εδρεύει στον …, 11) Ν. Μ., 12) Ι. Μ., 13) Α. Θ. του Μ., 14) Χ. Π., 15) Α. Κ. του Ν., 16) Ε. Λ. του Κ. και 17) Α. Π. συζ. Π., το γένος Ν. Κ., στους δικηγόρους Χανίων Καίτη Παπαδάκη - Καλογεράκη και Χρήστο Πραματευτάκη, αντίστοιχα, ως αντίκλητους αυτών, τους οποίους εκπροσώπησαν στην τελευταία συζήτηση της υπόθεσης δηλ.

στη δίκη ενώπιον του Εφετείου Κρήτης, που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 6Α του διατάγματος της 26-6/10-7-1944 "Περί Κώδικος των νόμων, περί δικών του Δημοσίου", όπως αυτό προστέθηκε με το άρθρο 46 του ν. 4305/2014. Οι τελευταίοι όμως, δεν παραστάθηκαν κατά την ως άνω, νομίμως ορισθείσα, δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε για συζήτηση κατά τη σειρά της από το οικείο πινάκιο.

Επομένως πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ., παρά την απουσία αυτών, να προχωρήσει το Δικαστήριο στη συζήτηση της υπόθεσης.

Κατά το άρθρο 13 παρ. 1 του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), "1. Η αποζημίωση πρέπει να είναι πλήρης και να ανταποκρίνεται στην αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου κατά το χρόνο της συζήτησης ενώπιον του δικαστηρίου για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης ή, σε περίπτωση απευθείας αίτησης για οριστικό προσδιορισμό, κατά το χρόνο της συζήτησης για τον προσδιορισμό αυτόν.

Αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, τότε για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό. Ως κριτήριο για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου λαμβάνονται υπόψη, ιδίως, η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, που προσδιορίζεται κυρίως από την αντικειμενική αξία, τα τιμήματα σε συμβόλαια μεταβίβασης κυριότητας ακινήτων, τα οποία συντάχθηκαν κατά το χρόνο της κήρυξης της απαλλοτρίωσης, καθώς και η πρόσοδος του απαλλοτριωμένου".

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως πρόσοδος νοείται η προερχόμενη από τη φύση και τη δυνατότητα εκμετάλλευσης του απαλλοτριωμένου ακινήτου, ως εκ του είδους, της θέσης, της μορφής και του προορισμού του σε σχέση με τη συγκεκριμένη περιοχή στην οποία βρίσκεται. Ως κριτήριο, δηλαδή, διαφοροποίησης και στοιχείο αξιολόγησης αποτελεί, επί αγροτικού ακινήτου, αν τούτο είναι γόνιμο ή άγονο, ξηρικό ή ποτιστικό, φυτεία ή χέρσο και επί αστικού ακινήτου, αν είναι εντός ή εκτός σχεδίου, εντός ή εκτός ζώνης, ποίοι είναι σε κάθε περίπτωση οι όροι δόμησης, τα ποσοστά κάλυψης και αντιπαροχής και ο συντελεστής εμπορικότητας, σε σχέση, πάντως, με τη συγκεκριμένη περιοχή στην οποία βρίσκεται το ακίνητο (ΑΠ 212/2016, ΑΠ 1175/2015, ΑΠ 327/2013).

Όμως, η εν λόγω διάταξη δεν καθιερώνει αποκλειστικά και υποχρεωτικά για το δικαστήριο κριτήρια, προκειμένου να διαγνωστεί η πραγματική αξία του απαλλοτριωμένου, κατά τον κρίσιμο χρόνο, έτσι ώστε να θεωρείται ότι παραβιάζεται στην περίπτωση που το δικαστήριο δεν τα λάβει υπόψη του ή αν λάβει υπόψη άλλα τέτοια, αλλά παρέχει μόνο οδηγίες για το πώς πρέπει να καθορίζεται η πραγματική αξία.

Το δικαστήριο μπορεί να στηρίζει την κρίση του, για την πραγματική αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου, αν ληφθεί υπόψη η χρησιμοποιούμενη στην παραπάνω διάταξη λέξη "ιδίως", σε κάθε πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο, αφού το αξιολογήσει κατάλληλα. Η σχετική, για το πρόσφορο ή όχι του συγκριτικού στοιχείου, κρίση του ανάγεται στην εκτίμηση πραγμάτων και, ως εκ τούτου, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 68/2017, ΑΠ 1175/2015, ΑΠ 1021/2015, ΑΠ 844/2015).

Επίσης, και η έκθεση της εκτιμητικής επιτροπής για την αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου που προβλέπεται στο άρθρο 15 του ν. 2882/2001, εφόσον καταρτίστηκε, συνεκτιμάται μαζί με τα υπόλοιπα στοιχεία που προαναφέρθηκαν, ακόμη και αν η αναγραφόμενη αξία είναι κατώτερη ή ανώτερη της αντικειμενικής αξίας, και δεν δεσμεύει υποχρεωτικά τη δικαστική κρίση για την πραγματική αξία του απαλλοτριωμένου (ΑΠ 68/2017, ΑΠ 101/ 2015, ΑΠ 1329/2013).

Επισημαίνεται ότι η διάταξη του άρθρου 15 παρ. 6, εδάφιο τελευταίο, του ν. 2882/2001, που προστέθηκε με την παρ. 8 του άρθρου 76 του ν. 4146/18-4-2013 (και εφαρμόζεται και στις απαλλοτριώσεις που έχουν κηρυχθεί, για τις οποίες, όμως, δεν έχει συζητηθεί η αίτηση καθορισμού προσωρινής ή οριστικής αποζημίωσης), σύμφωνα με την οποία "το δικαστήριο υποχρεούται να αιτιολογεί ειδικά την τυχόν απόκλιση της προσδιοριζόμενης από το ίδιο αξίας του ακινήτου τόσο από την προκύπτουσα κατά το αντικειμενικό σύστημα αξία του όσο και από την προκύπτουσα από την έκθεση της εκτιμητικής επιτροπής της παραγράφου 1 του παρόντος ή του ανεξάρτητου εκτιμητή της παρούσας παραγράφου", δεν μπορεί να εφαρμοστεί στην κρινόμενη περίπτωση, καθόσον η ένδικη από 17-9-2009 αίτηση του αναιρεσείοντος για τον καθορισμό της οριστικής αποζημίωσης συζητήθηκε στο Εφετείο στις 3-4-2012, δηλαδή πριν αρχίσει να ισχύει ο νόμος 4146/2013.

Εξάλλου, με το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ’ αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση το Εφετείο (Εφετείο Κρήτης), συνεκδικάζοντας: Α) την από 17-9-2009 και με αριθμό καταθ. ...2009 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, ήδη αναιρεσείοντος, στρεφόμενη, μεταξύ άλλων, και κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων (19 τον αριθμό), με την οποία ζήτησε, μετά τον προσωρινό προσδιορισμό να καθοριστεί η οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης σύμφωνα με τα φύλλα προσδιορισμού της αντικειμενικής αξίας των απαλλοτριουμένων και την έκθεση της αρμόδιας Επιτροπής για τα ακίνητα των καθ’ ων και τα επικείμενα αυτών, τα οποία απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά για λόγους δημόσιας ωφέλειας με την υπ’ αριθμ. .../9-1-2009 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Κρήτης που δημοσιεύθηκε στις 27-1-2009 στο 27ο φύλλο της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως, τεύχος Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων και Πολεοδομικών Θεμάτων, σε ποσό μικρότερο από την προσωρινή τιμή μονάδος και Β) την ανταίτηση που άσκησαν παραδεκτά οι καθών η αίτηση με τις προτάσεις τους που κατέθεσαν στις 26-3-2012 δηλαδή πέντε τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση (άρθρ. 20 παρ. 5 ν. 2882/2001), για τα ίδια ακίνητα και για τα επικείμενα αυτών, με την οποία ζήτησαν να καθορισθεί η οριστική αποζημίωση στα ποσά που αναφέρουν σε αυτήν και είναι μεγαλύτερη από την προσωρινή, δέχθηκε, ανέλεγκτα, αναφορικά με τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης για τις εδαφικές εκτάσεις των ακινήτων των αναιρεσιβλήτων που απαλλοτριώθηκαν, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του δικαστηρίου τούτου και περιλαμβάνονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης σε συνδυασμό με εκείνες των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων και περιλαμβάνονται στα ταυτάριθμα με την 42/2009 απόφασή του και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα και τις φωτογραφίες που οι διάδικοι νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται αποδείχθηκαν τα ακόλουθα:

Με την υπ’ αριθμ. .../9-1-2009 απόφαση το Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Κρήτης που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 27/27-1-2009 των αναγκαστικών απαλλοτριώσεων και πολεοδομικών θεμάτων, η οποία μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κανδάνου στον ... και με αύξοντα αριθμό ..., απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για την κατασκευή του έργου "βελτίωση του οδικού άξονα ... (συμπληρωματική απαλλοτρίωση στην περιοχή των μεγάλων γεφυρών)" έκταση συνολικής εκτάσεως 5.867,97 τ.μ., όπως απεικονίζεται στο με ημερομηνία Σεπτέμβριος 2008 κτηματολογικό διάγραμμα και αντίστοιχο κτηματολογικό πίνακα που έχει συντάξει ο Τοπογράφος Μηχανικός Δ.

Μ. και έχει θεωρηθεί στις 9-9-2008 από το Διευθυντή της Τ.Υ.Ν.Α. Χανίων Θ. Μ.. Η περιοχή των απαλλοτριούμενων ακινήτων βρίσκεται στις περιφέρειες των δήμων ..., στους οικισμούς ..., ... και αποτελείται από οικόπεδα καλλιεργήσιμα, εντός των ορίων των αντίστοιχων οικισμών και περιέχουν ελαιόδεντρα και οπωροφόρα δέντρα.

Η απαλλοτρίωση αυτή, όπως ομολογείται από όλους τους αντιδίκους, αποτελεί συνέχεια της απαλλοτρίωσης που έγινε με την .../2002 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Κρήτης που δημοσιεύτηκε στο 789/13-9-2002 ΦΕΚ και αφορούσε σε εντός και εκτός των ίδιων ως άνω οικισμών ιδιοκτησίες, τα δε εκτός των οικισμών απαλλοτριωθέντα τμήματα στην πλειοψηφία τους ήταν αγροί αρδευόμενοι με έδαφος γόνιμο και πρόσφορο για την καλλιέργεια ελαιοδένδρων και άλλων οπωροφόρων δένδρων.

Για τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης των ιδιοκτητών τους, μερικοί εκ των οποίων είναι ίδιοι με τους στην παρούσα δίκη καθ’ ων η αίτηση - ανταιτούντες, εκδόθηκε η με αρ. 486/2004 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, σύμφωνα με την οποία ορίστηκαν οι ακόλουθες τιμές: 1) Στα 45 ευρώ το τ.μ για τα εντός σχεδίου της κωμόπολης Κανδάνου, 2) για τα ευρισκόμενα εντός ορίων των λοιπών οικισμών σε 28 ευρώ το τ.μ., 3) για τα εντός περιμετρικής ζώνης οικισμών άρτια και οικοδομήσια στα 24 ευρώ το τ.μ., 4) για τα μη άρτια και οικοδομήσιμα, μέσα στην περιμετρική ζώνη στα 15 ευρώ το τ.μ., 5) για τα εκτός οικισμών, καλλιεργημένα (με ελιές, αμπέλια ή άλλα οπωροφόρα δένδρα) έχοντα πρόσοψη στην επαρχιακή οδό, άρτια και οικοδομήσιμα στα 15 ευρώ το τ.μ.

και στα 10 ευρώ για τα μη άρτια και οικοδομήσιμα και 6) για αγρούς χέρσους 3 ευρώ το τ.μ... Η απόφαση αυτή και η προγενέστερη αυτής με αρ. 64/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων, με την οποία έγινε προσωρινά ο προσδιορισμός της τιμής μονάδος της ίδιας (πρώτης) απαλλοτρίωσης είναι τα μόνα συγκριτικά στοιχεία που επικαλούνται και προσκομίζουν οι καθ’ ων η αίτηση - ανταιτούντες, αφορούν δε άλλα τμήματα του ίδιου οδικού άξονα.

Σύμφωνα με τον αντικειμενικό προσδιορισμό, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα με επίκληση από το Ελληνικό Δημόσιο έγγραφα της αρμόδιας Δ.Ο.Υ., η αξία τους ανέρχεται για την περιοχή ... του δήμου … για όσα έχουν πρόσοψη στην επαρχιακή οδό 1,69 ευρώ το τ.μ. και για όσα δεν έχουν πρόσοψη στην επαρχιακή οδό 0,80 ευρώ το τ.μ.

και για την περιοχή ... του δήμου … για όσα έχουν πρόσοψη στην επαρχιακή οδό 2,47 ευρώ το τ.μ. και για όσα δεν έχουν πρόσοψη 0.90 ευρώ το τ.μ., ενώ για την αποθήκη του Αγροτικού ... η αντικειμενική αξία της ορίζεται σε 14.485 ευρώ. Πέραν των προαναφερθέντων, δεν προσκομίζονται από τους διαδίκους άλλα συγκριτικά στοιχεία.

Η μάρτυρας του αιτούντος Ελληνικού Δημοσίου, που είναι υπάλληλος της Κτηματικής Υπηρεσίας Χανίων, Κ. Γ., ενώ ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων κατέθεσε ότι "όλα τα ακίνητα είναι εντός οικισμού... τα τελευταία έτη δεν έχω πάει στην ..." εξεταζόμενη ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατέθεσε ότι είναι "αγροτεμάχια εκτός σχεδίου και εκτός ορίων οικισμών...

το κτίσμα μου είπαν ότι είναι πετρόκτιστο, δεν γνωρίζω για τις κατηγορίες των ελιών", από τα οποία προκύπτει ότι δεν έχει η ίδια αντίληψη για την αξία των απαλλοτριουμένων και των επικειμένων, αλλά περιορίζεται στα προσκομισθέντα από το Ελληνικό Δημόσιο στοιχεία αντικειμενικού προσδιορισμού. Οι δε μάρτυρες των καθ’ ων η αίτηση - ανταιτούντων που εξετάστηκαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων (Κ.

Τ.) και του Δικαστηρίου τούτου (Ν. Γ.), που γνωρίζουν την περιοχή, αν και δεν αναφέρουν συγκεκριμένες συγκριτικές τιμές, αναφέρονται στην προηγούμενη απόφαση του Δικαστηρίου τούτου που προεκτέθηκε και αναβιβάζουν την αξία των απαλλοτριουμένων σε 28 ευρώ ανά τ.μ. τουλάχιστον για το έδαφος, του δε κτίσματος του συνεταιρισμού ο μεν πρώτος μάρτυρας σε 200.000 ευρώ, ο δε δεύτερος σε 150.000 ευρώ.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων με την με αρ. 42/2009 απόφαση προσδιόρισε την πραγματική αξία των απαλλοτριουμένων επιδίκων ακινήτων κατά τη συζήτηση της αίτησης καθορισμού προσωρινής τιμής μονάδος (28-5-2009) ως εξής: Α) για την περιοχή ... του δήμου … στο ποσό των 34 ευρώ το τ.μ. για τα ακίνητα που έχουν πρόσοψη στην επαρχιακή οδό και για όσα δεν έχουν πρόσοψη στην επαρχιακή οδό στο ποσό των 30 ευρώ το τ.μ.

και Β) για την περιοχή ... του δήμου ... για όσα ακίνητα έχουν πρόσοψη στην επαρχιακή οδό 36 ευρώ το τ.μ. και για όσα δεν έχουν πρόσοψη στην επαρχιακή οδό στα 32 ευρώ το τ.μ... Ενόψει όλων αυτών η αξία των απαλλοτριούμενων ακινήτων και των επικειμένων τους που αναφέρονται στην αίτηση και στην ανταίτηση, με βάση τις υπάρχουσες οικονομικές και νομισματικές συνθήκες, χωρίς όμως να υπολογίζεται η τυχόν ανατίμηση ή υποτίμησή τους μετά τη δημοσίευση της αποφάσεως απαλλοτριώσεως και μόνο εξ αιτίας αυτής εκτιμάται, κατά το χρόνο συζήτησης του Δικαστηρίου τούτου (3-4-2012) κατά την οποία είχε παρέλθει έτος από τη συζήτηση (28-5-2009) ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου, ως εξής:

Α) Για τα οικόπεδα στην περιοχή ... του δήμου Κανδάνου στο ποσό των 30 ευρώ το τ.μ. για τα ακίνητα που έχουν πρόσοψη στην επαρχιακή οδό και για όσα δεν έχουν πρόσοψη στην επαρχιακή οδό στο ποσό των 28 ευρώ το τ.μ.. Β) Για τα οικόπεδα στην περιοχή ... του δήμου ... για όσα ακίνητα έχουν πρόσοψη στην επαρχιακή οδό 32 ευρώ το τ.μ.

και για όσα δεν έχουν πρόσοψη στην επαρχιακή οδό στα 30 ευρώ το τ.μ.... Η αποζημίωση αυτή είναι πλήρης, αφού με αυτή οι ιδιοκτήτες μπορούν να αντικαταστήσουν τις ιδιοκτησίες τους με άλλες ισάξιες (Ολομ ΑΠ 1332/1985, ΑΠ 1399/1996 ΕλλΔνη 38 (1997) σελ. 567). Σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, οι υπό κρίση αίτηση και ανταίτηση πρέπει να γίνουν εν μέρει δεκτές ως βάσιμες και κατ’ ουσίαν και να καθοριστεί η οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού δέχθηκε, κατά ένα μέρος, την αίτηση και τις ανταιτήσεις καθόρισε την οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης για τις εδαφικές εκτάσεις των ακινήτων των αναιρεσιβλήτων που απαλλοτριώθηκαν στα παραπάνω ποσά και συγκεκριμένα: "Α) Για τα οικόπεδα στην περιοχή ...

του δήμου Κανδάνου στο ποσό των 30 ευρώ το τ.μ. για τα ακίνητα που έχουν πρόσοψη στην επαρχιακή οδό και για όσα δεν έχουν πρόσοψη στην επαρχιακή οδό στο ποσό των 28 ευρώ το τ.μ.. Β) Για τα οικόπεδα στην περιοχή ... του δήμου ... για όσα ακίνητα έχουν πρόσοψη στην επαρχιακή οδό 32 ευρώ το τ.μ. και για όσα δεν έχουν πρόσοψη στην επαρχιακή οδό στα 30 ευρώ το τ.μ...".

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο "όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, χωρίς νόμιμη και πειστική αιτιολογία, δεν θεώρησε ως πρόσφορο στοιχείο την αντικειμενική αξία των ακινήτων, όπως αυτή περιέχεται στην έκθεση της Εκτιμητικής Επιτροπής της ...", παραβιάζοντας έτσι ευθέως την προαναφερόμενη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 13 του Ν. 2882/2001 αλλά και εκ πλαγίου, εφόσον "χωρίς την πλημμέλεια αυτή δεν είναι βέβαιο ότι το δικαστήριο θα κατέληγε στην ίδια κρίση ως προς την αξία του εδάφους".

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, κυρίως διότι στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το Εφετείο δέχτηκε ότι για τον προσδιορισμό της αξίας του απαλλοτριωθέντος ακινήτου δεν θεωρείται πρόσφορο στοιχείο η αντικειμενική αξία του ακινήτου, ενώ το Εφετείο ουδόλως δέχεται κάτι τέτοιο, αλλά αντιθέτως κάνει ρητή αναφορά στην αντικειμενική αξία των ακινήτων, όπως αυτή περιέχεται στην έκθεση της Εκτιμητικής Επιτροπής της ....

Ανεξάρτητα απ’ αυτά, με το να κρίνει, όπως παραπάνω, το Εφετείο δεν παραβίασε, εκ πλαγίου, τις, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις που παρατέθηκαν στην αρχή της παρούσας σκέψης, οι οποίες αναφέρονται στα κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη για την εκτίμηση της αγοραίας αξίας των απαλλοτριωμένων, αλλά διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το πιο πάνω ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.

Ειδικότερα, το Εφετείο διαλαμβάνει τους συγκεκριμένους λόγους, για τους οποίους καθόρισε την αποζημίωση για τα εδαφικά τμήματα (και τα επικείμενα) των απαλλοτριωμένων ακινήτων των αναιρεσιβλήτων στα προαναφερόμενα ποσά, καθόσον, όπως προκύπτει από τις, ανέλεγκτες αναιρετικά, παραδοχές της πληττόμενης απόφασής του, προέβη στον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης αυτών, αφού έλαβε υπόψη, μεταξύ των άλλων, 1) τη θέση και τη φύση των απαλλοτριωμένων, ως οικοπέδων ευρισκόμενων στις περιφέρειες των δήμων ..., στους οικισμούς ..., ..., εντός των ορίων των αντίστοιχων οικισμών, τα οποία είναι καλλιεργήσιμα και περιέχουν ελαιόδενδρα και οπωροφόρα δέντρα, 2) την ύπαρξη ή όχι πρόσοψης αυτών στην επαρχιακή οδό, 3) το γεγονός ότι η ένδικη απαλλοτρίωση αποτελεί συνέχεια προηγούμενης απαλλοτρίωσης που κηρύχτηκε με την .../2002 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Κρήτης, που δημοσιεύτηκε στο 789/13-9-2002 ΦΕΚ και αφορούσε σε εντός και εκτός των ίδιων οικισμών ακίνητα, 4) την υπ’ αριθμ. 486/2004 απόφαση του Εφετείου Κρήτης, με την οποία (απόφαση) καθορίστηκε η οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης για τις εδαφικές εκτάσεις που απαλλοτριώθηκαν με την προηγούμενη απαλλοτρίωση (για την αρχική διάνοιξη της ίδιας οδού, συνέχεια της οποίας αποτελεί η ένδικη), που αφορούν άλλα τμήματα του ίδιου οδικού άξονα, 5) την προεκδοθείσα αυτής υπ’ αριθμ. 64/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων, με την οποία καθορίστηκε προσωρινά τιμή μονάδος αποζημίωσης για τα ακίνητα της ίδιας απαλλοτρίωσης, 6) τον αντικειμενικό προσδιορισμό αυτών, όπως προκύπτει από έγγραφα της αρμόδιας Δ.Ο.Υ και 7) τις μαρτυρικές καταθέσεις ενώπιον του Εφετείου των εξετασθέντων με επιμέλεια του τότε αιτούντος και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και των καθών η αίτηση - ανταιτούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων.

Επομένως, ο ίδιος λόγος αναίρεσης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και για τους αμέσως παραπάνω λόγους.

Σύμφωνα με το τρίτο εδάφιο της παρ. 4 του άρθρου 18 του ν. 2882/2001, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 130 παρ. 2 του ν. 4070/2012, το οποίο εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς κατά την έναρξη ισχύος του ν. 4070/2012 απαλλοτριώσεις, όπως προβλέπει το άρθρο 146 παρ. 9 περ. δ` των μεταβατικών διατάξεων του τελευταίου "Όταν υπόχρεος προς αποζημίωση είναι φορέας που υπάγεται στη Γενική Κυβέρνηση κατά την έννοια του άρθρου 1Β του Ν. 2362/1995, η επιδικαζόμενη από τα Δικαστήρια αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου των δικαιούχων αποζημίωσης στις περιπτώσεις που υπολογίζεται με βάση την αξία του αντικειμένου της δίκης, καθορίζεται υποχρεωτικά έως το ήμισυ των νομίμων αμοιβών του Κώδικα Δικηγόρων".

Ο κατά τα ανωτέρω περιορισμός της δικαστικής δαπάνης επί απαλλοτριώσεων, όταν υπόχρεος για καταβολή της αποζημιώσεως είναι φορέας υπαγόμενος στη Γενική Κυβέρνηση, όπως, το Δημόσιο και οι Ο.Τ.Α., οποίος, (περιορισμός), εισήχθη με τη διάταξη του άρθρου 130 παρ. 2 του ν. 4070/2012, εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς κατά την έναρξη ισχύος του ν. 4070/2012 απαλλοτριώσεις, όπως προβλέπει το άρθρο 146 παρ. 9 περ.

δ` των μεταβατικών διατάξεων του τελευταίου, με την προϋπόθεση ότι η υπόθεση συζητείται μετά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, που συμπίπτει με τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, δηλαδή μετά την 10-4-2012, (ΦΕΚ αριθ. 82/2012), όπως προβλέπει το άρθρο 188 του ίδιου, με αποτέλεσμα ο υπολογισμός της δικαστικής δαπάνης, για τις υποθέσεις που έχουν συζητηθεί πριν από την τελευταία ημερομηνία, (όπως και η παρούσα υπόθεση), να γίνεται με το προϊσχύον νομοθετικό καθεστώς, χωρίς μείωση της επιδικαζόμενης από το Δικαστήριο αμοιβής του πληρεξουσίου δικηγόρου των δικαιούχων αποζημίωσης.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 του προαναφερόμενου ν. 2882/ 2001 (ΚΑΑΑ), όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο της συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης στο Εφετείο Κρήτης (3-4-2012), η δικαστική δαπάνη, μαζί με τη νόμιμη, κατά την έννοια της παρ. 1 του άρθρου 92 του Κώδικα Δικηγόρων, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 6 του άρθρου 5 του ν. 3919/ 2011 (Α? 32), αμοιβή των πληρεξούσιων δικηγόρων, βαρύνει τον υπόχρεο προς αποζημίωση, επιδικάζεται από το Δικαστήριο με την ίδια απόφαση, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από το νόμο αυτόν και παρακατατίθεται στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (Τ.Π.Δ.) υπέρ του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου.

Η εκκαθάριση της δικαστικής δαπάνης γίνεται σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά... Η απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου, με την οποία καθορίζεται η προσωρινή τιμή μονάδας, αποτελεί, ως προς τη δικαστική δαπάνη, εκτελεστό τίτλο σε βάρος του υπόχρεου προς αποζημίωση, εάν και οι δύο διάδικοι αποδέχθηκαν την απόφαση αυτή ή πέρασε άπρακτη η προθεσμία της παρ. 2 του άρθρου 20.

Σε περίπτωση εμπρόθεσμης αίτησης, το Εφετείο αποφαίνεται ενιαίως τόσο για τη δικαστική δαπάνη της ενώπιον αυτού διαδικασίας, όσο και για τη δικαστική δαπάνη του προσωρινού προσδιορισμού της αποζημίωσης. Εξάλλου, σύμφωνα με τα άρθρα 18, 19 και 20 του ίδιου νόμου (ΚΑΑΑ), ένα είναι το αντικείμενο της δίκης, ο προσδιορισμός της αποζημίωσης και, συνεπώς, μία αμοιβή του δικηγόρου σε ποσοστό επί της αξίας του αντικειμένου αυτού της δίκης ορίζεται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 100 παρ. 1, 107 και 114 παρ. 5 του ν.δ. 3026/1954 "περί του Κώδικος των Δικηγόρων", όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση, πριν καταργηθεί από το νόμο 4194/27-9-2013.

Έτσι, σε περίπτωση εμπρόθεσμης αίτησης για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης στο Εφετείο, μετά τον προσωρινό προσδιορισμό αυτής, η δικαστική δαπάνη περιλαμβάνει: 1) τα απαραίτητα έξοδα που έγιναν για τη διεξαγωγή και υπεράσπιση της δίκης (άρθρ. 189 παρ. 1 ΚΠολΔ), 2) την αμοιβή του δικηγόρου του δικαιούχου για την παράστασή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου και ενώπιον του Εφετείου (άρθρα 109 και 111 του Κώδικα Δικηγόρων) και 3) την αμοιβή του δικηγόρου δικαιούχου σε ποσοστό επί της αποζημίωσης που καθορίστηκε οριστικά και, συγκεκριμένα, α) 2% για τη σύνταξη αίτησης, ανταίτησης με ιδιαίτερο δικόγραφο ή παρέμβασης με ιδιαίτερο δικόγραφο, β) 1% για τη σύνταξη προτάσεων επί της αίτησης ή ανταίτησης και παρέμβασης που ασκήθηκαν με ιδιαίτερο δικόγραφο και γ) 2% για την άσκηση ανταίτησης ή παρέμβασης που ασκήθηκαν με τις προτάσεις ή τη σύνταξη απλών προτάσεων του καθ’ ου (ΑΠ Ολομ. 14/2011, ΑΠ 844/2015, ΑΠ 1747/2011).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 17 του Συντάγματος, 13 και 18 παρ. 4 ν. 2882/2001, 189 ΚΠολΔ και 100 επ. του ν.δ. 3026/1954 συνάγεται ότι η αμοιβή την οποία καταβάλλει ο δικαιούχος της αποζημίωσης στο δικηγόρο του για τη σύνταξη αίτησης, ανταίτησης, κύριας παρέμβασης ή προτάσεων, προκειμένου να επιτύχει τον προσδιορισμό και την είσπραξη της αποζημίωσης, αποτελεί παρακολούθημα της αποζημίωσης, προσαυξάνει το ποσό της, βαρύνει τον υπόχρεο αυτής και πρέπει να επιδικάζεται σε βάρος του τελευταίου και να περιέρχεται στο δικαιούχο, ώστε να μην επέρχεται φαλκίδευση της πλήρους αποζημίωσης.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο από το άρθρ. 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ, λόγο αναίρεσης, προβάλλονται οι αιτιάσεις ότι το δικάσαν Εφετείο, αφ’ ενός μεν δεν εφάρμοσε κατά τον καθορισμό της δικαστικής δαπάνης των αναιρεσιβλήτων τη διάταξη του άρθρου 130 παρ. 2 του Ν. 4070/2012 (ΦΕΚ 82Α/10-4-2012), που προβλέπει μειωμένη δικαστική δαπάνη για το Δημόσιο, με αποτέλεσμα να μην υπολογίσει, όπως, έπρεπε, την αμοιβή του δικηγόρου των ανταιτούτων μειωμένη (έως το ήμισυ των νομίμων αμοιβών του Κώδικα Δικηγόρων) κατά τα οριζόμενα στην ως άνω διάταξη και ειδικότερα να υπολογίσει αυτή σε ποσοστό 2%, αντί ποσοστού 1% επί της καθορισθείσας αποζημιώσεως, αφ’ ετέρου δε παραβίασε τις προαναφερόμενες, ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 18 παρ. 4 του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο της συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης στο Εφετείο Κρήτης (3-4-2012), με το να υπολογίσει την αμοιβή που επιδικάστηκε στους πληρεξούσιους δικηγόρους των δικαιούχων της αποζημίωσης-αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι άσκησαν ανταιτήσεις με τις προτάσεις, σε ποσοστό 2% επί της αποζημίωσης που προσδιορίστηκε προσωρινά, αντί ποσοστού 2%, επί της αποζημίωσης που προσδιορίστηκε οριστικά.

Ο λόγος αυτός, κατά το πρώτο σκέλος του, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, εφόσον, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, η συζήτηση της αίτησης καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης ενώπιον του Εφετείου έλαβε χώρα στις 3-4-2012, ήτοι πριν από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού (10-4-2012), και συνεπώς ορθώς κατά τον καθορισμό της βαρύνουσας το υπόχρεο αναιρεσείον δικαστικής δαπάνης, ο υπολογισμός της αμοιβής του πληρεξουσίου δικηγόρου των δικαιούχων της αποζημίωσης αναιρεσιβλήτων για την υπόθεση αυτή, που είχε συζητηθεί πριν από την τελευταία ημερομηνία, έγινε με το προϊσχύον νομοθετικό καθεστώς, που δεν προέβλεπε τον ως άνω περιορισμό.

Εξάλλου, καθόσον αφορά στον ίδιο λόγο αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, μετά τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως των απαλλοτριωθέντων ακινήτων, με την ως άνω απόφασή του, επέβαλε σε βάρος του αιτούντος Ελληνικού Δημοσίου μέρος των δικαστικών εξόδων των καθών - ανταιτούντων, τα οποία προσδιόρισε:

α) στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ για την παράσταση συνολικά των δικηγόρων των καθ’ ων και β) σε ποσοστό 2% επί του συνόλου της καθορισθείσας αποζημίωσης, με βάση την προσωρινή τιμή μονάδος, για τη σύνταξη της ανταίτησης και των προτάσεων. Κρίνοντας, όμως, έτσι, και ειδικότερα με το να υπολογίσει την αμοιβή που επιδικάστηκε στους πληρεξούσιους δικηγόρους των δικαιούχων της αποζημίωσης - αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι άσκησαν ανταιτήσεις με τις προτάσεις, σε ποσοστό 2% επί της αποζημίωσης που προσδιορίστηκε προσωρινά, αντί ποσοστού 2%, επί της αποζημίωσης που προσδιορίστηκε οριστικά παραβίασε, ευθέως, τις πιο πάνω, ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στην αρχή της παρούσας σκέψης.

Κατ’ ακολουθίαν αυτών, πρέπει να γίνει δεκτός, κατά το δεύτερο σκέλος του, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης και, ειδικότερα, ως προς το κεφάλαιο της δικαστικής δαπάνης και μόνο κατά το μέρος του που καθόρισε την αμοιβή που επιδικάστηκε στους πληρεξούσιους δικηγόρους των δικαιούχων της αποζημίωσης -αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι άσκησαν ανταιτήσεις με τις προτάσεις, σε ποσοστό 2% επί της αποζημίωσης που προσδιορίστηκε προσωρινά, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τούτο και να συμψηφιστούν τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων λόγω της μερικής νίκης και ήττας αυτών (άρθρο 22 παρ. 2 του ν. 3693/1957).

Στη συνέχεια, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 εδ. α’ ΚΠολΔ να κρατηθεί η υπόθεση κατά το αναιρεθέν μέρος της, ως προς το οποίο δεν χρειάζεται διευκρινίσεις, προς καθορισμό εκ νέου της αμοιβής των πληρεξουσίων δικηγόρων των δικαιούχων της αποζημίωσης καθών η αίτηση - ανταιτούντων, οι οποίοι άσκησαν ανταίτηση με τις προτάσεις, σε ποσοστό δύο τοις εκατό (2%) επί του ποσού της οριστικά καθορισθείσας από το Εφετείο για καθένα απ’ αυτούς αποζημίωσης για τη σύνταξη της ανταίτησης με τις προτάσεις τους.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 278/2012 απόφαση του Εφετείου Κρήτης, ως προς το κεφάλαιο της δικαστικής δαπάνης και μόνο κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.

Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.

Κρατεί την υπόθεση και δικάζει κατά το αναιρεθέν μέρος της, την από 17-9-2009 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου και την ανταίτηση που άσκησαν με τις από 4-3-2012 προτάσεις τους οι καθών η ως άνω αίτηση.

Επιβάλλει σε βάρος του αιτούντος Ελληνικού Δημοσίου, για μέρος των δικαστικών εξόδων των καθών η αίτηση-ανταιτούντων, πέραν του ποσού των πεντακοσίων (500) ευρώ που επιβλήθηκε σ’ αυτό με την υπ’ αριθμ. 278/2012 απόφαση του Εφετείου Κρήτης για την παράσταση συνολικά των δικηγόρων των καθών, την πληρωμή της αμοιβής των πληρεξουσίων δικηγόρων των καθών η αίτηση - ανταιτούτων, για τη σύνταξη και κατάθεση της ανταιτήσεώς τους με τις προτάσεις τους, για αμφότερες τις διαδικασίες ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου και του Εφετείου, την οποία καθορίζει σε ποσοστό δύο τοις εκατό (2%) επί του ποσού της οριστικά καθορισθείσας από το Εφετείο για καθένα απ’ αυτούς αποζημίωσης.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 23 Μαρτίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Απριλίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ