Legislator Case Law & Legislation
751/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against civil judgments due to procedural defects and inadmissible grounds.

Case Number 751/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant company's request to overturn final civil judgments from the First Instance and Court of Appeal in Piraeus. The appellant argued that the lower courts violated procedural rules regarding filing records and failed to consider specific defense arguments, while the lower courts held that such procedural violations do not constitute grounds for appeal. The court ruled that the appeal was inadmissible because the cited procedural errors do not justify overturning the final decisions and the arguments regarding omitted defenses were either unsupported or legally inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Articles 552, 553, 559, 576 para. 2 of the Code of Civil Procedure; An appeal against final judgments is only permissible if the first-instance judgment is formally accepted by the Court of Appeal, and procedural violations do not constitute grounds for appeal unless they affect the substance of the case.

Keywords

AI generated
appeal against final judgment procedural violation grounds inadmissible appeal arguments omission of defense arguments court of appeal jurisdiction legal costs award civil procedure code

Cited Legislation

AI generated
Article 576 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Articles 552 and 553 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 220 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 2/2001
Supreme Court Case 12/2000
Supreme Court Case 11/1006
Supreme Court Case 25/2003

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 751 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 751/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Αθανάσιο Κουτρομάνο και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "...... ΟΕ", που εδρεύει στον Κορυδαλλό, και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. ......, 2. ....... και 3. ..... .Ο 1ος και ο 3ος παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Ευαγγέλου και η 2η εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-10-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1527/2004 προδικαστική, 4127/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 920/2006 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση των οριστικών αποφάσεων ζητά η αναιρεσείουσα με την από 11-12-2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσίβλητοι όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγητής Αρεοπαγίτης Δήμητρα Παπαντωνοπούλου ανέγνωσε την από 1-2-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ. αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση από την προσκομιζόμενη υπ' αριθμ....... έκθεση επιδόσεως τoυ δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ......, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσης και κλήση προς συζήτηση, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, με επιμέλεια των αναιρεσιβλήτων στην αναιρεσείουσα εταιρεία με την επωνυμία "....... Ο.Ε". Επομένως, εφ' όσον η τελευταία δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ.

Από τις διατάξεις των άρθρων 552 και 553 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν η υπόθεση εξετασθεί και στους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας και γίνει τυπικά δεκτή η έφεση, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η εφετειακή απόφαση. Και τούτο γιατί, αν η έφεση γίνει δεκτή, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίζεται, ενώ αν απορριφθεί η έφεση, η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται και ενσωματώνεται στην εφετειακή. Στην προκειμένη περίπτωση, η ένδικη αναίρεση στρέφεται τόσο κατά της υπ` αριθμ. 4127/2005 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, όσο και κατά της υπ` αριθμ. 920/2006 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή η έφεση που άσκησε η αναιρεσείουσα κατά της ως άνω, ερήμην αυτής εκδοθείσας, αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και το Εφετείο, μετά την τυπική και ουσιαστική παραδοχή της εφέσεως, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και ακολούθως υπεισήλθε στην ουσιαστική έρευνα της υποθέσεως και δέχθηκε την αγωγή. Επομένως, η αναίρεση, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της προαναφερομένης αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη (άρθρ. 577§1 ΚΠολ.Δ).

Ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ δημιουργείται, αν το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να λάβει υπόψη του, κατά τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσεως, αποδεικτικά μέσα που παραδεκτώς και νομίμως επικαλέσθηκαν οι διάδικοι και τα οποία ήταν χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη πραγματικών γεγονότων με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (Ολ ΑΠ 42/2002).

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς στην απόφαση να γίνεται μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, εκτός εάν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως από τις αιτιολογίες, καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων, οπότε είναι ουσιαστικά βάσιμος ο λόγος αναιρέσεως.

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από την ανωτέρω διάταξη πλημμέλεια, διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την από 6-4-2006 έκθεση ελέγχου τίτλων της πληρεξουσίας της δικηγόρου την οποία προσκόμισε και επικαλέσθηκε προς απόδειξη του, ουσιώδους κατ' αυτήν, ισχυρισμού της ότι οι δύο πρώτες των αναιρεσιβλήτων είναι αποκλειστικές κυρίες, νομείς και κάτοχοι των αναφερομένων στην αγωγή οριζοντίων ιδιοκτησιών.

Όμως, από τη βεβαίωση του Εφετείου ότι την αποδεικτική του κρίση σχημάτισε από "όλα τα έγγραφα τα οποία οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, ορισμένα των οποίων ενδεικτικά μνημονεύονται, χωρίς να παραλείπεται η συνεκτίμηση των λοιπών", δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία ότι έλαβε υπόψη του και το εν λόγω έγγραφο για το σχηματισμό της κρίσεώς του για την παραδοχή της αγωγής, η έλλειψη δε στην προσβαλλόμενη απόφαση ειδικής μνείας και χωριστής αξιολόγησης αυτού, δεν δημιουργεί αμφιβολία για την συνεκτίμησή του.

Κατά συνέπεια, ο από την ανωτέρω διάταξη περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αναιρέσεως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος . Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 4, 566, παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι, όταν η αγωγή κρίθηκε κατ` ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (αρθρ. 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ), δεν αρκεί να εκτίθενται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος της υποθέσεως, η έννοια που αποδίδει ο αναιρεσείων στη διάταξη που φέρεται ότι παραβιάστηκε και το συμπέρασμα του δικαστηρίου που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, αλλά πρέπει επιπλέον να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για το βάσιμο ή αβάσιμο της αγωγής.

Διότι η ευδοκίμηση της αναιρέσεως εξαρτάται σύμφωνα με το άρθρο 578 ΚΠολΔ, από την ορθότητα όχι του αιτιολογικού, αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου. Επομένως, η παράθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία για να μπορεί να ελεγχθεί, με βάση το περιεχόμενό του, αν η αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό ή αν τα δεκτά γενόμενα από το δικαστήριο πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού εκτίθενται επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις στην απόφαση, ώστε να αποβαίνει εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και συνακόλουθα ο έλεγχος του διατακτικού της αποφάσεως.

Δεν επιτρέπεται δε η συμπλήρωση του αναιρετηρίου με την προσβαλλόμενη απόφαση ή άλλα διαδικαστικά έγγραφα (ΟλΑΠ 27/1998, 32/1996, 57/1990). Στην προκειμένη περίπτωση, με τους από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ δεύτερο και τέταρτο λόγους του αναιρετηρίου, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, που δέχθηκε την αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, με την οποία αυτοί ζήτησαν να αναγνωρισθεί ότι υφίσταται αξίωσή τους προς δήλωση βουλήσεως της αναιρεσείουσας εργολήπτριας εταιρείας, με σκοπό να υποχρεωθεί αυτή στη μεταβίβαση των αναφερομένων στην αγωγή οριζοντίων ιδιοκτησιών και να καταδικασθεί σε επιχείρηση των οφειλομένων δηλώσεων βούλησης για την τέλεση των δικαιοπραξιών, διότι α) παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 513 και 1033 ΑΚ με το να δεχτεί ότι είναι δυνατή η δια πωλήσεως μεταβίβαση από την ίδια οριζοντίων ιδιοκτησιών που δεν ανήκουν στην κυριότητά της και 2) δεν περιέχει αιτιολογίες επί των ουσιωδών, κατά την άποψη της αναιρεσείουσας, ζητημάτων της ελλείψεως κυριότητάς της επί των αναφερομένων στην αγωγή οριζοντίων ιδιοκτησιών και της αξίας αυτών, καθώς και περί των εφαρμοστέων στην ένδικη υπόθεση κανόνων δικαίου.

Στο αναιρετήριο όμως εκτίθεται μόνον το κατά την άποψη της αναιρεσείουσας ιστορικό της υποθέσεως, η έννοια που αποδίδει αυτή στις διατάξεις που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν και το συμπέρασμα του δικαστηρίου, χωρίς να αναφέρονται καθόλου οι ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε τούτο ως αποδειχθέντα, για να στηρίξει τη φερόμενη ως λανθασμένη ή ελλιπώς αιτιολογημένη κρίση του και ως εκ τούτου οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, προεχόντως, λόγω της αοριστίας τους.

Εξάλλου, ο πρώτος λόγος κατά το μέρος του με το οποίο προβάλλεται η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση, ότι το Εφετείο παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 220 ΚΠολΔ με το να δεχθεί ότι δεν απαιτείτο η εγγραφή της ένδικης αγωγής στα βιβλία διεκδικήσεων, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η παραβίαση δικονομικών διατάξεων, όπως η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 220 ΚΠολΔ, δεν δημιουργεί τον προαναφερθέντα λόγο αναιρέσεως.

Ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ για λήψη ή μη υπόψη προταθέντος ουσιώδους πράγματος, προϋποθέτει πράγμα παραδεκτώς προταθέν, αφού διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν επιτρέπεται να το λάβει υπόψη (Ολ ΑΠ 2/2001 και 12/2000). "Πράγματα"θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και όχι οι ισχυρισμοί, που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων. "Πράγμα"επομένως αποτελεί και ο λόγος εφέσεως που περιέχει παράπονο κατά της κρίσης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι περιέχει αυτοτελή ισχυρισμό (Ολ ΑΠ 11/1006).

Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν δεν γίνεται ειδική μνεία περί της απορρίψεως, αρκεί να συνάγεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτό (Ολ ΑΠ 25/2003).

Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, προβάλλεται η από την προαναφερθείσα διάταξη αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους δεύτερο και τρίτο λόγους της εφέσεως της αναιρεσείουσας, που αφορούσαν α)την αοριστία και το νόμω αβάσιμο της ένδικης αγωγής, και β)τον τέταρτο λόγο της εφέσεώς της που αφορούσε την αξία των οριζοντίων ιδιοκτησιών.

Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο έλαβε υπόψη τους ανωτέρω υπό στοιχείο α' ισχυρισμούς και απέρριψε με ειδική αναφορά τους δύο πρώτους λόγους της εφέσεως περί αοριστίας και νομικής αβασιμότητας της ένδικης αγωγής και συνεπώς ο λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος του αυτό είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, ενώ αναφορικά με τον υπό στοιχείο β ισχυρισμό, αυτός δεν αποτελεί πράγμα κατά την προαναφερθείσα έννοια αλλά αρνητικό της αγωγής ισχυρισμό και ως εκ τούτου ο λόγος αναιρέσεως κατά το εν λόγω σκέλος του είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Κατ' ακολουθίαν αυτών, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 11 Δεκεμβρίου 2006 αίτηση της εταιρείας ".......Ο.Ε"για αναίρεση των υπ' αριθμ. 4127/2005 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και 920/2006 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Μαρτίου 2008.

Δημοσιεύθηκε στις 14 Απριλίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ