Supreme Court allows appeal against summary judgment due to insufficient reasoning on multiple wage claim types.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the municipality's appeal against a first-instance judgment regarding labor disputes. The court found the lower court's reasoning insufficient because it failed to distinguish between various wage claim types, such as overtime and night work, which require specific factual findings. Consequently, the judgment was annulled and remanded for retrial to ensure proper analysis of each claim's validity and calculation.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(19) of the Code of Civil Procedure; Art. 93(3)(a) of the Constitution: An appeal based on lack of reasoning is admissible when the judgment fails to address specific factual elements required by substantive law for distinct legal consequences, necessitating a retrial to ensure a reasoned decision.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 751 / 2016 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 751/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 11 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δήμου ..., Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Δήμαρχό του, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Καραμανλή, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Κ. Β. του Ν., 2)Π. Δ. - Ν. του Κ., 3)Α. Κ. του Β., και 4)Σ. Σ. του Π., κατοίκων .... Οι 1η και 4η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιo δικηγόρο τoυς Δημήτριο Βαλαβάνη και οι 2η και 3ος παραστάθηκαν με τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/5/2010 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 2256/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων Δήμος με την από 30/10/2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πιπιλίγκας ανέγνωσε την από 29/9/2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του τρίτου και την απόρριψη των λοιπών λόγων της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 εδ.α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Σημειώνεται ότι ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 15/2006).
Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Περίπτωση παντελούς έλλειψης αιτιολογίας συνιστά και η περίπτωση της επιδίκασης μέρους της ένδικης απαίτησης του ενάγοντος, χωρίς να διαλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση τα πραγματικά περιστατικά που τη θεμελιώνουν.
Συγκεκριμένα, εφόσον πρόκειται περί απαιτήσεων μισθωτών από σχέση εξηρτημένης εργασίας που απορρέουν από διάφορες αιτίες, όπως από πραγματοποίηση υπερωριακής εργασίας, εργασίας κατά τις ημέρες Κυριακών και αργιών, εργασίας κατά τη διάρκεια της νύκτας, νυκτερινής εργασίας κατά τη διάρκεια Κυριακών, εξόδων κίνησης κατ’ αποκοπή (για απασχολουμένους σε οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτου βαθμού), οφειλών για τη καταβολή επιδόματος γάμου και επιδόματος εορτών Πάσχα συγκεκριμένου έτους, πρέπει στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του δικαστηρίου της ουσίας να διαλαμβάνονται, πλην της εργασιακής σχέσης, και οι όροι αυτής με αναφορά στις νόμιμες ή καταβαλλόμενες αποδοχές του μισθωτού και επί περισσοτέρων εναγόντων εκάστου εξ αυτών, βάσει των οποίων προσδιορίζεται το ωρομίσθιο, ο αριθμός των ωρών υπερωριακής απασχόλησης με μνεία εάν πρόκειται περί παρανόμων ή νομίμων υπερωριών, ο αριθμός των ωρών εργασίας κατά τη διάρκεια Κυριακών και αργιών, ο αριθμός των ωρών εργασίας κατά τη διάρκεια της νύκτας, ο αριθμός των ωρών νυκτερινής εργασίας κατά τη διάρκεια Κυριακών και αργιών, τις οποίες πραγματοποίησε ο κάθε μισθωτός και μάλιστα σε συνάρτηση με τη χρονική περίοδο κατά την οποία δεν υπήρξε διαφοροποίηση των αποδοχών του, το ύψος των κατ’ αποκοπή εξόδων κίνησης και το διάστημα στο οποίο αφορούν, το ύψος του επιδόματος γάμου ανά μήνα και το διάστημα για το οποίο αυτό δεν καταβλήθηκε και το ύψος του επιδόματος εορτών Πάσχα του συγκεκριμένου έτους στο οποίο αφορά, ούτως ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόσθηκαν ορθώς ή όχι οι όροι του πραγματικού των αντιστοίχων κανόνων ουσιαστικού δικαίου που έπρεπε να εφαρμοσθούν.
Στην προκειμένη περίπτωση με τη προσβαλλομένη απόφαση του το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αυτού κρίση ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι κατήρτισαν στις 27-2-2001 με την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Ελληνική Εταιρεία Τοπικής Ανάπτυξης και Αυτοδιοίκησης" και το Δήμο ... συμβάσεις συνεργασίας για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας διάρκειας ένδεκα μηνών με την ιδιότητα των ασκουμένων φυλάκων και ότι υπό την πιο πάνω ιδιότητά τους απασχολήθηκαν σε καθημερινή βάση, αργίες και σαββατοκύριακα σε τρεις βάρδιες συνολικής διάρκειας 8 ωρών σε σχολικά συγκροτήματα του Δήμου ....
Ότι ο χρόνος των ανωτέρω συμβάσεων παρατάθηκε διαδοχικά μέχρι τις 2.10.2006, οπότε με αποφάσεις του δημάρχου ... εντάχθηκαν στο τακτικό προσωπικό του Δήμου και δη σε κενές θέσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου κατηγορίας ΔΕ του κλάδου Φυλάκων Σχολικών Κτηρίων, αφού προηγουμένως με την υπ’ αριθ. 6/2005 απόφαση της ολομέλειας του Ανωτάτου Συμβουλίου Επιλογής Προσωπικού (ΑΣΕΠ) κρίθηκε ότι κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες και συνέτρεχαν στα πρόσωπά τους οι προϋποθέσεις του άρθρου 11 π.δ. 164/2004.
Ότι ο εργοδότης αυτών εναγόμενος Δήμος ... για το χρονικό διάστημα από τον Μάρτιο του 2001 έως τον Σεπτέμβριο του 2006 δεν κατέβαλε στους ενάγοντες τις αποδοχές που τους όφειλε για τη πραγματοποίηση υπερωριακής εργασίας, εργασίας κατά τις ημέρες αργιών και Κυριακών, νυκτερινή εργασία, έξοδα κίνησης, επίδομα γάμου και επίδομα Πάσχα του έτους 2006.
Ότι για το λόγο αυτό οι ενάγοντες άσκησαν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών την από 23.12.2007 αγωγή τους, η οποία επιδόθηκε στον εναγόμενο Δήμο ... την 28.12.2007, από το δικόγραφο της οποίας παραιτήθηκαν με την ένδικη αγωγή που επιδόθηκε στον εναγόμενο Δήμο ... την 23.6.2010. Ότι πριν την άσκηση της πρώτης αγωγής, οι ενάγοντες με την υπ’ αριθ.
πρωτοκόλλου ...21.12.2006 αίτησή τους που κατέθεσαν στο αρμόδιο τμήμα του Δήμου ... διαμαρτυρήθηκαν για τη μη καταβολή των δεδουλευμένων τους. Ότι με την αίτησή τους αυτή διέκοψαν τη παραγραφή των χρηματικών απαιτήσεων τους κατά του εναγομένου Δήμου ... και στη συνέχεια με την άσκηση και επίδοση της από 21.12.2007 αγωγής ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών.
Ότι κατά συνέπεια οι αξιώσεις των εναγόντων για τα έτη 2001 έως και 2004 έχουν υποπέσει στη βραχυπρόθεσμη διετή παραγραφή σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη. Ότι επομένως για τα έτη 2005 και 2006, για τα οποία οι ενάγοντες διέκοψαν τη παραγραφή με τους πιο πάνω τρόπους, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο - χωρίς καμία περαιτέρω αιτιολογία - έκρινε ότι δικαιούνται η πρώτη ενάγουσα των ποσών των 7.262,83 ευρώ για το έτος 2005 και 6.451,04 ευρώ για το έτος 2006 και συνολικά δικαιούται 13.713,87 ευρώ, η δεύτερη ενάγουσα των ποσών των 6.980,26 ευρώ για το έτος 2005 και 5.944,24 ευρώ για το έτος 2006 και συνολικά δικαιούται 12.924,50 ευρώ, ο τρίτος ενάγων των ποσών των 7.039,65 ευρώ για το έτος 2005 και 6.107,07 ευρώ για το έτος 2006 και συνολικά δικαιούται 13.146,72 ευρώ και η τέταρτη ενάγουσα των ποσών των 7.580,83 ευρώ για το έτος 2005 και 6.620,04 ευρώ για το έτος 2006 και συνολικά δικαιούται 14.200,87 ευρώ.
Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατά παραδοχή σχετικού λόγου έφεσης του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος Δήμου, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που είχε δεχθεί στο σύνολό της την αγωγή με την παραδοχή ότι οι επίδικες αξιώσεις υπόκεινται σε πενταετή παραγραφή, απέρριψε την αγωγή κατά τις παραγραφείσες αξιώσεις των εναγόντων των ετών 2001 έως 2004 και δεχόμενο κατά ένα μέρος την αγωγή επιδίκασε στους ενάγοντες τα πιο πάνω ποσά που αφορούσαν τα έτη 2005 και 2006.
Με το περιεχόμενο αυτό η προσβαλλομένη απόφαση στερείται παντελούς αιτιολογίας, αφού στην ελάσσονα πρόταση αυτής ουδόλως διαλαμβάνονται τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν τις διαφορετικής αιτιολογίας ένδικες απαιτήσεις των εναγόντων, αλλά συλλήβδην επιδικάζονται τα ως άνω ποσά ως μισθολογικές διαφορές.
Ειδικότερα, εφόσον κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης πρόκειται περί μισθολογικών διαφορών των εναγόντων στο πλαίσιο συμβάσεων εξηρτημένης εργασίας αυτών από διάφορες αιτίες και δη από πραγματοποίηση υπερωριακής εργασίας, εργασίας κατά τις ημέρες Κυριακών και αργιών, νυκτερινής εργασίας, εξόδων κίνησης κατ’ αποκοπή, οφειλών από τη μη καταβολή επιδόματος γάμου και επιδόματος εορτών Πάσχα του έτους 2006, το δικαστήριο της ουσίας όφειλε στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του να διαλάβει, πλην της εργασιακής σχέσης και των ωρών της ημερήσιας απασχόλησης των εναγόντων κατά φυλακές (βάρδιες), και τους όρους των συμβάσεων με αναφορά στις νόμιμες και καταβαλλόμενες (εφόσον υπήρχε διαφορά) αποδοχές εκάστου των εναγόντων καθόλη την επίδικη περίοδο των ετών 2005 και 2006, βάσει των οποίων προσδιορίζεται το ωρομίσθιο, ο αριθμός των ωρών υπερωριακής απασχόλησης εκάστου των εναγόντων με μνεία εάν επρόκειτο περί παρανόμων ή νομίμων υπερωριών, ο αριθμός των ωρών εργασίας εκάστου των εναγόντων κατά τη διάρκεια Κυριακών και αργιών, ο αριθμός των ωρών εργασίας εκάστου των εναγόντων κατά τη διάρκεια της νύκτας, ο αριθμός των ωρών νυκτερινής εργασίας εκάστου των εναγόντων κατά τη διάρκεια των Κυριακών και αργιών και μάλιστα σε συνάρτηση με τη χρονική περίοδο κατά την οποία δεν υπήρξε διαφοροποίηση των αποδοχών του, το ύψος των κατ’ αποκοπή εξόδων κίνησης και το διάστημα στο οποίο αφορούσαν, το ύψος του επιδόματος γάμου ανά μήνα και το διάστημα για το οποίο αυτό δεν καταβλήθηκε για έκαστο των εναγόντων και το ύψος του επιδόματος εορτών Πάσχα του έτους 2006 για κάθε ενάγοντα, ούτως ώστε να μπορεί να ελεγχθεί το κατά πόσον η προσβαλλομένη απόφαση με τις παραδοχές της καλύπτει τα στοιχεία του πραγματικού του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου που απαιτούνται για την επιδίκαση του αντιστοιχούντος στη συγκεκριμένη απαίτηση ποσού και να προκύπτει ότι το τελικώς επιδικασθέν σε κάθε ενάγοντα ποσό είναι το άθροισμα των εν λόγω επί μέρους απαιτήσεων αυτού που έγιναν δεκτές ως βάσιμες κατ’ ουσία.
Σημειώνεται ότι αναλυτική αναφορά των πιο πάνω στοιχείων διαλαμβάνεται στο δικόγραφο της αγωγής. Επομένως ο περί τούτου εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ τρίτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο ο αναιρεσείων Δήμος αιτιάται ότι η προσβαλλομένη απόφαση στερείται αιτιολογίας με το να επιδικάσει συλλήβδην τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο ποσά, παρόλο που επρόκειτο για διαφορές από διαφορετική αιτία (υπερωρίες, νυκτερινή εργασία, απασχόληση σε ημέρες Κυριακές ή αργίες, έξοδα κίνησης, επίδομα γάμου κλπ) χωρίς επί μέρους διακρίσεις ως προς την αιτιολογία και το χρόνο γένεσης, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, παρελκούσης της έρευνας του πρώτου και δευτέρου λόγου, αφορώντων τη συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων παραγραφής εν επιδικία των πιο πάνω αξιώσεων και περί του ύψους του οφειλομένου τόκου υπερημερίας.
Συνακόλουθα πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου είναι εφικτή η συγκρότηση από άλλο δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας των (άρθρα 176 και 183 του ΚΠολΔ) στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος Δήμου, που παρέστη χωρίς να καταθέσει προτάσεις, μειωμένων κατά το μέτρο του άρθρου 281 παρ. 2 του Ν. 3463/2006 "Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων".
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ’ αριθ. 2256/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλο δικαστή για περαιτέρω εκδίκαση.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος Δήμου, τα οποία ορίζει στο ποσό των εννεακοσίων (900) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Νοεμβρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Δεκεμβρίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ