Supreme Court allows appeal against labor court for unpaid wages and interest on overdue salary debts.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against the Second Instance Court's decision regarding unpaid wages and interest. The appellant argued that the employer failed to pay salary differences, overtime, and holiday pay, which should have triggered immediate interest under Article 341 of the Civil Code. The court found the lower court erred by requiring the employer to be formally notified of the debt before interest accrued, ruling that the mere passage of time after the contract ended made the employer overdue. Consequently, the appeal was upheld, and the case was remanded for further proceedings with the employer ordered to pay legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 655, 341, and 345 of the Civil Code; Interest on salary debts accrues automatically upon the expiration of the employment contract without the need for formal notice of default.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 750 / 2010 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 750/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Σαράντη Δρινέα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ..., μηχανοτεχνίτη, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλη Σαξώνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΗ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ" και διακριτικό τίτλο "TECOR Ε.Π.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Παναγιώτα Πετρόγλου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-10-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 952/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 2340/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 21-2-2008 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Σαράντης Δρινέας ανέγνωσε την από 26-2-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά το άρθρο 655 του Α.Κ., επί συμβάσεως εργασίας, αν δεν υπάρχει αντίθετη συμφωνία ή συνήθεια, ο μισθός καταβάλλεται μετά την παροχή της εργασίας και, αν υπολογίζεται κατά ορισμένα διαστήματα κατά τη διάρκεια της συμβάσεως, καταβάλλεται στο τέλος καθενός από αυτά. Σε κάθε περίπτωση μόλις λήξει η σύμβαση γίνεται απαιτητός ο μισθός, που αντιστοιχεί στον χρόνο έως τη λήξη.
Εξ άλλου, μισθός κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως σε συνδυασμό προς τα άρθρα 648 και 649 του Α.Κ. και 1 της 95 Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας, που κυρώθηκε με το Ν. 3248/1955, είναι κάθε παροχή, την οποία οφείλει ο εργοδότης κατά τον νόμο ή τη σύμβαση στον μισθωτό ως αντάλλαγμα για την παρεχόμενη εργασία του. Άρα, μισθό, υπό την έννοια των ως άνω διατάξεων, αποτελούν και οι αμοιβές, που οφείλονται κατά νόμο στον μισθωτό ως αντάλλαγμα υπερεργασίας του, νόμιμης υπερωριακής εργασίας του και επιτρεπόμενης απασχολήσεως του σε ημέρα αργίας, αφού συνιστούν νόμιμα ανταλλάγματα εγκύρως παρεχόμενης εργασίας του μισθωτού.
Επομένως, και για τις αμοιβές αυτές τάσσεται από το άρθρο 655 του Ά.Κ., κατά τα ανωτέρω, δήλη ημέρα καταβολής, εις τρόπον ώστε με μόνη την πάροδο αυτής να καθίσταται ο εργοδότης υπερήμερος κατά το άρθρο 341 παρ. 1 του Α.Κ. και να οφείλει έκτοτε επί χρηματικού χρέους τόκους υπερημερίας κατά το άρθρο 345 εδάφ. α' του Α.Κ.
Για την αμοιβή δε της υπερεργασίας, της νόμιμης υπερωριακής εργασίας και της επιτρεπόμενης εργασίας σε ημέρες αργίας δήλη ημέρα καταβολής των απαιτήσεων αυτών σε μισθωτό που αμείβεται με μηνιαίο μισθό είναι η τελευταία ημέρα του μήνα μέσα στον οποίο παρασχέθηκαν οι επί μέρους αυτές εργασίες. Όσα προεξετέθησαν ισχύουν αναλόγως και για την επιτρεπόμενη απασχόληση του εργαζομένου για έκτακτη ανάγκη, η οποία υπό το σύστημα της πενθήμερης εβδομάδας εργασίας παρέχεται την έκτη μέρα (συνήθως Σάββατο).
Εξ άλλου, ασχέτως του άρθρου 655 του Α.Κ., για τα επιδόματα δώρων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και τις αποδοχές και το επίδομα αδείας τάσσεται από τον νόμο (άρθρα 10 της ΥΑ 19040/1981, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του Ν. 1082/1980, 4 παρ. 1 του ΑΝ 539/1945, του Ν. 4504/1961 και 1 παρ. 3 του ΝΔ 4547/1966) επακριβώς καθορισμένη ημέρα καταβολής (η 31η Δεκεμβρίου, η 30ή Απριλίου και η τελευταία το αργότερο ημέρα του οικείου έτους αντιστοίχως), ώστε με μόνη την πάροδο της δήλης αυτής ημέρας να επέρχονται οι ανωτέρω συνέπειες.
Επισημαίνεται ότι ο νόμος δεν διακρίνει μεταξύ μισθού υπό στενή και υπό ευρεία έννοια με περιορισμό της εφαρμογής των ως άνω κανόνων μόνο στον πρώτο, τα δε από τον νόμο απαιτούμενα περαιτέρω περιστατικά για τον προσδιορισμό των ως άνω αξιώσεων του μισθωτού δεν ανάγονται στον καθορισμό της ημέρας καταβολής τους, που είναι επακριβώς βάσει των ορισμών του νόμου καθορισμένη, αλλά στη γένεση και στο ύψος των αξιώσεων αυτών, ήτοι σε περιστατικά πάντοτε ερευνητέα και μη αποκλείοντα την έννοια της δήλης ημέρας.
Το δε εκκαθαρισμένο της απαιτήσεως δεν αποτελεί προϋπόθεση της υπερημερίας του οφειλέτη. Απλώς το ανεκκαθάριστο της απαιτήσεως θα μπορούσε κατά περίπτωση να στηρίξει ένσταση καταλυτική κατά το άρθρο 342 του Α.Κ. της υπερημερίας του οφειλέτη για έλλειψη υπαιτιότητας του, λόγω εύλογων αμφιβολιών του περί την ύπαρξη ή την έκταση του χρέους.(AΠ (Ολ) 40/2002).
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ανελέγκτως ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων προσλήφθηκε από την εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη εταιρεία την 22-1-1997 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με την ειδικότητα του μηχανοτεχνίτη με ημερομίσθιο 7.100 δρχ., πλέον ποσού 2.100 δρχ.
για κάθε ώρα πρόσθετης απασχόλησης που πραγματοποιούσε. Ότι η σύμβασή τους καταγγέλθηκε νομοτύπως την 30-11-1997 και στη συνέχεια προσλήφθηκε εκ νέου την 2-2-1998 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με την ίδια ειδικότητα και με ημερομίσθιο 7.350 δρχ. Και η σύμβαση αυτή λύθηκε με καταγγελία την 28-2-1998.
Ότι σύμφωνα με την από 29-5-1996 ΣΣΕ και την 44/1197 ΔΑ "περί όρων αμοιβής των εργατοτεχνιτών και υπαλλήλων μετάλλου των κάθε είδους μεταλλουργικών και βιοτεχνικών επιχειρήσεων όλης της χώρας", καθώς και την ΣΣΕ του έτους 1998, με τις οποίες έπρεπε να αμείβεται, έπρεπε να λάβει, επί πλέον των καταβληθέντων, τα επιδικασθέντα με την προσβαλλόμενη απόφαση επί μέρους χρηματικά ποσά:
α) για διαφορές αποδοχών (ημερομισθίων), β) για αποζημίωση υπερεργασίας, νόμιμης και παράνομης υπερωριακής απασχόλησης, γ) για εργασία κατά το Σάββατο και δ) για επιδόματα εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων, καθώς και επιδόματα αδείας και αποδοχές αδείας που αναλογούν στα αντίστοιχα χρονικά διαστήματα των συμβάσεων εργασίας του.
Ακολούθως, το Εφετείο έκρινε ότι τα επιδικασθέντα αυτά ποσά έπρεπε να καταβληθούν νομιμοτόκως από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής, "οπότε ο αναιρεσείων όχλησε την αναιρεσίβλητη" και απέρριψε το αίτημα καταβολής τοκοδοσίας από την ημέρα της απολύσεώς του. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, δεν απαιτείτο όχληση για να περιέλθει σε υπερημερία η αναιρεσίβλητη ως προς την καταβολή των επί μέρους ποσών που αφορούν διαφορές αποδοχών (ημερομισθίων), υπερεργασία, νόμιμη υπερωριακή απασχόληση, εργασία κατά τα Σάββατα, επιδόματα εορτών και αδείας και αποδοχές αδείας και τους αναλογούντες επ' αυτών τόκους και ο μοναδικός περί τούτου λόγος αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., είναι βάσιμος.
Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 §3 του Κ.Πολ.Δ.). Η αναιρεσίβλητη πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, κατ' άρθρ. 176 & 183 Κ.Πολ.Δ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 2340/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Μαρτίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 27 Απριλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ