Supreme Court quashes lower court ruling on equal pay for public hospital doctors versus ministry staff.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece quashed the Thessaloniki Court of First Instance's decision regarding equal pay for specialized doctors at a public hospital. The lower court had ruled in favor of the doctors, arguing that excluding them from a specific allowance while including ministry staff violated constitutional equality principles. The Supreme Court found this reasoning flawed because the two groups have different employers and employment terms, making a direct comparison invalid without considering total compensation packages.
Legislator headnote
AI generatedArticles 4, 22, and 35 of the Constitution; Article 35 of Law 3329/2005: A distinction based on employment category violates constitutional equality only if the groups are comparable regarding employer, terms of service, and total remuneration, which requires a holistic assessment rather than isolated benefits.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 751 / 2010 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 751/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Σαράντη Δρινέα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο ...", το οποίο εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Πανούση, ο οποίος δήλωσε ότι η 36η αναιρεσίβλητη Ψ36 απεβίωσε την 3-7-2009, όπως αποδεικνύεται από την υπ' αριθ. 331/Α/2009 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιάρχου ....
Των αναιρεσιβλήτων: Ψ1 μέχρι και Ψ49. Η 35η Ψ35 και η 40η Ψ40, εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γρηγόριο Κοσσυβάκη. Οι λοιποί δεν παραστάθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-6-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 920/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 27376/2008 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά το αναιρεσείον με την από 7-11-2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Σαράντης Δρινέας ανέγνωσε την από 29-1-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της και καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287 και 291 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 ίδιου Κώδικα, και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, συνάγεται ότι η δίκη διακόπτεται αν εωσότου τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, πεθάνει κάποιος διάδικος, ενώ η διακοπή αυτή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου της διακοπής με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξεως από εκείνον που έχει δικαίωμα να επαναλάβει την δίκη και ότι ο αντίδικος του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης μπορεί να προκαλέσει την επανάληψη της δίκης που έχει διακοπεί προσκαλώντας τον για τον σκοπό αυτό με κοινοποίηση δικογράφου, ενώ μπορεί να κοινοποιήσει την πρόσκληση και πριν από τη γνωστοποίηση του γεγονότος που προκάλεσε τη διακοπή θεωρώντας ότι αυτή επήλθε και η δίκη στην περίπτωση αυτή επαναλαμβάνεται αυτοδικαίως τριάντα ημέρες μετά την κοινοποίηση της προσκλήσεως.
Ως διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης στην περίπτωση του θανάτου του αρχικού διαδίκου νοείται ο κληρονόμος αυτού, ο οποίος όμως, κατά το άρθρο 292 ΚΠολΔ, δεν μπορεί να κληθεί για να επαναληφθεί η δίκη που έχει διακοπεί πριν περάσει η προθεσμία της αποποιήσεως ή πριν χάσει με οποιοδήποτε άλλο τρόπο το δικαίωμα της αποποιήσεως.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλετως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και αν αυτό συμβαίνει προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Η δε κλήση για παράσταση κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, η οποία επέχει στην περίπτωση αυτή θέση προσκλήσεως για επανάληψη της δίκης που έχει διακοπεί, μπορεί να γίνει, σύμφωνα με τα άρθρα 498 παρ. 1 και 568 παρ. 4 ΚΠολΔ, και κάτω από το αντίγραφο του δικογράφου της αναιρέσεως που έχει κατατεθεί. Επομένως, στην προκείμενη περίπτωση, μετά τον θάνατο της 36ης αναιρεσίβλητης Ψ36, που επήλθε την 3-7-2009, σύμφωνα με την 331/Α/2009 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιάρχου ..., δηλαδή μετά την άσκηση της υπό κρίση αίτησης αναιρέσεως, νομίμως επακολουθεί και συνεχίζεται η δίκη με τους καλουμένους α)..., β) ...
και γ) ..., υπό την ιδιότητά τους ως μοναδικών εξ αδιαθέτου κληρονόμων της πιο πάνω θανούσας, θυγατέρας των δύο πρώτων και αδελφής της τρίτης εξ αυτών σύμφωνα με το ... πιστοπ. Δημάρχου ... και το 41261/2009 πιστοπ. Γραμματέα Πρωτοδικείου Θεσ/νίκης, αφού αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως με τις υπ' αυτό πράξη καταθέσεως και ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση κατά την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, νομίμως και εμπροθέσμως στους προαναφερομένους, η εν λόγω δε κλήση, που έγινε μετά την παρέλευση της προθεσμίας αποποιήσεως, επέχει θέση πρόσκλησης για επανάληψη της δίκης (βλ.
τις .... εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσ/νίκης .... Ακόμη, από τις προσκομιζόμενες με επίκληση εκθέσεις επιδόσεως ... του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο ..., β) ... της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Βόλου ..., γ) ... του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Βέροιας ...
και δ) ... του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., σε συνδυασμό με τα φύλλα των εφημερίδων ..." της 10-11-2009, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας και με κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στις υπό στοιχ. 1-34, 37-39 και 41-49 των αναιρεσιβλήτων.
Επομένως, εφόσον αυτοί και οι προαναφερθέντες κληρονόμοι της αποβιώσασας αρχικής διαδίκουΨ36, δεν εμφανίσθηκαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο, ούτε κατέθεσαν, κατ' άρθρ. 242 §2 του Κ.Πολ.Δ. δήλωση μη παραστάσεως κατά τη συζήτηση, πρέπει το Δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της αιτήσεως παρά την απουσία τους.
Επειδή από την αρχή της ισότητας που καθιερώνεται από το άρθρ. 4 §1 του Συντάγματος, προκύπτει ότι οι νόμοι, καθώς και οι κανονιστικού περιεχομένου διατάξεις που εκδίδονται μετά από νομοθετική εξουσιοδότηση, κατά τη ρύθμιση ουσιωδώς ομοίων καταστάσεων και κατηγοριών προσώπων δεν μπορούν να επιχειρούν αυθαιρέτως δυσμενείς διακρίσεις σε βάρος ορισμένης κατηγορίας εργαζομένων που παρέχουν υπό τις αυτές συνθήκες όμοια εργασία, εκτός αν η διαφορετική ρύθμιση δεν είναι αυθαίρετη αλλά επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, οπότε οι εργαζόμενοι για τους οποίους συντρέχουν οι λόγοι αυτοί αποτελούν ιδιαίτερη κατηγορία. Η ισότητα αμοιβής μεταξύ εργαζομένων με σχέση ιδιωτικού δικαίου που ανήκουν στην ίδια κατηγορία και παρέχουν την ίδια υπό τις αυτές συνθήκες εργασία επιβάλλεται και από το άρθρο 22 παρ. 1 εδ. β' του Συντάγματος, το οποίο αποτελεί ειδικότερη εκδήλωση της αρχής της ισότητας του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος.
Συνεπώς, αν γίνει με νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτή κατά αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση άλλη κατηγορία προσώπων για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που δικαιολογεί την ειδική αυτή μεταχείριση, η διάκριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική και προς αποκατάσταση της συνταγματικής αρχής της ισότητας πρέπει να εφαρμοσθεί η νομοθετική ρύθμιση και για εκείνους εις βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, διότι μόνο με τον τρόπο αυτό αίρεται η κατά παράβαση των άνω διατάξεων του Συντάγματος δημιουργούμενη ανισότητα.
Ο κανόνας όμως αυτός δεν εφαρμόζεται επί συγκεκριμένης, βάσει διατάξεως νόμου, παροχής προς ορισμένη κατηγορία μισθωτών σε σχέση με μισθωτούς, οι οποίοι ανήκουν σε διαφορετικές κατηγορίες, όπως είναι αυτοί που έχουν διαφορετικό εργοδότη και διαφορετικούς, ενόψει του είδους της εργασίας τους, όρους απασχολήσεως και απολαυών.
Ούτε επιτρέπεται η σύγκριση να γίνει επιλεκτικά με βάση ορισμένη μόνο μισθολογική παροχή χωρίς συσχετισμό προς το ευρύτερο σύνολο αποδοχών, στο οποίο αυτή περιλαμβάνεται. Περαιτέρω, με το άρθρο 35 του Ν. 3229/2005 "Εθνικό Σύστημα Υγείας-Κοινωνικής Αλληλεγγύης και άλλες διατάξεις" ορίζεται ότι "...1). Στο προσωπικό που υπηρετεί στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, καθώς και στους αποσπασμένους σε αυτήν και στο μετακλητό προσωπικό χορηγείται μηνιαίο επίδομα ειδικής απασχόλησης που ανέρχεται στο ποσό των 200 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1η Ιανουαρίου 2005 και εφεξής.,2) Το επίδομα αυτό δεν συμψηφίζεται με την προσωπική διαφορά που προβλέπεται στις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 24 του Ν. 3205/2003...
Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης το επίδομα αυτό μπορεί να αναπροσαρμόζεται". Από την αιτιολογική έκθεση επί του άρθρου 35 του Ν. 3329/2005 προκύπτει ότι η θέσπιση του επιδόματος της ειδικής απασχόλησης υπαγόρευε ο αυξημένος φόρτος εργασίας και οι αυξημένες ευθύνες που δημιουργήθηκαν στις υπηρεσίες του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης από τις αλλαγές που επήλθαν στο ΕΣΥ με την κατάργηση των ΠΕΣΥΠ και τη δημιουργία των Διοικήσεων Υγειονομικών Περιφερειών (ΔΥΠΕ) και την αναμόρφωση των Νοσοκομείων σε ΝΠΔΔ.
Ειδικότερα, αναφέρεται ότι μετά τις παραπάνω δομικές αλλαγές στον χώρο της υγείας, οι εργαζόμενοι στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου έχουν αναλάβει ένα συντονιστικό και επιτελικό ρόλο, ο οποίος συνίσταται στην παρακολούθηση και στον συντονισμό των δραστηριοτήτων όλων των ανωτέρω εποπτευόμενων φορέων, προκειμένου να επιτευχθεί η καλύτερη δυνατή οργάνωση τους, σε όφελος του χρήστη των υπηρεσιών υγείας και ότι ο συντονιστικός και επιτελικός αυτός ρόλος συνεπάγεται αυξημένες ευθύνες και υποχρεώσεις, οι οποίες επιβάλλουν τη χορήγηση του επιδόματος ειδικής απασχόλησης.
Επισημαίνεται ακόμη στην αιτιολογική έκθεση ότι οι εργαζόμενοι στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου είχαν ήδη επιφορτισθεί με πρόσθετες υποχρεώσεις, στα πλαίσια των υπηρεσιακών τους καθηκόντων, μετά τις αλλαγές που επήλθαν στον χώρο της υγείας με τους Νόμους 2889/2001, 3106/2003, 3204/2003 και 3209/2003 (ίδρυση Ε.Σ.Υ.Κ.Φ., εποπτεία του προγράμματος "Βοήθεια στο Σπίτι", υπαγωγή των Μονάδων Κοινωνικής Φροντίδας στην αρμοδιότητα του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης), ότι η αλλαγή του συστήματος προμηθειών των Νοσοκομείων, με τη δημιουργία μιας ενιαίας επιτροπής στο Υπουργείο, τη σύσταση ενός εθνικού μητρώου προμηθευτών και την κατάρτιση ενιαίου κωδικολογίου για τα προμηθευόμενα είδη, συνεπάγεται επιπρόσθετο φόρτο εργασίας και ευθύνες για τους εργαζομένους στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου και ότι για όλους τους παραπάνω λόγους επιβάλλεται χορήγηση του επιδόματος ειδικής απασχόλησης στο προσωπικό που υπηρετεί στην Κεντρική Υπηρεσία και στους αποσπασμένους σε αυτή. (Με το άρθρο 13 παρ.1 του Ν. 3627/2007 ορίσθηκε ότι δικαιούχοι του πιο πάνω επιδόματος είναι και όσοι υπηρετούν στην Κεντρική Υπηρεσία των Υγειονομικών Περιφερειών).
Από τη διατύπωση της ανωτέρω διάταξης και την επ' αυτής αιτιολογική έκθεση προκύπτει ότι ο νομοθέτης συνέδεσε την καταβολή του επιδόματος με το πραγματικό γεγονός της παροχής υπηρεσιών στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου αυτού για τους λόγους που εκτενώς παραθέτει. Εξάλλου, στο άρθρο 13 παρ.10 του Ν. 2889/2001 "Εθνικό Σύστημα Υγείας και άλλες διατάξεις" ορίζεται ότι "διατηρούν το υφιστάμενο νομικό καθεστώς τους και δεν υπάγονται στις διατάξεις της παρ.4 του άρθρου 1 αυτού...
α) Το Εθνικό Νοσοκομείο ... Τα παραπάνω Νοσοκομεία που ανήκουν στο ΕΣΥ, καθώς και το Ι.Ε.Ν.Θ.Υ. ΑΕ και τα παραρτήματα αυτού διασυνδέονται λειτουργικά με το ΠΕΣΥ, στην τοπική αρμοδιότητα του οποίου βρίσκονται, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ.2 του άρθρου 5 αυτού του νόμου". Κατά δε της διατάξεις του άρθρου 12 του Ν. 3329/2005 : "1.
Τα Νοσοκομεία της παρ. 10 του άρθρου 13 του Ν.2889/2001 διατηρούν το υφιστάμενο καθεστώς τους. Επ' αυτών εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 7,8,9,10 και 11 του νόμου αυτού και τα άρθρα 6,7 και 8 και 13 παρ.10 του Ν. 2889/2001". Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το ως Εφετείο δίκασαν Πολυμελές Πρωτοδικείο δέχθηκε τα ακόλουθα:
Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι προσλήφθηκαν από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο ....", με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου κατά το χρονικό διάστημα από 27-2-2002 ο πρώτος μέχρι 1-1-2005 ο τελευταίος (όπως ειδικότερα αναφέρεται αναλυτικά για τον καθένα από αυτούς) για να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους, ως ειδικευόμενοι γιατροί, και πράγματι προσέφεραν τις υπηρεσίες τους στο αναιρεσείον από τον χρόνο της προσλήψεως τους ο καθένας από αυτούς και μέχρι την άσκηση της αγωγής, εκτός από τον 48ο, ο οποίος πρόσφερε τις υπηρεσίες του μέχρι την 8-9-2005, τον 49ο ο οποίος παρείχε τις υπηρεσίες του μέχρι την 8-1-2005 και την 36η η οποία απασχολήθηκε ομοίως ως ειδικευόμενη ιατρός μέχρι την 1-4-2006, οπότε και έληξε ο χρόνος ειδίκευσής της, όπως εκτίθεται κατωτέρω.
Όλοι οι αναιρεσίβλητοι υπάγονται στο μισθολογικό πλαίσιο του Ν. 1397/1983 "περί μισθοδοσίας ιατρών ΕΣΥ κ.λ.π", όπως αυτό τροποποιήθηκε με το Ν.2606/1998 και ισχύει σήμερα σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 1 περ.1, 2, 4 και 8 του Ν. 123/1975 και Ν.Δ. 2592/1953, που αφορούν ειδικότερα τους ειδικευόμενους ιατρούς, ανήκουν οργανικά στο Υπουργείο Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, και έχουν νόμιμο δικαίωμα σε απολαβή κάθε μισθολογικής παροχής που προσαυξάνει, άλλως επεκτείνει κάθε αντίστοιχη μισθολογική παροχή, η οποία ήδη προβλέπεται και χορηγείται σε συναδέλφους τους, υπαλλήλους του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, δυνάμει του άρθρου 35 του Ν. 3329/2005, ήτοι του επιδόματος "ειδικής απασχόλησης", το οποίο χορηγήθηκε σε αυτούς για το χρονικό διάστημα από 1-1-2005 και εφεξής, καθόσον η αιτιολόγηση της χορήγησης του παραπάνω επιδόματος κατά την αιτιολογική έκθεση του παραπάνω νόμου είναι "...ο αυξημένος φόρτος εργασίας, και οι αυξημένες ευθύνες που δημιουργήθηκαν στις Υπηρεσίες του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης από τις αλλαγές που επήλθαν στο Ε.Σ.Υ., με τη μετονομασία των "ΠΕΣΥ" σε "ΔΥΠΕ" και την επικαλούμενη αναμόρφωση των Νοσοκομείων σε ν.π.δ.δ.
κλπ" και επιπλέον ότι "...με τις ανωτέρω δομικές αλλαγές στο χώρο της Υγείας, οι εργαζόμενοι στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης έχουν αναλάβει έναν επιτελικό ρόλο, ο οποίος συνίσταται στην παρακολούθηση και το συντονισμό των δραστηριοτήτων όλων των ανωτέρω εποπτευόμενων φορέων, προκειμένου να επιτευχθεί η καλύτερη δυνατή οργάνωση τους, σε όφελος του χρήστη των υπηρεσιών υγείας", είναι πολύ γενική και αφορά, επομένως και τα Νοσοκομεία, τα οποία είναι πρωτίστως επιφορτισμένα με την υλοποίηση του παραπάνω σκοπού.
Περαιτέρω, συνεχίζει το Δικαστήριο της ουσίας το παραπάνω επίδομα χορηγείται σε όλους ανεξαιρέτως τους υπαλλήλους της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, δηλαδή η επίδικη μισθολογική παροχή προφανώς ουδόλως συναρτάται με τις ειδικότερες συνθήκες απασχόλησης των δικαιούχων αυτής μισθωτών (ιατρών και υπαλλήλων), γεγονός το οποίο προκύπτει από τη γενικόλογη διατύπωση της σχετικής διατάξεως που την καθιερώνει χορηγώντας την σε αυτούς ανεξάρτητα από την υπηρεσιακή τους θέση και τα κατ' ιδίαν υπαλληλικά τους καθήκοντα με μοναδικό κριτήριο την οργανική τους ένταξη στο εν γένει "προσωπικό της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης".
Η ίδια όμως αιτιολογία απολήψεως του ένδικου επιδόματος ισχύει και για τους απασχολούμενους στα Νοσοκομεία ιατρούς (μόνιμους και με συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου), οι οποίοι ούτως ή άλλως είναι οργανικά ενταγμένοι στο εποπτεύον τα Νοσοκομεία, Υπουργείο Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και ασφαλώς τυγχάνουν αποδέκτες, σε εργασιακό επίπεδο^ των όποιων συνεπειών των επιδιωκόμενων διαρθρωτικών αλλαγών στον τομέα της Υγείας, ακριβώς όπως και οι ρητώς κατονομαζόμενοι στην επίδικη διάταξη ως δικαιούχοι του ένδικου επιδόματος.
Οι παραπάνω "αιτίες" και "προϋποθέσεις", οι οποίες επέβαλλαν τη χορήγηση του ένδικου επιδόματος ειδικής απασχόλησης είναι προφανές ότι αντιστοιχούν και με τα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις των αναιρεσίβλητων ειδικευομένων ιατρών, οι οποίοι υπάγονται στο ίδιο μισθολογικό πλαίσιο με τους υπαλλήλους της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και η παράλειψη χορηγήσεως του επιδόματος ειδικής απασχόλησης και στους πρώτους συνιστά παραβίαση της μισθολογικής ισότητας, εφόσον αυτή η επιλεκτική χορήγηση έρχεται σε ευθεία αντίθεση προς τις υπερκείμενες διατάξεις των άρθρων 4 και 22 παρ.
β' του Συντ., διότι αν γίνει, όπως εν προκειμένω, με νόμο δικαιολογημένη ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλεισθεί από τη ρύθμιση αυτή αδικαιολόγητα άλλη κατηγορία προσώπων, ως προς την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που δικαιολογεί την ειδική εκείνη μεταχείριση, η διάταξη η οποία εισάγει τη δυσμενή αυτή διάκριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική και για την αποκατάσταση της συνταγματικής αρχής της ισότητας πρέπει να εφαρμοσθεί και για εκείνους σε βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, η διάταξη που ισχύει για την κατηγορία υπέρ της οποίας θεσπίσθηκε η ειδική ρύθμιση.
Επομένως, είπε το Πολυμελές Πρωτοδικείο, οι αναιρεσίβλητοι ειδικευόμενοι ιατροί του αναιρεσείοντος νοσηλευτικού ιδρύματος που εποπτεύεται από το Υπουργείο Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, νομίμως ζητούν την επιδίκαση της πιο πάνω μισθολογικής παροχής του άρθρου 35 του Ν.3329/2005, επικαλούμενοι ως μέτρο σύγκρισης συναδέλφους των υπαλλήλους του ίδιου Υπουργείου Ακολούθως δε απέρριψε κατά το μέρος αυτό την έφεση του αναιρεσείοντος και επικύρωσε κατά τούτο την ομοίως αποφανθείσα πρωτόδικη απόφαση.
Με την κρίση του αυτή το Δικαστήριο της ουσίας παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 4 παρ.1, 22 παρ.1 β' του Συντ. και 35 του Ν.3329/2005, οι οποίες δεν μπορούσαν να εφαρμοσθούν στην προκείμενη περίπτωση, διότι πρόκειται για διαφορετικές κατηγορίες μισθωτών, που έχουν διαφορετικό εργοδότη (δηλαδή οι αναιρεσίβλητοι, το αναιρεσείον Νοσοκομείο και οι προς σύγκριση εργαζόμενοι στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, το Ελληνικό Δημόσιο), δεν παρέχουν τις υπηρεσίες τους με τους αυτούς όρους απασχόλησης, ούτε μπορούσε, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, να γίνει σύγκριση μεταξύ των δύο ως άνω κατηγοριών μισθωτών ως προς μόνη τη συγκεκριμένη ειδική παροχή, χωρίς συσχετισμό με το εκατέρωθεν σύνολο απολαβών, μη αρκούντος του γεγονότος ότι το αναιρεσείον ανήκει στο ΕΣΥ και διασυνδέεται λειτουργικά με το οικείο ΠΕΣΥ.
Επομένως, οι από το άρθρο 560 παρ.1 του ΚΠολΔ ενιαίως ερευνώμενοι λόγοι αναιρέσεως είναι βάσιμοι. Κατόπιν αυτών, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου είναι εφικτή η συγκρότηση από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 §3 του Κ.Πολ.Δ.) προς περαιτέρω εκδίκαση και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, κατ' άρθρ. 176 και 183 του Κ.Πολ.Δ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 27376/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 22 Μαρτίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 27 Απριλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ