Supreme Court dismisses appeal on work injury compensation, ruling statutory damages require specific safety law violations.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeal's decision regarding her work injury compensation claim. The appellant argued the lower court ignored evidence of insurance with TAXY and failed to consider facts affecting the case outcome. The court rejected these arguments, stating that statutory compensation for work injuries requires proof of specific safety law violations or employer intent, not just general negligence, and that the disputed insurance facts did not alter the legal basis for the claim.
Legislator headnote
AI generatedArt. 16 para. 1 of Law 551/1915; Art. 559 para. 8 and 11 lit. c of the Code of Civil Procedure: Statutory compensation for work injuries requires proof of specific safety regulations violations or employer intent, excluding general negligence, and appeals based on ignored evidence are inadmissible if the core legal elements remain unproven.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 750 / 2009 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 750/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Χρήστο Αλεξόπουλο, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Σαράντη Δρινέα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Γεωργία Ιατρού Νικητιάδη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ..., κατοίκου ..., 2)Ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία "ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑΙ ΚΑΙ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΔΙΟΝΥΣΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Ζωητό, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-10-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κώ. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 109/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 29/2008 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 14-3-2008 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Σαράντης Δρινέας, ανέγνωσε την από 10-2-2009 έκθεση του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Η πληρεξούσια δικηγόρος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά το άρθρ. 16 παρ.1 του Ν. 551/1915 οι εξ εργατικού ατυχήματος παθόντες έχουν δικαίωμα να εγείρουν αγωγή του κοινού δικαίου και να ζητήσουν, σύμφωνα με τα άρθρα 297, 298 και 914 ΑΚ, πλήρη αποζημίωση, μόνο όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη των προστηθέντων από αυτόν προσώπων ή όταν έγινε σε εργασία ή επιχείρηση στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις ισχυόντων νόμων, διαταγμάτων και κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων σε αυτές, βρίσκεται δε σε αιτιώδη συνάφεια με τη μη τήρηση των διατάξεων τούτων.
Τέτοιες διατάξεις είναι εκείνες, οι οποίες ειδικώς προβλέπουν τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων, ήτοι προσδιορίζουν τους όρους που πρέπει να τηρηθούν, μνημονεύοντας συγκεκριμένα μέτρα, μέσα και τρόπους προς επίτευξη της ασφάλειας των εργαζομένων. Δεν αρκεί δηλαδή ότι το ατύχημα επήλθε από τη μη τήρηση όρων, οι οποίοι επιβάλλονται μόνο από την κοινή αντίληψη, την υποχρέωση πρόνοιας και την απαιτούμενη στις συναλλαγές επιμέλεια, χωρίς να προβλέπονται από ειδική διάταξη νόμου (Ολ.ΑΠ 26/1995, ΑΠ 1132/1997).
Οι διατάξεις του αρθρ. 16 παρ.1 του Ν. 551/1915 αναφέρονται στην επιδίκαση αποζημιώσεως για περιουσιακή ζημία και όχι στη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, για την οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στον ανωτέρω νόμο και εφαρμόζονται μόνο οι γενικές διατάξεις. Επομένως, για να δικαιούται ο παθών σε εργατικό ατύχημα χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, αρκεί να συντέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος και πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν, με την έννοια του αρθρ. 914 του ΑΚ, δηλαδή αρκεί να συντρέχει οποιαδήποτε αμέλεια αυτών και όχι μόνο η ειδική αμέλεια περί την τήρηση των μέτρων ασφαλείας του αρθρ. 16 παρ.1 του Ν. 551/1915.
Περαιτέρω, από τη διάταξη του αρθρ. 931 του ΑΚ, που ορίζει ότι "η αναπηρία ή παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημιώσεως, αν επιδρά στο μέλλον του", σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 298, 299, 914, 929 και 932 Α.Κ. προκύπτει ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωση, που προξενείται στον παθόντα, ανεξαρτήτως φύλου, εκτός από την επίδραση, την οποία μπορεί να ασκήσει τόσο στο ύψος των χρηματικών ποσών, που θα στερείται ο παθών στο μέλλον ή θα ξοδεύει επιπλέον εξαιτίας της αυξήσεως των δαπανών του, όσο και στο ύψος της χρηματικής ικανοποιήσεως, που θα επιδικασθεί για την ηθική βλάβη, μπορεί να θεμελιώσει και αυτοτελή αξίωση για αποζημίωση, αν επιδρά στο μέλλον του.
Η διατύπωση της διατάξεως του άρθρου 931 Α.Κ. παρέχει βάση για τέτοια αξίωση, αν και εφόσον, κατά την αληθή έννοια της, η αναπηρία ή η παραμόρφωση επιδρά στο οικονομικό μέλλον του παθόντος, που δεν μπορεί να καλυφθεί εντελώς με τις παροχές, οι οποίες προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 929 και 932 Α.Κ., που συνθέτουν την ως άνω έννοια της αναπηρίας ή της παραμορφώσεως στο μέλλον του παθόντος.
Η κατά τα άνω, όμως, αυτοτελής αξίωση αφορά στον καθορισμό και μόνον αποζημιώσεως για περιουσιακή ζημία και μάλιστα μελλοντική και όχι για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, η οποία αποκαθίσταται κατά το άρθρο 932 ΑΚ και η οποία δεν μπορεί να βρει έρεισμα και στη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ, στην οποία γίνεται λόγος για "αποζημίωση".
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 34 παρ. 2 και 60 παρ. 3 α.ν. 1846/51, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 16 παρ. 1 ν. 551/15, κωδικοποιημένου με το β.δ. της 24.07/25.8.1920, συνάγεται ότι, όταν ο εργαζόμενος υπάγεται στην ασφάλιση του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΙΚΑ) και υποστεί ατύχημα, κατά την εκτέλεση της εργασίας ή εξ αφορμής της εργασίας, ο εργοδότης απαλλάσσεται από κάθε υποχρέωση αποζημιώσεως του, τόσο ως προς τη σύμφωνα με το κοινό δίκαιο ευθύνη για αποζημίωση, όσο και ως προς την προβλεπόμενη από τον παραπάνω ν. 551/15 ειδική αποζημίωση και μόνο αν το ατύχημα οφείλεται σε δόλο του εργοδότη ή αυτών που ο εργοδότης έχει προστήσει, ο τελευταίος έχει την υποχρέωση να καταβάλει στον εργαζόμενο την από το άρθρο 34 παρ. 2 α.ν. 1841/51 προβλεπόμενη διαφορά μεταξύ του ποσού της κατά το κοινό δίκαιο αποζημίωσης και του ολικού ποσού των παροχών που χορηγεί το ΙΚΑ.
Ο παθών, όμως, διατηρεί την αξίωσή του για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, η οποία κρίνεται πάντοτε κατά το κοινό δίκαιο (άρθρα 914, 922, 932 ΑΚ), κατά του εργοδότη και του προσώπου που προστήθηκε από αυτόν, όταν το ατύχημα οφείλεται σε πταίσμα αυτών. Έτσι, λοιπόν, σε περίπτωση εργατικού ατυχήματος, όταν ο παθών εργαζόμενος υπάγεται στην ασφάλιση του ΙΚΑ, το οποίο έχει αναλάβει την αποκατάσταση της περιουσιακής του ζημίας, δεν νομιμοποιείται (παθητικά) αυτός να αξιώσει από τον εργοδότη και την αυτοτελή αποζημίωση από το άρθρο 931 ΑΚ, λόγω του περιουσιακού χαρακτήρα αυτής (ΑΠ Ολ 18/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση τα ακόλουθα: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα με διαδοχικές συμβάσεις εξηρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου εργάσθηκε από το έτος 1997 μέχρι και το έτος 2002 επί εξάμηνο κατ' έτος, ήτοι από τον μήνα Μάιο μέχρι και το μήνα Οκτώβριο, στο ξενοδοχείο που διατηρεί η δεύτερη αναιρεσίβλητη στο ...
της ..., το οποίο λειτουργεί εποχιακά, ως πλύντρια. Ότι στις 17-8-2002 κατά την εκτέλεση της εργασίας της από αμέλεια του πρώτου αναιρεσιβλήτου, προστηθέντος στην υπηρεσία της δεύτερης, τραυματίσθηκε στο κεφάλι. Ότι ο τραυματισμός της οφείλεται στην υπαίτια συμπεριφορά του προστηθέντος υπό της δεύτερης πρώτου αναιρεσιβλήτου, ο οποίος από αμέλειά του κατά τη μεταφορά μιας δοκού αντί να την μετακινήσει με τα χέρια του, εκσφενδόνισε αυτήν προς το σημείο που εκείνη εργαζόταν, με αποτέλεσμα να την κτυπήσει στο κεφάλι και να υποστεί μεταξύ των άλλων κρανιοεγκεφαλική κάκωση και διάσειση.
Ότι εξ αιτίας της άνω σωματικής βλάβης νοσηλεύθηκε επί διήμερο στο νοσοκομείο Ρόδου, στη συνέχεια δε αναγκάσθηκε να διακόψει την εργασία της, καθόσον από τα άνω τραύματα παρουσίασε μείωση ακοής, πάρεση δεξιάς πλευράς, ιλίγγους, αστάθεια στη βάδιση, βουητό, και διαταραχές στην όραση και επανήλθε σε αυτήν την 16-9-2002 μετά από αναρρωτική άδεια ενός μηνός, οπότε εργάσθηκε μέχρι τέλους Οκτωβρίου 2002 που έληξε η σύμβαση.
Ότι τον Ιανουάριο του 2003 υπέβαλε στην δεύτερη αναιρεσίβλητη νομότυπα μέσω της συνδικαλιστικής της οργάνωσης αίτηση για επαναπρόσληψή της για την επόμενη τουριστική περίοδο, ζητώντας παράλληλα να της ανατεθεί εργασία σε άλλο τμήμα του ξενοδοχείου, αφού λόγω του άνω τραυματισμού της δεν μπορούσε να αντέξει τον θόρυβο των πλυντηρίων ούτε και να σκύβει.
Αντ' αυτού, όμως, η δεύτερη αναιρεσίβλητη, ενεργώντας καταχρηστικά κατήγγειλε δια των νομίμων εκπροσώπων της τη σύμβαση στις 23-2-2003 χωρίς να της καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση και στη συνέχεια, για να της χορηγήσει πιστοποιητικό προϋπηρεσίας ώστε να προσληφθεί στον Δήμο ... ως βοηθητική νοσοκόμα, της ζήτησαν εκβιαστικά οι νόμιμοι εκπρόσωποί της, προκειμένου να αποφύγουν την καταβολή της αποζημίωσης να ανακαλέσει την υποβληθείσα αίτηση επαναπρόσληψης, εκείνη δε εξαναγκάσθηκε στις 26-2-2003, προκειμένου να της χορηγηθεί το άνω πιστοποιητικό, να παραιτηθεί των συνδεομένων με την άνω δήλωση δικαιωμάτων της (ανακάλεσε τη δήλωση επαναπρόσληψης).
Με βάση αυτά τα πραγματικά περιστατικά και την επίκληση ότι οι σωματικές βλάβες που υπέστη από το άνω εργατικό ατύχημα (σημαντική απώλεια της ακοής) έχουν διαρκή και μόνιμο χαρακτήρα με άμεση επίδραση στο οικονομικό της μέλλον, αφού το είδος των επαγγελμάτων τα οποία 6α δύναται να ασκεί στο μέλλον περιορίζεται σημαντικά, ενόψει του ότι δεν δύναται να ασκεί επαγγέλματα στα οποία πρέπει να σκύβει ή να σηκώνει βάρη ή όπου υπάρχει έντονος θόρυβος, στερείται δε της αναγκαίας μορφώσεως για να εργασθεί στη ρεσεψιόν ξενοδοχείου ή σε γραφείο, ζήτησε η αναιρεσείουσα να υποχρεωθούν οι αναιρεσίβλητοι ευθυνόμενοι σε ολόκληρο, να της καταβάλουν με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, το ποσό των 100.000 ευρώ λόγω χρηματικής ικανοποίησης για την ηθική βλάβη που υπέστη από τον άνω τραυματισμό της και το ποσό των 60.000 ευρώ λόγω αποζημίωσης κατ' άρθρ. 931 του ΑΚ.
Περαιτέρω, το Εφετείο έκρινε ότι το από το άρθρ. 931 του ΑΚ κονδύλιο της αγωγής δεν είναι νόμιμο, διότι πρόκειται για περιουσιακή ζημία, την οποία η αναιρεσείουσα δεν μπορεί να αξιώσει, εφόσον αυτή εκθέτει ότι είναι ασφαλισμένη στο ΙΚΑ και δεν επικαλείται δόλο των αναιρεσιβλήτων και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, η οποία το είχε κρίνει νόμιμο και το είχε απορρίψει κατ' ουσίαν και η αναιρεσείουσα παραπονείτο και για το κονδύλιο αυτό για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων (βλ.
υπό στοιχ. 2 λόγο εφέσεως), το απέρριψε, κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα λόγω του μεταβιβαστικού, κατ' άρθρ. 522 του ΚΠολΔ, αποτελέσματος της εφέσεως, ως νόμω αβάσιμο. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρ. 931 του ΑΚ, 16 παρ.1 και 3 του Ν. 551/1915 και 34 παρ. 2 και 60 παρ.3 του ΑΝ 1816/1951, αφού, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, η εκ του άρθρ. 931 του ΑΚ απαίτηση συνιστά αποζημίωση περιουσιακού χαρακτήρα και όχι αξίωση χρηματικής ικανοποίησης και συνεπώς, ο παθών που υπάγεται στην ασφάλιση του ΙΚΑ δεν μπορεί να στραφεί κατά τον εργοδότη, εκτός εάν ισχυρίζεται ότι το ατύχημα οφείλεται σε δόλο αυτού ή του προσώπου που προστέθηκε από αυτόν.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ δεν είναι βάσιμος.
Επειδή η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, που προβλέπεται ως λόγος αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αρ.1 του ΚΠολΔ, είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο την αιτίαση ότι η αγωγή, επί της οποίας έκρινε σε πρώτο ή σε δεύτερο βαθμό το δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ συνέβαινε το αντίθετο σύμφωνα με τον συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου.
Στην περίπτωση όμως αυτή, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται με πληρότητα η ιστορική βάση της αγωγής που απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων στην αγωγή, για τη στήριξη του συγκεκριμένου ατυχήματος παροχής έννομης προστασίας, ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για το αν η απόρριψη του αγωγικού αιτήματος ως μη νομίμου συνιστά ή όχι παραβίαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου (ΑΠ (Ολ) 28/1998).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι ερμήνευσε εσφαλμένα τις προαναφερθείσες διατάξεις, διότι κατά την αληθή έννοια αυτών ο εργοδότης απαλλάσσεται από την υποχρέωση αποζημιώσεως του παθόντος, εφόσον ο τελευταίος ήταν ασφαλισμένος στο ΙΚΑ κατά του κινδύνου εργατικού ατυχήματος και όχι σε άλλον ασφαλιστικό φορέα, όπως συμβαίνει με την αναιρεσείουσα η οποία σύμφωνα με το καταστατικό του Τ.Α.Ξ.Υ, που εγκρίθηκε με την 8820/1943 απόφαση του Υφυπουργού Εργασίας και το οποίο δεν εφάρμοσε η προσβαλλόμενη απόφαση, υπάγεται στην ασφάλιση του αυτοτελούς αυτού Ταμείου (ΤΑΞΥ) για την κάλυψη ασθενείας και εργατικού ατυχήματος και στην ασφάλιση του ΙΚΑ για τον κλάδο συντάξεων.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, έτσι όπως διατυπώνεται, είναι αόριστος, διότι δεν αναφέρονται για την πληρότητα αυτού, όπως απαιτείται από τις διατάξεις των άρθρ. 118 αρ. 4 και 566 παρ.1 του ΚΠολΔ, τα πραγματικά περιστατικά που είχε επικαλεσθεί η αναιρεσείουσα με την αγωγή τους, ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς το αν η απόρριψη ως νόμου αβασίμου του ένδικου με την κρινόμενη αναίρεση κονδυλίου της αγωγής από το άρθρ. 931 του ΑΚ, συνιστά ή όχι παραβίαση των προδιαληφθεισών διατάξεων ουσιαστικού δικαίου.
Επειδή για το παραδεκτό του λόγου αναιρέσεως, κατά την έννοια του άρθρ. 562 παρ.2 του ΚΠολΔ, πρέπει ο ισχυρισμός επί του οποίου στηρίζεται να είχε προταθεί νόμιμα ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της πρότασης αυτής (ΑΠ (Ολ) 16/2000). Με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι το Εφετείο το μεν έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα ότι δήθεν η αναιρεσείουσα επικαλέσθηκε με την αγωγή της ότι είναι ασφαλισμένη στο ΙΚΑ, ενώ τέτοιος ισχυρισμός ουδόλως προτάθηκε, αντίθετα δε ότι δεν έλαβε υπόψη προταθέντες από τους αντιδίκους της (αναιρεσίβλητους) με τις προτάσεις των ισχυρισμούς, σύμφωνα με τους οποίους συνομολογείτο από αυτούς η ασφάλισή της στο ΤΑΞΥ, αφού αναφέρουν ότι περί τα τέλη Οκτωβρίου του έτους 2002 τους υποδείχθηκε από το ΤΑΞΥ να υποβάλουν για την ένδικη περίπτωση δήλωση εργατικού ατυχήματος.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως κατά μεν το πρώτο του μέρος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από την παραδεκτώς γενομένη επισκόπηση της αγωγής προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα εμμέσως πλην σαφώς διέλαβε ότι ασφαλιστικός της φορέας για το εργατικό ατύχημα που υπέστη ήταν το ΙΚΑ (βλ. αγωγή, σελ. 5, "... Αντί να προβεί η δεύτερη εναγομένη στην αναγγελία του εργατικού ατυχήματος εντός 5 ημερών στο ΙΚΑ ...
Προέβη με καθυστέρηση 1,5 μηνών στην προς το ΙΚΑ αναγγελία, αποκρύπτοντας μάλιστα επιμελώς σε αυτήν την αιτία και τα περιστατικά του τραυματισμού μου"), κατά δε το δεύτερο μέρος του ως απαράδεκτος, αφού, όπως εκτίθεται, δεν πρόκειται για επίκληση υπ' αυτής προταθέντων "πραγμάτων", τα οποία το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να λάβει υπόψη και ως εκ τούτου δεν νοείται "συνομολόγηση" περιστατικού που δεν προτάθηκε ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, δηλαδή της ασφάλισής του στο ΤΑΞΥ για την περίπτωση εργατικού ατυχήματος.
Επειδή κατά το άρθρ. 559 αρ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως αν το δικαστήριο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη πραγματικού γεγονότος που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως κατά το δεύτερο μέρος από το άρθρ. 559 αρ. 11 γ' του ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που προσκόμισε και επικαλείται και συγκεκριμένα την από 31-10-2002 δήλωση ατυχήματος της δεύτερης αναιρεσίβλητης προς το ΤΑΞΥ και το από 20-6-2003 υπηρεσιακό σημείωμα του ΤΑΞΥ, από τα οποία προκύπτει ο ουσιώδης για την έκβαση της δίκης ισχυρισμός περί ασφαλίσεώς της στο ΤΑΞΥ, είναι αλυσιτελής διότι το περιστατικό αυτό και αληθές υποτιθέμενο δεν επηρεάζει την έκβαση της υποθέσεως, αφού η ένδικη αξίωση, όπως εκτίθεται στην πρώτη σκέψη της παρούσας, δεν περιέχει τα αναγκαία κατά νόμο στοιχεία για τη θεμελίωσή της στις διατάξεις του κοινού δικαίου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-3-2008 αίτηση της Χ για αναίρεση της 29/2008 αποφάσεως του Εφετείου Δωδεκανήσου.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Μαρτίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ