Legislator Case Law & Legislation
750/2012 AI generated

Supreme Court dismisses appeal due to procedural failure where respondent failed to appear despite valid summons.

Case Number 750/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against a first-instance judgment regarding a property dispute. The appellant argued the lower court erred in law by accepting an agreement to declare the property's tax value rather than the actual sale price, but the court found this premise false as the parties had agreed on the higher tax value. The primary reason for dismissal was procedural: the respondent was legally summoned to attend the hearing but failed to appear, leading the court to rule the appeal inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Articles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure; If a party fails to appear at the cassation hearing despite valid summons, the appeal is declared inadmissible against all parties.

Keywords

AI generated
cassation appeal inadmissible appeal failure to appear valid summons procedural default

Cited Legislation

AI generated
Articles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure
Article 122, 123, 126, 230 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 750 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 750 /2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γιαννούλη, Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 19 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε. Β., συζ. Β. Δ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παύλο Γιωγιό, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Της αναιρεσίβλητης: Δ. Μ. του Δ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18 Ιουλίου 2005 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:7286/ 2006 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 14795/2010 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8 Φεβρουαρίου 2011 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κράνης ανέγνωσε την από 2 Μαρτίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από τις διατάξεις των άρθρ. 108, 110§2, 498§1, 568§§1&2 και 576§§1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την προσκομιζόμενη από την αναιρεσείουσα υπ' αριθ. 4338/26.5.2011 έκθεση του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ... ότι η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 14795/2010 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης επισπεύσθηκε με φροντίδα της αναιρεσείουσας, η οποία προς το σκοπό αυτό επέδωσε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη ακριβές αντίγραφο του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης με πράξη κατάθεσής της στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και προσδιορισμένο χρόνο συζήτησής της στο Α1 Τμήμα του Αρείου Πάγου με αριθμό πινακίου 28 την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης αυτής δικάσιμο της 19.3.2012, κατά την οποία η αναιρεσίβλητη κλήθηκε να παραστεί (άρθρ. 122§1, 123, 126§1περ.α, 230§2, 498§§1&2, 568 ΚΠολΔ). Όμως η αναιρεσίβλητη δεν παρέστη κατά τη δικάσιμο αυτή στο ακροατήριο του Δικαστηρίου κατά τη νόμιμη εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, όπως αυτό προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου, γι' αυτό πρέπει να δικασθεί ερήμην, αλλά να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτή παρούσα (άρθρ. 576§2 ΚΠολΔ).

2. Από τις διατάξεις των άρθρ. 68 και 556 ΚΠολΔ συνάγεται ότι δικαίωμα αναίρεσης έχει κατ' αρχήν ο διάδικος που ηττήθηκε στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, εφόσον όμως υφίσταται βλάβη από διάταξη της απόφασης αυτής, ώστε να θεμελιώνεται έτσι το έννομο συμφέρον του. Το έννομο δηλαδή συμφέρον πρέπει να αναφέρεται σε κάποιο όφελος που προσδοκά ο αναιρεσείων από την εξαφάνιση της προσβαλλόμενης απόφασης και τέτοιο προπάντων είναι η ανατροπή του τυχόν δυσμενούς γι' αυτόν δεδικασμένου που προέκυψε από την τελεσιδικία της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 321 ΚΠολΔ).

Συνεπώς και ο διάδικος που νίκησε έχει έννομο συμφέρον να ασκήσει αναίρεση, όταν από τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης παράγεται βλαπτικό για τον ίδιο δεδικασμένο, που συμβαίνει και όταν η αιτιολογία της απόφασης δεν αφορά σε ζητήματα που απλώς κρίθηκαν πλεοναστικά και χωρίς ιδιαίτερη ανάγκη, αλλά στηρίζει άμεσα το διατακτικό της αναφορικά με στοιχείο του επίδικου δικαιώματος (ΑΠ 1459/2000).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση προσβάλλεται με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 14795/2010 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που δέχθηκε την από 7.9.2007 έφεση της ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 7286/2006 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης και αφού εξαφάνισε κατά το άρθρ. 528 ΚΠολΔ την απόφαση αυτή, που είχε εκδοθεί ερήμην της, απέρριψε ακολούθως την εναντίον της από 18.7.2005 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, η οποία με την πρωτόδικη απόφαση είχε γίνει δεκτή και είχε υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα να καταβάλει νομιμοτόκως στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 2.452,35 ευρώ ως αποζημίωση στο πλαίσιο ευθύνης της από τις διαπραγματεύσεις για την κατάρτιση σύμβασης με την αντίδικό της.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ ), αφού ναι μεν απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, που παραδεκτά επισκοπείται (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ), η ένδικη κατά της αναιρεσείουσας αγωγή, με αιτιολογία όμως που δημιουργεί δυσμενές γι' αυτή δεδικασμένο κατά την κρίση ειδικότερα της απόφασης ότι προέκυψε μεν ευθύνη της αναιρεσείουσας από τις διαπραγματεύσεις της για την κατάρτιση σύμβασης με την αντίδικό της, όμως η σχετική υποχρέωσή της προς αποζημίωση της αντιδίκου της υπερκαλύφθηκε από προηγούμενες καταβολές της προς αυτή.

Παρέπεται δηλαδή ότι πρόκειται για καταβολές οι οποίες έγιναν για νόμιμη αιτία, με συνέπεια να είναι αδύνατη πλέον η αναζήτησή τους στο πλαίσιο του αδικαιολόγητου πλουτισμού και να καθίσταται έτσι απορριπτέα η σχετική αγωγή της αναιρεσείουσας κατά της αντιδίκου της, που εκκρεμεί στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης με αριθμό κατάθεσης 3416/2009.

3. Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, ενώ με τον τρίτο λόγο της ίδιας αίτησης αποδίδεται στην αυτή απόφαση η πλημμέλεια ότι άφησε αδίκαστη την προταθείσα από την αναιρεσείουσα ένσταση συνυπαιτιότητας της αναιρεσίβλητης. Όμως οι πλημμέλειες αυτές δεν ιδρύουν λόγους αναίρεσης κατά το άρθρ. 560 ΚΠολΔ, που ορίζει τους λόγους αναίρεσης κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και κατ' έφεση των πρωτοδικείων, όπως είναι και η προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά αναφέρονται σε λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς αντίστοιχα 10 και 8β του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους ελέγχονται αναιρετικά οι λοιπές αποφάσεις. Πρέπει έτσι οι ως άνω λόγοι της αίτησης αναίρεσης να απορριφθούν ως απαράδεκτοι.

4. Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν μεταξύ άλλων δεκτά και τα ακόλουθα ως προς την ουσία της υπόθεσης: "Τον Οκτώβριο του 2004 η ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) και η εναγομένη (αναιρεσείουσα) ... ήρθαν σε διαπραγματεύσεις προκειμένου η δεύτερη να αγοράσει ένα διαμέρισμα ιδιοκτησίας της πρώτης, στην ... επί της οδού ...

αντί τιμήματος 184.886,28 ευρώ, το οποίο θα καταβαλλόταν από δάνειο που θα λάμβανε η εναγομένη από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων. Το διαμέρισμα αυτό το είχε αγοράσει η ενάγουσα με στεγαστικό δάνειο ... και για την αγορά του η ενάγουσα είχε απαλλαγή φόρου πρώτης κατοικίας. Για το λόγο αυτό και επειδή δεν είχε παρέλθει χρονικό διάστημα πέντε ετών από την απόκτηση του ανωτέρω ακινήτου, η ενάγουσα, προκειμένου να προβεί στην πώληση αυτού, θα έπρεπε να καταβάλει το φόρο, ο οποίος θα υπολογιζόταν επί του τιμήματος της μεταπώλησης του ακινήτου.

Η ενάγουσα γνωστοποίησε στην εναγομένη τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά και συμφωνήθηκε μεταξύ τους ότι η ενάγουσα θα επιβαρυνόταν με την καταβολή του παραπάνω φόρου, ο οποίος υπολογιζόμενος βάσει της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου ανερχόταν στο ποσό των 8.000 ευρώ. Οι διάδικοι συμφώνησαν να προβούν στην κατάρτιση οριστικής σύμβασης πώλησης περί τα τέλη Δεκεμβρίου του ίδιου έτους, οπότε θα παραδιδόταν το διαμέρισμα κενό στην εναγομένη.

Μάλιστα η εναγομένη κατέβαλε ως άτυπο αρραβώνα στην ενάγουσα, εν όψει της σύμβασης, το ποσό των 7.500 ευρώ. Η ενάγουσα, κατόπιν υποδείξεως του συμβολαιογράφου επιλογής της εναγομένης, εξέδωσε την 29.12.2004 την υπ' αριθ. ... τραπεζική επιταγή της EUROBANK σε διαταγή της Δ.Ο.Υ. Καλαμαριάς, ώστε να καταβληθεί ο φόρος που αντιστοιχούσε στην αντικειμενική αξία του διαμερίσματός της και να καταρτισθεί η σύμβαση πωλήσεως.

Η εναγομένη όμως εξασφάλισε την έγκριση δανείου ποσού 206.863 ευρώ από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων. Επομένως το ποσό αυτό θα έπρεπε να αναγραφεί ως τίμημα της πώλησης του διαμερίσματος στο σχετικό συμβόλαιο. Τούτο είχε ως αποτέλεσμα να υπολογίζεται πλέον ο φόρος, τον οποίο θα έπρεπε να καταβάλει η ενάγουσα, στο ποσό των 23.000 ευρώ, το οποίο ήταν σχεδόν τριπλάσιο του ποσού που συμφωνήθηκε να καταβληθεί από αυτή.

Έπειτα από την εξέλιξη αυτή προέκυψε διαφωνία μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων, πριν από την υπογραφή του συμβολαίου πώλησης, ως προς το ύψος του τιμήματος που θα αναγραφόταν στο συμβόλαιο, καθόσον η εναγομένη αξίωνε την καταβολή από την ενάγουσα του ποσού του φόρου, ύψους 23.000 ευρώ, που αντιστοιχούσε σε τίμημα 206.863 ευρώ, το οποίο όμως υπερέβαινε κατά πολύ το ποσό των 8.000 ευρώ, που υπολογιζόταν με βάση την αντικειμενική αξία του διαμερίσματος, όπως είχε συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων, με αποτέλεσμα να ματαιωθεί η κατάρτιση της σύμβασης πώλησης.

Ο σύζυγος της εναγομένης, Β. Δ., ενεργώντας ως πληρεξούσιος αυτής, επέδωσε στην ενάγουσα την 11.4.2005 την από 4.4.2005 εξώδικη δήλωση, με την οποία καλούσε την ενάγουσα να καταβάλει στην εφορία το ποσό των 23.000 ευρώ, ώστε να πραγματοποιηθεί η αγορά του διαμερίσματος. Η ενάγουσα δεν ανταποκρίθηκε στην παραπάνω πώληση, καθόσον η καταβολή απ' αυτή ποσού 15.000 ευρώ επιπλέον του συμφωνηθέντος ποσού καθιστούσε μη συμφέρουσα γι' αυτήν την πώληση του ακινήτου.

Η παραπάνω συμπεριφορά της εναγομένης, δηλαδή να αξιώσει λίγο πριν από την ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων και την υπογραφή του συμβολαίου πώλησης, να βαρύνει την ενάγουσα η καταβολή του επιπλέον ποσού των 15.000 ευρώ, το οποίο όμως ήταν αποτέλεσμα των δικών της επιλογών δανειοδότησης για την καταβολή του τιμήματος πώλησης του ακινήτου, είναι αντίθετη στην καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, διότι δεν επιδείχθηκε από την εναγομένη η επιβαλλόμενη στις συναλλαγές ευθύτητα και ειλικρίνεια ούτε λήφθηκαν υπόψη από αυτήν οι επιπτώσεις στα συμφέροντα της ενάγουσας από την επιβάρυνσή της με ποσό το οποίο αντιστοιχεί περίπου στο 8% του συμφωνηθέντος τιμήματος πώλησης του διαμερίσματος.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, εφ' όσον η σύναψη της σύμβασης ματαιώθηκε από την παραπάνω συμπεριφορά της εναγομένης, γεννάται αξίωση αποζημίωσης της ενάγουσας κατ' αυτής από τις διατάξεις των άρθρ. 197, 198 ΑΚ σε συνδυασμό με το άρθρ. 298 ΑΚ και ειδικότερα η εναγομένη έχει υποχρέωση να ανορθώσει τη ζημία της ενάγουσας, η οποία οφείλεται στο ότι η τελευταία πίστεψε στη σύναψη της σύμβασης που τελικά ματαιώθηκε.

Ειδικότερα η ενάγουσα, πιστεύοντας ότι η σύμβαση πώλησης θα καταρτιζόταν περί τα τέλη του έτους και θα έπρεπε να παραδώσει το διαμέρισμα κενό στην εναγομένη, προέβη στη μίσθωση άλλου διαμερίσματος επί της οδού ..., στην ..., με μηνιαίο μίσθωμα το ποσό των 600 ευρώ. Η ενάγουσα μετοίκησε με την οικογένειά της στο παραπάνω διαμέρισμα, όμως μετά την ματαίωση κατάρτισης της σύμβασης αναγκάστηκε να μετακομίσει τον Ιούνιο του 2005 εκ νέου στο διαμέρισμά της και να υποβληθεί σε έξοδα ποσού 1.785 ευρώ ...

Η ενάγουσα κατέβαλε συνολικά έξι μηνιαία μισθώματα (Ιανουαρίου 2005 - Ιουνίου 2005) στον εκμισθωτή του διαμερίσματος ... και συνολικά το ποσό των 3.600 ευρώ. Επίσης υποχρεώθηκε να καταβάλει για όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα, που το διαμέρισμα της ιδιοκτησίας της παρέμενε κενό, τις πάγιες δαπάνες αυτού, συνολικού ποσού 468,50 ευρώ και ειδικότερα ποσό 212 ευρώ στη Δ.Ε.Η., ποσό 11 ευρώ στην Ε.Υ.Α.Θ.

και ποσό 245,50 ευρώ για τη συμμετοχή του διαμερίσματος στις κοινόχρηστες δαπάνες της πολυκατοικίας κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα. Δηλαδή η ενάγουσα υποβλήθηκε σε δαπάνες συνολικού ποσού 5.853,50 ευρώ, επειδή πίστεψε στην κατάρτιση της σύμβασης και στο ποσό αυτό ανέρχεται η ζημία της ... Η ενάγουσα (όμως) ζήτησε με την υπό κρίση αγωγή της να της καταβληθεί ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 2.452,35 ευρώ μετά την αφαίρεση (από το συνολικά ζητούμενο με την αγωγή της ποσό των 9.952,35 ευρώ, από το οποίο το κονδύλιο των 1500 ευρώ για ηθική βλάβη της αναιρεσίβλητης κρίθηκε απορριπτέο ως μη νόμιμο ) του ποσού των 7.500 ευρώ, το οποίο έλαβε ήδη από την εναγομένη και εξακολουθεί να κατέχει".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε τελικά την ένδικη αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 560 ΚΠολΔ αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι παραβίασε τις σχετικές με τη φορολογία των ακινήτων διατάξεις ουσιαστικού δικαίου με το να δεχθεί ως θεμιτή τη συμφωνία των διαδίκων, κατά την οποία στο οριστικό συμβόλαιο που θα καταρτιζόταν για την πώληση στην αναιρεσείουσα του διαμερίσματος της αναιρεσίβλητης στην οδό ..., στην ..., δεν θα αναγραφόταν το πραγματικό τίμημα, αλλά αυτό με βάση την αντικειμενική αξία του διαμερίσματος, έτσι ώστε με βάση τη μικρότερη αυτή αξία να καταβαλλόταν αντίστοιχα μικρότερος φόρος για τη μεταβίβασή του.

Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης βασίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και είναι συνεπώς απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού κατά τις αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την ουσία της υπόθεσης δεν υπήρξε τέτοια συμφωνία των διαδίκων, αλλά συμφωνία τους ότι η αναιρεσίβλητη θα επιβαρυνόταν με φόρο μεταβίβασης ποσού 8.000 ευρώ, που αντιστοιχούσε στην τότε αντικειμενική αξία του παραπάνω διαμερίσματος, δηλαδή ανεξάρτητα από το τίμημα που θα αναγραφόταν στο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, η αναιρεσίβλητη όφειλε να καταβάλει φόρο μεταβίβασης μέχρι του ως άνω ποσού.

Συνακόλουθα η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, χωρίς να περιληφθεί κατά τα λοιπά σ' αυτή διάταξη για δικαστικά έξοδα, αφού η αναιρεσίβλητη που νίκησε, ερημοδίκησε στην αναιρετική δίκη.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8.2.2011 αίτηση της Ε. Β. για αναίρεση της υπ' αριθ. 14795/2010 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Απριλίου 2012.

Δημοσιεύθηκε δε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 2 Μαΐου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ