Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling technical expert reports were considered despite lack of specific mention.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Athens Court of Appeal's final judgment. The appellant argued the lower court ignored his technical expert reports, but the court found the appellate decision explicitly referenced all submitted expert opinions. Consequently, the court held that the omission of specific mentions for each report did not constitute a legal error warranting reversal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(11) and 390 of the Code of Civil Procedure; The failure to specifically mention technical expert reports in the judgment does not invalidate the decision if the appellate court clearly indicates it considered all submitted evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 750 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 750/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αντώνιο Ζευγώλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χρυσικού), Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού, Αθανάσιο Καγκάνη και Δημήτριο Γεώργα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Απριλίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Β. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Μπακατσή με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου Σ. Τ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Δημοσθένη Δαδούκη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/11/21996 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και την από 30/10/1997 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1390/1998 μη οριστική και 5681/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 8253/2006, 6109/2012 μη οριστικές και 2826/2014 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15/10/2014 αίτησή του και τους από 18/3/2015 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Γεώργας ανέγνωσε την από 7/4/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της από 15/10/2014 αιτήσεως αναιρέσεως, ως και των από 18/3/2015 προσθέτων λόγων αυτής. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι) Η κρινόμενη από 15/10/2014 (αριθ. καταθ. 805/2014) αίτηση αναίρεσης, στρέφεται κατά της 2826/2-5-2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, δια της οποίας απορρίφθηκε κατ’ ουσίαν η έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της 5681/2005 οριστικής απόφασης του Πολ. Πρωτ. Αθηνών. Η αναίρεση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόσθεσμα, (564, 552, 577 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω.
Η ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση αποτελεί κατάληξη της κάτωθι διαδικαστικής διαδρομής. Ο ήδη αναιρεσείων - εργολάβος Α. Β. άσκησε ενώπιον του Πολυμ. Πρωτοδικείου Αθηνών την από 28-11-1996 αγωγή του, με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος - εργοδότης, Σ. Τ., να του καταβάλει το ποσό των 19.747.761 δραχμών, με το νόμιμο τόκο από την ημέρα παράδοσης του έργου, άλλως από 16-5-1996, ημέρα όχλησης, ως υπόλοιπο της εργολαβικής του αμοιβής από την εκτέλεση του έργου (κατασκευή μεζονέτας στη ...
Αττικής), που του ανέθεσε ο αναιρεσίβλητος με τη σύμβαση εργολαβίας που καταρτίστηκε μεταξύ τους και επικουρικά την καταβολή του παραπάνω χρηματικού ποσού, λόγω του ότι ο εναγόμενος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία σε βάρος της περιουσίας του. Επίσης με την συνεκδικασθείσα από 3-10-1997 αγωγή του αναιρεσιβλήτου, μετά από παραδεκτό περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος με τις προτάσεις του, ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος - αναιρεσείων ήδη να του καταβάλει το ποσό των 500.000 δραχμών, με το νόμιμο τόκο από την ημέρα παραδόσεως του έργου (15-12-1994), άλλως από την ημέρα που τον όχλησε (26-1-1996), άλλως από την επίδοση της αγωγής και να αναγνωρισθεί ότι όφειλε να του καταβάλει το ποσό των 10.251.533 δραχμών, ως αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας (απάτης), που είχε διαπράξει, εις βάρος του και επικουρικά να υποχρεωθεί να του καταβάλει το ποσό των 500.000 δραχμών και να αναγνωρισθεί ότι του οφείλει το υπόλοιπο των 10.251.533 δρχ.
λόγω του ότι αυτός κατέστη πλουσιότερος εις βάρος του. Η ως άνω προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση εκδόθηκε μετά την έκδοση της υπ’ αριθ. 5681/2005 απόφασης του Πολ. Πρωτ. Αθηνών που απέρριψε την αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος ως αβάσιμη, δέχθηκε την αγωγή του αναιρεσιβλήτου, δεχόμενο ότι εξ αδικοπραξίας υπέστη την επιδικασθείσα ζημία.
Επί της ασκηθείσης από 23-10-2005 εφέσεως εκ μέρους του αναιρεσείοντος εκδόθηκαν η με αριθμό 8253/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που διέταξε την διενέργεια πραγματογνωμοσύνης και εν συνεχεία η 6109/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών που διέταξε την αυτοπρόσωπη εμφάνιση της πραγματογνώμονος προς παροχή εξηγήσεως στο ακροατήριο και τελικά η προσβαλλόμενη 2826/2014 απόφαση που δέχθηκε τυπικά την έφεση και την απέρριψε κατ’ ουσίαν, επικυρώνοντας την πρωτοβάθμια απόφαση.
ΙΙ) Κατά το άρθρο 569 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, αντίγραφο δε του δικογράφου των προσθέτων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους. Στην προθεσμία αυτή των 30 ημερών δεν υπολογίζονται οι ημέρες κατάθεσης και επίδοσης καθώς και της συζήτησης της αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 33/1996, ΑΠ 437/2007). Αν η τελευταία (30η) ημέρα πριν από τη δικάσιμο, με αφετηρία την επόμενη της επίδοσης του δικογράφου των προσθέτων λόγων αναίρεση, συμπίπτει με εξαιρετέα ημέρα ή Σάββατο δεν υπάρχει εμπρόθεσμη άσκηση των λόγων αυτών, οι οποίοι απορρίπτονται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτοι κατ’ άρθρ. 577 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. (Α.Π.890/10,1186/2006).
Εν προκειμένω ο Πρόεδρος του Α1 πολιτικού τμήματος του Αρείου Πάγου όρισε δικάσιμο προς συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως για την 20-4-2015 ημέρα Δευτέρα και ώρα 9.30. Ο αναιρεσείων κατέθεσε το από 18-3-205 δικόγραφο προσθέτων λόγων στο Γραμματέα του Αρείου Πάγου στις 19-3-2015 (αριθ. καταθ. 37/2015) και το επέδωσε στον αναιρεσίβλητο αυθημερόν, όπως προκύπτει και από τη προσκομιζόμενη με αριθμό 1899/19-3-2015 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Ι. Π.. Έτσι, η 30η ημέρα από την επομένη της επιδόσεως συμπίπτει με την 18-4-2015, ημέρα Σάββατο, επειδή δε και η επομένη ημέρα (19-4-2015) ήταν Κυριακή, η ανωτέρω τριακονθήμερη προθεσμία έληξε την 7η μ.μ. ώρα της επομένης εργάσιμης ημέρας, ήτοι της 20-4-2015, που ήταν και η ημέρα της δικασίμου της υποθέσεως. Επομένως, αφού η εν λόγω προθεσμία δεν είχε ολοκληρωθεί 30 πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση, οι πρόσθετοι λόγοι ασκήθηκαν εκπροθέσμως και είναι απαράδεκτοι, αυτεπαγγέλτως ερευνωμένου του παραδεκτού ασκήσεως κατ’ άρθρ. 577 Κ.Πολ.Δ..
ΙΙΙ) Κατά τη διάταξη του άρθρου 149 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ., όπως αυτή ίσχυε με το άρθρο 8 παρ. 4 Ν. 2145/1993 και 3 παρ. 5 Ν.2207/1994 και η οποία καταργήθηκε με το άρθρο 1 παρ. 3 Ν. 2915/2001, υπήρχε ευχέρεια του δικαστηρίου, που δικάζει την ουσία της υποθέσεως, να χορηγήσει ύστερα από αίτηση διαδίκου, υποβαλλόμενη με τις προτάσεις του, νέα προθεσμία διεξαγωγής των αποδείξεων έως έξι (6) μήνες.
Με βάση τις μεταβατικές ρυθμίσεις των άρθρων 22 και 38 του τελευταίου αυτού νόμου τα ανωτέρω εξακολουθούν να εφαρμόζονται σε όσες υποθέσεις, όπως και η επίδικη, ήταν εκκρεμείς κατά την έναρξη ισχύος του κεφαλαίου Α’ του ίδιου νόμου. Σκοπός της καταργημένης ήδη διατάξεως του άρθρου 149 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ. ήταν η διασφάλιση αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας με την άρση των ανεπιεικών αποτελεσμάτων που μπορούσαν να επέλθουν από την απώλεια της αρχικής ή της κατά παράταση προθεσμίας των αποδείξεων (Α.Π.1467/1980, Α.Π.140/1997), αρκεί η απώλεια αυτή να μην οφείλεται σε πρόθεση παρελκύσεως της δίκης (Α.Π.399/1983).
Για να δικαιολογείται δηλαδή η χορήγηση νέας προθεσμίας διεξαγωγής των αποδείξεων δεν απαιτείται να συντρέχει οπωσδήποτε λόγος ανώτερης βίας, αλλά αρκούν και άλλες εύλογες αιτίες, οι οποίες όμως πρέπει να εξειδικεύονται στην αίτηση με την οποία ζητείται χορήγηση νέας προθεσμίας. Κατά την κρίση του δικαστηρίου συνεκτιμάται για την χορήγηση νέας προθεσμίας και η αξιοποίηση ή μη της δυνατότητας παρατάσεως της αρχικής προθεσμίας, που δεν ζητήθηκε από τον εισηγητή Δικαστή, προπάντων όμως η αναγκαιότητα της νέας προθεσμίας κρίνεται από τη σημασία της στο σχηματισμό ασφαλούς δικαστικής κρίσεως επί της ουσίας της υποθέσεως, με την έννοια ότι η συνέχιση των αποδείξεων κατά τη διάρκεια της νέας προθεσμίας θα συμβάλει αποφασιστικά στην ουσιαστική έρευνα της υποθέσεως.
Η απόρριψη πρωτοδίκως του αιτήματος για τη χορήγηση νέας προθεσμίας διεξαγωγής των αποδείξεων δικαιολογεί αντίστοιχο λόγο εφέσεως (Α.Π.56/1986, Α.Π.1500/1995), ενώ και αυτοτελώς μπορεί το αίτημα αυτό να υποβληθεί εκ νέου ή για πρώτη φορά στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο (Α.Π.1207/1975), εφόσον και στις δύο περιπτώσεις συνέχεται με ευθεία αμφισβήτηση του αποδεικτικού συλλογισμού της πρωτόδικης αποφάσεως, δηλαδή με αντίστοιχο λόγο εφέσεως (Α.Π.1193/1980).
Εξάλλου κατά το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της παρούσης διατάξεως είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, δηλαδή κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένα λαμβανόμενο, οδηγεί κατά το νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση ή αντένσταση (Ολ.
Α.Π.3/97). Τα διαδικαστικά αιτήματα, είναι επουσιώδεις ισχυρισμοί και συνεπώς δεν αποτελούν πράγματα που θεμελιώνουν αιτήματα, η μη λήψη υπόψη των οποίων δεν ιδρύει, ούτε το λόγο εκ του αριθμού 9, μεταξύ των οποίων και η χορήγηση νέας προθεσμίας διεξαγωγής αποδείξεων (Α.Π.626/2007). Επομένως ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης δια του οποίου μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου ο αναιρεσείων για το λόγο ότι με αυτή εσφαλμένα απορρίφθηκε το αίτημά του για τη χορήγηση νέας προθεσμίας διεξαγωγής των αποδείξεων, ώστε να δυνηθεί να εξετάσει τον δεύτερο γνωστοποιηθέντα νομίμως μάρτυρά του, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος και τούτο διότι η απόρριψη ενός τέτοιου αιτήματος δεν δημιουργεί λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ., αφού η τυχόν συμπλήρωση των αποδείξεων με την χορήγηση προθεσμίας εξετάσεως του δευτέρου μάρτυρος εναπόκειται στην κυριαρχική και μη ελεγχόμενη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Επίσης επί παραβάσεως κανόνα δικονομικού δικαίου, που δεν αποτελεί επώνυμο λόγο αναίρεσης, δεν μπορεί υπό το πρόσχημα της ανεπάρκειας ή αντιφατικότητας κλπ αιτιολογίας, να ιδρυθεί ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 19 του 559 Κ.Πολ.Δ. καθόσον το ζήτημα περί χορηγήσεως νέας προθεσμίας αποδείξεων δεν αποτελεί "ζήτημα" ούτε "πράγμα".
Πρέπει επομένως ο πρώτος λόγος αναίρεσης να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
IV) Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται εκτός των άλλων και αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Αυτό, υπάρχει, όταν εχώρησε ψευδής ερμηνεία ή κακή εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνα ο οποίος ρυθμίζει βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις.
Εσφαλμένη, κατ’ ακρίβειαν, εφαρμογή υπάρχει, όταν αποδόθηκε μεν στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, ορθώς η έννοια του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, στη συνέχεια όμως, δεν εφαρμόσθηκε ο ίδιος στην κρινόμενη περίπτωση, αν και τα περιστατικά που δέχτηκε ανελέγκτως το δικαστήριο της ουσίας υπάγονταν στον κανόνα δικαίου (Ολ.
Α.Π.36/1988, Ολ. Α.Π.4/2006). Τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την εν γένει, επαγγελματική ενασχόληση μπορούν να χρησιμοποιηθούν, είτε για να εξακριβωθεί η βασιμότητα των πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν αντικείμενο της αποδείξεως (άρθρο 336 Κ.Πολ.Δ.), είτε για να γίνει, μετά τη διαπίστωση της βασιμότητάς τους, η υπαγωγή τους σε νομικούς κανόνες (άρθρο 559 αριθ. 1 εδ.
β Κ.Πολ.Δ., Ολ Α.Π. 10/2005, Α.Π. 377/1998), και μπορούν να αποτελέσουν λόγο αναιρέσεως μόνο κατά την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή κατά των υπαγωγή των πραγματικών στον προσήκοντα κανόνα δικαίου (Ολ Α.Π. 23/1988, Α.Π.750/2003). Εξάλλου κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την υπ’ όψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνος δικαίου, για την επέλευση της εννόμου συνεπείας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία, Ολ Α.Π. 1/1999).
Κατά το άρθρο 559 αριθ.8 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα (δηλ. πραγματικοί ισχυρισμοί) κατά την έννοια της παρούσας διάταξης, είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, δηλαδή κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένα λαμβανόμενο, οδηγεί κατά το νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση ή αντένσταση (Ολ Α.Π. 3/1997).
Δεν ιδρύεται όμως ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν δεν λήφθηκαν υπόψη επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγος έφεσης, όπως και οι νομικοί ισχυρισμοί ή η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, ούτε οι ισχυρισμοί που ανάγονται στην κατ’ ορθή ερμηνεία έννοια του εφαρμοστέου νόμου (Α.Π. 430/2011) και γενικά δεν αποτελούν "πράγματα" οι λόγοι έφεσης που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτόδικης απόφασης που όμως αναφέρονται όχι σε αυτοτελείς ισχυρισμούς, αλλά σε πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, αντλούμενα από την εκτίμηση των αποδείξεων ή από το νόμο (Α.Π.1586/2008).
Τέλος στο άρθρο 200 Α.Κ. ορίζεται ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη τα συναλλακτικά ήθη, κατά δε το άρθρο 288 Α.Κ. ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, κατά δε το άρθρο 288 Α.Κ. ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη.
Ενώ στο άρθρο 681 Α.Κ. ορίζεται ότι με τη σύμβαση έργου ο εργολάβος έχει υποχρέωση να εκτελέσει το έργο και ο εργοδότης να καταβάλει τη συμφωνημένη αμοιβή και κατά το άρθρο 682 Α.Κ. αμοιβή λογίζεται πως έχει συμφωνηθεί σιωπηρά, αν το έργο συνηθίζεται να εκτελείται μόνο με αμοιβή.
Εν προκειμένω από την παραδεκτή κατ’ άρθρον 561 Κ.Πολ.Δ. επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και δη της προσβαλλόμενης απόφασης, εγένοντο δεκτά δι’ αυτής τα κάτωθι, κατά τα ενδιαφέροντα εν προκειμένω θέματα "Το έτος 1992 ο παραπάνω εφεσίβλητος, προκειμένου να κατασκευάσει στο πιο πάνω οικόπεδο νέα οικοδομή, ανέθεσε στον εκκαλούντα Α.
Β., πολιτικό μηχανικό και εκτελούντα χρέη επιβλέποντα μηχανικού, δυνάμει του από 20-4-1993 ιδιωτικού συμφωνητικού, την κατασκευή της οικοδομής, βάσει σχεδίων και μελετών (αρχιτεκτονική μελέτη, μελέτη θερμομονωτικής πυροπροστασίας) που συνέταξε η αδελφή του εφεσιβλήτου Σ. Τ., Α. Τ. - Τ., Αρχιτέκτονας, της στατικής μελέτης που συνέταξε ο Γ.
Μ. ... Με το παραπάνω ιδιωτικό συμφωνητικό, συμφωνήθηκαν τα ακόλουθα: α) ο εφεσίβλητος - εργοδότης ανέθεσε την εκτέλεση του έργου στον εκκαλούντα, β) συμφωνήθηκε η ανέγερση να εκτελεσθεί σε δύο στάδια, γ) το πρώτο στάδιο συμφωνήθηκε να αποπερατωθεί μέχρι 30-8-1993 αντί αμοιβής 19.500.000 δρχ., στην οποία περιλαμβάνονταν εκσκαφές, μπαζώματα, φέροντα οργανισμό από οπλισμένο σκυρόδεμα, άοπλα σκυροδέματα δαπέδου, οπτοπλινθοδομές, μονωτικά στους τοίχους και στην οροφή Pilotis, επιβάρυνση ασφαλιστικών εισφορών προσωπικού, αμοιβή αυτεπιστασίας μηχανικού.
Για εργασίες πέραν των συμφωνηθέντων ή για τροποποιήσεις των αρχιτεκτονικών σχεδίων θα γινόταν ιδιαίτερη συμφωνία. Η καταβολή του παραπάνω αναφερομένου ποσού θα γινόταν τμηματικά, σύμφωνα με την πρόοδο εργασιών και μέχρι 30-8-1993. Η παραπάνω από 20-4-1993 σύμβαση (ιδιωτικό συμφωνητικό), ερμηνευόμενη όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη και χωρίς προσήλωση στις λέξεις (Α.Κ. 173-200), έχει την έννοια της ανάθεσης από τον εφεσίβλητο στον εκκαλούντα της εκτελέσεως του έργου και όχι της συμφωνίας για της αμοιβής του πρώτου σταδίου εργασιών στο ποσό των 19.500.000 δρχ.
κατ’ αποκοπή, δεδομένου ότι οι παραπάνω όροι του εν λόγω ιδιωτικού συμφωνητικού στη συνέχεια τροποποιήθηκαν και συγκεκριμένα, όπως συνομολογείται από τους διαδίκους, το έργο εκτελέσθηκε σε τέσσερα στάδια... Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο εφεσίβλητος κατέβαλε στον εκκαλούντα μέχρι το μήνα Σεπτέμβριο 1993 για το Α’ στάδιο εργασιών το ποσό των 19.500.000 δρχ και το ποσό των 2.450.000 δρχ.
για πέραν του άνω ιδιωτικού συμφωνητικού πρόσθετες εργασίες (βλ. την από 7-9-1993 απόδειξη ποσού 1.500.000 δρχ. του εκκαλούντος, όπου αναφέρονται ότι το ποσό δόθηκε σε εξόφληση του Α’ σταδίου εργασιών). Περαιτέρω, δέχθηκε η απόφαση ότι ο εκκαλών εξαπάτησε τον εφεσίβλητο - εργοδότη, υπερτιμολογώντας τα τιμολόγια, ή παριστάνοντας ότι τα υλικά είχαν άλλες ιδιότητες από τις πραγματικές.
Συγκεκριμένα στον ξυλότυπο που κατατέθηκε στην πολεοδομία είχε σίδερα 20άρια και στον ξυλότυπο που παρέδωσε στον κατασκευαστή είχε σίδερα 18άρια. Τα σίδερα δε είχαν αφαιρεθεί και σε ποσότητα. Για τα μονωτικά της οικοδομής, ενώ ο εκκαλών χορήγησε στον εφεσίβλητο την υπ’ αριθ. 473/25-11-1993 απόδειξη του Α. Α. στην οποία αναγραφόταν ότι τα μέτρα του μονωτικού για τη μόνωση της στέγης ήταν 200,5τ.μ., στην πραγματικότητα αυτά ήταν 100,5τ.μ.
και ο εκκαλών είχε πλαστογραφήσει την παραπάνω απόδειξη, πλαστογραφώντας τον αριθμό 1 σε 2, καθώς και το πάχος των μονωτικών αυτών σε 3cm σε 5cm. Ακόμα, για την αγορά σκυροδέματος, ο εκκαλών κατέβαλε στην εταιρία "ΑΤ.Β.Ε. Ν. Κ. ΑΕ", το ποσό των 2.927.499δρχ. αλλά παρέστησε ψευδώς στον εφεσίβλητο ότι κατέβαλε το ποσό των 3.200.000δρχ.
Επίσης, ο εκκαλών διαβεβαίωνε τον εφεσίβλητο ότι με τα λεφτά που λάμβανε πλήρωνε εμπρόθεσμα τις εισφορές ΙΚΑ, τις οποίες όμως καθυστέρησε να καταβάλει, με αποτέλεσμα ο εφεσίβλητος να καταβάλει στο ΙΚΑ για πρόστιμα για αδικαιολόγητες καθυστερήσεις αλλά και για ελλιπή συμπλήρωση καταστάσεων, το ποσό των 188.186 δραχμών.
Με αυτόν τον τρόπο ο εκκαλών έπεισε τον εφεσίβλητο ότι η αξία του έργου ανερχόταν σε ποσό μεγαλύτερο του πραγματικού κόστους του έργου που ήταν κατά τ’ ανωτέρω 60.292,080 δρχ., με αποτέλεσμα ο τελευταίος να του καταβάλει 70.937.951 δρχ., ενώ τούτο ήταν αναληθές, καθόσον η αμοιβή του εργολάβου ανήλθε, μαζί με την αξία των υλικών που χρησιμοποιήθηκαν και των εργατικών, σε 60.292.080 δρχ., με αποτέλεσμα να ζημιωθεί ο εργοδότης παράνομα και από υπαιτιότητα του εργολάβου κατά το ποσό των 10.645.871δρχ.".
Με το να δεχθεί τ’ ανωτέρω κατά την ανέλεγκτη κρίση του η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς την από 3-10-1997 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου (αριθ. καταθ. 9296/97) που κρίθηκε ότι βασίζεται στις διατάξεις περί αδικοπραξίας που συντελέστηκε με την απάτη παραστάσεως ψευδών γεγονότων ως αληθινών, ερειδόμενη στις διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298, 346 και 386 Π.Κ., όπως κρίθηκε με την 1390/1998 απόφαση του Πολ.
Πρωτ. Αθηνών και ήδη με την προσβαλλόμενη απόφαση, σχετικά με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως πρέπει να αναφερθούν τα κάτωθι: α) Ως προς το πρώτο σκέλος του λόγου αυτού με τον οποίο ισχυρίζεται ο αναιρεσείων ότι το Δικαστήριο δέχθηκε πράγματα που δεν είχαν προταθεί και δη ότι ενώ ο αναιρεσίβλητος ουδέποτε ισχυρίσθηκε ότι έγινε τροποποίηση του από 20-4-1993 συμφωνητικού, παρά ταύτα δέχθηκε ότι έγινε τροποποίηση των σταδίων εκτελέσεως του έργου από δύο σε τέσσερα, από την επισκόπηση της ως άνω αγωγής προκύπτει ότι αναφέρεται ρητά ότι η συμφωνία παρατάθηκε σιωπηρά για τα επόμενα στάδια και αναφέρεται εν συνεχεία στα επόμενα τρία στάδια (δεύτερο, τρίτο και τέταρτο) καθώς και τις εργασίες που ανάγονται σε ένα έκαστο των επόμενων σταδίων.
Τούτο δέχθηκε και η προσβαλλόμενη απόφαση ως αποδειχθέν από την εκτίμηση των αποδείξεων και ως εκ τούτου ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος, από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, β) με το δεύτερο σκέλος του λόγου αυτού ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι δια της προσβαλλομένης απόφασης έγινε παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας και της καλής πίστης με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 200, 288, 681 και 682 Α.Κ., ως προς το ζήτημα του καθορισμού εργολαβικής αμοιβής κατά την κατάρτιση οικονομικής συμβάσεως.
Από την ως άνω όμως παράθεση της αντίστοιχης περικοπής της απόφασης γίνεται ρητή αναφορά στην αρχικώς συμφωνηθείσα εργολαβική αμοιβή, που αφορούσε δύο στάδια εκτέλεσης, δέχθηκε όμως εν συνεχεία ότι έγινε τροποποίηση εκ των υστέρων με την εκτέλεση του έργου σε τέσσερα στάδια, ήτοι το ζήτημα αυτό αφορά τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα, ως αφορώντα θέματα αποδείξεων.
Με το να δεχθεί τ’ ανωτέρω η απόφαση δεν παραβίασε τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 200, 288, 681 και 682 Α.Κ., που αφορούν όμως τη σύμβαση έργου τις οποίες ρητά αναφέρει ότι έλαβε υπόψιν και ως εκ τούτου ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. λόγος είναι απορριπτέος, καθόσον εν προκειμένω η νόμιμη βάση της αγωγής ερείδεται στις διατάξεις περί αδικοπραξίας (914 Α.Κ.) και όχι από τη σύμβαση έργου, όπως υπολαμβάνει ο αναιρεσείων, γ) με το τρίτο σκέλος του λόγου αυτού παραπονείται ο αναιρεσείων, διότι η απόφαση δεχόμενη ότι το όλο έργο εκτελέστηκε σε τέσσερα στάδια ουδόλως σημαίνει ότι έγινε και τροποποίηση της οικονομικής συμφωνίας για το πρώτο στάδιο εργασιών.
Όμως το Δικαστήριο δέχθηκε ότι το κόστος για το πρώτο στάδιο εργασιών ανήλθε συνολικά σε 15.305.000 δρχ. και όχι σε 19.500.000 δραχμές από τη διαφορά δε αυτή συνάγεται κατά την προσβαλλόμενη απόφαση και η αδικοπραξία που συντελέστηκε σε βάρος του αναιρεσιβλήτου, με την παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ως προς το ύψος της αμοιβής των εκτελεσθεισών εργασιών.
Δεχόμενο δε το Δικαστήριο της ουσίας, ότι έγινε τροποποίηση εν συνεχεία και όπως συνομολογείται από τους διαδίκους ότι το έργο εκτελέστηκε σε τέσσερα στάδια και όχι σε δύο, δεν περιέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες, με το να δεχθεί ότι μέχρι το Σεπτέμβριο 1993 είχε καταβάλει ο αναιρεσείων 19.500.000 δραχμές και 2.450.000 δραχμές για εργασίες πέραν του ως άνω ιδιωτικού συμφωνητικού.
Και τούτο διότι εκ της αναφοράς (πλεοναστικής) ότι έγινε καταβολή του ποσού που είχε συμφωνηθεί εως τον Σεπτέμβριο 1993, δεν σημαίνει ότι είχαν γίνει και όλες οι εργασίες που αφορούσαν το αρχικώς συμφωνηθέν πρώτο στάδιο εργασιών κατ’ αποκοπή, αφού πλέον, μετά την τροποποίηση το κόστος της αμοιβής για το πρώτο στάδιο ήτο μικρότερο του ως άνω συμφωνηθέντος και δη 15.305.000 δρχ.
και όχι 19.500.000 δρχ. Είναι επομένως απορριπτέος ως αβάσιμος και κατά το τρίτο σκέλος του, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ο λόγος αυτός της αναίρεσης (δεύτερος) και κατά συνέπεια στο σύνολό του.
V) Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη, τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από τον διάδικο.
Είναι δε σαφής και ορισμένη η ταυτότητά του, αν δε πρόκειται για αποδεικτικό μέσο, που το πρώτον προσάγεται στην κατ’ έφεση δίκη, η επίκληση γίνεται με τις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης (Ολ. Α.Π.23/2008, Α.Π.197/2013, 481/2013). Καμία ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ’ είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη (μάρτυρες, έγγραφα, πραγματογνωμοσύνη, ένορκες βεβαιώσεις κλπ).
Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ. Α.Π. 2/2008) ή κατ’ άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (Ολ. Α.Π. 13,14,15/2005) ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (Α.Π.1022/2013).
Τέλος κατά το άρθρο 390 Κ.Πολ.Δ. το Δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα τις γνωμοδοτήσεις προσώπων που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης σε ζητήματα που αφορούν εκκρεμή δίκη, οι οποίες συντάχθηκαν ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου και προσάγονται από αυτόν. Οι προβλεπόμενες από το ως άνω άρθρο γνωμοδοτήσεις, δεν συνιστούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά έγγραφο που ρυθμίζεται ειδικά και που εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο ως δικαστικό τεκμήριο (Α.Π.621/2000) και η μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα καλύπτει και αυτές και συνεπώς η παράλειψη ιδιαίτερης μνείας τους στην απόφαση δεν ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από το άρθρο 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δ. (Ολ Α.Π.8,12/2005).
Στη προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς το ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τις τρεις τεχνικές εκθέσεις του πολιτικού μηχανικού Π. Κ., τις οποίες προσήγαγε με επίκληση, αλλά αντιθέτως το Δικαστήριο έλαβε υπόψη τις τεχνικές εκθέσεις του Α. Κ. και Φ. Τ., που προσκόμισε ο αντίδικος. Από την παραδεκτή επισκόπηση όμως της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του για τον σχηματισμό της δικανικής του κρίσεως, μεταξύ άλλων και τις προσκομιζόμενες μετ’ επικλήσεως τεχνικές εκθέσεις. Από την ως άνω αναφορά προκύπτει ότι το Δικαστήριο και δη κατά τρόπο αδιστάκτως βέβαιο έλαβε υπόψη του και τις ως άνω τεχνικές εκθέσεις, ανάγεται δε στην περί των πραγμάτων κρίση του η μη αποδοχή κατά το περιεχόμενό τους αυτών. Ως εκ τούτου ο σχετικός (3ος) λόγος της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Ενόψει των ανωτέρω πρέπει ν’ απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης κατά της υπ’ αριθμ. 2826/2014 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών, διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που καταβλήθηκε στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ., αρθρ. 12. Ν. 4055/2012) και τέλος να επιβληθεί η δικαστική δαπάνη σε βάρος του αναιρεσείοντος και υπέρ του αναιρεσιβλήτου, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις (άρθρ. 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), όπως στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-10-2014 αίτηση και τους από 18-3-2015 πρόσθετους λόγους για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 2826/2-5-2014 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Διατάζει την εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Μαΐου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Ιουνίου 2015.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ