Legislator Case Law & Legislation
751/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding procedural errors and substantive law violations.

Case Number 751/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the cooperative society's appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding a dispute over unauthorized enrichment. The court found the appeal inadmissible because several arguments referred only to procedural matters rather than substantive law violations, were vague, or constituted merely a denial of the plaintiff's claim. Consequently, the appeal was dismissed, and the cooperative society was ordered to pay the municipality's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 para. 1 no. 1, 8, 14 of the Code of Civil Procedure; An appeal based solely on procedural defects or vague arguments regarding the application of substantive law is inadmissible.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal substantive law violation procedural defect unauthorized enrichment legal costs award denial of claim Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 para. 1 no. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 para. 1 no. 8 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 para. 1 no. 14 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 751 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 751/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γεωργίου Καλαμίδα ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα, και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26ης Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Εργασιακού Παραγωγικού Συνεταιρισμού με την επωνυμία "ΕΡΓΑΣΙΑΚΟΣ ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΟΣ ΒΙΟΤΕΧΝΙΚΟΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ΛΑΤΟΜΩΝ ΧΟΡΤΙΑΤΗ Συν.Π.Ε.", που εδρεύει στο Χορτιάτη Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Παπανδρουλάκη, ο οποίος δήλωσε ότι ανακαλεί την από 19.1.2009 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, παρίσταται και τον εκπροσωπεί , που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου:Δήμου Χορτιάτη ως διαδόχου στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της πρώην Κοινότητας Χορτιάτη Θεσσαλονίκης, που εδρεύει στο Ασβεστοχώρι Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ιωάννη Καραγκούνη, ο οποίος δήλωσε ότι ανακαλεί την από 22.1.2009 δήλωση για παράσταση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παρίσταται και την εκπροσωπεί.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17 Ιουνίου 2002 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8242/2003 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 891/2004 του Εφετείου Θεσσαλόνίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14 Ιουνίου 2004 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης, ανέγνωσε την από 25 Σεπτεμβρίου 2005 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Μιχαήλ Μαργαρίτη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ένδικης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου έγκειται στην ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή του, η οποία υπάρχει όταν εφαρμόζεται κανόνας δικαίου, ενώ δεν υφίστανται οι πραγματικές προϋποθέσεις του ή αντιστρόφως, όταν δεν εφαρμόζεται κανόνας δικαίου, ενώ υφίστανται οι .προϋποθέσεις εφαρμογής του, δηλ.

με το να εφαρμοσθεί εσφαλμένα. 'Οταν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αναιρετικώς ο λόγος του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ενώ ο λόγος του αριθ. 19 ιδρύεται, όταν η περιγραφή των περιστατικών είναι τόσο "ατελής", "ελλιπής" ή "αντιφατική", ώστε να μην μπορεί να διαγνωσθεί, αν τα περιστατικά υπάγονται στον εφαρμοστέο νομικό κανόνα και εντεύθεν δημιουργείται αμφιβολία για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ο κανόνας αυτός (ΑΠ 483/2001).

Εξ άλλου, η σύμβαση μίσθωσης κοινοτικού ή δημοτικού λατομείου προς συνεταιρισμό λατόμων, χωρίς τη σύνταξη εγγράφου, που αποτελεί συστατικό τύπο, είναι άκυρη (άρθρα 23 παρ. 2 περ. α' ν. 1428/1984, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 17 παρ. 1 ν. 2115/1993, σε συνδ. με άρθρο 2362/1995 περί δημοσίου λογιστικού και άρθρο 3 του ν.δ/τος 31/1968) και συνεπώς οι εντεύθεν εκατέρωθεν αξιώσεις των μερών ρυθμίζονται στα πλαίσια των διατάξεων από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.

Από την άκυρη μίσθωση δεν θίγονται τα δικαιώματα του "εκμισθωτή" του ακινήτου που απορρέουν από την κυριότητα ή νομή του και μπορεί ο κύριος να επιδιώξει την απόδοσή του, ασκώντας είτε τη διεκδικητική αγωγή, είτε την αγωγή περί νομής, είτε να ζητήσει την απόδοση της χρήσης του από εκείνον που έλκει τα δικαιώματα του από την άκυρη μίσθωση, με βάση τις διατάξεις περί απόδοσης μισθίου κατά την κρατούσα στη νομολογία νομική άποψη, η από τα άρθρα 904 επ.

ΑΚ αγωγή από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι επικουρική, με την έννοια ότι ασκείται μόνο εφόσον λείπουν οι νόμιμες προϋποθέσεις άσκησης αγωγής από σύμβαση ή από αδικοπραξία. Το Εφετείο δέχθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του τα ακόλουθα: Η κοινότητα Χορτιάτη Θεσσαλονίκης (της οποίας διάδοχος υπήρξε ο αναιρεσίβλητος Δήμος, σύμφωνα με το ν. 2539/1997), εκμίσθωσε προς τον αναιρεσείοντα συνεταιρισμό λατόμων το λατομείο της εκτάσεως 30 στρεμμάτων, αντί του αναφερόμενου στην απόφαση ετήσιου μισθώματος.

Ο αναιρεσείων συνεταιρισμός έκανε χρήση του μισθίου αυτού μέχρι την 31.7.2001 και ενώ πλήρωνε αρχικά κανονικά το μίσθωμα που είχε συμφωνηθεί, από την 1.1.1997, παρόλο που έκανε χρήση του μισθίου, δεν κατέβαλε το μίσθωμα. Δέχεται ακόμη το Εφετείο ότι η σύμβαση της μισθώσεως συνήφθη ατύπως και δεν περιεβλήθη τον κατά τα άνω έγγραφο τύπο και συνεπώς είναι άκυρη.

Με βάση δε τις παραδοχές αυτές, λόγω της ακυρότητας της μισθωτικής σύμβασης, κατέληξε στο πόρισμα ότι ο αναιρεσείων συνεταιρισμός κατέστη αδικαιολογήτως πλουσιότερος σε βάρος της περιουσίας του αναιρεσίβλητου Δήμου και πρέπει να υποχρεωθεί σε απόδοση της ωφέλειας που επεκόμισε από τη χρήση του λατομείου, που ανέρχεται, για το επίδικο διάστημα, στα αναφερόμενα στην απόφαση ποσά και επί πλέον ότι ο αναιρεσείων πρέπει να αποδώσει και τη χρήση του εν λόγω λατομείου.

Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο διέλαβε πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 383, 601, 985, 987, και 904, 1094 ΑΚ. Α) Με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην απόφαση του Εφετείου η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο δέχθηκε την αγωγή που είχε έρεισμα τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, ενώ υπήρχαν οι προϋποθέσεις άσκησης από τον αναιρεσίβλητο της αγωγής από την αδικοπραξία (ΑΚ 914), της αγωγής από τη νομή (ΑΚ 985, 987) ή τη διεκδικητική αγωγή (ΑΚ 1094).

Ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί: α) Ως προς το μέρος του που βάλλει κατά της διάταξης της απόφασης περί επιδίκασης των χρηματικών αξιώσεων, ως ερειδόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού στην απόφαση πλήρως αιτιολογείται ότι η σύμβαση της μισθώσεως του λατομείου ήταν άκυρη και δεν εκτίθενται περιστατικό αδικοπραξίας και συνεπώς υπάρχουν οι όροι εφαρμογής του άρθρου 904 ΑΚ, αφετέρου δε δεν υπήρχε έδαφος εφαρμογής εν προκειμένω του άρθρου 601 ΑΚ.

β) Ως προς το μέρος του που βάλλει κατά της διάταξης περ.. απόδοσης του ακινήτου, λόγω ακυρότητας της μίσθωσης, ως αβάσιμος, διότι, όπως εκτίθεται στην μείζονα πρόταση της παρούσας σκέψης, ο "εκμισθωτής" επί άκυρης σύμβασης μισθώσεως, όπως εν προκειμένω, δικαιούται. παράλληλα προς τη διεκδίκηση του ακινήτου και την προστασία από τις διατάξεις περί νομής, να αξιώσει την απόδοση του ακινήτου και κατά τις διατάξεις περί απόδοσης μισθίου.

Β) Με το δεύτερο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην απόφαση του Εφετείου η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, διότι παραβίασε την διάταξη του άρθρου 383 ΑΚ με το να μην την εφαρμόσει, επιδικάζοντας τις χρηματικές αξιώσεις της αγωγής, χωρίς να βεβαιώνεται στην απόφαση ότι ο αναιρεσίβλητος έταξε στον αναιρεσείοντα εύλογη προθεσμία εκπληρώσεως.

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, αφού εν προκειμένω η επιδίκαση έγινε με βάση τη διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ και όχι λόγω υπερημερίας του αναιρεσείοντος, ώστε να είναι εφαρμοστέος ο επικαλούμενος κανόνας του άρθρου 383 ΑΚ. Γ) Με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην απόφαση του Εφετείου η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, διότι παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 601 και 904 ΑΚ, με το να παραλείψει να διαλάβει αιτιολογίες, άλλως να διαλάβει ανεπαρκείς αιτιολογίες σχετικά με το ζήτημα από ποιο χρονικό σημείο και εντεύθεν κατά τη συμφωνία ήταν υποχρεωμένος ο αναιρεσείων συνεταιρισμός να αποδώσει το ένδικο λατομείο στον αναιρεσίβλητο Δήμο.

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, αφού εν προκειμένω η επιδίκαση έγινε με βάση τη διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ και όχι ως αποζημίωση χρήσεως κατά το άρθρο 601 ΑΚ, ώστε να υπάρχει ανάγκη αιτιολόγησης περί του χρονικού σημείου υποχρέωση απόδοσης του λατομείου.

II. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο "αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο". Δεν ελέγχεται μέσω του παρόντος λόγου η τήρηση ή μη της προσήκουσας διαδικασίας καθ' εαυτή, αλλά ερευνάται κάθε φορά, αν η εντεύθεν πλημμέλεια είχε ως συνέπεια τη δημιουργία κάποιου συγκεκριμένου απαράδεκτου ή ακυρότητας. Εξ άλλου, είναι αόριστος ο λόγος από τον αριθ. 14, αν δεν ιστορείται στο αναιρετήριο ότι το απαράδεκτο προβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας εκτός αν παραβιάσθηκαν κανόνες δημόσιας τάξεως. Με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην απόφαση του Εφετείου η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, διότι η ένδικη διαφορά εκδικάσθηκε κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών, αντί της προσήκουσας τακτικής διαδικασίας,. στην οποία υπάγεται ως προς το κεφάλαιο της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι αναφέρεται μόνο στην τηρητέα διαδικασία. Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως είναι και αόριστος, διότι δεν εκτίθεται ότι τη απαράδεκτο, λόγω μη τήρησης της προσήκουσας διαδικασίας προτάθηκε και ενώπιον του Εφετείου.

III. "Πράγματα" που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 β' ΚΠολΔ, είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι, νομίμως προτεινόμενοι, στηρίζουν κατά το νόμο αγωγή, ένσταση ή άλλη αυτοτελή αίτηση ή ανταίτηση των διαδίκων προς παροχή έννομης προστασίας. Δεν αποτελούν "πράγματα (και άρα ο λόγος του αρ. 8 του άρθρο 559 ΚΠολΔ δεν ιδρύεται, αν δεν ληφθούν υπόψη), η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως ή τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Με τον πέμπτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν υπήρχε κατάρτιση σύμβασης μίσθωσης (άκυρης), όπως ισχυρίζεται για τη θεμελίωση της ένδικης αγωγής ο αναιρεσίβλητος Δήμος, αλλά "παραχώρηση χρήσης" του λατομείου και συνεπώς για την απόδοση τούτου δεν ήσαν εφαρμοστέες οι διατάξεις περί μισθώσεως.

Ο παρών λόγος πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι ο ισχυρισμός αυτός συγκείμενος από περιστατικά αρνητικά της επικαλούμενης αγωγικής σχέσης, αποτελεί .αιτιολογημένη άρνηση και συνεπώς δεν είναι "πράγμα" κατά την έννοια της άνω διάταξης. Πέραν όμως τούτου, ο παρών λόγος είναι και αόριστος και ως εκ τούτου απαράδεκτος, διότι δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι έγινε νόμιμη επίκληση του "ισχυρισμού" ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και στη συνέχεια μεταφέρθηκε νομίμως με λόγο εφέσεως ενώπιον του Εφετείου.

IV. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο "αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο". Ο παρών λόγος δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν κηρύξει το απαράδεκτο της ενώπιόν του συζήτησης, ιδίως εφόσον η φερόμενη ως παραβιασθείσα διάταξη περιέχεται σε νόμους, που επιδιώκουν μόνο φορολογικούς σκοπούς.

Συνεπώς είναι απαράδεκτος ο έκτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην απόφαση του Εφετείου η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ διότι το Εφετείο δεν κήρυξε απαράδεκτη την ενώπιον του συζήτηση, εφόσον δεν είχε προσκομισθεί πιστοποιητικό της αρμόδιας ΔΟΥ ότι το εκ της μίσθωσης του λατομείου εισόδημα είχε δηλωθεί ως εισόδημα από τον αναιρεσίβλητο.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 14-6-2004 αίτηση του Συνεταιρισμού με την επωνυμία "Εργασιακός Παραγωγικός Βιοτεχνικός Συνεταιρισμός Λατόμων Χορτιάτη Συν.Π.Ε." για αναίρεση της υπ' αριθ. 891/2004 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε οκτακόσια (800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Φεβρουαρίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Μαρτίου 2009.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ