Supreme Court allows appeal against tax liability judgment due to insufficient reasoning on impossibility of site inspection.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against a first-instance judgment imposing tax liability on a lessee for a property deemed unsuitable for agricultural use. The court found the lower court's reasoning insufficient because it failed to specify the exact cause of the lessee's alleged inability to inspect the site before the auction. Consequently, the court ruled that the lessee's fault regarding the non-signing of the lease contract could not be established without this missing factual basis.
Legislator headnote
AI generatedArticles 455, 460, 461, 462, 477 of the Civil Code; Article 20 of Law 2238/1994; Article 342 of the Civil Code; Article 44, Section 4 of Presidential Decree 715/1979: A judgment imposing tax liability is void if it fails to specify the precise cause of the defendant's alleged inability to inspect the property, rendering the assessment of fault and the validity of the claim impossible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 750 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 750/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεράσιμο Φουρλάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Πέππα, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Αθανάσιο Καγκάνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ελένη Πασαμιχάλη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Β. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/10/2010 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 14/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 48/2014 του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 17/2/2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής, Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Καγκάνης, ανέγνωσε την από 6/11/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των δευτέρου, τετάρτου, πέμπτου και έκτου λόγων της αναίρεσης και την απόρριψη των λοιπών λόγων.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
'Οπως προκύπτει από την μετ'επικλήσεως από το αναιρεσείον προσκομιζομένη, υπ'αριθμ. .../5-6-15, έκθεση επιδόσεως της αρμοδίας δικαστικής επιμελητρίας του Πρωτοδικείου Καλαμάτας Γ. Κ. ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση, από 17-12-15 και με αριθμ. καταθ. …/2015 αιτήσεως αναιρέσεως με την υπ'αυτής πράξη προσδιορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που σημειώνεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε από το, επισπεύδον την τελευταία, αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στον αναιρεσίβλητο. Εφόσον όμως ο τελευταίος - δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου ούτε κατέθεσε - την από τη διάταξη του άρθρου 242 § 2 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία (άρθρ. 573 § 1 ΚΠολΔ) δήλωση, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία του (άρθ. 576 § 1 ΚΠολΔ).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 455, 460, 461, 462, 477 ΑΚ, 1§2 ΝΔ 365/74 (ΚΕΔΕ) και 4§7 ν. 2238/94 προκύπτει ότι ο υπόχρεος έναντι του Δημοσίου προς καταβολή φόρου για εισόδημα που αποκτά από την εκμίσθωση ακινήτου, όπως είναι και ο εκμισθωτής αυτού, μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 20 του άνω ν.2238/94, να εκχωρήσει προς το Δημόσιο τα μη εισπραχθέντα από αυτόν μισθώματα, στην καταβολή των οποίων υποχρεούται ο μισθωτής καθώς και ο εις ολόκληρο με αυτόν ενεχόμενος τρίτος, ο οποίος με σύμβαση με τον δανειστή εκμισθωτή αποδέχθηκε σωρευτικώς την καταβολή αυτών, με σχετική δήλωσή του που υποβάλλεται στον αρμόδιο για τη φορολογία του προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ., παραδίδοντας συγχρόνως σ' αυτόν τα αποδεικτικά της εκχωρούμενης απαίτησης έγγραφα.
Από της δηλώσεως αυτής του εκχωρητή, με τη βεβαίωση αυτού, ότι δεν κατέχει άλλα αποδεικτικά της εκχωρουμένης απαίτησης έγγραφα, το Δημόσιο, ως εκδοχέας της εκχωρουμένης απαίτησης, υποκαθίσταται ως προς την εκχωρούμενη απαίτηση στα δικαιώματα του εκχωρητή, ως ειδικός διάδοχος αυτού, μη απαιτουμένης, κατά την ειδικώς ρυθμίζουσα την εκχώρηση αυτή διάταξη του άνω άρθρου 4 παρ.7 του ν. 2238/94, αναγγελίας της εκχωρήσεως προς τον εκχωρούμενο οφειλέτη, η δε εκχωρούμενη απαίτηση αποτελεί δημόσιο έσοδο που εισπράττεται από τον εκχωρούμενο οφειλέτη σύμφωνα με τις διατάξεις του Κ.Ε.Δ.Ε. (ΑΠ 1245/10).
Στον εκχωρούμενο οφειλέτη, εναντίον του οποίου επισπεύδεται διοικητική εκτέλεση προς είσπραξη της ως άνω, ιδιωτικής φύσεως, εκχωρηθείσας απαίτησης, παρέχεται το δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή κατά τα άρθρα 73 επ. του Κ.Ε.Δ.Ε., η οποία δικάζεται από το αρμόδιο πολιτικό δικαστήριο, σύμφωνα με τα άρθρα 583- 585 ΚΠολΔ.
Με την ανακοπή αυτή επιτρέπεται η προβολή κάθε αντίρρησης, ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, κατά του νομίμου τίτλου και της απαίτησης, στην απόδειξη της οποίας υποχρεούται το καθού η ανακοπή Δημόσιο. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 25§7 ν. 2579/98 "σε περιπτώσεις που υπηρεσίες του Δημοσίου, εφαρμόζοντας τις διατάξεις του ν.δ. 356/74 επιμελούνται για την είσπραξη εσόδων άλλων νομικών προσώπων, υπέρ των οποίων εφαρμόζονται οι διατάξεις αυτές, στις σχετικές δίκες που δημιουργούνται, δεν νομιμοποιείται να παρίσταται ως διάδικο το Δημόσιο, αλλά το ενδιαφερόμενο νομικό πρόσωπο".
Εξάλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68 και 73 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, για την, αποτελούσα διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης, νομιμοποίηση του διαδίκου αρκεί κατ'αρχήν, ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της καταγομένης προς κρίση εννόμου σχέσεως χωρίς, [κατ'αρχήν], να ασκεί επιρροή η αλήθεια ή όχι αυτού αφού η έλλειψη συνδρομής της παραπάνω διαδικαστικής προϋποθέσεως συνεπάγεται την απόρριψη της αγωγής, ανακοπής κλπ ως νομικά μεν αβάσιμης κατά το στάδιο ερεύνης της νομικής βασιμότητας ως ουσιαστικά δε αβάσιμης στην περίπτωση μη αποδείξεως (κατά το στάδιο ερεύνης της ουσιαστικής βασιμότητας) των επικληθέντων προς θεμελίωσή της (ενεργητικής νομιμοποιήσεως) πραγματικών περιστατικών (Ολ.
ΑΠ 25/2008, ΑΠ 628/2010 ΑΠ 2402/2007 ΑΠ 1928/2008). Ενόψει δε του ότι η νομιμοποίηση του διαδίκου και το έννομο συμφέρον αποτελούν ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου περί συνδρομής ή όχι των προϋποθέσεων αυτών ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 και όχι εκείνον του αριθμού 14, ο οποίος ανακύπτει μόνον όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν εκτίθενται τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της (Ολ.
ΑΠ 25/2008 ΑΠ 579/2015).
Με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται από το αναιρεσείον η, κατ'ορθή εκτίμηση των προς θεμελίωσή του εκτιθεμένων, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, κατ'εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων των 68 και 73 ΚΠολΔ η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε την παθητική νομιμοποίηση αυτού (αναιρεσείοντος) στην εναντίον του από τον αναιρεσίβλητο ασκηθείσα, ένδικη ανακοπή κατά της επισπευδομένης από το ίδιο (αναιρεσείον) διαδικασίας αναγκαστικής εκτελέσεως για την είσπραξη των αναφερομένων σ'αυτή (ανακοπή) χρέών του τελευταίου (αναιρεσιβλήτου), που βεβαιώθηκαν στη Δ.Ο.Υ. Μεσσήνης, παρά τη μη συνδρομή της διαδικαστικής αυτής προϋποθέσεως [παθητικής νομιμοποιήσεως] ενόψει του ότι το αναιρεσείον ενεργούσε στην ένδικη υπόθεση για την είσπραξη όχι δικής του αλλά ξένης απαιτήσεως και δη του Μετοχικού Ταμείου Αεροπορίας (Μ.Τ.Α.) το οποίο και μόνο νομιμοποιείται παθητικά.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι, η τελευταία δέχθηκε, αναφορικά με το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ως άνω ζήτημα, τα παρακάτω: "Με την υπό κρίση ανακοπή ο ανακόπτων (αναιρεσίβλητος) ζήτησε να ακυρωθεί η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, που επισπεύδεται σε βάρος του, δυνάμει του υπ' αριθμ. πρωτ. ... και αριθμό Ειδ. Βιβλίου .../19-7-2010 προγράμματος αναγκαστικού πλειστηριασμού του Προϊσταμένου της Δ Ο Υ Μεσσήνης, με το οποίο εκτέθηκαν σε αναγκαστικό πλειστηριασμό τα ακίνητα που περιγράφονται στην υπ' αριθμ. ...19-7-2005 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης της Δικαστικής Επιμελήτριας Του Πρωτοδικείου Καλαμάτας Χ. Α., βάσει της οποίας επισπεύδεται η αναγκαστική εκτέλεση, προκειμένου να εισπραχθούν χρέη του ανακόπτοντος, αφενός μεν προς το Ελληνικό Δημόσιο, (καθ'ου η ανακοπή) ανερχόμενα στο ποσό των 1319,56 €, χωρίς τις προσαυξήσεις, οφειλόμενα για φόρο εισοδήματος, έξοδα, τέλη κυκλοφορίας και οφειλές από ποινικά δικαστήρια αφετέρου δε προς το Μετοχικό Ταμείο Αεροπορίας, (Μ.Τ.Α.) το οποίο εκχώρησε τις προερχόμενες από την είσπραξη μισθωμάτων ακίνητης περιουσίας του απαιτήσεις στη Δ Ο Υ Μεσσήνης, οι οποίες ανέρχονται στο ποσό των 82587,84 € χωρίς τις προσαυξήσεις.
Η ανακοπή αυτή έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (αρ. 73 ΚΕΔΕ 583-585 ΚΠολΔ) και επομένως πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω κατ'ουσίαν." 'Ετσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του δεν προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερθεισών διατάξεων αναφορικά με την παθητική νομιμοποίηση του αναιρεσείοντος δεχθείσα, ορθώς, τη συνδρομή αυτής, καθόσον η επίκληση της ιδιότητας αυτού (καθού η ανακοπή) ως επισπεύδοντος τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτελέσεως προς είσπραξη χρεών του ανακόπτοντος - αναιρεσιβλήτου προερχομένων από "εκχωρηθέντα από το Μ.Τ.Α.
μισθώματα καθώς και οφειλόμενο φόρο εισοδήματος και τέλη κυκλοφορίας του ίδιου (αναιρεσιβλήτου)" εξαρκούσε, κατά το στάδιο της ερεύνης του τυπικά παραδεκτού της ασκηθείσας ανακοπής για τη θεμελίωση αυτής, (παθητικής νομιμοποιήσεως) ενόψει του ότι, κατά τα εκτιθέμενα στην ένδικη ανακοπή, η διαδικασία της αναγκαστικής εκτελέσεως επισπεύδεται από το αναιρεσείον για την είσπραξη δικών του απαιτήσεων και όχι απαιτήσεων του Μ.Τ.Α., όπως εσφαλμένως υποστηρίζει αυτό (αναιρεσείον), επικαλούμενο την προαναφερθείσα διάταξη του άρθ. 28§7 ν. 2579/98, η οποία όμως δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής στην ένδικη περίπτωση, αφού, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη μετά τη λαβούσα χώρα εκχώρηση της σχετικής, περί μισθωμάτων απαιτήσεως το αναιρεσείον Ελ.
Δημόσιο υποκαταστάθηκε, ως εκδοχέας, στα δικαιώματα του εκχωρητή και συνακολούθως στην είσπραξη της εκχωρηθείσας απαιτήσεως με αποτέλεσμα να ελέγχεται αρνητικά, κρινομένη απορριπτέα ως αβάσιμη, η προβαλλομένη ως άνω αιτίαση.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (Ολ.ΑΠ 2/2001, ΑΠ 2001/09) ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται μέσω του λόγου 559 αρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1518/08, ΑΠ 558/08). Με τον παραπάνω, από το αρθ. 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, λόγο ελέγχονται, πλην άλλων, το παραδεκτό άσκησης ενδίκων μέσων (ΑΠ 371/08) καθώς και των προσθέτων λόγων έφεσης (Ολ. ΑΠ 2091/86 ΑΠ 933/14). Περαιτέρω, γίνεται δεκτό ότι, στην περίπτωση που το διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες και με τους λόγους της αναίρεσης πλήττεται η μία μόνον από αυτές, οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, αφού οι μη πληττόμενες αιτιολογίες στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης. Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση που με τους λόγους της αναίρεσης πλήττονται όλες οι αιτιολογίες, αλλά η προσβολή της μιάς απ'αυτές δεν τελεσφορεί (Ολ.ΑΠ 25/2003, Ολ.ΑΠ 25/1994, ΑΠ 137/2012, ΑΠ 320/2008).
Με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται από το αναιρεσείον η, από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, (κατ'εκτίμηση) αιτίαση με την επίκληση, ότι, η προσβαλλομένη απόφαση, παρά το νόμο, απέρριψε ως απαράδεκτο τον ασκηθέντα απ'αυτό με ιδιαίτερο δικόγραφο, πρόσθετο λόγο εφέσεως με την (εσφαλμένη, κατά την προβαλλομένη αιτίαση) αιτιολογία ότι "ο λόγος αυτός ουδόλως συνέχεται, όπως απαιτεί το 520 ΚΠολΔ, με τους κατά τα άνω στο εφετήριο περιεχομένους λόγους". Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος αφού, από την παραδεκτή (αρ. 561§2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι, ο ως άνω πρόσθετος λόγος απορρίφθηκε ως απαράδεκτος, αφενός για την αναφερομένη παραπάνω αιτία, του ότι, δηλαδή, δεν συνέχεται με τους προβληθέντες με το εφετήριο δικόγραφο κυρίους λόγους (αρ. 520 ΚΠολΔ), η οποία προσβάλλεται με τον παρόντα αναιρετικό λόγο, και αφετέρου, με την μη προσβαλλομένη επάλληλη αιτιολογία του, ότι "επιπροσθέτως πρόκειται περί ισχυρισμού που το πρώτον προτείνεται (απαραδέκτως) κατ'έφεση" και η οποία, ως υποστηρίζουσα αυτοτελώς το απορριπτικό ως άνω διατακτικό, καθιστά αλυσιτελή την προσβολή της πρώτης αιτιολογίας με την προσβαλλομένη με τον παρόντα αναιρετικό λόγο αιτίαση.
Από τη διάταξη του άρθ. 559 αρ 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι, λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως (Ολ.
ΑΠ 10/2011, ΑΠ 191/2013, ΑΠ 486, 568/2013). Προς εξεύρεση της παραβιάσεως ελέγχεται ο δικανικός συλλογισμός που διατυπώνεται, έστω και ατελώς, και συγκροτείται από τη μείζονα πρόταση (νομική διάταξη), την ελάσσονα πρόταση (πραγματικές παραδοχές) και το συμπέρασμα. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε άτι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. (ΑΠ 609/2013, ΑΠ 495/13, ΑΠ 1060/14).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι, ο προβλεπόμενος απ1 αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. (ΑΠ 1254/2010, ΑΠ 179, 495/2013).
Τέλος, κατά τις διατάξεις του άρθρου 44 του Π.Δ/τος 715/79, "Δια της εγγράφου, επί αποδείξει, γνωστοποιήσεως εις τον προκριθέντα πλειοδότην, της υπέρ αυτού κατακυρώσεως του αποτελέσματος του διαγωνισμού, ούτος καλείται, εντός δέκα πέντε ημερών να προσέλθη δια την υπογραφήν της συμβάσεως μισθώσεως. 2. Η σύμβασις μισθώσεως καταρτίζεται δια συμβολαιογραφικού ή ιδιωτικού εγγράφου, κατά την κρίσιν του διοικούντος το Ν.Π.Δ.Δ.
συλλογικού οργάνου. 3. Εάν ο υπέρ ου κατεκυρώθη ο διαγωνισμός πλειοδότης δεν προσέλθη προς υπογραφήν της συμβάσεως μισθώσεως, εντός της κατά την παράγραφον 1 του παρόντος άρθρου προθεσμίας, το διοικούν το Ν.Π.Δ,Δ. συλλογικόν όργανον, κηρύσσει έκπτωτον τον ανακηρυχθέντα πλειοδότην καταπιπτούσης υπέρ του Ν.Π.Δ,Δ.
της κατατεθειμένης εγγυήσεως. Ακολούθως το Ν.Π.Δ.Δ προέρχεται εις νέαν εκμίσθωσιν και άνευ διαγωνισμού εις βάρος του τελευταίου πλειοδότου, του τελευταίου υποχρεουμένου εις πληρωμήν της τυχόν επί έλαττον διαφοράς του μισθώματος μέχρι λήξεως του εις την διακήρυξιν ορισθέντος χρόνου εκμισθώσεως και εις ανόρθωσίν της, κατά τας περιστάσεις προξενηθείσης εις το Ν.Π.Δ.Δ.
ζημίας, εκ της αθετήσεως της υποχρεώσεως αυτού, προς υπογραφήν της συμβάσεως. Αι κατά το προηγούμενον εδάφιον υποχρεώσεις του αναδειχθέντος πλειοδότου βεβαιούνται δια καταλογισμού, ενεργουμένου δι ητιολογημένης αποφάσεως του διοικούντος το Ν.Π.Δ.Δ. συλλογικού οργάνου, το δε καταλογιζόμενον ποσόν, εισπράττεται κατά την διαδικασίσν εισπράξεως των Δημοσίων Εσόδων".
Το ΝΠΔΔ δεν ευθύνεται έναντι του μισθωτού δια την πραγματική κατάστασιν εις ην ευρίσκεται το μίσθιο και ης ωφειλεν να λάβη γνώση αυτός και δεν υποχρεούται εις επιστροφήν ή μείωσιν του μισθώματος εις την λύσιν της μισθώσεως". Όπως προκύπτει από την εν λόγω διάταξη, προϋπόθεση της κηρύξεως του πλειοδότου εκπτώτου και καταλογισμού, κατά την διαγραφόμενη σ' αυτήν διαδικασία, των εκεί αναφερομένων ποσών, αποτελεί η υπαιτιότητά του στην μη προσέλευση για υπογραφή της υποχρεώσεως αυτής, η οποία, κατ άρθρο 342 ΑΚ, δεν υφίσταται, όταν αυτός δεν προέβη στην εκπλήρωση της υποχρεώσεώς του, εξαιτίας γεγονότος για το ποίο δεν έχει ευθύνη και σαν τέτοιο νοείται κάθε εύλογη αιτία, που δικαιολογεί αδυναμία ή καθυστέρηση της παροχής και δεν οφείλεται σε πταίσμα του, (ΑΠ 1980/2008) οπότε, σε περίπτωση που η μη προσέλευσή του προς κατάρτιση της συμβάσεως οφείλεται σε τέτοιο γεγονός, το οποίο ο ίδιος οφείλει να επικαλεσθεί και αποδείξει, προς άρση της υπερημερίας του και της τεκμαιρομένης υπαιτιότητας του, δεν συντρέχει περίπτωση καταλογισμού οποιουδήποτε ποσού σε βάρος του κατ' επίκληση της διατάξεως αυτής.
Με τους δεύτερο, τέταρτο, πέμπτο και έκτο λόγους της αναίρεσης προβάλλονται από το αναιρεσείον οι, κατ'ορθή εκτίμηση των προς θεμελίωσή τους εκτιθέμενων, από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ αιτιάσεις με την επίκληση ότι, κατ'εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων των άρθρων 342 ΑΚ και 44 § 4 π.δ. 715/79 η προσβαλλομένη απόφαση έκανε δεκτό τον προς θεμελίωση της ένδικης ανακοπής προβληθέντα λόγο αυτής περί μη οφειλής των βεβαιωθέντων σε βάρος του αναιρεσιβλήτου - ανακόπτοντος και υπέρ αυτού (αναιρεσείοντος) από το δικαιούχο εκμισθωτή ΜΤΑ εκχωρηθέντων μισθωμάτων, δεχθείσα, με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες της ελάσσονος προτάσεως του νομικού της συλλογισμού, που αναφέρεται στο πραγματικό των εφαρμοσθέντων ως άνω κανόνων δικαίου, ότι, η κήρυξη εκπτώτου του αναιρεσιβλήτου από το διενεργηθέντα πλειοδοτικό διαγωνισμό προς εκμίσθωση εκτάσεως 391 στρεμμάτων, ιδιοκτησίας του ΜΤΑ, στον οποίο αυτός (ανακόπτων) ανακηρύχθηκε πλειοδότης και ο συνακόλουθος καταλογισμός σε βάρος του των βεβαιωθέντων μισθωμάτων, πάσχει ακυρότητα, απορρέουσα από το ότι η μη κατάρτιση της σχετικής μισθωτικής συμβάσεως οφείλεται στην ύπαρξη πραγματικών ελαττωμάτων της εκμισθωθείσας εκτάσεως, τα οποία αυτός ανυπαιτίως δεν είχε τη δυνατότητα να διαπιστώσει πριν τον πλειστηριασμό και η οποία (ύπαρξη ελαττώματος) απέκλειε τον σε βάρος του γενόμενο καταλογισμό παρόλο που τα, ως αποδειχθέντα, γενομένα δεκτά πραγματικά περιστατικά επέβαλαν την απόρριψη του σχετικού λόγου ως αβασίμου.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι αυτή, μετ'εκτίμηση των εκατέρωθεν προσκομισθεισών αποδείξεων, δέχθηκε, αναφορικά με κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ως άνω ζήτημα τα παρακάτω: "Ύστερα από ανοικτό πλειοδοτικό διαγωνισμό που διενεργήθηκε από το Μ.Τ.Α (ΜΕΤΟΧΙΚΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑΣ), στις 21-4-1993 κατακυρώθηκε στον ανακόπτοντα και τον Π. Π., ως μισθωτών χώρος 391 στρεμμάτων εντός του αεροδρομίου Καλαμάτας, τα οποία δεν χρησιμοποιούνταν για τις ανάγκες κίνησης αεροσκαφών επί εδάφους και εγκαταστάσεων, προς αγροτική εκμετάλλευση με εκμισθωτή το Μ.Τ.Α. Όταν οι πλειοδότες επισκέφθηκαν τους υποδειχθέντες χώρους προς μίσθωση διαπίστωσαν ότι οι χώροι των 300 στρεμμάτων ήταν ακατάλληλοι για γεωργική εκμετάλλευση, αφού περιείχαν πέτρα και απορριφθέντα οικοδομικά υλικά, καθώς και υπόγειες εγκαταστάσεις τηλεπικοινωνιών, παροχής ηλεκτρικού ρεύματος και ύδατος για πυρόσβεση και η καλλιέργεια τους ήταν αδύνατη.
Για τους λόγους αυτούς αρνήθηκαν να υπογράψουν τη σύμβαση και να παραλάβουν τους χώρους των 300 στρεμμάτων, που είχαν περιληφθεί στον ανωτέρω πλειοδοτικό διαγωνισμό στον οποίο είχαν πλειοδοτήσει. Το Μ .Τ. Α, ως εκμισθωτής καταλόγισε σε καθένα των πλειοδοτών-συμμισθωτών εις ολόκληρον τα μισθώματα για τα έτη 1994, 1995, 1996 έως και τις 31-8-1997 και στη συνέχεια έστειλε προς το Ελληνικό Δημόσιο και ειδικότερα στη Δ.Ο.Υ Μεσσήνης τις προαναφερθείσες περιληπτικές καταστάσεις χρεών, με τις οποίες η ανωτέρω Δ.Ο.Υ προέβη στις αντίστοιχες βεβαιώσεις χρεών και με την υπ'αριθμ.
πρωτ. .../205 έγγραφη παραγγελία του Προϊσταμένου της επίσπευσε την αναγκαστική - εκτέλεση σε βάρος των ανωτέρω ακινήτων του ανακόπτοντος, συνταχθείσης της υπ' αριθμ. .../19-7-2005 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης της Δικαστικής Επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Καλαμάτας Χ. Α., ενώ στις 23-9-2010 επιδόθηκε στον ανακόπτοντα το υπ' αριθμ.
πρωτ.... και αριθμό και αριθμό Ειδ. Βιβλίου .../19-7-2010 πρόγραμμα αναγκαστικού πλειστηριασμού του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ Μεσσήνης με το οποίο εκτέθηκαν σε αναγκαστικό πλειστηριασμό τα ακίνητα που περιγράφονται στην ανωτέρω έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης. Έτσι το Δημόσιο ως εκδοχέας της εκχωρούμενης απαίτησης έχει υποκατασταθεί ως προς την εκχωρούμενη απαίτηση στα δικαιώματα του εκχωρητή, ως ειδικός διάδικος αυτού, κατά την ειδικώς ρυθμίζουσα την εκχώρηση αυτή διάταξη του άρθ. 4§7 ν. 2238/94 ...
Περαιτέρω, από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι στις 23-9-2010 επιδόθηκε στον ανακόπτοντα το υπ' αριθμ. πρωτ. ... και αριθμό Ειδ. Βιβλίου .../19-7-2010 πρόγραμμα αναγκαστικού πλειστηριασμού του Προϊσταμένου τη Δ.Ο.Υ Μεσσήνης με το οποίο εκτέθηκαν σε αναγκαστικό πλειστηριασμό τα ακίνητα που περιγράφονται στην υπ' αριθμ. .../19-7-2005 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Καλαμάτας Χ.
Α., δυνάμει της οποίας κατασχέθηκαν αναγκαστικά τα ακόλουθα ακίνητα (α) τα 3/8 εξ αδιαιρέτου μιας σταφιδαμπέλου μετά του αλωνιού που βρίσκεται στη θέση "…" του Δήμου Ανδρούσας, εκτάσεως περίπου 3000 τμ, β) τα 3/8 εξ αδιαιρέτου ενός συκοπεριβόλου με διάφορα ακόμη δένδρα το οποίο βρίσκεται στη θέση "…" του Δήμου Ανδρούσας, εκτάσεως 5000 τμ, γ) τα 3/8 εξ αδιαιρέτου μιάς διώροφης οικίας μετά του οικοπέδου των συστατικών της, παραρτημάτων της, προσαυξήσεων της, που βρίσκεται εντός του Δ.Δ.
Ανδρούσης, περίπου 100 τμ ο κάθε όροφος και 120 τμ το οικόπεδο και δ) τα 3/8 εξ αδιαιρέτου ενός αγρού που βρίσκεται στη θέση "…", εκτάσεως 2000 τμ.
Η ανωτέρω κατάσχεση επιβλήθηκε σε εκτέλεση της υπ' αριθμ. .../17-6-2005 και με αριθμ. πρωτ. .../2005 έγγραφης παραγγελίας του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ Μεσσήνης για χρέος του ανακόπτοντος ποσού 227.190,64€, πλέον προσαυξήσεων το οποίο βεβαιώθηκε από την ανωτέρω Δ.Ο.Υ. Ειδικότερα 1) με την υπ' αριθμ. .../17-6-1994 βεβαίωση της ανωτέρω Δ.Ο.Υ βεβαιώθηκε χρέος του ανακόπτοντος ποσού 12.564, 33 €, κατόπιν αποστολής προς την ανωτέρω Δ.Ο.Υ της από 26-5-1994, τριπλότυπης περιληπτικής κατάστασης βεβαίωσης του Μετοχικού Ταμείου Αεροπορίας, ως οφειλή του ανακόπτοντα από οφειλόμενα μισθώματα οικονομικού έτους 1994, 2) με την υπ' αριθμ.
…/23-9-1995 βεβαίωση της ανωτέρω Δ.Ο.Υ, βεβαιώθηκε χρέος του ανακόπτοντος ποσού 3214, 27 €, κατόπιν αποστολής προς την ανωτέρω Δ.Ο.Υ της από 6-9-1995, τριπλότυπης περιληπτικής κατάστασης βεβαίωσης του Μ.Τ.Α, ως οφειλή του ανακόπτοντος από οφειλόμενα μισθώματα οικονομικού έτους 1995, 3) με την υπ' αριθμ. …/22-12-1995 βεβαίωση της ανωτέρω Δ.Ο.Υ, βεβαιώθηκε χρέος του ανακόπτοντος ποσού 16258,29 €, κατόπιν αποστολής προς την ανωτέρω Δ.Ο.Υ της από 4-12-1995, τριπλότυπης περιληπτικής κατάστασης βεβαίωσης του ΜΤΑ, ως οφειλή από οφειλόμενα μισθώματα οικονομικού έτους 1994, 4) με την υπ' αριθμ.
…/22-1-1997 βεβαίωση της ανωτέρω Δ.Ο.Υ, βεβαιώθηκε χρέος του ανακόπτοντος ποσού 4467, 12 €, κατόπιν αποστολής προς την ανωτέρω Δ.Ο.Υ, της από 5-11-1996 τριπλότυπης περιληπτικής κατάστασης βεβαίωσης του ΜΤΑ, ως οφειλή του ανακόπτοντα από οφειλόμενα μισθώματα οικονομικού έτους 1996, 5) με την υπ' αριθμ. …/31-1-1997 βεβαίωση της ανωτέρω Δ.Ο.Υ, βεβαιώθηκε χρέος του ανακόπτοντος ποσού 22056, 26 €, κατόπιν αποστολής προς την ανωτέρω Δ.Ο.Υ της από 5-11-1996, τριπλότυπης περιληπτικής κατάστασης βεβαίωσης του ΜΤΑ, ως οφειλή του ανακόπτοντα από οφειλόμενα μισθώματα οικονομικού έτους 1996, 6) με την υπ' αριθμ.
…/31-10-1997 βεβαίωση της ανωτέρω Δ.Ο.Υ, βεβαιώθηκε χρέος του ανακόπτοντος ποσού 24027, 57 ευρώ, κατόπιν αποστολής προς την ανωτέρω Δ.Ο.Υ της από 14-10-1997, 7) με την υπ' αριθμ. …/6-7-1998 βεβαίωση της ανωτέρω Δ.Ο.Υ βεβαιώθηκε χρέος του ανακόπτοντος ποσού 312,81 ευρώ από εισόδημα οικονομικού έτους 1998, 8) με την υπ' αριθμ. …/28-5-1999 βεβαίωση της ανωτέρω Δ.Ο.Υ, βεβαιώθηκε χρέος του ανακόπτοντος ποσού 511,08 € από εισόδημα οικονομικού έτους 1999, 9) με την υπ' αριθμ.
…/26-5-2004 βεβαίωση της ανωτέρω Δ.Ο.Υ βεβαιώθηκε χρέος του ανακόπτοντος ποσού 16, 30 € από έξοδα διοικητικής εκτέλεσης οικονομικού έτους 2004, 10) με την υπ' αριθμ. …/29-2-2000 βεβαίωση της ανωτέρω Δ.Ο.Υ, βεβαιώθηκε χρέος του ανακόπτοντος ποσού 50, 29 € από τέλη κυκλοφορίας οικονομικού έτους 2000 και 11) με την υπ' αριθμ. …/28-2-2001 βεβαίωση της ανωτέρω Δ.Ο.Υ, βεβαιώθηκε χρέος του ανακόπτοντος ποσού 50,29 € από τέλη κυκλοφορίας οικονομικού έτους 2001.
Το ανωτέρω συνολικό χρέος μαζί με τις προσαυξήσεις διαμορφώθηκε στο συνολικό ποσό των 227.120,64 €. Μέρος του ανωτέρω ποσού ανερχόμενο σε 82587,84 € χωρίς τις προσαυξήσεις προέκυψε από την κατωτέρω αιτία. Όπως προαναφέρθηκε έπειτα από ανοικτό πλειοδοτικό διαγωνισμό που διενεργήθηκε από το Μ.Τ.Α. στις 21-4-1993 κατακυρώθηκε στον ανακόπτοντα και τον Π.
Π. ως μισθωτών ο χώρος των 391 στρεμμάτων και επακολούθησε η εξέλιξη των γεγονότων, όπως ήδη αναφέρθηκε πιο πάνω. Τέλος όπως αποδείχθηκε από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα του ανακόπτοντος, αλλά και από το απόσπασμα του υπ'αριθμ. …/17-11-1993 πρακτικόν της Διεύθυνσης Εκμετάλλευσης του ΜΤΑ, το οποίο εγκρίθηκε με το υπ'αριθμ.
…/18-4-1994 έγγραφο του Υ.ΠΕ.ΘΑ, ο ανακόπτων και ο Π. Π., κηρύχθηκαν έκπτωτοι διότι δεν υπέγραψαν τη σύμβαση μίσθωσης. Στη συνεδρίαση της Διεύθυνσης Εκμετάλλευσης του Μ.Τ.Α αποφασίστηκε να καταπέσει η εγγύηση που είχαν καταβάλει πλειοδότες ποσού 233.00 δραχμές και να εξουσιοδοτηθεί η μονάδα να προβεί σε διαπραγματεύσεις για την εκμίσθωση των χώρων για το χρονικό διάστημα από την υπογραφή της σύμβασης έως την 31-8-1997, καθώς και να καταλογιστούν σε βάρος των έκπτωτων πλειοδοτών για χρονικό διάστημα από 1-9-1993 έως 31-8-1997 οι τυχόν επί έλαττον διαφορές τιμής μεταξύ του υπό των έκπτωτων καταβαλλομένου, ανά στρέμμα ετησίου μισθώματος και του επιτευχθησομένου από τη νέα σύμβαση και τα μισθώματα για τα μισθώματα για τα γεωργικά έτη εκείνα που δεν θα καταστεί δυνατή παρά τις προσπάθειες του Ταμείου η εκμίσθωση των χώρων.
Επίσης στο ανωτέρω πρακτικό αναφέρεται ότι οι ανωτέρω οφειλές, βεβαιώνονται και θα εισπράττονται με καταστάσεις εισπρακτέων χρεών μέσω του Δημοσίου Ταμείου. Από την εκτίμηση των προαναφερομένων στοιχείων προκύπτει ότι ουδέποτε συνήφθη μίσθωση μεταξύ του ανακόπτοντος και του ΜΤΑ, αφού ούτε ο ανακόπτων, ούτε ο Π.
Π. προσήλθαν να υπογράψουν την απαιτουμένη σύμβαση και σε κάθε περίπτωση ήδη από τις 17-11-1993 είχαν καταστεί έκπτωτοι του διαγωνισμού εκμίσθωσης. Μάλιστα στο ανωτέρω πρακτικό αναφέρονται αναλυτικά οι κυρώσεις που επιβάλλονταν σε βάρος των ανωτέρω, ενώ υπήρχε πρόβλεψη για εξουσιοδότηση της μονάδας προκειμένου να προβεί σε διαπραγματεύσεις για την εκμίσθωση των χώρων.
Συνεπώς, ο ανακόπτων δεν οφείλει τα μισθώματα από ενεργό μίσθωση με το ΜΤΑ, αφού ουδέποτε υπέγραψε τη σύμβαση μισθώσεως και ουδέποτε εγκαταστάθηκε στα ακίνητα ... Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι ο ανακόπτων δεν οφείλει μισθώματα στο ΜΤΑ και βάσιμα αρνήθηκε να υπογράψει τη σύμβαση μίσθωσης των 300 στρεμμάτων, που αποδείχθηκε μετά τη διενέργεια του πλειοδοτικού διαγωνισμού, αφού πιο πριν ο ανακόπτων δεν είχε τη δυνατότητα να επισκεφθεί και να ελέγξει, κατά πόσο η έκταση αυτή ήταν εκμεταλλεύσιμη γεωργικά ...
Συνεπώς τα ποσά που έχουν βεβαιωθεί δεν οφείλονται από τον ανακόπτοντα".
'Ετσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερθεισών, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων, καθόσον διέλαβε στην ελάσσονα πρόταση του νομικού της συλλογισμού, που αναφέρεται στο πραγματικό των ως άνω διατάξεων, ανεπαρκή (ελλιπή) αιτιολογία ως προς την αναγνωριζομένη μ'αυτή (προσβαλλομένη απόφαση) "έλλειψη δυνατότητας" του αναιρεσιβλήτου - ανακόπτοντος πλειοδότη να διακριβώσει, πριν από τη διενέργεια του σχετικού πλειοδοτικού διαγωνισμού, την πραγματική κατάσταση της προσφερομένης προς μίσθωση εκτάσεως των 391 στρεμμάτων, η οποία, (πραγματική κατάσταση) κατά τη σχετική παραδοχή, καθιστούσε αδύνατη τη γεωργική εκμετάλλευσή της από τον επιθυμούντα να προβεί σ'αυτή αναιρεσίβλητο, συνισταμένη (η ανεπάρκεια της αιτιολογίας) στην έλλειψη προσδιορισμού της αιτίας για την οποία ο αναιρεσίβλητος "δεν είχε τη δυνατότητα να επισκεφθεί και να ελέγξει, πριν από το διαγωνισμό, κατά πόσο η έκταση αυτή ήταν εκμεταλλεύσιμη γεωργικά", με αποτέλεσμα να καθίσταται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή υπαγωγή των αποδειχθέντων στους εφαρμοσθέντες ως άνω κανόνες δικαίου, ενόψει των, εκατέρωθεν, υπό την επίκληση αυτών (κανόνων δικαίου), προβαλλομένων ισχυρισμών του μεν αναιρεσείοντος, ότι το ΜΤΑ δεν φέρει ευθύνη για τον χαρακτήρα της υπό εκμίσθωση εκτάσεως, αφού ο αναιρεσείων όφειλε και μπορούσε να προβεί στη διαπίστωση αυτής πριν από τη διενέργεια του διαγωνισμού, ο οποίος ισχυρισμός θεμελιώνει την από το ως άνω άρθρο 44§4 ΠΔ 715/79 ένσταση, του δε αναιρεσιβλήτου ότι "υφίστατο αδυναμία να επισκεφθεί και ελέγξει κατά πόσο η έκταση αυτή ήταν εκμεταλλεύσιμη γεωργικά", θεμελιούντος την από το άρθ. 342 ΑΚ αντένσταση, την οποία (αντένσταση), με ρητή σχετική παραδοχή, δέχθηκε ως αποδειχθείσα η προσβαλλομένη απόφαση, κρίνοντας δε ακολούθως, ότι ο αναιρεσίβλητος - ανακόπτων δεν οφείλει στο ΜΤΑ τα καταλογισθέντα μισθώματα, χωρίς όμως ταυτοχρόνως να προσδιορίζει σε τι συνίστατο, αφενός η αναγνωριζομένη αδυναμία του αναιρεσιβλήτου προς επίσκεψη και έλεγχο, πριν από τη διενέργεια του πλειστηριασμού, της προς γεωργική εκμετάλλευση καταλληλότητας ή μη της άνω εκμίσθωσης εκτάσεως και αφετέρου η αιτία στην οποία οφείλετο αυτή, ώστε να κριθεί η συνδομή στο πρόσωπο του αναιρεσίβλητου πταίσματος ή μη και η συνακόλουθη άρση ή μη της υπερημερίας του και της τεκμαιρομένης υπαιτιότητας αναφορικά με τη μη υπογραφή της μισθωτικής συμβάσεως και συνακολούθως η βασιμότητα ή όχι των εκατέρωθεν προβαλλομένων ως άνω ισχυρισμών, προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, κατά την προεκτεθείσα στη μείζονα σκέψη έννοια, των προαναφερθεισών διατάξεων με αποτέλεσμα να κρίνονται ως ουσιαστικά βάσιμες οι, με τους παραπάνω αναιρετικούς λόγους, προβαλλόμενες αιτιάσεις.
Κατ' ακολουθίαν όλων των προαναφερθέντων πρέπει να γίνουν δεκτοί ως και ουσιαστικά βάσιμοι οι παραπάνω, από το άρθρ. 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ 2ος, 4ος, 5ος και 6ος λόγοι της αναιρέσεως, η αναιρετική εμβέλεια των οποίων καθιστά αλυσιτελή την έρευνα του 7ου λόγου αυτής, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος, και να παραπεμφθεί προς εκδίκαση η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 § 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσιβλήτου, μειωμένα κατά το μέτρο του άρθ. 22 ν. 3693/1957 (ολΑΠ 16, 27, 31/2009, ΑΠ 725/11).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ'αριθμ. 48/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Καλαμάτας, συγκροτούμενο από διαφορετικούς, από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρουμένη απόφαση, δικαστές.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος από διακόσια ενενήντα (290) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 7 Μαρτίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 9 Μαΐου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ