Supreme Court dismisses appeal against DEH for unequal overtime pay to staff in Prime Minister's office versus MEPs' offices.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a second-instance judgment regarding unequal overtime compensation for public servants seconded to parliamentary offices. The appellant argued that the Public Power Corporation (DEH) violated the principle of equal treatment by paying higher rates to staff in the Prime Minister's office compared to those in the European Parliament's office. The court rejected this claim because the lower court found the DEH's payment scheme to be a voluntary measure rather than a legal mandate, thus not creating an unjustified disparity.
Legislator headnote
AI generatedArt. 32 para.2 of Law 2190/1994; Art. 2 sec. b of Law 1895/1990; Art. 15 para.1 of Law 2592/1998: The principle of equal treatment does not preclude voluntary wage differentials between employees performing identical duties if the employer has not been legally compelled to pay the higher rates.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 750 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 750/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ανδρέα Μαρκάκη, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ........., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Περράκη. Της αναιρεσίβλητης: Εταιρείας με την επωνυμία "Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού - ΔΕΗ", η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευστάθιο Κουκούτση, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/4/2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2138/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5140/2003 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15/4/2004 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Μαρκάκης, ανέγνωσε την από 25/10/2006 έκθεση του τότε Αρεοπαγίτη και νυν Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Σπυρίδωνος Κολυβά, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 32 παρ.2 του Ν.2190/1994 "επιτρέπεται εφεξής η διάθεση υπαλλήλων των υπηρεσιών και των νομικών προσώπων της παρ.1 του άρθρου 14 του παρόντος νόμου στα γραφεία βουλευτών και Ελλήνων βουλευτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 6 του Ν.1878/1990 και των άρθρ.2 και 3 του Ν.1895/1990, όπως τροποποιήθηκαν με το άρθρο 39 του Ν.1968/1991".
Κατά το άρθρο 2 εδαφ.β' του Ν.1895/1990 "στους υπαλλήλους που διατίθενται για τη γραμματειακή υποστήριξη των βουλευτών και των Ελλήνων βουλευτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, καταβάλλονται οι αποδοχές που λαμβάνουν οι υπάλληλοι των υπηρεσιών στις οποίες ανήκουν οργανικά. Στις αποδοχές περιλαμβάνονται τα πάσης φύσεως επιδόματα και πρόσθετες παροχές της οργανικής τους θέσης".
Κατά το άρθρο 15 παρ.1 του Ν.2592/1998, που αντικατέστησε τις διατάξεις του άρθρου 18 του Ν. 2470/1997 και άρχισε να ισχύει από 1-1-1998, ορίζεται ότι "η καθιέρωση με αμοιβή εργασίας πέρα από τις ώρες της υποχρεωτικής απασχόλησης των υπαλλήλων του Δημοσίου, ΟΤΑ και των άλλων ΝΠΔΔ επιτρέπεται μόνο για την αντιμετώπιση εποχιακών, εκτάκτων ή επειγουσών υπηρεσιακών αναγκών, καθώς και για την εξυπηρέτηση των γραφείων του Προέδρου της Δημοκρατίας, του Προέδρου της Κυβέρνησης, των μελών του Υπουργικού Συμβουλίου, των υφυπουργών, των βουλευτών, των γενικών γραμματέων υπουργείων, της Γεν.
Γραμματείας του Υπουρ. Συμβουλίου, των ειδικών γραμματέων και των διοικητών των ασφαλιστικών οργανισμών. Η υπηρεσιακή ανάγκη που επιβάλλει την υπερωριακή απασχόληση προσωπικού διαπιστώνεται με κοινή απόφαση τον καθ΄ύλην αρμοδίου υπουργού και του Υπουρ. Οικονομικών, που εκδίδεται με βάση σαφή και συγκεκριμένα στοιχεία που δικαιολογούν την ανωτέρω εργασία πέρα από το κανονικό ωράριο και προκειμένου περί γραφείων βουλευτών με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Οικονομικών".Με την παραγρ.7 του παραπάνω άρθρου ορίζεται ότι "το ωρομίσθιο για τον υπολογισμό της αποζημιώσεως για υπερωριακή απασχόληση ορίζεται στο ένα εκατοστό πεντηκοστό (1/150) του βασικού μισθού του κάθε μισθολογικού κλιμακίου.
Το ίδιο ωρομίσθιο ισχύει και για υπαλλήλους αποσπασμένους σε υπηρεσίες του Δημοσίου, ΟΤΑ και ΝΠΔΔ, με βάση την αντιστοιχία ή την προσέγγιση του βασικού τους μισθού στα μισθολογικά κλιμάκια του παρόντος σε συνάρτηση και με τα τυπικά τους προσόντα". Με τον τελευταίο αυτό νόμο καθορίζεται ειδικώς κατά ενιαίο τρόπο και σύμφωνα προς την αρχή της ίσης μεταχείρησης η αποζημίωση της υπερωριακής απασχολήσεως όλων εν γένει των απασχολουμένων στις υπηρεσίες του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, συμπεριλαμβανομένων και των αποσπασμένων στις υπηρεσίες αυτές από επιχειρήσεις ή οργανισμός του ευρύτερου δημόσιου τομέα, στις οποίες για την αμοιβή της υπερωριακής απασχολήσεως ισχύουν διαφορετικές νομικές ρυθμίσεις.
Εν προκειμένω το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε την έφεσή της αναιρεσίβλητης και απέρριψε, ως μη νόμιμη, την αγωγή του αναιρεσείοντος με την οποία ισχυρίστηκε ότι είναι υπάλληλος της αναιρεσίβλητης, ότι από 1-1-1998 έως 31-3-2000 ήταν αποσπασμένος στο γραφείο του αναφερόμενου βουλευτή του ελληνικού κοινοβουλίου, όπου πραγματοποίησε 90 ώρες υπερωριακής απασχολήσεως κατά μήνα, ότι η αναιρεσίβλητη υπολόγισε την αμοιβή του για την υπερωριακή αυτή απασχόληση με βάση το ωρομίσθιο μισθολογικού κλιμακίου υπαλλήλων του δημοσίου και όχι με βάση τις ΕΣΣΕ που ρυθμίζουν την αμοιβή των υπερωριών των εργαζομένων στη ΔΕΗ. Σύμφωνα με όσα εξετέθησαν στην αρχή ορθά το Εφετείο εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρ. 15 παρ.7 του Ν.2592/1998 που ρυθμίζει ειδικώς το ζήτημα της αμοιβής των υπερωριών και των αποσπασμένων υπαλλήλων από άλλες υπηρεσίες σε γραφεία βουλευτών. Επομένως ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση της παραβιάσεως των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρ. 32 παρ.2 του Ν.2190/1994 και 2 εδαφ.β' του Ν.1895/1990 κατά τις οποίες η παραπάνω αμοιβή υπολογίζεται με βάση τις ρυθμίσεις που ισχύουν για τις επιχειρήσεις κλπ στις οποίες ανήκουν οργανικά οι αποσπασμένοι υπάλληλοι, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Από την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, που απορρέει από τη διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ και ευρίσκει έρεισμα στο άρθρ. 4 παρ.1 και 22 παρ.1 εδαφ.β' του Συντάγματος και 141 της Συνθήκης ΕΚ, προκύπτει ότι στα πλαίσια της εργασιακής συμβάσεως δεν επιτρέπεται η άνιση μεταχείριση από τον εργοδότη των μισθωτών της αυτής εκμεταλλεύσεως που έχουν τα ίδια προσόντα και παρέχουν τις ίδιες υπηρεσίες υπό τις αυτές συνθήκες, εκτός αν δικαιολογείται η εξαίρεση αυτή εξαιτίας αντικειμενικού λόγου. Με βάση την παραπάνω αρχή ο εργοδότης οφείλει να επεκτείνει σε όλους τους εργαζομένους που παρέχουν την ίδια εργασία υπό τις αυτές συνθήκες και με τα αυτά προσόντα, τις προς ορισμένους από αυτούς παρεχόμενες, όχι συνεπεία νομικής επιταγής αλλά οικειοθελώς μισθολογικές ή άλλες εργασιακές παροχές, είτε πρόκειται για μονομερείς οικειοθελείς παροχές, είτε πρόκειται περί παροχών που ο εργοδότης έχει αναλάβει συμβατικώς έναντι ορισμένων εργαζομένων.
Εν προκειμένω το Εφετείο απέρριψε ως αόριστη την πρώτη επικουρική βάση της αγωγής του αναιρεσείοντος στην οποία εκτίθεται ότι η αναιρεσίβλητη παραβιάζοντας την αρχή της ίσης μεταχείρισης καταβάλλει στ συγκεκριμένους υπαλλήλους της αποσπασμένους στο Γραφείο Πρωθυπουργού, στα Υπουργείο Προεδρίας και Ανάπτυξης και στον ΟΕΚ, υψηλότερη αμοιβή για την υπερωριακή τους απασχόληση υπολογιζόμενη με βάση το μισθολόγιο της ΔΕΗ, καθόσον δεν αναφέρονταν σ' αυτήν περιπτώσεις αποσπασμένων υπαλλήλων σε γραφεία βουλευτών όπως ο αναιρεσείων, δηλαδή εργαζομένων παρεχόντων τις ίδιες υπηρεσίες υπό τις αυτές συνθήκες και με τα ίδια προσόντα. Σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην αρχή της παρούσας σκέψεως η βάση αυτή της αγωγής είναι αόριστη αφού δεν ανεφέρετο σ' αυτήν ότι στους αμειβόμενους κατά άνισο τρόπο η καταβολή αμοιβών με βάση το μισθολόγιο της ΔΕΗ εγένετο οικειοθελώς και όχι ως συνέπεια νομικής επιταγής. Επομένως ο σχετικός δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος του αληθώς από τον αριθμό 14 του άρθρ.559 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, ενώ κατά το μέρος του από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού ο λόγος αυτός ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο εξέτασε την υπόθεση στην ουσία της και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα και όχι όταν το δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ως αόριστη, όπως συνέβη στην προκειμένη περίπτωση.
Κατ' ακολουθίαν η κρινόμενη αίτηση αναίρεση πρέπει ν' απορριφθεί. Δικαστική δαπάνη υπέρ της αναιρεσίβλητης δεν επιδικάζεται ελλείψει σχετικού αιτήματος.
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την από 15.4.2004 αίτηση του ......... για αναίρεση της 5140/2003 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Φεβρουαρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 3 Απριλίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ