Legislator Case Law & Legislation
750/2006 AI generated

Supreme Court allows appeal against traffic accident verdict due to insufficient reasoning on fault and causation.

Case Number 750/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appellant's appeal against a final traffic accident judgment, ruling the lower court's reasoning on fault and causation insufficient. The appellant argued the defendant failed to explain why they could not take preventive measures or why they relied on the principle of good faith. The court found the lower court omitted critical details regarding speed, vehicle position, and specific actions taken, necessitating a remand for further examination.

Legislator headnote

AI generated

Articles 297, 298, 330, 914 of the Civil Code; Article 559(19) of the Code of Civil Procedure: A civil court judgment is subject to cassation if the reasoning regarding fault and causation in a tort claim is vague, incomplete, or fails to address essential factual elements required by law.

Keywords

AI generated
traffic accident liability insufficient reasoning fault and causation tort law principles cassation appeal remand for retrial principle of good faith

Cited Legislation

AI generated
Article 297 of the Civil Code
Article 298 of the Civil Code
Article 330, paragraph 2 of the Civil Code
Article 914 of the Civil Code
Article 576, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 559, number 19 of the Code of Civil Procedure
Article 562, paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 750 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 750/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Βούλγαρη, Δημήτριο Κυριτσάκη, Αχιλλέα Νταφούλη και Δημήτριο Δαλιάνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Της καλούσας - αναιρεσείουσας: Ε. Κ. Κ. του Σ. , κατοίκου ... , η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Κουδρόγλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των καθών η κλήση - αναιρεσίβλητων: 1. Γ. Π. του Δ. , κατοίκου ... , ο οποίος δεν παραστάθηκε και 2. ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "... Α.Ε.Γ.Α.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Γεωργουλόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28 Απριλίου 1999 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 21.008/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3123/2001 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 11 Ιουλίου 2002 αίτησή της και τους από 19 Ιουλίου 2005 πρόσθετους λόγους αυτής, επί των οποίων εκδόθηκε η 1477/2005 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 1 Δεκεμβρίου 2005 κλήση της ήδη αναιρεσείουσας.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν όλοι οι διάδικοι πλην του 1ου αναιρεσίβλητου, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Δαλιάνης, ανάγνωσε την από 12 Σεπτεμβρίου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των πρώτου και δεύτερου λόγων της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, όπως αυτοί συμπληρώθηκαν με το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων και όπως συμπληρώνονται με την παρούσα εισηγητική έκθεση, καθώς και την απόρριψη των λοιπών κύριων και πρόσθετων λόγων αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο στη σειρά της δεν εμφανίσθηκε ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων, ο οποίος, όπως προκύπτει από τις εκθέσεις επιδόσεως …40/21-7-2005 του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Ν. Γ. , …75 και …7/12-1-2006 της δικαστικής επιμελήτριας στο ίδιο Πρωτοδικείο Π. Μ. , κλητεύθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως για να παραστεί κατά την παρούσα συζήτηση. Επομένως, παρά την απουσία αυτού, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).

ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330 εδ. β' και 914 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο έννομο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.

Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που αν κατεβάλλετο, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την ανατροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος.

Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Εξάλλου, ο λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, δημιουργείται όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων.

Η θεμελίωση του λόγου τούτου προϋποθέτει ελλείψεις σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όπως είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και άρα θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, ακόμη δε οι κύριοι και οι πρόσθετοι λόγοι εφέσεως που αφορούν σε αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς ή σε άρνηση τέτοιων ισχυρισμών (Ολ ΑΠ 25/2003, 11/1996).

Έτσι, επί αδικοπρακτικής ευθύνης προς αποζημίωση, ελέγχεται με τον αναιρετικό αυτό λόγο η αξιολογική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή ή μη υπαιτιότητας και αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ αυτής και του ζημιογόνου αποτελέσματος. Και τούτο, επειδή πρόκειται για αόριστες νομικές έννοιες που συνιστούν προϋποθέσεις γενέσεως της εν λόγω ευθύνης, δηλαδή στοιχεία του πραγματικού των εφαρμοζόμενων στην περίπτωση αυτή κανόνων δικαίου.

Η εξειδίκευση των αόριστων τούτων νομικών εννοιών γίνεται διαμέσου των διδαγμάτων της κοινής πείρας, με την οποία εξομοιώνονται εν προκειμένω οι κανόνες της τυπικής λογικής. Για έλλειψη νόμιμης βάσεως ως προς τα διδάγματα αυτά επιτρέπεται αναίρεση, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, μόνο όταν η έλλειψη εντοπίζεται στην εξειδίκευση των ως άνω αόριστων νομικών εννοιών.

Όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως ότι ο τραυματισμός της αναιρεσείουσας από το ΝΒΙ-6113 ΙΧΕ αυτοκίνητο που οδηγούσε ο πρώτος αναιρεσίβλητος και ήταν ασφαλισμένο στ η δεύτερη αναιρεσίβλητη επήλθε υπό τις ακόλουθες συνθήκες: Στη Θεσσαλονίκη την 25-9-1998 και περί ώρα 22.40' η αναιρεσείουσα, ευρισκόμενη μαζί με τη μητέρα της στο πλαϊνό άκρο της οδού …., που έχει πλάτος 8,90 μέτρων και είναι διπλής κατευθύνσεως, επεχείρησε, σε σημείο όπου δεν υπήρχαν διαβάσεις πεζών ούτε φωτεινοί σηματοδότες, να διασχίσει καθέτως το οδόστρωμα, το οποίο ήδη είχε διασχίσει η μητέρα της.

στο σημείο εκείνο το επιτρεπόμενο ανώτατο όριο ταχύτητας των αυτοκινήτων ήταν 90 χιλιόμετρα ωριαίως, υπήρχε δε επαρκής τεχνητός φωτισμός και η ορατότητα δεν περιορίζετο, ενώ κατά την ώρα εκείνη η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν μικρή. Η αναιρεσείουσα, η οποία σημειωτέον φορούσε σκουρόχρωμα ενδύματα που την καθιστούσαν δυσδιάκριτη από μεγάλη απόσταση, διέσχισε το ένα ρεύμα κυκλοφορίας που οδηγεί προς το ….

και σταμάτησε στη διαχωριστική γραμμή του οδοστρώματος. Την ίδια στιγμή ο πρώτος αναιρεσίβλητος, κινούμενος με το ανωτέρω αυτοκίνητό του με ταχύτητα εντός των επιτρεπόμενων ορίων στο ρεύμα κυκλοφορίας προς τη Θεσσαλονίκη και έχοντας εξέλθει από μια κλειστή δεξιά ως προς την πορεία του στροφή σε απόσταση περίπου 50 μέτρων, είδε την αναιρεσείουσα να ευρίσκεται ακίνητη επί της διαχωριστικής γραμμής και να είναι στραμμένη προς το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και έτσι, πιστεύοντας ότι, "βάσει της αρχής της εμπιστοσύνης", θα παρέμενε σταθερή στο σημείο εκείνο, ο ίδιος συνέχισε κανονικά την πορεία του, πλην όμως, όταν βρέθηκε σε απόσταση περίπου δυο (2) μέτρων από την αναιρεσείουσα, αυτή, χωρίς κανένα έλεγχο, επεχείρησε αιφνιδίως να διασχίσει διαγωνίως το ρεύμα πορείας του από αριστερά, με αποτέλεσμα, παρά την ενεργηθείσα από αυτόν πέδηση, να μη μπορέσει, λόγω και της ελάχιστης αποστάσεως, να αποτρέψει την επί του αριστερού μέρους του αυτοκινήτου πτώση της αναιρεσείουσας, η οποία ειδικότερα κτύπησε με τον αγκώνα της στο αριστερό μέρος του εμπρόσθιου ανεμοθώρακα, ο οποίος έσπασε, ενώ η ίδια έπεσε στο οδόστρωμα και τραυματίσθηκε στο κεφάλι.

Ύστερα από τις διαπιστώσεις αυτές το εφετείο κατέληξε στην κρίση ότι η αναιρεσείουσα υπήρξε αποκλειστικώς υπαίτια για το ατύχημα και τον προκληθέντα από αυτό τραυματισμό της και ότι τον αναιρεσίβλητο δεν βαρύνει καμία προς τούτο υπαιτιότητα, ακολούθως δε απέρριψε τους περί του αντιθέτου λόγους της εφέσεως, που η αναιρεσείουσα είχε ασκήσει κατά της, ομοίως κρίνασας και απορρίψασας την αγωγή της, πρωτόδικης αποφάσεως.

Με τα αναφερόμενα πιο πάνω πραγματικά γεγονότα, που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, το εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες για το ζήτημα της υπαιτιότητας του πρώτου αναιρεσιβλήτου στην επέλευση του τροχαίου ατυχήματος, εξαιτίας του οποίου τραυματίσθηκε η αναιρεσείουσα, οι αιτιολογίες δε αυτές καθιστούν αδύνατο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των προαναφερθέντων κανόνων ουσιαστικού δικαίου.

Και τούτο, γιατί παρέλειψε να εκθέσει αν ο αναιρεσίβλητος έλαβε ή όχι ή αν δεν μπορούσε να λάβει τα ενδεικνυόμενα μέτρα προς αποτροπή του ατυχήματος. Ειδικότερα, ενώ βεβαιώνει ότι ο αναιρεσίβλητος, μετά την έξοδό του από τη δεξιά στροφή που απείχε περίπου 50 μέτρα από την αναιρεσείουσα, είδε αυτή να έχει σταματήσει στη διαχωριστική γραμμή και να είναι στραμμένη προς το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, παραλείπει ωστόσο να αναφέρει αν εκτέλεσε ή δεν μπορούσε να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς, δηλαδή να μειώσει την ταχύτητα του οχήματός του λόγω και της νύκτας ή και, ενόψει της θέσεως της πεζής, να διακόψει την πορεία του ή να προειδοποιήσει την πεζή με τη χρήση του ηχητικού οργάνου ή των φώτων ή να επιχειρήσει ελιγμό προς τα δεξιά ή αριστερά, ενόψει και της παραδοχής του εφετείου περί μικρής κυκλοφορίας οχημάτων.

Δεν προσδιορίζει επίσης την ταχύτητα του αυτοκινήτου, ούτε αν αυτή, έστω εντός των επιτρεπόμενων ορίων, ήταν ανάλογη προς τις επικρατούσες συγκεκριμένες συνθήκες. Ακόμη, παραλείπει να καθορίσει τη θέση κινήσεως του οχήματος επί της οδού, δηλαδή αν τούτο εκινείτο πλησίον του δεξιού άκρου του οδοστρώματος ή στο μέσο ή πλησίον της διαχωριστικής γραμμής.

Περαιτέρω, δέχεται ότι ο αναιρεσίβλητος, πιστεύοντας ότι, "βάσει της αρχής της εμπιστοσύνης", η αναιρεσείουσα θα παρέμενε σταθερή επί της διαχωριστικής γραμμής, ο ίδιος συνέχισε κανονικά την πορεία του. Δεν διευκρινίζει όμως την έννοια του όρου "αρχή της εμπιστοσύνης." Σε κάθε περίπτωση, δεν αναφέρει συγκεκριμένα περιστατικά που να στηρίζουν την κρίση για την εκτεθείσα πίστη του αναιρεσιβλήτου.

Επομένως, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. απορρέων πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, όπως αυτός συμπληρώθηκε και διευκρινίσθηκε με το, ενιαίως εκτιμώμενο, πρόσθετο αναιρετήριο και όπως συμπληρώθηκε με την έκθεση του εισηγητή (άρθρο 562 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ.), είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθία, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο εφετείο που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσιβλήτων, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 176 και 183 Κ.Πολ.Δ..

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

-Αναιρεί την 3123/2001 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

-Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω επιδίκαση στο ίδιο Εφετείο με άλλη σύνθεση.

-Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε χίλια εξακόσια σαράντα (1.640) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Μαρτίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Απριλίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ