Legislator Case Law & Legislation
750/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against lower court ruling on riverbed ownership and procedural admissibility.

Case Number 750/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against the Regional Court of Thrace's decision regarding riverbed ownership. The State argued the lower court incorrectly applied property law, but the Court found the appeal inadmissible because the State failed to prove the lower court entered the case's substance. Furthermore, the Court ruled that the State's claim regarding partial abandonment of the riverbed was legally unfounded since the riverbed remained active.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576 paragraphs 1-3 of the Code of Civil Procedure; Article 559 paragraphs 1 and 19 of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if the appellant fails to demonstrate that the lower court entered the substance of the case and issued a factual finding, and the appeal is unfounded if the lower court correctly applied substantive law based on the appellant's own admissions.

Keywords

AI generated
riverbed ownership partial abandonment admissibility of appeal substance of case factual finding public property procedural admissibility

Cited Legislation

AI generated
Articles 576 paragraphs 1-3 of the Code of Civil Procedure
Article 559 paragraphs 1 and 19 of the Code of Civil Procedure
Articles 966, 967 and 968 of the Civil Code
Article 1072 paragraph 1 of the Civil Code

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 750 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 750/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη - Εισηγήτρια, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Δεκεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Αλέξανδρο Σταυράκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Βακουφίου με την επωνυμία "Ιερό Τέμενος Κιρμαχαλέ Τζαμί", που εδρεύει στην περιοχή Ήφαιστος Κομοτηνής, το οποίο εκπροσωπείται νόμιμα από τον κατοικοεδρεύοντα στην πόλη της Κομοτηνής, οδός ..., Πρόεδρο της Διαχειριστικής Επιτροπής Μουσουλμανικής Περιουσίας της Κομοτηνής, δυνάμει της διάταξης του άρθρου 18 του Ν. 3647/2008, το οποίο δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-3-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ροδόπης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 32/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 249/2016 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 8-2-2017 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, το αναιρεσείον παραστάθηκε όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 1 - 3 ΚΠολΔικ προκύπτει, ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του ερευνάται αυτεπαγγέλτως αν ο διάδικος που δεν εμφανίσθηκε ή αν και εμφανίσθηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.

Αν όμως κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προχωρεί η συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την 4176/10.9.2021 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θράκης, με έδρα το Πρωτοδικείο Ροδόπης, Ι. Π. Δ., ακριβές αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, Ελληνικού Δημοσίου, στον Σπυρίδωνα Βάθη, ως πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσίβλητου Βακουφίου, με την επωνυμία "Ιερό Τέμενος Κιρμαχαλέ Τζαμί", ο οποίος παραστάθηκε για λογαριασμό τούτου ως εφεσίβλητου κατά τη συζήτηση της υποθέσεως (20.11.2015) ενώπιον του Εφετείου Θράκης, και υπογράφει τις κατατεθείσες από 19.11.2015 έγγραφες προτάσεις του ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου των προτάσεων αυτών, που προσκομίζεται από το αναιρεσείον, αλλά και της προσβαλλόμενης απόφασης.

Το αναιρεσίβλητο δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, ούτε και κατέθεσε δήλωση κατ' άρθρο 242 § 2 Κ.Πολ.Δ., και συνεπώς πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576§ 2 Κ.Πολ.Δ. Η υπό κρίση, από 8.2.2017 αίτηση αναιρέσεως στρέφεται κατά της 249/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θράκης.

Με την απόφαση αυτή απορρίφθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, έφεση του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της 32/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης, με την οποία είχε απορριφθεί ως αόριστη αγωγή τούτου με αντικείμενο την αναγνώριση της κυριότητάς του και διόρθωση της πρώτης εγγραφής στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Ροδόπης, στα οποία το επίδικο ακίνητο είχε καταχωρηθεί με φερόμενο ιδιοκτήτη το εφεσίβλητο και ήδη αναιρεσίβλητο.

Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552, 553,556,558,564,566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ. και θα ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571 και 577 Κ.Πολ.Δικ.).

Κατά το άρθρο 1072 ΑΚ, το οποίο αποδίδει προϊσχύον Βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο (ν. 7 παρ. 5, ν. 30 παρ. 1, ν. 56 παρ. 1 πανδ. (41.1), ν. 6 παρ. 4, Βασ. 50 παρ. 1, ν. 1 παρ. 1-4, 7 πανδ. (43.12) και 23 Εισ 2.1.) "η κοίτη ποταμού μη πλευσίμου που εγκαταλείφθηκε, ανήκει στους κυρίους των παραποταμίων κτημάτων". Το αμέσως προηγούμενο άρθρο 1071 ΑΚ ρυθμίζει πως γίνεται η κατανομή νησιού που πρόβαλε σε ποταμό μη πλεύσιμο στους κυρίους παραποτάμιων κτημάτων, ορίζοντας ότι " το νησί που πρόβαλε σε ποταμό μη πλεύσιμο ανήκει στους κυρίους των παραποταμίων κτημάτων.

Σε καθένα από αυτούς ανήκει το τμήμα που περιλαμβάνεται μεταξύ νοητής γραμμής κατά μήκος και στη μέση του ποταμού και γραμμών που σύρονται κάθετα προς αυτήν και στην άκρη της πλευράς κάθε κτήματος". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι οι ιδιοκτήτες παραποταμίων κτημάτων γίνονται κύριοι του εδάφους της κοίτης μη πλευσίμου ποταμού που εγκαταλείφθηκε οριστικά, είτε από φυσικά αίτια είτε, προ του Ν. 116/1975, ο οποίος με το άρθρο 1 αυτού τροποποίησε σιωπηρώς το 1072 ΑΚ, από τεχνικά έργα του Δημοσίου (Ολ ΑΠ 46/1990, ΑΠ 867/2007, ΑΠ 207/1993).

Περαιτέρω, από την προπαρατιθέμενη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 1072 ΑΚ, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 966, 967 και 968 του ίδιου κώδικα, σαφώς συνάγεται ότι ο μη πλεύσιμος ποταμός που ρέει με ελεύθερη και αέναη ροή και το καταλαμβανόμενο από την κοίτη του έδαφος, είναι κοινής χρήσεως και εκτός συναλλαγής πράγματα, που ανήκουν στο Δημόσιο, εφόσον δεν ανήκουν σε δήμο ή κοινότητα ή ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά και ότι προϋπόθεση εφαρμογής της παραπάνω διατάξεως του άρθρου 1072 ΑΚ είναι η ύπαρξη παραποτάμιου κτήματος ή κτημάτων τα οποία βρίσκονται σε επαφή με τον ποταμό, του οποίου η κοίτη εγκαταλείφθηκε.

Ως "εγκατάλειψη της κοίτης του ποταμού, κατά την αληθή έννοια του ανωτέρω άρθρου 1072 ΑΚ, νοείται η πλήρης και ολοκληρωτική εγκατάλειψη της κοίτης αυτού, με το σχηματισμό νέας κοίτης, η οποία αποτελεί φυσικό φαινόμενο με προοπτική σταθερότητας και διάρκειας, και όχι η μερική εγκατάλειψη ή ορθότερα ο περιορισμός της κοίτης του ποταμού, που συχνά δεν έχει διάρκεια.

Συνεπώς, αν η κοίτη μη πλεύσιμου ποταμού, η οποία ανήκει στο Δημόσιο, περιορίστηκε κατά τρόπο, ώστε μεταξύ της ιδιοκτησίας τρίτου και της περιορισθείσης κοίτης του ποταμού να παρεμβάλλεται έκταση, αυτή εξακολουθεί να ανήκει στο Δημόσιο και δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 1072 παρ. 1 ΑΚ (Ολ ΑΠ 24/2001, ΑΠ 3Ι5/2015, ΑΠ 505/2013, ΑΠ 391/2010, ΑΠ 1430/2010).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, επιτρέπεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε δηλαδή έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 10/2011, ΟλΑΠ 7/2006).

Αν το δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018).

Με τον παραπάνω λόγο ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση κλπ ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή στην ουσία (ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 334/2021, ΑΠ 65/2020).

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και ελλείψεις και ασάφειες στη διατύπωση της ελάσσονος προτάσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Επομένως ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη, ή μη νόμιμη. (ΑΠ 1082/2020, ΑΠ 395/2018, ΑΠ 734/2013). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, η έκδοση της προσβαλλόμενης 249/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θράκης ήταν αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικασίας.

Με την από 1.3.2012 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης, το Ελληνικό Δημόσιο εξέθετε: α) ότι είναι κύριο ακινήτου συνολικής έκτασης 309.102,48 τ.μ. που βρίσκεται στην Κτηματική Περιοχή Κομοτηνής και στο ... του ..., η οποία προέκυψε ως αποκαλυφθείσα κοίτη του ποταμού ..., συνεπεία τεχνικών έργων που εκτέλεσε το ίδιο κατά τα έτη 1960 -1970 , για την εκτροπή της κοίτης του εν λόγω ποταμού προς την κοίτη του ποταμού ...

και ότι η έκταση αυτή αποτελεί δημόσιο κτήμα, μέρος του οποίου, εμβαδού 265.634,74 τ.μ., βρίσκεται εντός της Κτηματικής Περιοχής Κομοτηνής και το υπόλοιπο τμήμα αυτούς εμβαδού 43.467,74 τ.μ., βρίσκεται εντός του ..., β) ότι το μεγαλύτερο εδαφικό τμήμα, εμβαδού 265.634,74 τ.μ., έχει καταχωρηθεί στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Κομοτηνής, κύριος δε αυτού κατά ποσοστό 100% φέρεται το ίδιο.

Ζήτησε δε το Ελληνικό Δημόσιο να αναγνωρισθεί κύριος, νομέας και κάτοχος εδαφικής έκτασης εμβαδού 6.584,63 τ.μ., η οποία βρίσκεται εντός της ως άνω ευρύτερης έκτασης, εκτός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου της πόλης της Κομοτηνής, στο ύψος των οικοδομικών τετραγώνων αυτής Ο.Τ. ..., Ο.Τ. ... και Ο.Τ. ..., και συγκεκριμένα νοτιοδυτικά αυτών, εντός της αποκαλυφθείσας κοίτης, πλησίον της οδού Δωδεκανήσου, στην περιοχή, η οποία μετά τα προαναφερθέντα έργα εκτροπής του ποταμού, έγινε γνωστή στους κατοίκους της πόλης ως "...", επειδή το εναγόμενο Βακούφιο αμφισβητεί το δικαίωμα κυριότητάς του επί αυτής, καθόσον δια της Διαχειριστικής Επιτροπής Μουσουλμανικής Περιουσίας Κομοτηνής, η οποία διαχειρίζεται την περιουσία του, την 5.10.1999, προέβη σε δήλωση καταχώρησης της συγκεκριμένης έκτασης των 6.584,63 τ.μ.

στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Κομοτηνής, με αποτέλεσμα να έχει συμπεριληφθεί αυτή στις πρώτες κτηματολογικές εγγραφές στο Κτηματολογικό Γραφείο Κομοτηνής, με ΚΑΕΚ ..., με φερόμενο ιδιοκτήτη το εναγόμενο Βακούφιο με την επωνυμία "Ιερό Τέμενος Κιρμαχαλέ Τζαμί". Επίσης, ζήτησε να διαταχθεί η διόρθωση της ανακριβούς αρχικής αυτής εγγραφής στα εν λόγω Κτηματολογικά Γραφεία, ώστε να καταχωρηθεί το ίδιο, Ελληνικό Δημόσιο, ως κύριος του ως άνω ακινήτου.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η 32/2014 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης, η οποία την απέρριψε ως αόριστη. Κατά της αποφάσεως αυτής το ενάγον Ελληνικό Δημόσιο άσκησε έφεση επί της οποίας εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η προσβαλλόμενη 249/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης.

Με την απόφαση αυτή απορρίφθηκε η έφεση του ενάγοντος - εκκαλούντος, διότι κρίθηκε ότι η αγωγή του είναι πλήρως ορισμένη, και εσφαλμένα απορρίφθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ως αόριστη, ενώ αυτή έπρεπε να απορριφθεί ως μη νόμιμη. Ειδικότερα, με την προσβαλλόμενη απόφαση το Μονομελές Εφετείο Θράκης έκρινε ότι η ως άνω αγωγή είναι μη νόμιμη, ως στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 1072 ΑΚ, με το ακόλουθο σκεπτικό: "Το ενάγον στηρίζει το δικαίωμά του κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου στο γεγονός ότι αυτό αποτελεί ακίνητο, το οποίο δημιουργήθηκε, ως αποκαλυφθείσα κοίτη του ποταμού ..., συνεπεία τεχνικών έργων που εκτέλεσε το Ελληνικό Δημόσιο, κατά τα έτη 1960-1970, για την εκτροπή της κοίτης του ποταμού αυτού..." πλην όμως "...

αυτό ουδόλως επικαλείται στην αγωγή του ότι το ίδιο ήταν κύριο των παρόχθιων εκτάσεων, και εκ του λόγου αυτού κατέστη κύριο και της αναφανείσας κοίτης του ως άνω ποταμού...". Επίσης, το Εφετείο έκρινε ως μη νόμιμη την αγωγή και "αν ήθελε θεωρηθεί ότι στηρίζεται στο ν. 116/1975", με το εξής σκεπτικό: "... καθότι το ίδιο το ενάγον αναφέρει στην αγωγή του ότι τα έργα του Ελληνικού Δημοσίου έλαβαν χώρα πριν από την έναρξη ισχύος του ως άνω νόμου, ήτοι κατά τα έτη 1960-1970.

Σημειώνεται ότι το ενάγον δεν επικαλείται στην αγωγή του περιστατικά που να επιτρέπουν την εφαρμογή του ν. 550/1915 ,αφού ουδόλως περιγράφει τα συγκεκριμένα τεχνικά έργα που εκτελέσθηκαν για την εκτροπή του ποταμού, όπως επίσης ουδόλως επικαλείται ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν πρόκειται για ολική , αλλά για μερική εγκατάλειψη της κοίτης του ποταμού, με την έννοια ότι και μετά την εκτέλεση των τεχνικών έργων έχει παραμείνει ενεργός κοίτη του ποταμού, έστω και μικρού πλάτους".

Ακολούθως δε το Εφετείο, κατά τα προεκτεθέντα, απέρριψε την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, διαλαμβάνοντας στην απόφασή του ότι τούτο γίνεται παρά την εσφαλμένη απόρριψη της αγωγής ως αόριστης, ενώ αυτή έπρεπε να απορριφθεί ως μη νόμιμη, επειδή στην περίπτωση αυτή δεν επιτρέπεται αντικατάσταση των αιτιολογιών της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, λόγω διαφορετικής έκτασης του δεδικασμένου της απόρριψης της αγωγής, ούτε υπήρχε δυνατότητα του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου να καταστήσει χειρότερη τη θέση του ενάγοντος - εκκαλούντος με την εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως, αφού η απόρριψη της αγωγής ως νόμω αβάσιμης δημιουργεί δυσμενέστερο δεδικασμένο για το ενάγον από ότι η απόρριψή της ως αόριστης και δεν ασκήθηκε έφεση ή αντέφεση από το εναγόμενο - εφεσίβλητο.

Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο και έκρινε ότι η αγωγή του αναιρεσείοντος είναι μη νόμιμη, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 1072 ΑΚ, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις του άρθρου 1071 του ίδιου Κώδικα, οι οποίες ήταν εφαρμοστές, εφόσον το αναιρεσείον, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή του, περί αναγνώρισης της κυριότητάς του στην επίδικη εδαφική έκταση και της διόρθωσης της αρχικής εγγραφής στα οικεία κτηματολογικά βιβλία, στα οποία εμφανίζεται ως κύριος αυτής το αναιρεσίβλητο, εξέθετε για τη θεμελίωση του επικαλούμενου δικαιώματος του κυριότητας, ότι η επίδικη εδαφική έκταση αποτελεί ακίνητο, το οποίο δημιουργήθηκε, ως αποκαλυφθείσα κοίτη του ποταμού ..., συνεπεία τεχνικών έργων που εκτέλεσε το ίδιο, κατά τα έτη 1960-1970, για την εκτροπή της κοίτης του μη πλεύσιμου ποταμού αυτού προς τον ποταμό ..., χωρίς όμως να αναφέρει επί πλέον, όπως απαιτείται από τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, ότι είχε στην κυριότητά του παρόχθια εδαφική έκταση, σε επαφή με την κοίτη του ποταμού ..., ώστε να καταστεί και κύριο με πρωτότυπο τρόπο της κοίτης του ποταμού αυτού, που αναφάνηκε κατά τη διενέργεια των ως άνω τεχνικών έργων.

Επίσης, το Εφετείο ορθά δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 966, 967 και 968 του ίδιου κώδικα, από τις οποίες συνάγεται ότι, αν η κοίτη μη πλεύσιμου ποταμού, η οποία, ως πράγμα κοινής χρήσεως και εκτός συναλλαγής, ανήκει στο Δημόσιο εφόσον δεν ανήκει σε δήμο ή κοινότητα ή ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά περιορίστηκε κατά τρόπο, ώστε μεταξύ της ιδιοκτησίας τρίτου και της περιορισθείσας κοίτης του ποταμού να παρεμβάλλεται έκταση, αυτή εξακολουθεί να ανήκει στο Δημόσιο και δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 1072 παρ. 1 ΑΚ, δεδομένου ότι οι εν λόγω διατάξεις δεν ήταν εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση.

Ειδικότερα, ναι μεν οι ως άνω διατάξεις των άρθρων 966, 967 και 968 ΑΚ αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη της προσβαλλόμενης αποφάσεως, πλην όμως αυτή σχετικά με τη νομιμότητα της αγωγής του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου διέλαβε επί πλέον τις παραδοχές ότι το αναιρεσείον "ουδόλως" επικαλέσθηκε στην αγωγή του, ότι στην προκειμένη περίπτωση "δεν πρόκειται για ολική, αλλά για μερική εγκατάλειψη της κοίτης του ποταμού, με την έννοια ότι και μετά την εκτέλεση των τεχνικών έργων έχει παραμείνει ενεργός κοίτη του ποταμού έστω και μικρού πλάτους", οπότε, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, η παρούσα υπόθεση δεν αφορά στην αναγνώριση της κυριότητας έκτασης που παρέμεινε μετά από μερική και όχι ολική εγκατάλειψη κοίτης ποταμού, που αναφάνηκε κατά την εκτέλεση τεχνικών έργων, ώστε η απομένουσα μετά τον περιορισμό της κοίτης έκταση, να εξακολουθεί να ανήκει στο Δημόσιο και να μην έχει εφαρμογή η ως άνω διάταξη του άρθρου 1072 παρ. 1 ΑΚ.

Συνεπώς, ο μοναδικός λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον υπό την επίκληση των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αιτιάται ότι το Μονομελές Εφετείο Θράκης, παραβίασε με την εφαρμογή τους τις διατάξεις του άρθρου 1072 παρ. 1 ΑΚ , οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες, χωρίς, ας σημειωθεί, να πλήττεται η εφαρμογή ή η μη εφαρμογή οποιασδήποτε άλλης διάταξης ουσιαστικού δικαίου, και ότι με αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς την νομιμότητα ή μη της αγωγής του, έκρινε αυτήν ως μη νόμιμη, σχετικά με την αποδιδόμενη πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος, ενώ σχετικά με την αποδιδόμενη πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου, κατά τα όσα εκτέθηκαν στην οικεία νομική σκέψη, είναι απαράδεκτος, εφόσον, για να στοιχειοθετηθεί ο λόγος αυτός προϋποτίθεται ότι το δικαστήριο εισήλθε στην ουσία της υποθέσεως και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, ενώ δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απορρίψει την αγωγή ως μη νόμιμη, όπως συνέβη στην προκειμένη περίπτωση. Συνακόλουθα με τα παραπάνω, πρέπει να απορριφθεί η από 8.2.2017 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 249/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Διάταξη περί δικαστικής δαπάνης δεν θα περιληφθεί στην παρούσα απόφαση, καθόσον το αναιρεσίβλητο, λόγω της ερημοδικίας του, δεν υπέβαλε αντίστοιχο αίτημα, ούτε υποβλήθηκε σε δικαστικά έξοδα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8.2.2017 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 249/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θράκης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Μαρτίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Μαΐου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ