Supreme Court partially allows appeal against eviction order due to procedural error regarding criminal penalty reduction.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's eviction order, remanding the case for retrial on specific grounds. The court found a procedural error in the lower court's handling of the criminal penalty reduction claim, which was based on a premise not supported by the evidence. Consequently, the judgment was set aside regarding the dismissal of the tenant's claim for damages and the reduction of the penalty, sending the matter back to the Court of Appeal for a new decision.
Legislator headnote
AI generatedArt. 14 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must examine the entire challenged judgment when a procedural error affects a specific section, and if such an error exists, the judgment is set aside regarding that section, necessitating a retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 751 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 751/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου και Μαρία Χυτήρογλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Α. Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΕΧΝΙΚΗ-ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗ-ΕΜΠΟΡΙΚΗ Και ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Φ. Α.Ε." που έχει την έδρα της στο ..., όπως νόμιμα εκπροσωπείται, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Γεώργιο Αλεξόπουλο, Γεώργιο Κοπακάκη και Λάμπρο Σινανιώτη και κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ταμείο Πρόνοιας Ιδιωτικού Τομέα (ΤΑΠΙΤ)", που έχει την έδρα του στην Αθήνα, όπως νομίμως εκπροσωπείται, καθολικού διαδόχου, διαμέσου του Τομέα Πρόνοιας Προσωπικού Εταιρειών Λιπασμάτων αυτού, του τέως ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ταμείο Πρόνοιας Προσωπικού Εταιρειών Λιπασμάτων (ΤΑ.Π.Π.Ε.Λ.)", το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αγγελική Γαβαλά και κατέθεσε προτάσεις.
Β. Του αναιρεσείοντος: Του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ταμείο Πρόνοιας Ιδιωτικού Τομέα (ΤΑΠΙΤ)", που έχει την έδρα του στην Αθήνα, όπως νομίμως εκπροσωπείται, καθολικού διαδόχου, διαμέσου του Τομέα Πρόνοιας Προσωπικού Εταιρειών Λιπασμάτων αυτού, του τέως ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ταμείο Πρόνοιας Προσωπικού Εταιρειών Λιπασμάτων (ΤΑ.Π.Π.Ε.Λ.)", το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αγγελική Γαβαλά και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΕΧΝΙΚΗ-ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗ-ΕΜΠΟΡΙΚΗ Και ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Φ. Α.Ε." που έχει την έδρα της στο ..., όπως νόμιμα εκπροσωπείται, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Γεώργιο Αλεξόπουλο, Γεώργιο Κοπακάκη και Λάμπρο Σινανιώτη και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις ακόλουθες αγωγές των ανωτέρω διαδίκων: α)την από 7-12-2006 αγωγή και β) 11-11-2010 (195022/6423/2010) παρεμπίπτουσα αγωγή, γ) την από 15-1-2008 αγωγή και δ) την από 11-11-2010 (194784/6420/2010) παρεμπίπτουσα αγωγή, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Αφού συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 75/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3427/2013 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα Α με την από 15-7-2013 αίτησή της και τους από 10-12-2013 πρόσθετους λόγους της και το αναιρεσείον Β με την από 24-10-2013 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Μαρία Χυτήρογλου, ανέγνωσε τις από 18-12-2013 εκθέσεις της, με τις οποίες εισηγήθηκε: 1. την απόρριψη όλων των λόγων της από 15-7-2013 αιτήσεως αναιρέσεως της αναιρεσείουσας Α και των προσθέτων λόγων της, πλην του όγδοου λόγου αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η απόρριψη του κεφαλαίου για αποκατάσταση των ελαττωμάτων του μισθίου από το αναιρεσίβλητο ΤΑΠΙΤ και 2. την παραδοχή όλων των λόγων της από 24-10-2013 και με αύξοντα αριθμό εκθέσεως κατάθεσης 764/2013 στα οικεία βιβλία του Εφετείου Αθηνών αιτήσεως αναιρέσεως, του Β αναιρεσείοντα, της ίδιας απόφασης, πλην εκείνων που πλήττουν την 3427/2013 απόφαση για πλημμέλεια εκ των αριθμών 10, 11 και 20 αρθ. 559 ΚΠολΔ.
Οι πληρεξούσιοι της Α αναιρεσείουσας και η πληρεξούσια του Β αναιρεσείοντος, ζήτησαν την παραδοχή των αιτήσεων τους, η πληρεξούσια του Α αναιρεσιβλήτου και οι πληρεξούσιοι της Β αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τις με αύξοντα αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 569/2013 και 764/2013 αιτήσεις της εταιρείας "ΤΕΧΝΙΚΗ -ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗ-ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Φ. Α.Ε" και του ΤΑΜΕΙΟΥ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΙΔΙΩΤΙΚΟΥ ΤΟΜΕΑ (ΤΑΠΙΤ), αντίστοιχα, και των από 10-12-2013 και αύξοντα αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 193/13 πρόσθετων λόγων επί της πρώτης, ζητείται, για όσους λόγους αναφέρονται σαυτές, η αναίρεση της 3427/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών που εκδόθηκε κατά την διαδικασία των μισθωτικών διαφορών. Οι άνω αιτήσεις και οι πρόσθετοι επ' αυτών λόγοι πρέπει να συνεκδικαστούν λόγω της προφανούς μεταξύ των συνάφειας (246, 573 Κ.Πολ.Δ.).
Ειδικότερα: Με τις από 7-12-2006, 2-3-07 και 11-11-2010 αγωγές της η αναιρεσείουσα εταιρεία, με την επωνυμία "ΤΕΧΝΙΚΗ -ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗ-ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Φ. Α.", επικαλούμενη την ιδιότητα της ως μισθώτριας, στην μεταξύ αυτής και του αναιρεσιβλήτου -αναιρεσείοντος, ΤΑΠΙΤ, σύμβαση μισθώσεως, ζήτησε, με την πρώτη (αγωγή) να:1) προσδιοριστεί το καταβλητέο μίσθωμα στο ποσό των 22,000 ευρώ, άλλως, στο, κατά το αρθ. 7 του ΠΔ 34/95 σε 3/4 του ετήσιου πληθωρισμού β) προσδιοριστεί το ύψος της εγγυήσεως σε δύο μόνον μισθώματα και γ) αναγνωρισθεί ότι υποχρεούται να καταβάλει μόνον το ήμισυ του κατά νόμου προβλεπομένου χαρτοσήμου.
Με την δεύτερη (αγωγή), επικαλούμενη την ύπαρξη ελαττωμάτων του μίσθιου, ζήτησε να αναγνωριστεί η υποχρέωση του ΤΑΠΙΤ να της καταβάλει Α1) αποζημίωση για την αποκατάσταση της ζημίας που έχει υποστεί από τα ελαττώματα του μίσθιου 2) αποζημίωση σε αποκατάσταση της ζημίας που έχει υποστεί από την προβληματική λειτουργία των ανελκυστήρων του μισθίου 3) ποσό 20.000 που αντιστοιχεί στην αξία υλικών που η ίδια κατέβαλε για την αγορά των αναγκαίων, για την αποκατάσταση των συστατικών του μισθίου, υλικών 4) ποσό για αχρεωστήτως καταβληθέντα μισθώματα και Β1) αναγνωριστεί ότι το ύψος του μηνιαίου μισθώματος ανέρχεται σε ύψος 24,011 ευρώ και β) ότι το εναγόμενο υποχρεούται να προβεί στις αναλυτικά αναφερόμενες εργασίες αντικατάστασης και επισκευής των ανελκυστήρων.
Με την τρίτη, (αγωγή), επικαλούμενη, νεώτερη, ουσιώδη μεταβολή των συνθηκών σύμφωνα με την διάταξη του αρθ.388, άλλως εκείνη του αρθ. 288 ΑΚ, ζήτησε να προσδιοριστεί το καταβλητέο, κατά τα προσεχή έτη, μίσθωμα σε ποσοστό 3/4 του ετήσιου πληθωρισμού, άλλως, κατά το ποσοστό του, εκάστοτε, ετήσιου πληθωρισμού, μηνιαίως, λόγω ουσιαστικής μεταβολής των συνθηκών.
Το ΤΑΠΙΤ, με την από 15-1-08 και αύξοντα αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 28470/08 αγωγή του, επικαλούμενο κακή χρήση του μισθίου, ήτοι ελλιπή συντήρηση των ανελκυστήρων, που αποτελούσε όρο της μεταξύ των συμβάσεως μισθώσεως, ζήτησε, αφού αναγνωριστεί ότι είναι έγκυρη η εκ μέρους του καταγγελία της επίδικης σύμβασης μισθώσεως:
α) του αποδόσει την χρήση του μισθίου β) του καταβάλει 1) το ποσό των μισθωμάτων που αντιστοιχεί στα μέχρι την λήξη της μισθώσεως μισθώματα 2) το ποσό που αντιστοιχεί στα οφειλόμενα μισθώματα της σαυτήν αναφερόμενης χρονικής περιόδου. Με την από 11-11-2010 παρεμπίπτουσα αγωγή του το αναιρεσείον ΤΑΠΙΤ ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη εταιρεία "ΤΕΧΝΙΚΗ -ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗ-ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Φ.
Α.Ε" να του καταβάλει το οφειλόμενο, από διαφορές μισθωμάτων, ποσό, για το χρονικό διάστημα από τον μήνα Μάρτιο 2007 έως τον Ιανουάριο του 2008 με τους νόμιμους τόκους υπερημερίας, αποζημίωση χρήσεως για την, μετά την καταγγελία, χρήση του μισθίου και τα δεδουλευμένα μισθώματα που κατέστησαν απαιτητά λόγω της καταγγελίας, και, τέλος, την κατεπεσούσα, λόγω παραβίασης των συμβατικών όρων, ποινική ρήτρα Επί των άνω αγωγών, οι οποίες συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε η 75/12 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία απορρίφθηκαν οι αγωγές της αναιρεσείουσας εταιρείας "ΤΕΧΝΙΚΗ - ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗ-ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Φ.
Α.Ε" και έγιναν δεκτές ως ουσιαστικά βάσιμες εκείνη του ΤΑΠΙΤ, υποχρεώθηκε η εναγομένη εταιρεία "ΤΕΧΝΙΚΗ - ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗ-ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Φ. Α.Ε να του αποδώσει την χρήση του μισθίου ακινήτου και του καταβάλει. για τις αιτίες που ανέφερε σ'αυτές, τα σ'αυτήν οριζόμενα, χρηματικά ποσά. Μετά από έφεση που άσκησαν αμφότερα τα διάδικα εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση του Εφετείου Αθηνών με την οποία, αφού εξαφανίστηκε εν μέρει η εκκαλουμένη και μόνο ως προς τα κεφάλαια της αποζημίωσης του ΤΑΠΙΤ για καταβολή αποζημίωσης χρήσης για το χρονικό διάστημα από 3-12-10 έως 6-2-2012 και ποινικής ρήτρας, αναγνωρίστηκε ότι η καταγγελία της συμβάσεως μισθώσεως εκ μέρους του ΤΑΠΙΤ ήταν έγκυρη και συνεπώς όφειλε η μισθώτρια να του αποδόσει την χρήση του μισθίου, και του καταβάλει τα σ'αυτήν αναφερόμενα ποσά ως αποζημίωση λόγω χρήσεως για το μετά την καταγγελία χρόνο, και την καταπεσούσα ποινική ρήτρα, μειωμένη όμως, στο προσήκον μέτρο, κατά αποδοχή της σχετικής περί τούτου ενστάσεως της αναιρεσίβλητης εταιρείας.
Κατά την έννοια του αρθρ. 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο, από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν ο κανόνας δικαίου, είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006).-
Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται, είτε, ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, είτε, ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.
Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο, τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών, (ενστάσεων), των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, οπότε, πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή, τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005).
Εξάλλου, η ανεπάρκεια των εκτιθέμενων στην αγωγή ή στην ένσταση πραγματικών περιστατικών, σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωση τους χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται και αυτή με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ, ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.
Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωση τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του αντίστοιχου δικαιώματος. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής ή της ένστασης (ΟλΑΠ 18/1998).
Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης ελέγχονται αναιρετικά ως πλημμέλειες από τους αριθμούς 8 ή 14 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1573/1981), συνιστά δε ποσοτική αοριστία η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που απαιτεί ο εφαρμοστέος κανόνας ουσιαστικού δικαίου για τη θεμελίωση του ασκούμενου με την αγωγή ή την ένσταση δικαιώματος, ενώ, ως ποιοτική αοριστία χαρακτηρίζεται η επίκληση, απλώς, των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β του ΚΠολΔ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα, νομικά η πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 9 ιδρύεται όταν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Αν το δικαστήριο παρέλειψε να αποφανθεί επί αιτήματος της αγωγής χωρίς να διαλάβει οτιδήποτε στο σκεπτικό ή στο διατακτικό του το αίτημα τούτο θεωρείται ότι σιωπηρά απορρίφθηκε.
Κατά το άρθρο 594 του ΑΚ, που εφαρμόζεται και επί εμπορικών μισθώσεων, σύμφωνα με το άρθρο 15 του π.δ. 34/1995, ο εκμισθωτής έχει δικαίωμα να καταγγείλει αμέσως τη μίσθωση και αν ο μισθωτής, παρά τις διαμαρτυρίες του εκμισθωτή, δεν μεταχειρίζεται το μίσθιο με επιμέλεια και όπως συμφωνήθηκε. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, προϋπόθεση, του παρεχόμενου στον εκμισθωτή δικαιώματος προς άμεση καταγγελία της μίσθωσης είναι, αφενός μεν, ότι ο μισθωτής δεν χρησιμοποιεί το μίσθιο με επιμέλεια και όπως συμφωνήθηκε με τους όρους της σύμβασης, αφετέρου, ότι, εξακολουθεί στην κακή ή αντισυμβατική χρήση παρά τις διαμαρτυρίες του εκμισθωτή.
Έτσι, με τη διάταξη αυτή θεσπίζεται νόμιμη υποχρέωση του μισθωτή να χρησιμοποιεί το μίσθιο με επιμέλεια, δηλαδή, με την αντικειμενικά κρινόμενη επιμέλεια του συνετού ανθρώπου και να αποφεύγει πράξεις ή παραλείψεις, οφειλόμενες σε πταίσμα του, σε περίπτωση δε, που παραβεί την υποχρέωση του αυτή, ιδρύεται δικαίωμα του εκμισθωτή να καταγγείλει τη μίσθωση.
Ειδικότερα, μεταχείριση του μισθίου όχι με επιμέλεια συνιστά τόσον η καταστροφή μερών, συστατικών ή παραρτημάτων του μισθίου, όσο και η έλλειψη της συμφωνηθείσας συντήρησης του μισθίου με αποτέλεσμα να μη εξυπηρετείται ο οικονομικός του σκοπός. Σύμφωνα δε με τις διατάξεις των άρθρων 587 και 599 του ΑΚ, η καταγγελία της μίσθωσης για κακή χρήση του μισθίου επιφέρει τη λύση της σύμβασης για το μέλλον και την υποχρέωση του μισθωτή να αποδώσει το μίσθιο.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον σχετικό, (δεύτερο), λόγο της αίτησης αναίρεσης της εταιρείας Τεχνική Οικοδομική Εμπορική και Τουριστική Ανώνυμη Εταιρεία Φ. Α.Ε, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για παράβαση των διατάξεων των αριθμών 9.8 και 14 άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ διότι, δεν ερεύνησε τον λόγο εφέσεως με τον οποίο παραπονείτο για αοριστία του δικογράφου της από 15-1-2008 και αύξοντα αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 28470/2008 αγωγής του ΤΑΠΙΤ, τον οποίο είχε προτείνει ενώπιον του άνω δικαστηρίου, υποστηρίζοντας ότι αυτή ήταν αόριστη, γιατί, δεν εξειδικεύονταν τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την έννοια της κακής χρήσης του μισθίου που απαιτεί ο εφαρμοστέος κανόνας του αρθ. 574 ΑΚ για τη θεμελίωση του ασκούμενου με αυτήν (αγωγή) δικαιώματος καταγγελίας της σύμβασης μισθώσεως.
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι, από την παραδεκτή επισκόπηση της αγωγής προκύπτει ότι αυτή με το να διαλάβει 1) τους όρους της συμβάσεως στους οποίους αναλύονται οι συμφωνηθείσες υποχρεώσεις της μισθώτριας σχετικά με την συντήρηση των ανελκυστήρων και 2) την κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει το μίσθιο ακριβώς λόγω της κακής συντηρήσεως του εξαιτίας της οποίας κατήγγειλε τη σύμβαση μίσθωσης, περιέλαβε τα απαραίτητα, κατά νόμο, στοιχεία για την θεμελίωση της αγωγής εκ του αρθ. 574 ΑΚ χωρίς να είναι αναγκαίο για το ορισμένο αυτής να εξειδικευθεί έτι περαιτέρω η πλημμελής συντήρηση ή οι εργασίες ή τα ανταλλακτικά που έπρεπε να τοποθετηθούν στα συστατικά (μηχανήματα) του μισθίου.
Επομένως, και το Εφετείο το οποίο απέρριψε, σιωπηρά, τον σχετικό λόγο εφέσεως για αοριστία της αγωγής δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια εκ του αρθ. 9,8 όπως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, αληθώς, όμως, εκ του αριθμού 14 του αρθ. 559 ΚΠολΔ και θα πρέπει ο άνω λόγος αναίρεσης να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν, στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά, (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559, αριθ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά, στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε.
από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεση τους, να μη μπορεί να κριθεί αν στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.ΑΠ 13/1995). Με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως και τρίτο των προσθέτων λόγων πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια εκ του αριθμού 19 του αρθ.559 Κ.Πολ.Δ, διότι, κατά την παραδοχή της αγωγής του αναιρεσιβαλομένου "ΤΑΠΙΤ" και την αναγνώριση ως νόμιμη της καταγγελίας της συμβάσεως μισθώσεως εκ μέρους του, για κακή χρήση του μισθίου, περιέλαβε ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες που καθιστούν αδύνατο τον αναιρετικό έλεγχο.
Με την προσβαλλόμένη απόφαση, κατά το ενδιαφέρον εν προκειμένω μέρος, έγιναν δεκτά τα εξής: "... Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχτηκε ακόμη ότι με το αναφερόμενο και παραπάνω από 15-3-1994 ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως συμφωνήθηκαν μεταξύ των διαδίκων και τα παρακάτω: Με τον όρο XI ότι: "Ο εκμισθωτής, διαρκούσης της μισθώσεως, σε καμία απολύτως, έστω και αναγκαία, δαπάνη για επισκευή του κτιρίου υποχρεούται.
Οποιαδήποτε δαπάνη και αν απαιτηθεί για την επιμελή συντήρηση του μισθίου και ιδίως των μηχανολογικών και άλλων εγκαταστάσεων, ως και οποιαδήποτε δαπάνη, έστω και απαραίτητη και αναγκαία για την επισκευή αυτών, βαρύνει τη μισθώτρια αποκλειστικώς και χωρίς καμμία αποζημίωση. Η αιτία που προκαλεί την ανάγκη επισκευής και οποιοδήποτε γεγονός έστω και τυχαίο, δεν εξετάζεται και σε κάθε περίπτωση η δαπάνη βαρύνει τη μισθώτρια.
Οι ανωτέρω υποχρεώσεις της μισθώτριας αρχίζουν μετά τη λήξη της ισχύος των εγγυήσεων του αναδόχου του έργου. Εκτός εάν η βλάβη οφείλεται σε ενέργεια ή παράλειψη των προστηθέντων της μισθώτριας, οπότε η δαπάνη αποκαταστάσεως της βαρύνει την ίδια και προ της λήξεως των άνω εγγυήσεων". Με τον όρο XII "Η μισθώτρια υποχρεούται να κάνει καλή χρήση του μισθίου και των εγκαταστάσεων ευθυνόμενη, άλλως, εις αποζημίωση του εκμισθωτού δια φθοράς και βλάβας προξενηθείσας εις το μίσθιον υπό των υπ' αυτής ή του υπαλληλικού ή τεχνικού προσωπικού της, των εν γένει συνεργατών ή πελατών της ή και τρίτων, πλην ως ερρήθη, των εκ της συνήθους χρήσεως, προερχομένων βλαβών.
Επίσης, υποχρεούται να διατηρεί το μίσθιο καθαρό και να χρησιμοποιεί αυτό κατά τρόπο μηδόλως θίγοντα την ησυχίαν, την εργασία, την ασφάλεια και τα χρηστά ήθη των περιοίκων, λαμβανομένου βεβαίως, υπόψη του είδους της χρήσεως του μισθίου ως σταθμού αυτοκινήτων". Με τον όρο XIV: "Τη μισθώτρια βαρύνει κάθε δαπάνη που απαιτείται για την άρτια λειτουργία του Σταθμού και του όλου κτιρίου", καθώς και ότι "...
τη μισθώτρια βαρύνουν ως... και κάθε δαπάνη μη ρητώς κατονομαζόμενη, που είναι όμως απαραίτητη και αναγκαία για την εύρυθμη λειτουργία του Σταθμού και του κτιρίου ή προέρχεται από τη λειτουργία της εις αυτό επιχειρήσεως του μισθωτού". Με τον όρο XX ότι: "Η μισθώτρια δύναται, μετά από προηγούμενη έγγραφη συναίνεση του εκμισθωτού, πέραν των ήδη εγκατεστημένων στο κτίριο μηχανημάτων, να εγκαταστήσει και άλλα, τα οποία έχουν σχέση με τη λειτουργία του κτιρίου ως Σταθμού Αυτοκινήτων".
Με τον όρο XXI "Η μισθώτρια δύναται επίσης, πάντοτε με την προηγούμενη έγγραφη συναίνεση του εκμισθωτού, να προβεί με δαπάνες της στην αντικατάσταση μηχανήματος τινός του κτιρίου, (ιδιοκτησίας του εκμισθωτού), με άλλο της προτιμήσεως του". Με τον όρο ΧΧΙΙ: "Η μισθώτρια, επίσης, υποχρεούται να λαμβάνει κάθε μέτρο:
α)για την πρόληψη και αποφυγή ζημιών στο κτίριο ως και βλαβών στα μηχανήματα του Σταθμού. Για την τυχόν αναγκαία αντικατάσταση μηχανήματος τινός υπόχρεη είναι γι' αυτό η μισθώτρια, την οποία βαρύνει και η σχετική δαπάνη, ειδοποιούσα προς τούτο, εγγράφως, τον εκμισθωτή για να εγκρίνει και εποπτεύσει με ειδικούς τεχνικούς την αντικατάσταση ...".
Με τον όρο XXVIIΙ: "Για κάθε τυχόν παράβαση ή αθέτηση υπό του μισθωτού όρου τινός της διακηρύξεως ή του μισθωτηρίου συμβολαίου, συμφωνουμένων όλων, ως ουσιωδών, ως και τυχόν καθυστέρηση καταβολής του μισθώματος και του χαρτοσήμου, πέραν των 5ημερών, από της αρχής εκάστου μισθωτικού μηνός, το Ταμείο δικαιούται να καταγγείλει τη μίσθωση, οπότε, καταπίπτει αυτοδικαίως, υπέρ του Ταμείου, ολόκληρον το ποσό της κατατεθείσης, κατά την υπογραφήν του μισθωτηρίου, εγγυήσεως των δύο μηνών, όπως το ποσόν αυτό έχει αναπροσαρμοσθεί κατά τους όρους του παρόντος και να ζητήσει την αποβολή του μισθωτού εκ του μισθίου και την απόδοση της χρήσεως τούτου κατά τις διατάξεις των άρθρων 647 - 662 ΚΠολΔ.
Στην περίπτωση αυτή τα τυχόν μη δεδουλευμένα μισθώματα καθίστανται ληξιπρόθεσμα και απαιτητά λόγω ποινικής ρήτρας και αποζημιώσεως του εκμισθωτού, δυναμένου του Ταμείου να ζητήσει και τα μισθώματα του χρόνου καθ' ον ήθελε παραμείνει το μίσθιο κενό, ως επίσης και αποζημίωση για κάθε θετική ή αποθετική ζημία αυτού λόγω προώρου λύσεως της συμβάσεως.
Των ανωτέρω δικαιωμάτων, δύναται ο εκμισθωτής να κάμει χρήση μερικώς ή και σωρευτικώς. Δεν θεωρείται ουσιώδης παράβασις, η τυχόν καθυστέρηση ασφαλίστρων του προσωπικού του μισθωτού και εν γένει η παράβασις του όρου όταν εξ αυτής δεν επέρχεται ζημία εις τον εκμισθωτή. Το βάρος της αποδείξεως της μη επελεύσεως ζημίας εις τον εκμισθωτή φέρει η μισθώτρια ...".
Ακόμη, αποδείχτηκε από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα ότι από το έτος 1995, είχαν εμφανισθεί προβλήματα στη λειτουργία των ανελκυστήρων και η ενάγουσα μισθώτρια άσκησε, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμόν 3919/1997 απόφαση, που έχει ήδη καταστεί αμετάκλητη, λόγω μη άσκησης κατ' αυτής ενδίκων μέσων, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή και αναγνωρίστηκε ότι: "Παρουσιάσθηκαν ελαττώματα στη λειτουργία των ανελκυστήρων, τα οποία παρακώλυσαν εν μέρει και συγκεκριμένα, κατά ποσοστό 10%, τη συμφωνηθείσα χρήση κατά το διάστημα από 25-5-1994, που οχλήθηκε το εναγόμενο για την ύπαρξη των ελαττωμάτων, μέχρι Φεβρουάριο του έτους 1995, που αυτά αποκαταστάθηκαν, ήδη πριν την οριστική παράδοση στις 9-2-1995, του επίδικου σταθμού από την ανάδοχο του έργου Κοινοπραξία, στο εναγόμενο Ταμείο".
Μετά την πάροδο τεσσάρων ετών από την έκδοση της ως άνω δικαστικής απόφασης και ενώ είχαν ήδη παρέλθει επτά έτη από την εγκατάσταση της μισθώτριας στο επίδικο μίσθιο, η τελευταία με το από 3-7-2001 έγγραφο της που απέστειλε στο εναγόμενο επικαλέστηκε βλάβη και παύση της λειτουργίας του ανελκυστήρα Δ, για να λάβει ως απάντηση τον αναγραφόμενο στο μεταξύ τους συμφωνητικό μισθώσεως όρο, ότι "ο εκμισθωτής διαρκούσης της μισθώσεως σε καμία, έστω και αναγκαία δαπάνη, για επισκευή κτιρίου υποχρεούται.
Στη συνέχεια, ακολούθησαν και άλλες διαμαρτυρίες της μισθώτριας, σχετικά με βλάβες των ανελκυστήρων, στην αποκατάσταση των οποίων ζητούσε να προβεί το εναγόμενο ταμείο, αν και γνώριζε ότι σύμφωνα με τον προαναφερόμενα συμβατικό όρο το τελευταίο δεν είχε τέτοια υποχρέωση. Έτσι, το εναγόμενο κοινοποίησε στη μισθώτρια τις με αριθμούς 35/19-9-2001 και 48/20-12-2001 αποφάσεις του διοικητικού του συμβουλίου στις οποίες, αφενός μεν, επαναλάμβανε τα συμφωνηθέντα μεταξύ τους και γινόταν αναφορά στην μοναδική συμβατική υποχρέωση του εκμισθωτή του Ταμείου να παρακολουθεί την τήρηση του συμβατικού, περί της σωστής συντήρησης του μισθίου, όρου, εκ μέρους της μισθώτριας.
Στα πλαίσια, ακριβώς, αυτής της υποχρέωσης του, το εναγόμενο ανέθεσε στον ηλεκτρολόγο-μηχανολόγο, Κ. Γ., την επιτόπου επίσκεψη του μίσθιου- σταθμού και τη διενέργεια ελέγχου στις ηλεκτρομηχανολογικές εγκαταστάσεις αυτού. Ο τελευταίος, διενήργησε τον προαναφερόμενο έλεγχο και συνέταξε την από 4-2-2002 και με αρ.
πρωτ. 93722/7-2-2002 έκθεση του στην οποία, σχετικά με τους ανελκυστήρες, ανέγραφε τα εξής: "1.Δεν προκύπτει από κανένα βάσιμο λόγο ανάγκη γενικής αντικατάστασης των ανελκυστήρων 2.0 κινητήριος μηχανισμός είναι πολύ καλής κατασκευής και λίαν αξιόπιστος, είναι τεχνολογίας WARD-LEONARD με συνδυασμό κινητήρα-γεννήτριας p και εξακολουθεί να υπάρχει σε αρκετές εγκαταστάσεις ανελκυστήρων.
Η τεχνολογική ανάπτυξη από μόνη της δεν είναι ικανός λόγος για να καταργούνται υφιστάμενες εγκαταστάσεις. Με την ίδια παραπάνω έκθεση του ο ως άνω ηλεκτρολόγος-μηχανολόγος εισηγήθηκε προς το εναγόμενο τη λήψη μέτρων για την "ευρυθμότερη λειτουργία" των ανελκυστήρων, εξωσυμβατικώς, τα οποία και ελήφθησαν με την ολοκλήρωση τον μήνα Ιούλιο 2002 των σχετικών εργασιών στον μίσθιο σταθμό, εργασίες τις οποίες η εταιρεία "SHINDLER HELLAS", που είχε αναλάβει την συντήρηση του κτιρίου έκρινε απολύτως ικανοποιητικές.
Κατόπιν τούτων, τον μήνα Απρίλιο του έτους 2003, διενεργήθηκε, κατά τα οριζόμενα στις διατάξεις του άρθρου 5 της υπ' αριθμ. 24841/1144/ /2001 (ΦΕΚ Β'502) Υπουργικής Απόφασης, η οποία εκδόθηκε, κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 4 του ν. 280 1/2000 και σύμφωνα με το υπ' αριθμ. πρωτ. 20618/28-2-2003 έγγραφο της Διεύθυνσης Μεταφορών και Επικοινωνιών Κεντρικού Τομέα της Νομαρχίας Αθηνών, έλεγχος των ηλεκτρομηχανολογικών εγκαταστάσεων του μίσθιου σταθμού αυτοκινήτων, από τον μηχανολόγο-μηχανικό Π.
Σ. με δαπάνες του εναγόμενου και συντάχθηκε σχετικά η από 30-4-2003 τεχνική έκθεση αυτού, από την οποία προκύπτει ότι οι ηλεκτρομηχανολογικές εγκαταστάσεις του σταθμού πληρούσαν όλες τις απαιτούμενες, κατά νόμο, προϋποθέσεις για την ασφαλή λειτουργία αυτού. Παρ' όλα αυτά η μισθώτρια αρνήθηκε να ανανεώσει στο όνομα της την άδεια λειτουργίας του μίσθιου σταθμού, όπως ήταν υποχρεωμένη σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 26 του Π.Δ/τος 455/5-7-1976, που ορίζει ότι "Εις περίπτωσιν μεταβιβάσεως ή μισθώσεως ή παραχωρήσεως καθ' οιονδήποτε τρόπον της χρήσεως και εκμεταλλεύσεως του σταθμού εκδίδεται άδεια λειτουργίας επ' ονόματι του νέου κατόχου αυτού, ανακαλούμενης της προγενεστέρας ..." δεδομένου ότι με την υπ' αριθμ.
πρωτ. 248404/19-11-1993 απόφαση του Τμήματος Τεχνικών Υπηρεσιών της Δ/νσης Συγκοινωνιών της Νομαρχίας Αθηνών, είχε χορηγηθεί στο όνομα του εναγόμενου άδεια λειτουργίας, με διάρκεια ισχύος έως την 19-11-2003. Έτσι, το εναγόμενο αναγκάστηκε με το υπ' αρ. πρωτ. 95003/13-Π- 2003 έγγραφο του, που απέστειλε στην μισθώτρια να της τάξει προθεσμία για την εκπλήρωση της ως άνω υποχρέωσης της μέχρι 19-11-2003 που έληγε η προηγούμενη άδεια, απειλώντας, μάλιστα, ότι, σε αντίθετη περίπτωση θα προέβαινε σε κλείσιμο του σταθμού.
Μόνον, τότε, η μισθώτρια υπέβαλε την από 19-11-2003 σχετική αίτηση της προς την αρμόδια προς τούτο Υπηρεσία, οπότε εκδόθηκε η υπ' αριθμ. πρωτ. 23493/19-11-2003 απόφαση αυτής (Διεύθυνση Μεταφορών και Επικοινωνιών της Νομαρχίας Αθηνών) με την οποία χορηγήθηκε νέα άδεια λειτουργίας του επίδικου σταθμού αυτοκινήτων στο όνομα της ενάγουσας εταιρείας, με διάρκεια ισχύος έως την 19-11-2013, έλλειψη οποιουδήποτε ελαττώματος στις ηλεκτρομηχανολογικές εγκαταστάσεις του μισθίου, καθόσον της χορηγήσεως αδείας προηγείται έλεγχος καταλληλότητας και ασφαλούς λειτουργίας.
Ακολούθως, στις 17-1-2005 η ενάγουσα μισθώτρια απέστειλε στο εναγόμενο επιστολή με την οποία γνωστοποιούσε ότι "στις 7-8/1/2005 μάλλον, λόγω της διακοπής της ηλεκτροδοτήσεως από τη ΔΕΗ, εκάησαν τα κοντρόλ των Γ και Δ ανελκυστήρων ..." και ζητούσε αυτό να προβεί στην αγορά επτά καινούριων κοντρόλ το κόστος των οποίων ανερχόταν, σύμφωνα με την επισυναπτόμενη προσφορά της συντηρήτριας εταιρείας "SHINDLER HELLAS S.A", στο συνολικό ποσό των 12.215 ευρώ πλέον ΦΠΑ 18%, καθώς επίσης και να της καταβάλει το ποσό των 1.190 ευρώ πλέον ΦΠΑ 18% και επίσης ζητούσε την "πλήρη αντικατάσταση του υπάρχοντος πεπαλαιωμένου συστήματος, το οποίο προβλέπει ως αναγκαία την ύπαρξη ενδιάμεσης γεννήτριας, για κάθε ένα από τους ανελκυστήρες, για μετατροπή του εναλλασσόμενου ρεύματος της ΔΕΗ σε συνεχές, ώστε να λειτουργήσουν με το συνεχές ρεύμα οι κινητήρες των φορτίων των ανελκυστήρων.
Το εναγόμενο αρνήθηκε, εγγράφως, να ικανοποιήσει τις παραπάνω απαιτήσεις της μισθώτριας, επικαλούμενο για άλλη μία φορά την ισχύουσα μεταξύ τους, από 15-3-1994 σύμβαση μισθώσεως, και τον με στοιχείο XI όρο αυτής. Στη συνέχεια, το έτος 2006, η υπεύθυνη για την συντήρηση των ανελκυστήρων του επίδικου σταθμού ανώνυμη εταιρεία "SHINDLER HELLAS S.A ", με το από 7-12-2006 έγγραφο της, γνωστοποίησε στην ενάγουσα μισθώτρια εταιρεία την υποχρέωση της να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες συμμόρφωσης προς τις διατάξεις της ΚΥΑ 29362/1957/Φ.9.2 "Έλεγχος και πιστοποίηση ανελκυστήρων σύμφωνα με τη νέα νομοθεσία" (ΦΕΚ 1797/Β7 2005), ώστε να πραγματοποιηθεί από διαπιστευμένο φορέα ο προβλεπόμενος από τις ως άνω διατάξεις έλεγχος καλής λειτουργίας και ασφάλειας των ανελκυστήρων του μισθίου, προκειμένου στη συνέχεια να εκδοθεί το προβλεπόμενο από τις ίδιες ως άνω διατάξεις πιστοποιητικό καλής λειτουργίας από τον ως άνω φορέα και να πραγματοποιηθεί στη συνέχεια η καταχώριση των ανελκυστήρων του μισθίου στο τηρούμενο από την αρμόδια Διεύθυνση Ανάπτυξης της Νομαρχίας Αθηνών Μητρώο Ανελκυστήρων.
Διαπιστευμένος φορέας για τη διενέργεια του προβλεπόμενου από τις ως άνω διατάξεις ελέγχου ορίστηκε νομίμως η εταιρεία "TUV HELLAS", που πραγματοποίησε στις 6-2-2007 τον προβλεπόμενο από τις ως άνω διατάξεις έλεγχο στους ανελκυστήρες φορτίων του μισθίου και συνέταξε τις υπ' αριθμ. 10.4155, 10.4156, 104157 και 104158/6-2-2007 εκθέσεις ελέγχου, από τις οποίες προέκυψαν ελλείψεις ως προς τη λειτουργία των ανελκυστήρων, εξαιτίας των οποίων δεν κατέστη δυνατή η έκδοση του προβλεπόμενου κατά τα ανωτέρω πιστοποιητικού ελέγχου, ενώ, συνέστησε στη μισθώτρια να προβεί σε όλες εκείνες τις απαραίτητες εργασίες συντήρησης και επισκευής των ανελκυστήρων.
Πλην όμως, η μισθώτρια, απέστειλε στο εναγόμενο το υπ' αριθμ. πρωτ. 97523/28-2-2007 έγγραφο της, ζητώντας να προβεί αυτό, με δικές του δαπάνες, σε αποκατάσταση των αναφερομένων στις ως άνω τεχνικές εκθέσεις ελλείψεων, χωρίς να προβεί, σύμφωνα με τον αναφερόμενο και παραπάνω όρο της συμβάσεως μισθώσεως, η ίδια, με δικές της δαπάνες στην αποκατάσταση αυτών.
Λόγω της μη εκτέλεσης των εργασιών αυτών, η μέχρι τότε, συντηρήτρια εταιρεία SHINDLER HELLAS S.A, γνωστοποίησε στη μισθώτρια και στην προαναφερθείσα Υπηρεσία της Νομαρχίας Αθηνών την παραίτησή της από την συντήρηση του σταθμού, μέχρι πραγματοποίησης των εργασιών που όριζε ο διαπιστευμένος φορέας και την συντήρηση ανέθεσε η μισθώτρια από τον μήνα Ιούλιο του έτους 2007 άτυπα σε νέο συντηρητή.
Ακολούθησε στη συνέχεια το υπ' αριθμ. πρωτ. 4918/6-6-2007 έγγραφο της Διεύθυνσης Ανάπτυξης του Κεντρικού Τομέα της Νομαρχίας Αθηνών, με το οποίο ζητήθηκε από την μισθώτρια και τη συντηρήτρια, σύμφωνα με τις ισχύουσες κατά τον ως άνω χρόνο διατάξεις των άρθρων 12 και 15 παρ.2στ' της ίδιας ως άνω ΚΥΑ 293 62/197 /Φ.9.2 να ελεγχθεί αν υπάρχουν λόγοι διακοπής λειτουργίας των ανελκυστήρων και εντός προθεσμίας δέκα (10) ημερών να προσκομιστεί από τις ως άνω εταιρείες πιστοποιητικό ελέγχου από τον αρμόδιο φορέα.
Και πάλι όμως, η ενάγουσα μισθώτρια δεν προσέτρεξε να καλύψει τις σχετικές νόμιμες και συμβατικές υποχρεώσεις της, αλλά απευθύνθηκε στο εναγόμενο, με το υπ αρ. πρωτ. 7764/ 45-6-2007 έγγραφο της, ζητώντας από αυτό να προβεί στις σχετικές ενέργειες, στις οποίες δεν προέβη, αφού, ουδεμία, σχετική υποχρέωση είχε, με αποτέλεσμα να εκδοθεί η υπ' αριθμ. 12534/22-7-2008 απόφαση της Νομαρχίας Αθηνών με την οποία επιβλήθηκε προσωρινή διακοπή της λειτουργίας των πέντε ανελκυστήρων του επίδικου μισθίου, ενώ με το υπ' αριθμ.Δ 484/9-3-2009 έγγραφο της Διευθύντριας του Τμήματος Ανελκυστήρων του Κεντρικού Τομέα της Νομαρχίας Αθηνών, ενημερώθηκε η μισθώτρια ότι η ως άνω Υπηρεσία δεν θα προέβαινε στη θεώρηση των βιβλιαρίων παρακολούθησης των ανελκυστήρων αυτών, μέχρι να προσκομιστεί το αναφερόμενο και παραπάνω πιστοποιητικό περιοδικού ελέγχου, ώστε να καταστεί δυνατή η ανάκληση της διακοπής λειτουργίας των ανελκυστήρων και η καταχώρηση τους στο τηρούμενο από την συγκεκριμένη υπηρεσία Μητρώο Ανελκυστήρων.
Μετά από τις αποφάσεις αυτές της Νομαρχίας Αθηνών, το εναγόμενο Ταμείο, ανέθεσε στον μηχανολόγο-ηλεκτρολόγο μηχανικό, Α. Δ.Μ., την σύνταξη Τεχνικής έκθεσης σχετικά με την υφιστάμενη κατάσταση των ανελκυστήρων. Πράγματι, ο ως άνω μηχανικός στην με αριθμ. πρωτ. 4089/22-10-2009 τεχνική έκθεση του, την οποία το εναγόμενο προσκόμισε, με επίκληση ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, και με τον ίδιο τρόπο προσκομίζει και ενώπιον του παρόντος, αφού προβαίνει σε αναλυτική περιγραφή των επίμαχων ανελκυστήρων, από τους οποίους ο ένας είναι ανελκυστήρας μεταφοράς ατόμων και οι λοιποί τέσσερις αυτοκινήτων, για τους οποίους αναγράφει ότι αποτελούν το μοναδικό τρόπο μεταφοράς αυτοκινήτων, στους ορόφους και στα υπόγεια, καθόσον δεν υπάρχουν ράμπες ανόδου-καθόδου, καταγράφει τις ελλείψεις αυτών και τις αιτίες τους .
Συγκεκριμένα, αναφέρει ότι ο ένας ανελκυστήρας αυτοκινήτων είχε τεθεί εκτός λειτουργίας από 17/7/2009, για λόγους ασφαλείας, διότι είχαν βλάβη οι θύρες του και δεν έκλειναν, ενώ οι υπόλοιποι ανελκυστήρες αυτοκινήτων λειτουργούσαν παρουσιάζοντας σποραδικά δυσλειτουργίες, όπως, λάθος ένδειξη ορόφου, μπλοκάρισμα πόρτας, υπερθέρμανση και ανεξέλεγκτη λειτουργία.
Ως προς τις αιτίες δε των βλαβών αυτών ο ως άνω μηχανικός αναφέρει χαρακτηριστικά: "Από τη φύση των δυσλειτουργιών και των βλαβών που έχουν παρουσιασθεί στους ανελκυστήρες αυτοκινήτων, τεκμαίρεται ότι οι ανελκυστήρες αυτοί υπόκειντο σε ελλιπή συντήρηση, η οποία είχε ως αποτέλεσμα φθορά καίριων μερών και εξαρτημάτων πέραν της συνήθους και η οποία, (φθορά), σε συνδυασμό με την σταθερά αυξανόμενη και βεβαρημένη χρήση (το μέγεθος και το βάρος των αυτοκινήτων συνεχώς αυξάνεται), επιταχυνόταν και προκαλούσε και προκαλεί δυσλειτουργίες ή ανεξέλεγκτη λειτουργία, σε οριακές καταστάσεις.
Επίσης, η αντικατάσταση των τροχών κύλισης των θαλαμίσκων με πέδιλα ολίσθησης αποτελούσε τροποποίηση και αντικατάσταση που δεν ήταν σύμφωνη με τις αρχικές προδιαγραφές και τις απαιτήσεις του κατασκευαστού και επιβάρυνε την λειτουργία των ανελκυστήρων, αφενός μεν, λόγω αύξησης των τριβών, αφετέρου, λόγω της μεταβολής των ανοχών, (τζόγου), οδήγησης του θαλαμίσκου, που στην συνέχεια επηρέαζε δυσμενώς τις εντολές των αισθητήρων, (ειδικά φωτοκύτταρα), κίνησης και την λειτουργία του πίνακα ελέγχου αυτών.
Η ελλιπής συντήρηση πιθανόν να οφείλετο στην περιορισμένη τεχνογνωσία και εξειδίκευση στην συγκεκριμένη Τεχνολογία των απασχολουμένων τεχνικών, την απουσία Προγράμματος συντήρησης σύμφωνα με τα εγχειρίδια συντήρησης του κατασκευαστού, τη συμπίεση του κόστους της προληπτικής ή και έγκαιρης αποκατάστασης των φθαρμένων εξαρτημάτων ...
Επίσης, τα τηρούμενα βιβλιάρια συντηρήσεως των ανελκυστήρων αυτών δεν παρουσιάζουν εγγραφές μηνιαίας συντήρησης ή άλλες για τα χρονικά διαστήματα 22/12/ 96 έως 12/12/2002 και από 22/10/2006 έως 15/6/2007 (παραίτηση συντηρητή). Πάντως, μέρη του ανελκυστήρα τα οποία δεν απαιτούσαν εξειδικευμένη τεχνογνωσία και συντήρηση παραδείγματος χάριν οι μειωτήρες και πέδες είναι σε καλή κατάσταση και έχουν φυσιολογική φθορά ...
Δεν υπάρχει έκθεση ελέγχου διαπιστευμένου φορέα ούτε έχει εκδοθεί πιστοποιητικό λειτουργίας του μέχρι σήμερα για άγνωστο λόγο. Οι ανελκυστήρες σήμερα επιβλέπονται και συντηρούνται άτυπα, από αδειούχο συντηρητή, χωρίς αρμοδίως θεωρημένα βιβλιάρια παρακολούθησης αυτών". Με βάση τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν κρίνεται βάσιμος ο αγωγικός ισχυρισμός του εναγόμενου-ενάγοντος και ήδη εφεσίβλητου και εκκαλούντος περί παράβασης εκ μέρους της μισθώτριας ουσιώδους όρου της από 15-3-1994 συμβάσεως μισθώσεως, σύμφωνα με τον οποίον, όπως αναλυτικά εκτέθηκε παραπάνω, ήταν υποχρεωμένη να διατηρεί τις εγκαταστάσεις του μισθίου σε άριστη κατάσταση.
Εφόσον δε συνομολογήθηκε ρητά μεταξύ των διαδίκων ο ως άνω όρος ως ουσιώδης, η αποδεδειγμένη παράβαση του παρέχει το δικαίωμα στο εκμισθωτή Ταμείο να καταγγείλει τη συγκεκριμένη σύμβαση. Αντίθετα, από τα ίδια ως άνω πραγματικά περιστατικά κρίνονται μη πειστικοί οι ισχυρισμοί της μισθώτριας, σχετικά με την ύπαρξη, από την έναρξη της μισθώσεως .προβλημάτων στη λειτουργία των ανελκυστήρων του μισθίου, αφού .τα όποια προβλήματα είχαν τότε εμφανισθεί, αποκαταστάθηκαν, πριν την οριστική παράδοση του επίδικου σταθμού, τον Μάρτιο του έτους 1995, όπως κρίθηκε και μάλιστα αμετακλήτως με την υπ' αριθμόν 3919/1997 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που αναφέρθηκε και παραπάνω.
Εξάλλου, από τις "εκθέσεις ελέγχου ανελκυστήρων" της εταιρείας TUV HELLAS, τις οποίες η μισθώτρια επικαλέστηκε και προσκόμισε ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και τις οποίες επαναπροσκομίζει και ενώπιον του παρόντος, δεν συνάγεται αντίθετη κρίση, καθόσον πρόκειται για εκθέσεις που συντάχθηκαν μεταγενέστερα, (6-2-2007), δηλαδή, σε χρόνο κατά τον οποίο ήδη η μισθώτρια είχε συμπληρώσει δεκατρία σχεδόν χρόνια στη χρήση του μισθίου, με τις εντεύθεν συνέπειες, εκτός του ότι θα μπορούσε να θεωρηθεί, ενόψει όλων των λοιπών περιστατικών, ότι αρκετά προβλήματα οφείλονται και στην εκ μέρους της μισθώτριας πλημμελή, τουλάχιστον, συντήρηση των εγκαταστάσεων του μισθίου, αφού, αποδείχτηκε ότι η τελευταία δεν συμμορφώθηκε με τις υποδείξεις του ως άνω διαπιστευμένου φορέα σχετικά με τις εργασίες συντήρησης.
Τέλος, ούτε από την επίσης προσκομισθείσα από τη μισθώτρια "Τεχνική έκθεση ανελκυστήρων" που έχει συνταχθεί από τεχνικούς της συντηρήτριας εταιρείας "SHINDLER HELLAS S.Α", πριν από την κατά τα ως άνω παραίτηση της, μπορεί να στοιχειοθετηθεί ευθύνη του εναγόμενου-εκμισθωτή, δεδομένου ότι, η αναφορά σε θύρες αυτόματες καταπονημένες από συνεχή και μακροχρόνια χρήση, ξεπερασμένη τεχνολογία, περιορισμένες δυνατότητες ως προς τον πίνακα ελέγχου, πολύπλοκο κινητήριο μηχανισμό με πολλά εξαρτήματα, υψηλό κόστος επισκευής, μεγάλη κατανάλωση και χαμηλή απόδοση, όχι μόνον δεν θεμελιώνει ευθύνη του εκμισθωτή, αλλά αντίθετα ενισχύει την κρίση περί πλημμελούς συντήρησης του μισθίου..." Από τις άνω παραδοχές προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες ως προς τις υποχρεώσεις που ανέλαβε με την σύμβαση η αναιρεσείουσα σχετικά με την ανάγκη συντήρησης των ανελκυστήρων και τις συνέπειες που επέφερε η πλημμελής τήρηση εκ μέρους της του άνω όρου χωρίς να υπάρχει ανάγκη περαιτέρω εξειδίκευσης των έργων που όφειλε να πράξει στα πλαίσια της συντήρησης των ανελκυστήρων.
Ειδικότερα όσα αναφέρονται στο αναιρετήριο σχετικά με την έλλειψη περαιτέρω εξειδίκευσης των ελλείψεων που ήταν αναγκαίες να γίνουν για την ορθή λειτουργία των ανελκυστήρων, την ύπαρξη των οποίων διαπίστωσε ο διαπιστευμένος προς τούτο φορέας TUV, ώστε να είναι δυνατό να ελεγχθεί αναιρετικά κατά πόσο η αποκατάσταση των ελλείψεων αυτών ενέπιπτε ή όχι στις συμβατικές της υποχρεώσεις ή ξέφευγαν των υποχρεώσεων της αυτών και ενέπιπταν πλέον στις υποχρεώσεις του αντιδίκου ως εκμισθωτή, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, διότι, από τις παραδοχές της απόφασης, προκύπτει ότι γίνεται αναλυτική παράθεση των υποχρεώσεων της αναιρεσείουσας εταιρείας σε σχέση με τον άνω φορέα αλλά και όλες τις τεχνικές εκθέσεις που έγιναν ενόψει της συμβάσεως, των παραλείψεων της στην συντήρηση των ανελκυστήρων, έτσι ώστε, να προκύπτει με πληρότητα και σαφήνεια, η σύνδεση των παραλείψεων αυτών με τις συμβατικές της δεσμεύσεις και την νομιμότητα της καταγγελίας εκ μέρους του ΤΑΠΙΤ που ήταν συνέπεια αυτών.
Συνεπώς, είναι απορριπτέος ο σχετικός (τρίτος) λόγος της αναίρεσης και τρίτος και τέταρτος των πρόσθετων λόγων με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλομένη για πλημμέλεια εκ του αρθ. 19 αρθ. 559 Κ.Πολ.Δ . Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο υποστηρίζει ότι παραμορφώθηκε το περιεχόμενο των εξής εγγράφων:
α) της από 21-12-93 επίδικης διακήρυξης επαναληπτικού διαγωνισμού και του μισθωτηρίου συμβολαίου β) της 3919/97 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών γ) της από 6/2/07 τεχνικής έκθεσης ανελκυστήρων δ) της από 20-10-09 τεχνικής έκθεσης του μηχανολόγου ηλεκτρολόγου Δ.Μ. έτσι ώστε με αποτέλεσμα το αποδεικτικό πόρισμα αν είχε στηριχθεί στο πραγματικό περιεχόμενο των άνω εγγράφων θα ήταν διαφορετικό.
Ο αναιρετικός έλεγχος εκ του αριθμού 20 του αρθ.559 Κ.Πολ.Δ ιδρύεται όταν, το δικαστήριο έσφαλε κατά την διάγνωση του περιεχομένου του εγγράφου και όχι όταν του αποδίδεται σφάλμα κατά την εκτίμηση του περιεχομένου αυτού . Η παραμόρφωση πρέπει να είναι προφανής και το έγγραφο να προσκομίζεται για την απόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού.
Το δε δικαστήριο πρέπει να μόρφωσε τη γνώμη του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το περιεχόμενο του εγγράφου που παραμόρφωσε όχι δεν όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα. Τέλος, ο αναιρεσείων έχει υποχρέωση να προσκομίσει το έγγραφο που φέρεται ότι έχει παραμορφωθεί για να εκτιμηθεί το περιεχόμενο του για την διαπίστωση του αναιρετικού λόγου.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων υποστηρίζει "... ότι στην απόφαση παραλήφθηκε η παράθεση του όρου με αριθμό 13 της διακήρυξης και 17 (XVII) του μισθωτηρίου που όριζε ότι η μισθώτρια υποχρεούται να αναθέτει από της ημέρας της υπογραφής του πρωτοκόλλου παράδοσης και παραλαβής του μισθίου τη συντήρηση των ανελκυστήρων εις ειδικό προς τούτο γραφείο διαθέτον τα κατάλληλα συνεργεία τον οποίο όρο αν είχε περιλάβει στην απόφαση η όλη εκτίμηση και διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος θα ήταν διαφορετική αφού δεν θα στοιχειοθετείτο η πλημμέλεια της για συντήρηση των επιδίκων ανελκυστήρων.
Επίσης υποστηρίζει, με τον ίδιο λόγο ότι παραμορφώθηκε και το κείμενο της 3919/97 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αφού δέχθηκε ως κριθέν από αυτή ότι "παρουσιάστηκαν ελαττώματα στην λειτουργία των ανελκυστήρων τα οποία παρακώλυσαν εν μέρει και συγκεκριμένα κατά ποσοστό 10% την συμφωνηθείσα χρήση κατά το διάστημα από 25-5-94 μέχρι το Φεβρουάριο του 1995 που αυτά αποκαταστάθηκαν ήδη πριν την οριστική παράδοση στις 9-2-95 ενώ με την άνω απόφαση κρίθηκε ότι τα προβλήματα διήρκεσαν μέχρι τον Μάρτιο του 1995 δηλαδή μετά την οριστική παράδοση.
Ότι η τεχνική έκθεση των ανελκυστήρων και η από 20-10-09 τεχνική έκθεση έχουν διαφορετικό περιεχόμενο από εκείνο που τους απέδοσε η απόφαση με αποτέλεσμα την διαμόρφωση αποδεικτικού πορίσματος από εκείνο που θα είχε, αν εκτιμούσε διαφορετικά το περιεχόμενο των άνω εγγράφων ως προς την νομιμότητα της καταγγελίας της συμβάσεως μισθώσεως .
Και ο λόγος όμως αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος δεδομένου ότι η πλημμέλεια αναφέρεται, κατ εκτίμηση του περιεχομένου του αναιρετηρίου των προσθέτων λόγων, στην εκ μέρους του δικαστηρίου διαφορετική εκτίμηση του περιεχομένου των άνω εγγράφων από εκείνη που προκρίνει ως ορθή η αναιρεσείουσα και όχι στην εσφαλμένη ανάγνωση των, ώστε να ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως.
Σε κάθε δε περίπτωση όπως προκύπτει από τις παραδοχές της απόφασης τα άνω έγγραφα έχουν συνεκτιμηθεί με άλλα αποδεικτικά στοιχεία για την διαμόρφωση του τελικού πορίσματος της απόφασης και δεν αποτέλεσαν το μοναδικό αποδεικτικό μέσο με βάση τα οποίο διαμόρφωσε το αποδεικτικό της πόρισμα ώστε να ιδρύεται και ως εκ τούτου λόγος αναίρεσης εκ του αριθμού 20 αρθ. 559 Κ.Πολ.Δ.
Με τον επόμενο (τέταρτο) λόγο αναιρέσεως και πρώτο των προσθέτων λόγων πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια εκ του αριθμού 1 αρθ. 559 Κ.Πολ.Δ διότι εφήρμοσε όρους της μεταξύ των συμβάσεως, οι οποίοι δεν είχαν περιληφθεί στην διακήρυξη του πλειοδοτικού διαγωνισμού και ειδικότερα εκείνους υπό αριθμούς XXXI και XXV που αναφέρονται στην υποχρέωση της μισθώτριας για κατάθεση εγγυητικών επιστολών με αποτέλεσμα να παραβιασθούν οι διατάξεις των αρθ. 199, 191, 174, 182 και 196 ΑΚ.
Σύμφωνα με την διάταξη του αρθ. 196ΑΚ "Αν τα μέρη θεωρούν ότι η σύμβαση έχει συνομολογηθεί, αν και δεν έχουν συμφωνήσει σε κάποιο όρο της, ισχύει ό,τι συμφώνησαν, εφόσον συνάγεται ότι η σύμβαση θα καταρτιζόταν και χωρίς τα μέρη να αποφασίσουν για τον όρο αυτόν. Τα απαραίτητα κατά νόμον σημεία προς ύπαρξη συμβάσεως καλούνται αντικειμενικώς ουσιώδη.
Σε περίπτωση βαθμιαίας κατάρτισης της σύμβασης η ασυμφωνία επί των ως άνω αντικειμενικώς ουσιωδών σημείων εμποδίζει πάντα την κατάρτιση της. Αντικειμενικώς ουσιώδη σημεία για την κατάρτιση σύμβασης μίσθωσης είναι η συμφωνία των μερών για την παραχώρηση της χρήσης του πράγματος και το μίσθωμα. Η σύμβαση δεν καταρτίζεται και αν ακόμα οι συμβαλλόμενοι συμφώνησαν μεν, επί των αντικειμενικώς ουσιωδών σημείων, δεν συμφώνησαν, όμως, επί των αντικειμενικώς επουσιωδών σημείων και, εφόσον προκύπτει σαφώς, ότι ο συμβαλλόμενος, κατά τη δήλωση του οποίου έπρεπε να επέλθει επί των σημείων τούτων συμφωνία, είχε εξαρτήσει από αυτήν την κατάρτιση της σύμβασης, καθισταμένων των σημείων αυτών υποκειμενικώς ουσιωδών.
Τούτο δύναται να γίνει ρητώς δύναται όμως να προκύπτει και από τις περιστάσεις. Η προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 196 του ΑΚ λανθάνουσα ασυμφωνία υφίσταται αν τα μέρη δεν συνεννοηθούν, αμφότερα δε, έχουν συνδέσει με τις δηλώσεις τους εσφαλμένη σημασία. Κριτήριο για την αποδοχή της δεν είναι η εξωτερική σύμπτωση ή διάσταση των δηλώσεων αλλά η ασυμφωνία των δύο δηλώσεων βουλήσεως κατά το, διά της ορθής ερμηνείας, σε αυτές αποδιδόμενο νόημα.
Αν οι συμβαλλόμενοι νομίζουν ότι συμφώνησαν ενώ αυτό δεν έχει γίνει, επιβάλλεται η έρευνα της καλούμενης υποθετικής βούλησης των συμβαλλομένων, εφόσον βεβαίως η ασυμφωνία στρέφεται αποκλειστικά περί αντικειμενικώς επουσιώδεις όρους. Αν συνάγεται ότι η σύμβαση θα καταρτιζόταν και χωρίς τον όρο αυτόν, η σύμβαση καταρτίστηκε κατά το μέρος που οι συμβαλλόμενοι συμφώνησαν.
Εξάλλου, σύμφωνα με το αρθ. 28 ΠΔ 715/1979, ο διαγωνισμός διά την μίσθωσιν ακινήτων ενεργείται κατόπιν διακηρύξεως του διοικούντος το Ν.Π.ΔΔ. συλλογικού οργάνου.. Διά της διακηρύξεως προσδιορίζονται: α) Το προκηρύσσον τον διαγωνισμόν Ν.Π.ΔΔ. β)το είδος, η χωρητικότης ή τα διαμερίσματα του μισθωτέου ακινήτου, γινομένης συνοπτικής περιγραφής τούτου, γ) Η περιοχή εν η δέον να κείται το μισθωτέον ακίνητον και η χρήσις δι' ην τούτο προορίζεται, δ) αι τυχόν απαιτούμεναι ιδιαίτεραι ιδιότητες του μισθίου, ε) Ο χρόνος ενάρξεως και λήξεως της μισθώσεως, στ) Ο χρόνος και ο τρόπος καταβολής των μισθωμάτων, ζ) Ο τόπος υποβολής των προσφορών, ως και η ημερομηνία και ώρα ενάρξεως και λήξεως της προθεσμίας αποδοχής των προσφορών παρά της Επιτροπής, η) Η τυχόν επιβάρυνσις του εκμισθωτού διά των εξόδων δημοσιεύσεως των διακηρύξεων, νομίμων κρατήσεων, τελών χαρτοσήμου και τελών της συμβάσεως, θ) Ο όρος ότι ο διαγωνισμός θα διεξαχθή κατά τας διατάξεις του, 1.
Διά της εγγράφου επί αποδείξει γνωστοποιήσεως εις τον ιδιοκτήτην του ακινήτου της υπέρ αυτού κατακυρώσεως του αποτελέσματος του διαγωνισμού, καλείται ούτος εντός δέκα πέντε ημερών να προσέλθη διά την υπογραφήν της συμβάσεως μισθώσεως. 2. Η σύμβασις μισθώσεως καταρτίζεται διά συμβολαιογραφικού ή ιδιωτικού εγγράφου, κατά την κρίσιν του διοικούντος το Ν.Π.Δ.Δ.
συλλογικού οργάνου. Δηλαδή, επί συμβάσεως μισθώσεως ακινήτου το οποίο ανήκει σε ΝΠΔΔ προηγείται διακήρυξη στην οποία αναφέρονται οι κυριότεροι όροι της συμβάσεως και αυτή τελειούται με την υπογραφή της συμβάσεως στην οποία εξειδικεύονται οι όροι της διακηρύξεως ως προς τον τρόπο εκτέλεσης της και της υποχρέωσης των συμβαλλομένων μερών.
Σε περίπτωση που συνομολογήθηκε όρος ο οποίος δεν περιλαμβανόταν στην διακήρυξη και οι συμβαλλόμενοι νομίζουν ότι συμφώνησαν ενώ αυτό δεν έχει γίνει, επιβάλλεται η έρευνα της καλούμενης υποθετικής βούλησης των, εφόσον βεβαίως η ασυμφωνία στρέφεται αποκλειστικά περί αντικειμενικώς επουσιώδεις όρους.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον άνω λόγο (τέταρτο) της αιτήσεως αναιρέσεως και πρώτο πρόσθετο, ο οποίος είχε προβληθεί και ως ενδέκατος λόγος εφέσεως κατά της απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, και η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε σιωπηρώς, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση διότι εφήρμοσε τους υπό στοιχεία άνω όρους της συμβάσεως μισθώσεως παρά το γεγονός ότι αυτοί παρεισέφρησαν στο μισθωτήριο χωρίς να περιλαμβάνονται στην διακήρυξη μισθώσεως.
Ο λόγος αυτός, εκτός του ότι δεν προσκομίζεται η διακήρυξη για να διαπιστωθούν τα ανωτέρω, είναι μη νόμιμος διότι και αν ακόμη δεν περιλαμβάνονταν στην διακήρυξη με την αποδοχή των ως όρων της μεταξύ των υπογραφείσας σύμβασης μίσθωσης, κατέστησαν μέρος αυτής και παραβίαση των επιφέρει τις συνέπειες που προβλέπουν.
Δεν υπάρχει ανάγκη προσφυγής στις ερμηνευτικές διατάξεις των αρθ. 173 και 200 ΑΚ προκειμένου να ερευνηθεί η βούληση των συμβαλλομένων μερών από μόνη την επικαλούμενη αντιφατικότητα του περιεχομένου του κειμένου της διακήρυξης με εκείνο του συμβολαίου μίσθωσης χωρίς αναφορά στην αληθή βούληση των μερών και του χαρακτηρισμού των όρων αυτών ως επουσιωδών.
Με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια εκ του αριθμού 1, 19 και 20 του αρθ. 559 Κ.Πολ.Δ διότι παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των 404 ΑΚ του ν.2235/1994 και 7 παρ. 6 και 8 του ν. 2741/1999 και αφετέρου παραμόρφωσε το περιεχόμενο της μεταξύ των σύμβασης. Ειδικότερα, υποστηρίζεται, ότι, το Εφετείο, με το να κρίνει ότι η παράταση του χρόνου διάρκειας της αρχικής σύμβασης μίσθωσης σε εννέα και στην συνέχεια σε 12 έτη, κατ' εφαρμογή των νόμων 2741/99 και 2741/99, περιέλαβε και τον αρχικό όρο της συμβάσεως, σύμφωνα με τον οποίο σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης μίσθωσης όφειλε ο μισθωτής να καταβάλει ως ποινική ρήτρα τα μη δεδουλευμένα μισθώματα και ότι το ποσό αυτό θα υπολογιζόταν με βάση το τελευταίως καταβαλλόμενο κατά μήνα μίσθωμα, ενώ κάτι τέτοιο δεν συμφωνήθηκε για τις παρατάσεις με αποτέλεσμα να παραβιάσει τις διατάξεις των άνω νόμων, του αρθ. 404 ΑΚ του αρθ 17 του Συντάγματος του αρθ.1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.
Ο λόγος, όμως, αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος διότι δεν εξειδικεύεται, ως προς την πλημμέλεια εκ του αριθμού 1, το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα, περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, εκ του αριθμού 19 ποιο το σφάλμα της δικαστηρίου ως προς την προσβαλλομένη ανεπάρκεια των αιτιολογιών, δηλαδή, ποιά επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται και που εντοπίζεται η αντίφαση των αιτιολογιών, έτσι ώστε, από το αναιρετήριο να προκύπτει η νομική πλημμέλεια δοθέντος ότι η αοριστία του λόγου αναιρέσεως δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο της.
Περαιτέρω ως προς την εκ του αριθμού 20 πλημμέλεια που αποδίδεται με τον ίδιο λόγο αναίρεσης της εταιρείας για παραμόρφωση όπως προαναφέρθηκε των όρων της συμβάσεως αναφορικά με την συνομολόγηση ποινικής ρήτρας, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά κατά το ενδιαφέρον μέρος τα εξής: "Από την επανεκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων προκύπτουν τα εξής: ...
Η διάρκεια της μισθώσεως ορίσθηκε σε πέντε (5) έτη, δηλαδή, από 15-3-1994 έως 15-3-1999 και το μηνιαίο μίσθωμα σε 5.847.000 δραχμές για το πρώτο (μισθωτικό) έτος (στο οποίο ανήλθε η προσφορά της πλειοδότριας μισθώτριας) αυξανόμενο αυτομάτως κάθε έτος, Κατά ποσοστό 15% επί του μηνιαίου μισθώματος του προηγούμενου έτους.
Τη μισθώτρια βάρυνε και ολόκληρο το νόμιμο χαρτόσημο, ενώ με τον όρο υπό στοιχεία XXX του ως άνω μισθωτηρίου η κατά την υπογραφή αυτού πραγματική αξία του μισθίου, με το μηχανολογικό του εξοπλισμό, ανερχόταν στο ποσό των πεντακοσίων εκατομμυρίων (500.000.000) δραχμών. Μετά τη λήξη του συμβατικού χρόνου της επίδικης μίσθωσης αυτή, ως εμπορική, παρατάθηκε αναγκαστικά μέχρι τη συμπλήρωση εννέα (9) ετών και στη συνέχεια μέχρι τη συμπλήρωση δώδεκα (12) ετών σύμφωνα με το άρθρο 51 του Π.Δ/τος, 34/1995 (ΑΠ 1212/2001, ΝΟΜΟΣ).
Όπως προαναφέρθηκε, το μηνιαίο μίσθωμα ανήλθε σε 5.847.000δραχμές για το πρώτο, (μισθωτικό) έτος, (δηλαδή στο ποσό στο οποίο ανήλθε η προσφορά της πλειοδότριας μισθώτριας), με την ειδική συμφωνία να αυξάνεται αυτομάτως και χωρίς άλλη πράξη κάθε έτος λαμβανομένης ως αρχής της ημερομηνίας υπογραφής του πρωτοκόλλου παραδόσεως και παραλαβής του μισθίου, κατά ποσοστό 15% επί του μηνιαίου μισθώματος του αμέσως προηγουμένου έτους (πλέον του αναλογούντος τέλους χαρτοσήμου), καταβλητέου εντός του πρώτου πενθημέρου, κάθε μισθωτικού μήνα, σε λογαριασμό του εκμισθωτή.
Περαιτέρω, με τον όρο XXVIΙ του ανωτέρω από 15-3-1994 ιδιωτικού συμφωνητικού ορίσθηκε ότι τυχόν τροποποίηση, αναμίσθωση ή παράταση της μισθώσεως θα αποδεικνύεται αποκλειστικώς και μόνον εγγράφως. Μετά την πάροδο του συμβατικού χρόνου (15-3-1999) η μισθώτρια εταιρεία, με την από 19-3-1999 αίτηση της προς το εκμισθωτή Ταμείο ζήτησε την ανανέωση της μισθώσεως και την επαναδιαπραγμάτευση του καταβαλλόμενου μηνιαίου μισθώματος, είτε στο ύψος του τρέχοντος πληθωρισμού, είτε κατά ποσοστό 4% ετησίως αποδείχθηκε ότι με τον όρο XXVIII της από 15-3-1994 συμβάσεως μισθώσεως συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων ..." (όρος ΧΧΙΤ), ζ) "Για κάθε τυχόν παράβαση ή αθέτηση υπό του μισθωτού όρου τινός της διακηρύξεως ή του μισθωτηρίου συμβολαίου συμφωνουμένων όλων ως ουσιωδών, ως και τυχόν καθυστέρηση καταβολής του μισθώματος και του χαρτοσήμου πέραν των 5ημερών από της αρχής εκάστου μισθωτικού μηνός, το Ταμείο δικαιούται να καταγγείλει τη μίσθωση οπότε καταπίπτει αυτοδικαίως υπέρ του Ταμείου ολόκληρον το ποσό της κατατεθείσης κατά την υπογραφήν του μισθωτηρίου εγγυήσεως των δύο μηνών, όπως το ποσόν αυτό έχει αναπροσαρμοσθεί κατά τους όρους του παρόντος και να ζητήσει την αποβολή του μισθωτού εκ του μισθίου και την απόδοση της χρήσεως τούτου κατά τις διατάξεις των άρθρων 647- 662 ΚΠολΔ.
Στην περίπτωση αυτή, τα τυχόν μη δεδουλευμένα μισθώματα καθίστανται ληξιπρόθεσμα και απαιτητά λόγω ποινικής ρήτρας και αποζημιώσεως του εκμισθωτού, δυναμένου του Ταμείου να ζητήσει και τα μισθώματα του χρόνου καθ' ον ήθελε παραμείνει το μίσθιο κενό, ως επίσης και αποζημίωση για κάθε θετική ή αποθετική ζημία αυτού, λόγω προώρου λύσεως, της συμβάσεως.
Των ανωτέρω δικαιωμάτων δύναται ο εκμισθωτής να κάμει χρήση μερικώς ή και σωρευτικώς". Από τις άνω παραδοχές προκύπτει ότι η συνομολόγηση του ως σχετικού όρου στη μισθωτική σύμβαση συνιστά ποινική ρήτρα, στα πλαίσια της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων που καθιερώνεται με τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, και είναι νόμιμος, όπως προαναφέρθηκε.
Με βάση τα παραπάνω και δεδομένου ότι σύμφωνα με όσα έχουν ήδη αναφερθεί, μετά την γενόμενη καταγγελία της επίδικης συμβάσεως μισθώσεως που έγινε με την άσκηση της από 15-1-2008 αγωγής του ενάγοντος κατά της μισθώτριας η οποία της επιδόθηκε στις 11-2-2008, και την εξαιτίας αυτής λήξη της, αμέσως μετά την περιέλευση της καταγγελίας στη μισθώτρια (άρθρο 587ΑΚ) και ότι το μηνιαίο μίσθωμα, ανερχόταν κατά το χρονικό διάστημα Μάρτιος 2006 - Μάρτιος 2007 στο ποσό των 48.022 ευρώ και για το χρονικό διάστημα Μάρτιος 2007- Μάρτιος 2008, στο ποσό των 47.834,81 ευρώ, πλέον τέλους χαρτοσήμου 3,6%, για το χρονικό διάστημα από Απρίλιο 2008 και μετά το μίσθωμα θα ανερχόταν σε 50.704,90 ευρώ, πλέον τέλους χαρτοσήμου 3,6%, το ενάγον για τη συγκεκριμένη αιτία δικαιούται να λάβει τα μέχρι τη συμφωνημένη λήξη της συμβάσεως μη δεδουλευμένα μισθώματα και συγκεκριμένα δικαιούται τα παρακάτω χρηματικά ποσά: 1)το ποσό των (50.704,90 ευρώ Χ 2 μήνες=) 101.409,80 ευρώ (ήτοι το ισόποσο των μισθωμάτων των μηνών Φεβρουαρίου και Μαρτίου 2008), 2) το ποσό των (53.747,19X 12=) 644.966,28 ευρώ (δηλαδή, το ισόποσο των μισθωμάτων των μηνών από Απρίλιο 2008 έως Μάρτιο 2009 και 3) το ποσό των (56.972.02 ευρώ Χ 12=) 683.664,24 ευρώ (δηλαδή, το ισόποσο των μισθωμάτων των μηνών από Απρίλιο 2009 μέχρι Μάρτιο 2010).
Δηλαδή, από αυτή την αιτία δικαιούται το ενάγον το (συνολικό) ποσό των (101.409,80 + 644.966,28 ± 683.664,24)1 .430.040,32 ευρώ." Από τις ανωτέρω παραδοχές και ειδικότερα την πλήρη αναγραφή του σχετικού όρου της συμβάσεως στο κείμενο της απόφασης δεν προκύπτει ότι το δικαστήριο ανάγνωσε εσφαλμένα τον σχετικό όρο ώστε να συντρέχει πλημμέλεια εκ του άνω άρθρου όπως αβάσιμα υποστηρίζει με τον σχετικό (πέμπτο λόγο της αναίρεσης της) αλλά διαφορετική του εκτίμηση από εκείνη που του αποδίδει η αναιρεσείουσα, η οποία, όμως, πλημμέλεια, δεν εμπίπτει στην αναιρετική εμβέλεια της άνω διάταξης με αποτέλεσμα και ο λόγος αυτός να πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Περαιτέρω, με τον έβδομο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά εκτίμηση όσων εκτίθενται στο αναιρετήριο για παράβαση του αριθμού 16 του αρθ.559 Κ.Πολ.Δ διότι εσφαλμένα κρίθηκε ότι καλύπτονται οι ένδικες αγωγές της από το δεδικασμένο της 1597/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών καθώς τα γενόμενα δεκτά περιστατικά δεν συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου.
Με την απόφαση του Εφετείου έγιναν κατά το ενδιαφέρον εν προκειμένω μέρος δεκτά τα εξής: ... Στην κρινόμενη περίπτωση, όπως η ίδια η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα και εφεσίβλητη μισθώτρια εταιρεία ιστορεί, στις ως άνω ένδικες αγωγές της και, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των στοιχείων της υπόθεσης, η τελευταία άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 21-6-1999 αγωγή της, περί αναπροσαρμογής του μισθώματος του επίδικου μίσθιου σταθμού αυτοκινήτων, με την οποία (αγωγή) ζητούσε να αναγνωρισθεί ότι το διαμορφωθέν, κατά το πέμπτο έτος της μισθώσεως μίσθωμα, ανερχόμενο σε 10.266.440 δραχμές, θα έπρεπε να διατηρηθεί και κατά το χρόνο της αναγκαστικής παρατάσεως αυτής, άλλως, να αναγνωρισθεί ότι η νόμιμη προσαύξηση του μισθώματος, είναι, η οριζόμενη στο άρθρο 7ξ2 του Π.Δ/τος 34/1995, επικουρικά δε, να καθοριστεί από το μήνα Απρίλιο 1999 προσαύξηση ίση με τον εκάστοτε πληθωρισμό κατά τις διατάξεις του άρθρου 388 ΑΚ, άλλως του αρθ. 288 ιδίου Κώδικα .
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ'αριθμόν 397/2000 οριστική απόφαση με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή κατά την δεύτερη επικουρική της βάση. εκείνη περί αναπροσαρμογής, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ και καθορίσθηκε το ποσοστό αναπροσαρμογής σε ποσοστό 10% ετησίως, απορριφθείσας της αγωγής ως προς τις λοιπές βάσεις αυτής (κύρια, θεμελιούμενη στη διάταξη του άρθρου 388 ΑΚ και πρώτη επικουρική θεμελιούμενη στη διάταξη του άρθρου 72 του Π.Δ/τος 34/1995) ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.
Μετά την άσκηση έφεσης κατά της παραπάνω απόφασης εκδόθηκε η υπ' αριθμόν 2166/2003 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία το ποσοστό αναπροσαρμογής καθορίσθηκε σε ποσοστό 8% ετησίως, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 288 ΑΚ. Ακολούθησε η άσκηση αναιρέσεως κατά της ως άνω εφετειακής απόφασης, με την οποία η αναιρεσείουσα μισθώτρια δεν προσέβαλε τις διατάξεις αυτής, με τις οποίες είχε επικυρωθεί η πρωτόδικη οριστική απόφαση, ως προς την απόρριψη της αγωγής κατά τις κύρια και πρώτη επικουρική βάσεις της.
Επί της αναιρέσεως αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμόν 503/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε εν μέρει η υπ' αριθμόν 2166/ 2003 τελεσίδικη απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, κατά το μέρος της, που κατά παραδοχή της αγωγής κατά την, κατ' άρθρο 288 ΑΚ, επικουρική βάση της, καθόρισε σε 8% το ποσοστό της σταδιακής αναπροσαρμογής του μισθώματος για το επίδικο μίσθιο ακίνητο και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, το οποίο, κατόπιν συζητήσεως, στη συνεδρίαση του της 15-11-2005, εξέδωσε την υπ' αριθμ 1597/2006 απόφαση του, με την οποία κρίθηκε αμετακλήτως, (μετά την έκδοση της υπ' αριθμόν 2 166/2009 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, που απέρριψε την ασκηθείσα κατά της ως άνω εφετειακής απόφασης αναίρεση), ότι, για τον καθορισμό του καταβλητέου μηνιαίου μισθώματος για το χρόνο, πέραν της συμβατικής διάρκειας της ένδικης μίσθωσης, δηλαδή, για το χρόνο της νόμιμης παράτασης της διάρκειας της δεν ήταν εφαρμοστέες οι διατάξεις του άρθρου 7 παρ.2 και 3 του Π.Δ/τος 34/1995, για το λόγο ότι, κρίθηκε έγκυρος ο συμβατικός όρος για ετήσια ποσοστιαία σταδιακή αναπροσαρμογή του μισθώματος, με ισχύ και μετά τη συμπλήρωση του τελευταίου συμβατικού σταδίου αναπροσαρμογής και καθ' όλη τη νόμιμη διάρκεια της ένδικης μίσθωσης και καθόρισε, με βάση το άρθρο 288 ΑΚ, το ποσοστό της συμφωνημένης προσαύξησης αναπροσαρμογής από 15% σε 6% ετησίως, με κρίσιμο χρόνο την επίδοση της από 21-6-1999 αγωγής.
Από το ιστορικό αυτό, σε συνδυασμό με την επισκόπηση του περιεχομένου των ένδικων ως άνω αγωγών, της από 7-12-2006 με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 212152/7425/2006 κύριας και από 11-11- 2010 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 195022/6423/2010 παρεμπίπτουσας, και, κατά την επικουρική βάση αυτών, που θεμελιώνεται στη διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, τόσο σχετικά με το αίτημα τους περί μείωσης του μηνιαίου μισθώματος στα ποσά των 22.000 και 15.000 ευρώ, αντίστοιχα, όσο και σχετικά με το αίτημα τους να προσδιορισθεί η αναπροσαρμογή του καταβλητέου μισθώματος κατά τα προσεχή έτη, (μετά το έτος 2006, με την κύρια αγωγή και μετά το έτος 2010 με την παρεμπίπτουσα αγωγή), σε ποσοστό 3/4 του ετήσιου πληθωρισμού, άλλως, κατά το ποσοστό του εκάστοτε ετήσιου πληθωρισμού, προκύπτει ότι η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα ζητάει την μεταρρύθμιση της προαναφερθείσας 1597/2006 τελεσίδικης απόφασης, κατ' εφαρμογήν της διάταξης του άρθρου 334 ΚΠολΔ, προκειμένης περιοδικής παροχής, όπως είναι το μηνιαίο μίσθωμα του επιδίκου μισθίου και κατά συνέπεια την ανατροπή του δεδικασμένου που παράγεται από αυτήν.
Για τη θεμελίωση δε του σχετικού αιτήματος της ισχυρίζεται ότι από την 24-Π-1999, ημεροχρονολογία συζήτησης της από 21-6-1999 αγωγής της επήλθε ουσιαστική μεταβολή των συνθηκών, που δικαιολογεί την αναθεώρηση του ως άνω δεδικασμένου και επικαλείται ως περιστατικά τα οποία συνιστούν την μεταβολή αυτή τα ακόλουθα:
α) με την από 7-12-2006 αγωγή της: την κατά το έτος 2000 και ενόψει της διεξαγωγής των Ολυμπιακών αγώνων του έτους 2004 σημαντική βελτίωση των αστικών συγκοινωνιών, τη δημιουργία λεωφορειολωρίδων, τη λειτουργία του μετρό, του τραμ και του προαστιακού στην πόλη των Αθηνών, τη δημιουργία νέων σταθμών στάθμευσης για την κάλυψη των αναγκών στάθμευσης στους σταθμούς του μετρό, τη δρομολόγηση μικρών λεωφορείων στις εντός του δακτυλίου γραμμές, την αύξηση των διαδηλώσεων στο κέντρο της Αθήνας, την πτώση του τιμαρίθμου του κόστους ζωής και συγκεκριμένα τη διακύμανση αυτού κατά ποσοστό 3,5% κατά το προηγούμενο δωδεκάμηνο της ασκήσεως της ως άνω αγωγής της, (από 7-12-2006), το αυξημένο μίσθωμα σε σχέση με μισθώματα άλλων ακινήτων στην ίδια με το μίσθιο περιοχή και στα οποία ασκείται όμοια με της μισθώτριας δραστηριότητα και τέλος την ύπαρξη ελαττωμάτων του μισθίου και β)με την από 11-11-2010 παρεμπίπτουσα αγωγή επικαλείται η ενάγουσα μισθώτρια τα ίδια ως άνω περιστατικά και την κατά ποσοστό 2,6% κατά το προηγούμενο δωδεκάμηνο της ασκήσεως της αγωγής της, πτώση του τιμαρίθμου και τέλος τη γενική οικονομική κρίση και την επιβολή γενικώς, δημοσιονομικών και άλλων μέτρων, με επακόλουθο τη μείωση η καταναλωτικής κίνησης στις επιχειρήσεις, που είχε ως συνέπεια το κλείσιμο πολλών από αυτές και την αντίστοιχη μείωση τόσο του προσωπικού αυτών, όσο και την κίνηση των πελατών τους στο κέντρο της Αθήνας.
Με βάση τα παραπάνω και κατ' εφαρμογήν των νομικών διατάξεων που αναπτύσσονται στις προηγούμενες νομικές σκέψεις της παρούσας, ως προς τις από 7-12-2006 με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 212152/7425/2006 κύρια αγωγή και την από 11-11-2010 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 195022/6423/2010 παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη εκκαλούσας και εφεσίβλητης (μισθώτριας) εταιρείας και κατά την κύρια βάση αυτών, τόσο σχετικά με το αίτημα τους περί μείωσης του μηνιαίου μισθώματος στα ποσά των 22.000 και 15.000 ευρώ, αντίστοιχα, όσο και σχετικά με το αίτημα τους να προσδιορισθεί η αναπροσαρμογή του καταβλητέου μισθώματος κατά τα προσεχή έτη, (μετά το έτος 2006, με την κύρια αγωγή και μετά το έτος 2010 με την παρεμπίπτουσα αγωγή) σε ποσοστό 3/4 του ετησίου πληθωρισμού, άλλως, κατά το ποσοστό του εκάστοτε ετήσιου πληθωρισμού, πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα:
Τα επικαλούμενα από την ενάγουσα μισθώτρια προς θεμελίωση του αγωγικού ισχυρισμού της περί απρόοπτης μεταβολής των συνθηκών, κατά τη διάταξη του άρθρου 388 ΑΚ, περιστατικά - ισχυρισμό τον οποίο παραδεκτά επαναφέρει και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου- αφενός μεν, δεν στοιχειοθετούν το πραγματικό της συγκεκριμένης διάταξης, δηλαδή, δεν συνιστούν απρόοπτη μεταβολή των συνθηκών, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 388 ΑΚ, δηλαδή, υπό την έννοια των έκτακτων και απρόβλεπτων γεγονότων, αφετέρου δε τα επικαλούμενα περιστατικά, είτε, προς θεμελίωση της διάταξης του 388 ΑΚ, είτε εκείνης του άρθρου 288 ΑΚ, (ως προς την από 7-12-2006 αγωγή και ως προς τις δύο βάσεις αυτής κύρια και επικουρική, σχετικά δε με την από 11-Π-2010 αγωγή κατά την κύρια βάση της, (ενώ κατά την επικουρική μόνον όσο αφορά τα περιστατικά που αναφέρονται ως προκύψαντα μέχρι την 15-11- 2005),καλύπτονται από το δεδικασμένο της υπ' αριθμόν 1597/ 2006 ανέκκλητης απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, εφόσον πρόκειται για περιστατικά που δεν συνιστούν ουσιαστική μεταβολή των συνθηκών, στις οποίες βασίσθηκε η ως άνω απόφαση, αφού είτε είχαν προταθεί στην αρχική δίκη, κατά τη συζήτηση της πρώτης αγωγής και στη συνέχεια της έφεσης, είτε, ενόψει του γεγονότος ότι η συζήτηση της έφεσης, μετά την οποίαν εκδόθηκε η παραπάνω μεταρρυθμιστέα απόφαση, έγινε στις 15-11-2005, μπορούσαν να προταθούν κατ' αυτή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 527 παρ.3 ΚΠολΔ).
Συνακόλουθα, οι ως άνω αγωγές κρίνονται απορριπτέες, προεχόντως, ως μη νόμιμες, κατά το μέρος που η ενάγουσα επιδιώκει να θεμελιώσει τα προαναφερόμενα αγωγικά της αιτήματα στη διάταξη του άρθρου 388 ΑΚ, λόγω μη στοιχειοθέτησης της συγκεκριμένης διάταξης. Όσο δε αφορά την από 7- 12-2006 αγωγή, τόσο κατά το μέρος που αφορά τη θεμελίωση αυτής στη διάταξη του άρθρου 388 ΑΚ, (διττή έλλειψη νομιμότητας), όσο και κατά το μέρος που η ενάγουσα επιδιώκει να θεμελιώσει τα ως άνω αιτήματα της στη διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, αυτή είναι μη νόμιμη, κατ' άρθρο 334 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι τα επικαλούμενα περιστατικά δεν συνιστούν την απαιτούμενη ουσιαστική μεταβολή ανατροπής του δεδικασμένου της υπ' αριθμόν 1597/2006 ανέκκλητης απόφασης αυτού του Δικαστηρίου, για τους λόγους που προαναφέρθηκαν.
Κατά το μέρος, όμως, που με την από 11-11-2010 αγωγή της, η ενάγουσα επιδιώκει να θεμελιώσει τα προαναφερόμενα αιτήματα της στη διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, επικαλούμενη μεταβολή την οποία θεμελιώνει σε περιστατικά που έλαβαν χώρα μετά την 15-11 -2005 και συνεπώς δεν μπορούσε να προβάλλει αυτά στην αρχική δίκη, ούτε κατά τη συζήτηση της έφεσης κατά την άνω ημεροχρονολογία (15-11-2005), η αγωγή είναι νόμιμη και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν ...
Περαιτέρω, από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρθηκαν και παραπάνω αποδείχτηκε από την υπ' αριθμ. Γ7-700/23-11-2010 βεβαίωση της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής ότι η μέση ετήσια μεταβολή του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή(ΔΤΚ)που ανερχόταν το έτος 1999 σε 2,6%, το έτος 2000 σε 3,2%, το έτος 2001 σε 3,4 %, το έτος 2002 σε 3,6%, το έτος 2003 σε 3,5%, το έτος 2004 σε 2,9% και το έτος 2005 σε 3,5%, ανήλθε το έτος 2006 σε 3,2%, το έτος 2007 σε 2,9%, το έτος 2008 σε 4,2 %, το έτος 2009 σε 2,6% και το έτος 2010 σε 4,7%.
Προκύπτει, δηλαδή, απ'αυτά ότι η διακύμανση του πληθωρισμού κατά το μετά την έκδοση της ως άνω ανέκκλητης απόφασης χρονικό διάστημα δεν ήταν τόσον σημαντική, ώστε να δικαιολογεί ουσιώδη μεταβολή των συνθηκών, με την έννοια του άρθρου 288 ΑΚ σε συνδυασμό μ' εκείνη του άρθρου 334 ΚΠολΔ, ενόψει μάλιστα του ότι όταν καθορίστηκε με την παραπάνω απόφαση η μείωση του ποσοστού αναπροσαρμογής σε 6%, η μέση ετήσια μεταβολή του ΔΤΚ ήταν 2,6%.
όσο δε αφορά την επίκληση από την μισθώτρια της γενικής οικονομικής κρίσης, η οποία ενέσκηψε στην Ελλάδα, κρίνεται ότι τουλάχιστον μέχρι τη λήξη του κρίσιμου για την προκειμένη περίπτωση χρονικού διαστήματος (2006-2010), δεν είχε επιφέρει ακόμη εκείνες τις συνέπειες που οδηγούν σε σημαντική μείωση της μισθωτικής αξίας του μισθίου, όπως στην ουσιώδη μείωση του αριθμού των αυτοκινήτων που εισέρχονται στο Κέντρο της Αθήνας, (όπου ο επίδικος μίσθιος σταθμός αυτοκινήτων), είτε λόγω κλεισίματος σημαντικού αριθμού επιχειρήσεων, είτε λόγω αύξησης της τιμής τής βενζίνης και συνακόλουθα δεν αποδεικνύεται ότι μεταβλήθηκε η εναρμόνιση και η αναλογία του ύψους του μισθώματος και της σταδιακής προσαυξήσεως προς τον ετήσιο πληθωρισμό, ώστε η εμμονή στην εκπλήρωση του καθορισθέντος εν τέλει μισθώματος στο ποσό των 48.022 ευρώ και του ποσοστού προσαυξήσεως σ' εκείνο του 6% ετησίως να καθίστανται αντίθετα προς την ευθύτητα και εντιμότητα που απαιτείται στις συναλλαγές και να επιβάλλεται, κατά τα συναλλακτικά ήθη και την καλή πίστη, η (εκ νέου) αναπροσαρμογή του μισθώματος σε επίπεδο που θα αίρεται η δυσαναλογία των εκατέρωθεν παροχών και θα αποκαθίσταται η καλή πίστη που διαταράχθηκε, ενόψει μάλιστα του ότι σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην αντίστοιχη νομική σκέψη της παρούσας, η αναπροσαρμογή του μισθώματος, κατά τη διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, δεν γίνεται στο ύψος του "ελεύθερου" μισθώματος, όπως αβασίμως ισχυρίζεται η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα, αλλά στο επίπεδο εκείνο με το οποίο αίρεται η δυσαναλογία σε όση έκταση και όποιο μέτρο, επιβάλλουν οι αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, χωρίς τυπικό μαθηματικό υπολογισμό.
Κατ' ακολουθίαν όλων των προαναφερομένων, μη υφισταμένης μεταβολής συνθηκών μετά την έκδοση της ως άνω υπ' αριθμόν 1597/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, η από 11-11- 2010 αγωγή, κατά το μέρος που σύμφωνα με τα παραπάνω κρίθηκε νόμιμη, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Αφού, όμως, όμοια έκρινε κατ' αποτέλεσμα και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφαση του, έστω και με εν μέρει εσφαλμένες και πάντως ελλιπείς αιτιολογίες, σι οποίες πρέπει να αντικατασταθούν και να συμπληρωθούν με τις αντίστοιχες αιτιολογίες της παρούσας απόφασης και ακολούθως απορριφθούν ως αβάσιμα όσα αντίθετα υποστηρίζονται από την ενάγουσα-εκκαλούσα μισθώτρια ...".
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι δεν παραβιάστηκε το δεδικασμένο αλλά απλά κρίθηκε ότι τα περιστατικά τα οποία αυτή επικαλείτο προς θεμελίωση της διατάξεως του αρθ. 388 ΑΚ δεν συνιστούν ουσιαστική μεταβολή των συνθηκών στις οποίες βασίστηκε η 1597/2006 απόφαση του Εφετείου για να καθορίσει το ποσό του μισθώματος και την αναπροσαρμογή αυτού ενώ δεν αποδείχθηκε ότι επήλθε μεταβολή των συνθηκών μετά την έκδοση της άνω απόφασης που να δικαιολογεί καθορισμό νέου μισθώματος και του ποσοστού αναπροσαρμογής του ώστε να ιδρύεται ο λόγος εκ του αριθμού 16 αρθ. 559 Κ.Πολ.Δ και πρέπει και ο λόγος αυτός που προβάλλεται από την αναιρεσείουσα εταιρεία να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατά την διάταξη του αρθ. 578 ΑΚ προκύπτει ότι ο μισθωτής, σε περίπτωση πραγματικού ελαττώματος του μισθίου, εκτός των δικαιωμάτων που του παρέχονται με τις διατάξεις των αρθ. 575-577 ιδίου Κώδικα, δικαιούται να επιδιώξει δικαστικώς να άρει το ελάττωμα ο υπερήμερος εκμισθωτής (αντί να το άρει αυτός και απαιτήσει τις δαπάνες) για να προλάβει οποιεσδήποτε αμφισβητήσεις για την ύπαρξη και την έκταση των αναγκαίων δαπανών.
Από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 556 του Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι το έννομο συμφέρον, που αποτελεί κύρια θετική προϋπόθεση για το παραδεκτό της αναίρεσης, και πρέπει να έχει ο αναιρεσείων, θεμελιώνεται στη βλάβη που υφίσταται ο ηττημένος διάδικος από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης και με την άσκηση της αναίρεσης επιδιώκεται η ανατροπή της επιβλαβούς, αυτής για τον αναιρεσείοντα συνέπειας.
Βλάβη δε του διαδίκου υπάρχει όταν απορρίπτονται ολικά ή μερικά οι προτάσεις του ή γίνονται ολικά ή μερικά δεκτές έναντι αυτού οι αιτήσεις του αντιδίκου του, και επομένως η βλάβη, του αναιρεσείοντος πρέπει να υπάρχει σε σχέση με τον αντίδικο του, υπέρ του οποίου η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει κάποια διάταξη.
Το έννομο δε συμφέρον του αναιρεσείοντος πρέπει να υπάρχει για κάθε ένα των λόγων αναίρεσης. Μπορεί όμως το έννομο συμφέρον του αναιρεσείοντος να εκλείψει και μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, είτε από λόγους που σχετίζονται με τη συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, είτε από λόγους ανεξάρτητους της θέλησης του, όπως και η ικανοποίηση ολοκληρωτικά του δικαιώματος του αναιρεσείοντος έναντι του αναιρεσιβλήτου μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, ή και πριν από αυτήν.
Με τον έβδομο λόγο της αιτήσεως αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμένη απόφαση πλημμέλεια εκ του αριθμού 1 αρθ. 559 Κ.Πολ.Δ διότι απορρίφθηκε ως μη νόμιμο το αίτημα για αποκατάσταση των πραγματικών ελαττωμάτων του μισθίου από τον υπερήμερο εκμισθωτή (Ταμείο) ως μη προβλεπόμενο στην διάταξη του αρθ, 578 εδ β και γ ΑΚ.
Η επίκληση, όμως, του άνω λόγου πρέπει να απορριφθεί προεχόντως, ελλείψει προς τούτο εννόμου συμφέροντος της αναιρεσείουσας αφού, μετά την καταγγελία της συμβάσεως μισθώσεως εκ μέρους του εκμισθωτή και την αποβολή της μισθώτριας-αναιρεσείουσας από το μίσθιο δεν έχει οποιοδήποτε συμφέρον στην άσκηση του συγκεκριμένου δικαιώματος με αποτέλεσμα και ο άνω (έβδομος) λόγος αναίρεσης να πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Από τα άρθρα 336, 338, 339, 340 και 346 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι ο δικαστής, για να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, η παράβαση δε της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 11 του Κ.Πολ.Δ..
λόγο αναιρέσεως. Για την ύπαρξη του λόγου αυτού αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη, σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις, κάποιο αποδεικτικό μέσο, το οποίο ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη και το οποίο προσκομίσθηκε με επίκληση προς απόδειξη ή ανταπόδειξη, κατά τρόπο άμεσο ή έμμεσο, γεγονότος που ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 42/2002).
Ειδικότερα, για τις ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες κατά το άρθρο 270 παρ.2 ΚΠολΔ αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο. πρέπει να γίνεται μνεία στην απόφαση ότι ελήφθησαν υπόψη, αφού τηρήθηκαν οι νόμιμες προϋποθέσεις. Όσον αφορά τις ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες έχουν ληφθεί εξ αφορμής άλλης δίκης, πριν από την άσκηση της αγωγής και προσκομίζονται με επίκληση κατά τη συζήτηση της, δεν αποτελούν ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα, ώστε να απαιτείται ειδική μνεία αυτών στην απόφαση, αλλά αποτελούν απλά έγγραφα που συνεκτιμώνται για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον βέβαια, δεν ελήφθησαν για να χρησιμεύσουν ως αποδεικτικά μέσα στη συγκεκριμένη δίκη.
Στην περίπτωση αυτή αρκεί να βεβαιώνεται από την απόφαση ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, ώστε να μη καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και το έγγραφο αυτό της ένορκης βεβαιώσεως (πρβλ. Α.Π. 187/2010). Για να είναι ορισμένος ο λόγος με τον οποίο προσβάλλεται η απόφαση, διότι, το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδείξεις που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, θα πρέπει στην αίτηση αναιρέσεως να αναφέρεται^ α) ποιες είναι οι αποδείξεις που προσκομίσθηκαν, με επίκληση, και τις οποίες δεν έλαβε υπόψη του το δικαστήριο της ουσίας, β) ο ισχυρισμός για τον οποίο το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τις αποδείξεις, και γ) η επίδραση που έχει αυτός στο διατακτικό της απόφασης.
Με τον πρώτο λόγο της πρώτης αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια εκ του αριθμού 11 γ αρθ.559 Κ.Πολ.Δ διότι, δεν έλαβε υπόψει της την με αριθμό .../2007 ένορκη βεβαίωση, ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών και τις ..., ... και .../2-4-2012 όμοιες ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Χριστίνας Κέζιου, παρά το γεγονός ότι τις είχε επικαλεστεί νομίμως με τις προτάσεις της και προσκομίσει.
Περαιτέρω, αν η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει δύο ή περισσότερες αιτιολογίες, η κάθε μία των οποίων στηρίζει αυτοτελώς την τελική κρίση της και με την αναίρεση δεν πλήσσεται καθόλου ή δεν πλήσσεται επιτυχώς η μία από τις αιτιολογίες αυτές, ο λόγος αναίρεσης, που αφορά άλλη αιτιολογία, απορρίπτεται ως αλυσιτελής.
Στην προκειμένη περίπτωση από τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης και ιδία το μέρος που αναφέρεται στα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψει της προκειμένου να διαμορφώσει το αποδεικτικό της πόρισμα ήτοι" από την επανεκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και οι οποίες περιέχονται στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού που έχουν τον ίδιο με την εκκαλουμένη απόφαση αριθμό και λαμβάνονται υπόψει καθαυτές και σε συνδυασμό μεταξύ των και προς τις λοιπές αποδείξεις και αξιολογούνται κατά την γνώση και την αξιοπιστία των την υπ' αριθμ. 7845/2010 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα ενώπιον της Ειρηνοδίκου Αθηνών η οποία λήφθηκε νομότυπα (αρθ. 650 παρ.1 εδ.δ Κ.Πολ.Δ) και όλων των εγγράφων, έστω και μη ειδικά μνημονευόμενων τα οποία οι διάδικοι με επίκληση προσκόμισαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και με τον ίδιο τρόπο επαναπροσκομίζουν και ενώπιον του παρόντος αποδεικνύονται τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά ..." προκύπτει ότι δεν έλαβε υπόψει της τις παραπάνω ένορκες βεβαιώσεις από τις οποίες όπως υποστηρίζει η αιτούσα προέκυπτε ότι αυτή είχε τηρήσει τις συμβατικές της υποχρεώσεις σχετικά με την κατάσταση των ανελκυστήρων και την συντήρηση αυτών και επομένως δεν είχε παραβιάσει τον σχετικό συμβατικό όρο που παρείχε στον εκμισθωτή το δικαίωμα να καταγγείλει τη σύμβαση μισθώσεως όπως και πραγματικά έγινε με την προσβαλλομένη απόφαση.
Όμως, η νομιμότητα της καταγγελίας της συμβάσεως από τον εκμισθωτή ταμείο κατά την προσβαλλόμενη απόφαση δεν ερείδεται μόνο στην παράβαση του άνω συμβατικού όρου ώστε τυχόν παραδοχή της άνω πλημμέλειας εκ του αριθμού 11γ του αρθ. 559 Κ.Πολ.Δ να οδηγεί σε αναίρεση κατά τούτο της απόφασης αλλά και στην παράβαση του ετέρου συμβατικού όρου της παράδοσης εγγυητικών επιστολών την οποία παρέλειψε να τηρήσει η μισθώτρια εταιρεία.
Ειδικότερα κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένη απόφασης ως προς το συγκεκριμένο κεφάλαιο γίνονται δεκτά τα εξής: "... Περαιτέρω, αποδείχτηκε ακόμη ότι αν και είχε συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων, σύμφωνα με τον αναφερόμενο και παραπάνω με στοιχείο XXXI όρο του από 15-3-1994 μισθωτηρίου συμφωνητικού, ότι η μισθώτρια κάθε έτος της μισθώσεως ήταν υποχρεωμένη να παραδίδει στον εκμισθωτή εγγυητική επιστολή, ένα μήνα προ της λήξεως της ισόποσης εγγυητικής επιστολής του προηγούμενου έτους, δηλαδή, σε χρόνο σαφώς προσδιορισμένο από το ίδιο το μισθωτήριο έγγραφο, σε συνδυασμό με την ημερομηνία λήξης της επιταγής του προηγούμενου έτους, ώστε να αποτελεί δήλη ημέρα που ήταν γνωστή στη μισθώτρια και συνεπώς δεν υπήρχε ανάγκη όχλησης αυτής, κάθε φορά, από τον εκμισθωτή, εν τούτοις η μισθώτρια δεν παρέδωσε στον εκμισθωτή εγγυητικές επιστολές για τα μισθωτικά έτη από 4-4-2006 μέχρι 3-4-2007 και από 4-4-2007 μέχρι 3-4-2008.
Δεδομένου δε ότι με το ίδιο ως άνω συμφωνητικό είχε συμφωνηθεί και ο ως άνω όρος ως ουσιώδης, με τη διευκρίνηση ότι "η μη έγκαιρος, κατά τα άνω προσκόμιση υπό της μισθώτριας των άνω εγγυητικών επιστολών θεωρείται ουσιώδης παράβασις της παρούσης συμβάσεως με όλας τας άνω εξ αυτού συνεπείας εις βάρος της και του εγγυητού" η παράβαση του συγκεκριμένου όρου, νομίμως, θεωρήθηκε και σπουδαίος λόγος για την γενόμενη κατά τα παραπάνω καταγγελία της συμβάσεως μισθώσεως εκ μέρους του εκμισθωτή.
Κατ' ακολουθίαν τούτων η καταγγελία της επίδικης συμβάσεως μισθώσεως στην οποία προέβη το εναγόμενο- ενάγον, με την ένδικη από 15-1-2008 αγωγή του, η οποία επιδόθηκε στη μισθώτρια στις 11-2-2008, (όπως προκύπτει από την υπ' αριθμόν 504 Β'/11-2-2008 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., που επικαλείται και προσκομίζει το ενάγον), ήταν καθόλα έγκυρη και επέφερε τα αποτελέσματα της, μετά την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας (άρθρο 597 ΑΚ), δηλαδή, τη λήξη της μισθώσεως ...".
Συνεπώς, και στην προκειμένη περίπτωση που η νομιμότητα της καταγγελίας της συμβάσεως μισθώσεως ερείδεται και στην παράβαση του άνω συμβατικού όρου χωρίς να συνδέεται αναγκαστικά με εκείνο της πλημμελούς συντήρησης του μισθίου και δεν πλήττεται επιτυχώς με αναιρετικό λόγο θα πρέπει, παρά το γεγονός ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν επικαλείται τις επικαλούμενες ένορκες βεβαιώσεις, να απορριφθεί ο σχετικός (πρώτος) λόγος ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος..
Επειδή κατά τα άρθρα 574, 575, 576, 577 και 578 ΑΚ αν κατά τη συνομολόγηση της μίσθωσης λείπει, η συμφωνημένη ιδιότητα ή αν ο εκμισθωτής εγνώριζε η ώφειλε να γνωρίζει το πραγματικό ελάττωμα του μισθίου που εμποδίζει ολικά ή μερικά τη χρήση του δικαιούται ο μισθωτής ή σε μείωση του μισθώματος ή σε μη καταβολή αυτού ή σε αποζημίωση για μη εκτέλεση της σύμβασης.
Δικαιούται επίσης, αν ο εκμισθωτής έγινε υπερήμερος ως προς την άρση (διόρθωση) του ελαττώματος ή την έλλειψη της ιδιότητας να επιχειρήσει ο ίδιος την άρση και να απαιτήσει τη δαπάνη. Με βάση τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με τη διάταξη των αρθρ. 306 ΑΚ με σαφήνεια προκύπτει ότι καθιερώνεται εκλεκτική ή διαζευτική συρροή (οι οποίες είναι ταυτόσημες) και επομένως ο μισθωτής έχει δικαίωμα να επιλέξει την άσκηση μιας από τις αξιώσεις αυτές, οπότε αποκλείεται η άσκηση των λοιπών με οποιαδήποτε - κύρια ή επικουρική - μορφή .
Η ίδια λύση ισχύει, κατά την κρατούσα και ορθότερη άποψη και προκειμένου για αξιώσεις άρσης, (διόρθωσης), των ελαττωμάτων και αποζημίωσης Τέλος, σε περίπτωση σώρευσης δύο αγωγών η άσκηση της μιας από τις οποίες αποκλείει την άλλη δεν διατάσσεται ο χωρισμός τους κατά το αρθρ. 218 παρ. 2, αλλά απορρίπτεται η δεύτερη ως νομικά αβάσιμη και εξετάζεται η πρώτη, διότι ο χωρισμός θα παρείχε την δυνατότητα στο μισθωτή να επιλέξει το δικαίωμα του οποίου απεκλείετο η άσκηση λόγω της προηγούμενης επιλογής του διαζευκτικού, παρεχομένου δικαιώματος.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 2-3-2007 αγωγή της η αναιρεσείουσα εταιρεία ζήτησε, μεταξύ άλλων, να αναγνωριστεί ότι της οφείλει το αναιρεσίβλητο ΤΑΠΙΤ ως εκμισθωτής, αποζημίωση για την ζημία που υπέστη από την ακινητοποίηση των ελαττωματικών ανελκυστήρων, κατά το χρονικό διάστημα των 22 μηνών (ήτοι από 15-6-2001 έως 20-11-2001 και από 1-4-2002 μέχρι 30-9-2002 και από 15-11-2002 μέχρι 15-1-2006 ποσό 564.366 ευρώ και 396.276 ευρώ από 1-1-2001 μέχρι 31-12-2006 και 2) αναγνωριστεί ότι λόγω των ελαττωμάτων για τα οποία ζητεί τα άνω ποσά αποζημίωσης, το μίσθωμα πρέπει να μειωθεί μέχρι την 31-12-2006 κατά ποσοστό 30% και 3) υποχρεωθεί στην περίπτωση που αυτό μειωθεί κατά το άνω ποσοστό να της επιστρέψει ως αχρεωστήτως καταβληθέν ποσό των 3.968.710 ευρώ.
Με την 75/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία επικυρώθηκε από την προσβαλλομένη απόφαση, απορρίφθηκε κατά το άνω μέρος η αγωγή με το αιτιολογικό ότι είναι απαράδεκτη η σώρευση δύο αιτημάτων στο ίδιο δικόγραφο, ήτοι εκείνο της αποζημίωσης, λόγω ελαττωμάτων του μισθίου, και μείωσης του μισθώματος για την ίδια αιτία και χρονική περίοδο.
Η αγωγή με το πιο πάνω περιεχόμενο και αίτημα, περιείχε μεν δύο βάσεις που η μία, (αποζημίωση), απέκλειε την άλλη (μείωσης του μισθώματος), πλην όμως το δικαστήριο, όφειλε να ερευνήσει την πρώτη και απορρίψει την δεύτερη, με αποτέλεσμα, απορρίπτοντας και τα δύο αιτήματα να υποπέπει στην πλημμέλεια εκ του αριθμού 1 αρθ. 559 Κ.Πολ.Δ.
Επομένως, δεκτού γινομένου ως ουσιαστικά βάσιμου του σχετικού λόγου αναίρεσης παρελκομένης της έρευνας των λοιπών εκ του αριθμού 8,14 και 19 ίδιου άρθρου, λόγω της αναιρετικής εμβέλειας στο σύνολο του σχετικού τμήματος της απόφασης, πρέπει να αναιρεθεί κατά τούτο η προσβαλλόμενη απόφαση.
Περαιτέρω από την διάταξη του αρθ. 409 ΑΚ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας στη διαμόρφωση της κρίσης του για το χαρακτήρα της ποινής ως δυσανάλογα μεγάλης και στην συνέχεια για το μέτρο που πρέπει να μειωθεί λαμβάνει υπόψη τα περιστατικά που συντρέχουν κατά περίπτωση ιδίως δε το μέγεθος της ποινής σε σύγκριση με την αξία της αντιπαροχής του δανειστή την οικονομικής κατάσταση των μερών τα συμφέροντα των δανειστών που επλήγησαν από την αθέτηση της συμβάσεως την έκταση της συμβατικής παράβασης του οφειλέτη το βαθμό του πταίσματος του και την ενδεχόμενη ωφέλειά του από την μη εκπλήρωση της παροχής καθώς και κάθε δικαιολογημένο συμφέρον του δανειστή και τα απώτερα ακόμη επιβλαβή γενικώς αποτελέσματα τα οποία είχε γι αυτόν η μη εκπλήρωση ή μη προσήκουσα εκπλήρωση της παροχής όχι δε απλώς τη μη επέλευση σ' αυτόν ζημίας ή το μέγεθος αυτής αφού κατά το άρθρο 405 κατάπτωση της ποινής επέρχεται και αν ακόμη ο δανειστής δεν υπέστη ζημία.
Εκ τούτων προκύπτει, ότι ο ζητών τη μείωση της ποινής ως υπέρμετρης πρέπει να επικαλεσθεί στην αίτηση του ορισμένα περιστατικά, εξαιτίας των οποίων παρίσταται υπέρμετρη η ποινή, και, σε περίπτωση αμφισβητήσεως τους, να αποδείξει αυτά, μη αρκούντος μόνο του περιστατικού, ότι η ζημία του δανειστή είναι μικρότερη της συμφωνημένης ποινής (ΑΠ 1460/2005 ΕλλΔνη 47,184).
Στην προκειμένη περίπτωση, κατά το ενδιαφέρον εν προκειμένω μέρος, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Περαιτέρω, όπως και παραπάνω έχει αναφερθεί μεταξύ των διαδίκων είχε συμφωνηθεί με τον όρο του από 15-3-1994 μισθωτηρίου, ότι "Η μισθώτρια μόλις λήξει ή λυθεί καθ' οιονδήποτε τρόπο η μίσθωση υποχρεούται να παραδώσει το κτίριο αμέσως ...
έτι δε και αθροιστικώς εις την καταβολή λόγω συμπεφωνημένης ποινικής ρήτρας δρχ. 350.000 ημερησίως, δια κάθε ημέρα καθυστερήσεως παραδόσεως του μισθίου εξ οιουδήποτε λόγου και αν προήλθε η καθυστέρηση". Η ως άνω συμφωνηθείσα ποινική ρήτρα ανερχόμενη στο ως άνω συμφωνημένο ποσό των 350.000 δραχμών για κάθε ημέρα καθυστέρησης, μετά την αντικατάσταση της δραχμής με το ευρώ (Ν. 2842/2000) ανήλθε στο ποσό των 1.027,15 ευρώ για κάθε ημέρα καθυστερήσεως παραδόσεως του μισθίου.
Σχετικά με την ως άνω ποινική ρήτρα, την κατάπτωση της οποίας ζήτησε το ενάγον με την κύρια και την παρεμπίπτουσα αγωγές του, η ενάγουσα - εκκαλούσα, επαναφέρει, παραδεκτά, προς κρίση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου την ένσταση, που είχε προβάλλει, με τις ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου προτάσεις της και με καταχωρηθείσα στα ταυτάριθμα προς την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά δήλωση του πληρεξουσίου της δικηγόρου, περί μειώσεως της ως άνω ποινικής ρήτρας στο προσήκον μέτρο και συγκεκριμένα στο ποσό των εκατό (100) ευρώ ημερησίως, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 409 ΑΚ, ισχυριζόμενη ότι αυτή είναι δυσανάλογα μεγάλη, ενόψει του ότι με την μισθωτική σύμβαση συμφωνήθηκαν ουσιαστικά δύο ποινές, όπως άλλωστε τούτο συνομολογείται και από το ενάγον και ακόμη διότι λόγω των προβλημάτων λειτουργίας των ανελκυστήρων του επίδικου μίσθιου σταθμού καθ' όλη τη διάρκεια της επίδικης συμβάσεως, η χρήση αυτού από την μισθώτρια για την οποία αποτελούσε την μόνη επαγγελματική της δραστηριότητα, δεν ήταν ακώλυτη, με τις εντεύθεν οικονομικές συνέπειες γι' αυτή σε αντίθεση με το ενάγον που εισέπραττε κανονικά το οφειλόμενο εκάστοτε μίσθωμα.
Επίσης, διότι, ενόψει του γεγονότος ότι η καταγγελία της συμβάσεως από το ενάγον έγινε μετά την άσκηση των εναντίον του ένδικων αγωγών της μισθώτριας, με την από 15-1-2008 αγωγή αυτού, για λόγους τους οποίους η τελευταία αμφισβήτησε ρητά ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και συνεπώς ανέμενε τη σχετική δικαστική κρίση περί του κύρους αυτής, δεν την βαρύνει πταίσμα για την μη απόδοση της χρήσης του μισθίου, αμέσως μετά την καταγγελία, ούτε ήταν νοητό να συμμορφωθεί στο από 13-5-2010 σχετικό έγγραφο του εκμισθωτή, αφού τότε δεν είχε γίνει καν η συζήτηση των ως άνω ένδικων αγωγών, η οποία έγινε τελικά την 2-12-2010, ενώ μετά τη δημοσίευση της εκκαλουμένης (στις 13-1-2012) που διέταξε τελικά την απόδοση, η μισθώτρια συμμορφώθηκε αμέσως.
Τα ως άνω περιστατικά τα οποία η ενιστάμενη αναφέρει στις πρωτόδικες προτάσεις της και προκύπτουν από το σύνολο των περιεχόμενων σ' αυτές ισχυρισμών της, χωρίς πανηγυρικές διατυπώσεις, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν σχετικά στην προηγούμενη νομική σκέψη της παρούσας, κρίνονται ικανά για τη στοιχειοθέτηση της ιστορικής βάσης της ενστάσεως της και συνακόλουθα αυτή είναι πλήρως ορισμένη.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση του, απέρριψε ως αόριστη την ως άνω ένσταση της εναγομένης- εκκαλούσας μισθώτριας, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και την εφαρμογή του νόμου, όπως βάσιμα υποστηρίζεται από την τελευταία, με τους δωδέκατο και δέκατο τρίτο λόγους της κρινόμενης έφεσης της, που πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι και αφού εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση ως προς την σχετική με την ως άνω ένσταση διάταξη της, να κρατηθεί αυτή από το παρόν Δικαστήριο και αφού γίνει δεκτή ως ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 409 ΑΚ να ερευνηθεί περαιτέρω από ουσιαστική άποψη.
Δεδομένου δε ότι τα ως άνω επικαλούμενα από την ενιστάμενη μισθώτρια περιστατικά που αφορούν στα μεταξύ των διαδίκων συμφωνηθέντα και στο ιστορικό της γενόμενης καταγγελίας και της εν τέλει αποδόσεως της χρήσης του μισθίου έχουν αποδειχτεί και αναφερθεί αναλυτικά ως αποδειχθέντα, από τα αναφερόμενα παραπάνω αποδεικτικά μέσα, επιπρόσθετα δε από τα ίδια αποδεικτικά μέσα αποδεικνύονται και τα ακόλουθα: 1) Το ενάγον δεν υπέστη ζημία από την κατά τα ως άνω λήξη της επίδικης συμβάσεως, δεδομένου ότι αμέσως μετά την απόδοση της χρήσης του μίσθιου σταθμού αυτοκινήτων από την μισθώτρια, η οποία έγινε στις 6-2-20 12, σε εκτέλεση της εκκαλούμενης απόφασης που διέταξε αυτήν, το ενάγον προέβη στην διακήρυξη νέου δημόσιου διαγωνισμού για την εκμίσθωση του, δημοσιεύοντας την με την ίδια ημεροχρονολογία προκήρυξη του, 2) ενόψει του ότι καθ' όλη τη διάρκεια της επίδικης συμβάσεως μισθώσεως για 16 συνεχή χρόνια (1993-2008) το ενάγον εισέπραττε κανονικά το εκάστοτε οφειλόμενο μηνιαίο μίσθωμα, ακόμη και όταν εξαιτίας δυσλειτουργιών που αποδείχτηκε ότι παρουσιάζονταν τακτικά στον επίδικο μίσθιο σταθμό αυτοκινήτων - ανεξάρτητα από την έλλειψη ευθύνης του για την αντιμετώπιση τους η μισθώτρια αδυνατούσε να κάνει τη συμφωνημένη χρήση αυτού με συνέπεια τη μείωση των εισπράξεων της, 3) το ενάγον ζήτησε και του επιδικάσθηκαν (νομίμως) για το χρονικό διάστημα μετά την γενόμενη καταγγελία αφενός μεν αποζημίωση χρήσεως ύψους 1.430.040,32 ευρώ, αφετέρου για το ίδιο χρονικό διάστημα ποσό 1.143.834 ευρώ ως δεδουλευμένα μισθώματα που κατέστησαν απαιτητά λόγω της καταγγελίας, δηλαδή και πάλι ως της μισθώτριας ποινική ρήτρα.
Ενόψει όλων των παραπάνω συνθηκών, όπως αυτές διαμορφώνονται από τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν, η ως άνω συμφωνηθείσα ρήτρα ύψους 1.027,15 ευρώ για κάθε ημέρα καθυστερήσεως παραδόσεως του μισθίου κρίνεται δυσανάλογα μεγάλη και επομένως .δεκτής γενομένης ως και κατ' ουσίαν βάσιμης της σχετικής ενστάσεως της μισθώτριας, πρέπει αυτή να μειωθεί στο προσήκον μέτρο, το οποίο με βάση τα ίδια ως άνω περιστατικά, προσδιορίζεται στο ποσό των 340 ευρώ για κάθε ημέρα καθυστερήσεως παραδόσεως του μισθίου.
Επομένως, το ενάγον δικαιούται κατόπιν τούτων να λάβει από την εναγομένη μισθώτρια ως καταπεσούσα ποινική ρήτρα για το χρονικό διάστημα από την λήξη, λόγω καταγγελίας της επίδικης συμβάσεως μισθώσεως, (11-2-2008), μέχρι την ημερομηνία συζήτησης της σχετικής αγωγής του ενάγοντος, (2-12-2010), το ποσό των (340 ευρώ ημερησίως Χ 1.026 ημέρες) 348.840 ευρώ.
Κατ' ακολουθίαν όλων των προαναφερομένων πρέπει να γίνουν εν μέρει δεκτές οι κρινόμενες αντίθετες εφέσεις, η μεν έφεση της ενάγουσας-εκκαλούσας και εφεσίβλητης μισθώτριας μόνον κατά το μέρος που η εκκαλούμενη απόφαση απέρριψε ως αόριστη την από τη διάταξη του άρθρου 409 ΑΚ ένσταση της ...". Από τις από 1.12.2010 προτάσεις της αναιρεσίβλητης, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επί της από 11/11/2010 παρεμπίπτουσας αγωγής του αναιρεσείοντος ΤΑΠΙΤ, οι οποίες επισκοπούνται παραδεκτώς (αρθ. 561 παρ. 2 ) προκύπτει ότι ζήτησε να περιοριστεί η ποινική ρήτρα που έχει συμφωνηθεί και είναι δυσανάλογα μεγάλη στο μέτρο που αρμόζει ευρώ 100 ημερησίως, χωρίς όμως, να εκθέτει τα απαιτούμενα για την θεμελίωση του άνω ισχυρισμού, (ενστάσεως), πραγματικά περιστατικά, αφού, δεν γίνεται επίκληση έστω και ενός γεγονότος που, αποδεικνυομένου μπορεί να οδηγήσει στη μείωση της ποινικής ρήτρας.
Ο σχετικός μόνος λόγος που αναφέρεται στο κεφάλαιο των προτάσεων του αναιρεσίβλητου "ΠΟΙΝΙΚΗ ΡΗΤΡΑ" αφορά την έλλειψη υπαιτιότητας της ή άλλως μικρής συνυπαιτιότητάς της (20%) στην μη εμπρόθεσμη απόδοση του ακινήτου και επομένως την μη ύπαρξη προϋποθέσεων για την κατάπτωση της και όχι λόγο μειώσεως της.
Συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση που δέχθηκε ότι αυτή είναι ορισμένη με παραδοχή ως συγκροτούντων αυτήν, περιστατικών τα οποία δεν προκύπτουν από τις προτάσεις της αναιρεσίβλητης υπέπεσε στην πλημμέλεια εκ του αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ και ο σχετικός πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος παρελκομένης της έρευνας των λοιπών λόγων με τους οποίους πλήττεται κατά το αυτό κεφάλαιο η προσβαλλόμενη απόφαση αφού η αναιρετική του εμβέλεια, εκτείνεται στο σύνολο του προσβαλλόμενου κεφαλαίου της απόφασης. Με βάση όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω θα πρέπει να γίνουν δεκτές οι αιτήσεις αναιρέσεως της 3427/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος που απορρίφθηκε ως μη νόμιμα τα αιτήματα περί αναγνωρίσεως της υποχρέωσης του αναιρεσίβλητου ΤΑΠΙΤ να καταβάλει αποζημίωση λόγω υπάρξεως πραγματικών ελαττωμάτων του μισθίου ως η από 2-3-2007 αγωγή της εταιρείας ΤΕΧΝΙΚΗ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Φ. Α.Ε" και 2) κατά το μέρος που κρίθηκε ορισμένη η ένσταση μείωσης της ποινικής ρήτρας στο προσήκον μέτρο. Διαταχθεί η απόδοση των παραβόλων που κατέθεσε η αναιρεσείουσα εταιρεία στο δημόσιο ταμείο και συμψηφιστεί η μεταξύ των διαδίκων δικαστική δαπάνη κατ'αρθρο 183 Κ.Πολ.Δ
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει την με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 569/2013 αίτηση και τους με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 193/2013 πρόσθετους λόγους αναίρεσης με την με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 764/2013 αίτηση αναίρεσης της 3427/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών (διαδικασία μισθωτικών διαφορών).-
Αναιρεί την 3427/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών μόνο κατά τα κεφάλαια της που αναφέρονται (1) στην από 2-3-2007 αγωγή της αναιρεσείουσας εταιρείας ΤΕΧΝΙΚΗ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Φ. Α.Ε ως προς την αναγνώριση της υποχρέωσης του αναιρεσίβλητου ΤΑΠΙΤ για καταβολή αποζημίωσης λόγω ελαττωμάτων του μισθίου (2) στην αγωγή του ΤΑΜΕΙΟΥ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΙΔΙΩΤΙΚΟΥ ΤΟΜΕΑ (ΤΑΠΙΤ) για την αξίωσή του ποινικής ρήτρας.
Παραπέμπει κατά το άνω αναιρούμενο μέρος την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, (Εφετείο Αθηνών) συντιθέμενο από άλλους δικαστές προκειμένου να δικάσει 1) επί της από 2-3-2007 αγωγής της αναιρεσείουσας εταιρείας "ΤΕΧΝΙΚΗ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Φ. Α.Ε" ως προς το αίτημα αναγνώρισης καταβολής αποζημίωσης και 2) επί της από 11-11-2010 και αύξοντα αριθμό καταθέσεως 6420/2010 αγωγής του Ταμείου Προνοίας Ιδιωτικού Τομέα (ΤΑΠΙΤ) κατά της εταιρείας "ΤΕΧΝΙΚΗ -ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗ -ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Φ. Α.Ε" ως προς το αίτημα επιδικάσεως ποινικής ρήτρας.
Διατάσσει την απόδοση των με αριθμούς 3655119, 3655432, 2738381 σειρά Α και των με αριθμούς 041722, 041584, 041585 σειρά Α παραβόλων ΤΑΧΔΙΚ στην αναιρεσείουσα.
Συμψηφίζει την μεταξύ των διαδίκων δικαστική δαπάνη.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Φεβρουαρίου 2014.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Απριλίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ