Supreme Court dismisses appeal against second-instance conviction for domestic threats, theft, and violation of court order.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the second-instance conviction for domestic threats, theft, violation of a court order, illegal weapon carrying, and false reporting. The court found the lower court's reasoning sufficient regarding the appellant's specific acts, including threatening his parents with a knife and stealing oil. Consequently, the appeal was rejected and the appellant was ordered to pay the legal costs of the criminal proceedings.
Legislator headnote
AI generatedArticles 510(1)(d) and 577(2)(a) of the Code of Criminal Procedure; The Supreme Court holds that an appeal based on lack of specific and detailed reasoning is inadmissible when the second-instance court has provided adequate and clear justification for the conviction of the accused.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 74 / 2026 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 74/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνα Νάκου, Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο - Εισηγητή, Διονυσία Νίκα και Παρασκευή Γρίβα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Δεκεμβρίου 2025, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Γεωργίου Καντζίδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Σ. Τ. , για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Η. Τ. του Κ. , κατοίκου ... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ίννα Γρηγοριάδου, η οποία διορίστηκε με την υπ' αριθμ. 930/2025 απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών, για αναίρεση της υπ' αριθμ. ΒΤ 1642/2025 απόφασης του Β' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο.
Με υποστηρίζοντες την κατηγορία τους: 1) Κ. Τ. του Η. και 2) Α. Τ. του Κ. , κατοίκους ... , οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν. Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5/5/2025 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό .../2025.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, αναφορικά με τους ΙΙΑ και ΙΙΔ λόγους και να παραπεμφθεί σε νέα συζήτηση και την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 5-5-2025 αίτηση αναίρεσης του Η. Τ. του Κ., κατά της υπ' αριθμ. ΒΤ 1642/30-4-2025 απόφασης του δικάσαντος ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, Β' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, η οποία καταχωρήθηκε στις 3-9-2025 καθαρογραμμένη στο κατ' άρθρο 473 παρ. 3 ΚΠΔ, ειδικό βιβλίο που τηρείται από την γραμματεία του προαναφερθέντος δευτεροβαθμίου δικαστηρίου - με την οποίαν ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε για τις αξιόποινες πράξεις της α) ενδοοικογενειακής απειλής κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση, β) της κλοπής, γ) της παραβίασης δικαστικής απόφασης, δ) της παράνομης οπλοφορίας και ε) της ψευδούς αναφοράς στην Αρχή και επιβλήθηκαν σ' αυτόν, για την πρώτη πράξη ποινή φυλάκισης ενός (1) έτους για τον καθένα από τους δύο παθόντες, για την δεύτερη πράξη ποινή φυλάκισης οχτώ (8) μηνών, για την τρίτη πράξη ποινή φυλάκισης ενός (1) έτους, για την τέταρτη πράξη ποινή φυλάκισης ενός (1) έτους και χρηματική ποινή χιλίων (1.000) ευρώ και για την πέμπτη πράξη ποινή φυλάκισης ενός (1) έτους, ενώ ακολούθως καθορίσθηκε σε βάρος του συνολική ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών και τριών (3) μηνών και στην συνέχεια, διατάχθηκε η μερική έκτιση της ως άνω επιβληθείσης σ' αυτόν ποινής φυλάκισης και συγκεκριμένα, η εκ μέρους του έκτιση ποινής φυλάκισης τεσσάρων (4) μηνών, ενώ ανεστάλη η εκτέλεση του υπολοίπου της προαναφερθείσας ποινής φυλάκισης για μία τριετία - ασκήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στις 21-5-2025, δηλαδή πριν από την καταχώριση της προσβαλλόμενης απόφασης στο παραπάνω ειδικό βιβλίο που τηρείται στο ως άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με σχετική προς τούτο δήλωση του ιδίου του αναιρεσείοντος, που έλαβε χώρα ενώπιον της Διευθύντριας του Ψυχιατρείου Κρατουμένων Κορυδαλλού, όπου αυτός κρατείται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 462, 464, 466 παρ. 1, 473 παρ. 2, 3, 474 παρ. 1, εδ.
β', 504 παρ. 1 και 505 παρ. 1, περ. α' ΚΠΔ.
Επί πλέον, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή, αφού περιέχει ορισμένους αναιρετικούς λόγους, συνιστάμενους στην απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, στην έλλειψη ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα και στην υπέρβαση εξουσίας (άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. Α', Δ' και Θ' ΚΠΔ) και συνεπώς, θα πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί περαιτέρω ως προς την βασιμότητα των παραπάνω λόγων της.
Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι από τα δύο (2) από 11-9-2025 αποδεικτικά επίδοσης του Αστυφύλακα Α. Α. , που υπηρετεί στο Α' ΑΤ ... , προκύπτει ότι επιδόθηκε η υπ' αριθμ. ...-2025 κλήση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στον Κ. Τ. του Η. , αλλά και στην (σύζυγό του) Α. Τ. του Κ. , που παραστάθηκαν στο ανωτέρω δευτεροβάθμιο δικαστήριο για την υποστήριξη των ως άνω κατηγοριών εις βάρος του προαναφερθέντος εκκαλούντος - κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, προκειμένου να εμφανισθούν αμφότεροι ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου (Αρείου Πάγου) κατά την αναφερομένη στην αρχή της απόφασης αυτής δικάσιμο (3-12-2025), ενώ η ίδια κλήση (...-2025) επιδόθηκε και στον νομίμως ορισθέντα εκ μέρους του καθενός από αυτούς, αντίκλητο Δικηγόρο τους, Νικόλαο Σπανό του Γεωργίου, όπως προκύπτει από τα δύο (2) από 18-9-2025 αποδεικτικά επίδοσης του Αρχιφύλακα Ε. Α. , που υπηρετεί στο Α' ΑΤ ...
Κατά την εκφώνηση όμως της υπόθεσης δεν εμφανίσθηκαν ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου αμφότεροι οι προαναφερθέντες, η συζήτηση όμως πρέπει να προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (άρθρο 515 παρ. 2 ΚΠΔ).
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 349 ΚΠΔ, με τον τίτλο "Αναβολή της δίκης", "1. Το δικαστήριο μπορεί, μετά από πρόταση του εισαγγελέα ή και αυτεπαγγέλτως, να διατάξει την αναβολή της δίκης για λόγους ανώτερης βίας, με αίτημα δε κάποιου από τους διαδίκους, για σοβαρούς λόγους υγείας ή λόγους ανώτερης βίας. Το σημαντικό αίτιο μπορεί να προβληθεί από οποιονδήποτε ακόμη και όταν αφορά το πρόσωπο του διορισμένου πληρεξουσίου δικηγόρου σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 340.
Ο σοβαρός λόγος υγείας αποδεικνύεται αποκλειστικά με ιατρική πιστοποίηση νοσηλευτικού ιδρύματος ή ιατρού πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας, η ακρίβεια της οποίας ελέγχεται με οποιονδήποτε τρόπο κατά την κρίση του δικαστηρίου. 2. Το δικαστήριο πριν διατάξει την αναβολή, υποχρεούται να διερευνήσει τη δυνατότητα διακοπής της δίκης.
Το δικαστήριο αναβάλλει στη συντομότερη δικάσιμο, η οποία δεν δύναται να υπερβεί τους οκτώ (8) μήνες. Η απόφαση που δέχεται τους λόγους αναβολής πρέπει να έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η οποία πρέπει να αναφέρει, ότι ο λόγος της αναβολής δεν μπορεί να αντιμετωπισθεί με διακοπή της δίκης. Δεύτερη αναβολή στην ίδια υπόθεση χωρεί αποκλειστικά για λόγους ανωτέρας βίας. 2A.
Για την υποβολή αιτήματος αναβολής που συνίσταται σε κώλυμα του συνηγόρου υπεράσπισης ή υποστήριξης της κατηγορίας λόγω συμμετοχής του σε άλλη δίκη ή διαδικασία, απαιτείται, αυτός που προβάλλει το κώλυμα να προσκομίζει υποχρεωτικά στο δικαστήριο κάθε νομιμοποιητικό, διαδικαστικό ή άλλο έγγραφο, με το οποίο αποδεικνύεται πλήρως ο λόγος της αναβολής.
Για την παραδεκτή υποβολή αιτήματος αναβολής ο διάδικος καταβάλλει παράβολο υπέρ του Ταμείου Χρηματοδότησης Δικαστικών Κτιρίων (ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ.) ως εξής: α) σαράντα (40) ευρώ για αιτήματα ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου, β) εξήντα (60) ευρώ για αιτήματα ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου, γ) εκατό (100) ευρώ για αιτήματα ενώπιον των Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου και των Εφετείων.
Το αίτημα υποβάλλεται μόνο μία (1) φορά. (Οι παρ. 2 και 2Α διαμορφώθηκαν ως άνω δυνάμει των άρθρων 101 και 138 παρ.1 του Ν. 5090/2024 (ΦΕΚ A' 30/23.02.2024, με έναρξη ισχύος από την 1η.5.2024). 3. Η αναβολή γίνεται σε ρητή δικάσιμο, την οποία το δικαστήριο ανακοινώνει στους παρόντες διαδίκους, μάρτυρες και πραγματογνώμονες και σε αυτήν κλητεύονται μόνο οι απόντες.
Αν ο λόγος αναβολής αναγγέλθηκε από συνήγορο ή άλλο πρόσωπο για λογαριασμό απόντος διαδίκου και η συζήτηση αναβλήθηκε σε ρητή δικάσιμο, η περί αναβολής απόφαση επέχει θέση κλητεύσεώς του. 4. Η αποχή των δικηγόρων αποτελεί λόγο ανώτερης βίας για την αναβολή". [Το τρίτο εδάφιο της παρ. 1 τροποποιήθηκε, το νέο πρώτο εδάφιο της παρ. 2 και η παρ. 2Α προστέθηκαν και το άρθρο 349,όπως είχε τροποποιηθεί με το άρθρο 8 περ. 25 του Ν. 4637/2019 (ΦΕΚ Α' 180), διαμορφώθηκε ως άνω με το άρθρο 41 του Ν. 4947/2022 (ΦΕΚ Α' 124/23.06.2022].
Κατά την έννοια των εν λόγω διατάξεων το δικαστήριο υποχρεούται να ερευνήσει τη δυνατότητα διακοπής της δίκης μόνο αν κρίνει ότι συντρέχει λόγος αναβολής, όχι δε και όταν κρίνει ότι δεν συντρέχει λόγος αναβολής.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ' αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως νόμος ορίζει, ενώ με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε και έχει καταστεί εσωτερικό δίκαιο με το ΝΔ 53/1974 και υπερισχύει σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος των ελληνικών νόμων, καθιερώνεται η αρχή της δίκαιης δίκης και ορίζεται, ότι "παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας, υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίση...είτε επί του βασίμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως".
Στο δικαίωμα αυτό, σύμφωνα με τη σταθερή νομολογία του ΕΔΔΑ, περιλαμβάνονται ειδικότερα, το δικαίωμα ελεύθερης και ανεμπόδιστης προσβάσεως στο δικαστήριο και το δικαίωμα του προσώπου να τύχει σχετικά με την υπόθεσή του ακροάσεως. Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι τα κράτη θα πρέπει να έχουν εξασφαλίσει στην πράξη το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη, απόρροια του οποίου είναι και η ακώλυτη πρόσβαση σε δικαστήριο και η προηγούμενη δικαστική ακρόαση.
Η παραβίαση της προαναφερθείσας διάταξης του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, που καθιερώνει την αρχή της δίκαιης δίκης, δεν δημιουργεί ιδιαίτερο λόγο αναίρεσης της ποινικής απόφασης, πέραν από τους λόγους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 510 ΚΠΔ, εκτός εάν συνδυάζεται με άλλη πλημμέλεια που υπάγεται στους προβλεπόμενους από την εν λόγω διάταξη λόγους αναίρεσης, σε συνδυασμό με όσα ορίζονται στη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ.
δ' ΚΠΔ, όπως το στοιχ. δ' της παρ. 1 αντικαταστάθηκε από την παρ. 2 του άρθρου 11 του Ν. 3904/2010. Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 340 παρ. 1 ΚΠΔ, "Ο κατηγορούμενος οφείλει να εμφανίζεται αυτοπροσώπως στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση, μπορεί να διορίζει δικηγόρο ως συνήγορο για την υπεράσπισή του". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα από το νόμο να διορίζει δικηγόρο ως συνήγορο για την υπεράσπισή του.
Σύμφωνα µε το άρθρο 6 παρ. 3 στοιχ. γ' της ΕΣΔΑ, ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα "όπως αναθέσει την υπεράσπισή του σε συνήγορο της εκλογής του" και σύμφωνα µε το άρθρο 14 παρ. 3 στοιχ. δ' του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το Ν. 2462/1997, "ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να υπερασπισθεί τον εαυτό του µε τη βοήθεια συνηγόρου της απόλυτης και ελεύθερης επιλογής του".
Οι διεθνείς αυτές συμβάσεις που κυρώθηκαν µε νόμο, αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα του εσωτερικού ελληνικού δικαίου και κατά το άρθρο 28 παρ. 1 εδ. α' του Συντάγματος, υπερισχύουν κάθε αντίθετης διατάξεως νόμου. Πρακτική συνέπεια του ως άνω δικαιώματος επιλογής συνηγόρου είναι, ότι ο κατηγορούμενος δικαιούται να ζητήσει να αναβληθεί η υπόθεσή του, με την τήρηση των διατάξεων του άρθρου 349 ΚΠΔ, δηλαδή να υποβάλει αίτημα αναβολής με την επίκληση λόγων ανώτερης βίας στο πρόσωπο του συνηγόρου της επιλογής του.
Ακόμη, κατά την διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1 περ. δ' ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα, που λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της δίκης, ακόμη και στον Άρειο Πάγο, προκαλείται και αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται από το νόμο, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών και το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα.
Η απόλυτη αυτή ακυρότητα, η οποία θεμελιώνει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, επέρχεται μόνον στις περιπτώσεις που υπάρχει από τον νόμο υποχρέωση στον δικαστή να δημιουργήσει αυτεπαγγέλτως τις προϋποθέσεις που καθιστούν δυνατή την άσκηση των σχετικών δικαιωμάτων, χωρίς να είναι αναγκαία η προηγούμενη υποβολή αντίστοιχης αίτησης από τον κατηγορούμενο.
Αντίθετα, δεν επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, όταν ο κατηγορούμενος παραστάθηκε κατά τη διεξαγωγή της δίκης και άσκησε ο ίδιος ή μέσω του συνηγόρου υπεράσπισης τα δικαιώματά του με τις διατυπώσεις του νόμου, άσχετα αν το δικαστήριο απέρριψε τους σχετικούς ισχυρισμούς του.
Εξάλλου, ο τρόπος άσκησης των δικαιωμάτων εμφανίσεως, εκπροσωπήσεως και υπερασπίσεως του κατηγορουμένου, που του παρέχονται από το νόμο, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών και το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, εξαρτάται από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της διαδικασίας και από τις περιστάσεις που έχουν διαμορφωθεί στο πλαίσιο της εκδίκασης συγκεκριμένης υπόθεσης.
Ωστόσο, η άσκηση των εν λόγω δικαιωμάτων του κατηγορουμένου τελεί υπό τον περιορισμό της μη καταχρηστικής άσκησής τους, όπως τούτο σαφέστατα συνάγεται από τις ανωτέρω διατάξεις και τον συνδυασμό τους με τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 3 του Συντάγματος, με την οποία απαγορεύεται η καταχρηστική άσκηση δικαιώματος, καθώς και με τις διατάξεις των άρθρων 17 και 18 της ΕΣΔΑ, με τις οποίες απαγορεύεται η καταχρηστική δραστηριότητα προς αχρήστευση δικαιωμάτων ή ελευθεριών που έχουν αναγνωρισθεί από τις προβλεπόμενες στην πιο πάνω Σύμβαση διατάξεις και περαιτέρω τίθενται όρια στη χρήση των περιορισμών που τίθενται με τη Σύμβαση σε σχέση με τα προβλεπόμενα δικαιώματα μόνον προς τον σκοπό, για τον οποίο καθιερώθηκαν.
Ειδικότερα, η διάταξη του άρθρου 17 της ΕΣΔΑ, που απαγορεύει την κατάχρηση δικαιώματος, ορίζει ότι: "Ουδεμία διάταξις της παρούσης συμβάσεως δύναται να ερμηνευθή ως επαγομένη δι' έν κράτος, μίαν ομάδα ή έν άτομον οιονδήποτε δικαίωμα όπως επιδοθή εις δραστηριότητα ή εκτελέση πράξεις σκοπούσας εις την καταστροφήν των δικαιωμάτων ή ελευθεριών, των αναγνωρισθέντων εν τη παρούση συμβάσει, ή εις περιορισμούς των δικαιωμάτων και ελευθεριών τούτων μεγαλυτέρων των προβλεπομένων εν τη ρηθείση Συμβάσει" και η διάταξη του άρθρου 18 της ΕΣΔΑ, η οποία θέτει όρια στη χρήση των περιορισμών σε δικαιώματα, ορίζει ότι: "Οι επιτρεπόμενοι κατά τας διατάξεις της παρούσης Συμβάσεως περιορισμοί των ειρημένων δικαιωμάτων και ελευθεριών δεν επιτρέπεται να εφαρμοσθούν ειμή προς τον σκοπόν δια τον οποίον καθιερώθησαν".
Τέλος, έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που στοιχειοθετεί λόγο αναίρεσης της καταδικαστικής αποφάσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, υπάρχει όταν δεν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και στήριξαν την κρίση του δικαστηρίου, οι αποδείξεις, από τις οποίες αυτά αντλήθηκαν και οι νομικές σκέψεις, με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν στην ποινική διάταξη που εφάρμοσε.
Μάλιστα, σε σχέση με την αναφορά των αποδείξεων (αποδεικτικών μέσων) που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για να διαμορφώσει την κρίση του, για την πληρότητα της αιτιολογίας δεν απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά, αλλά αρκεί να προκύπτει με βεβαιότητα ότι το Δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνον ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή.
Η κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απαιτείται όχι μόνο για την απόφαση περί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε.
Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει αίτημα του κατηγορουμένου περί αναβολής της δίκης, μολονότι η κρίση του δικαστηρίου για το αν πρέπει ή όχι να αναβληθεί αυτή είναι ανέλεγκτη, πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, υπό την προϋπόθεση ότι υποβάλλεται παραδεκτώς και είναι ορισμένο το αίτημα για αναβολή, γιατί διαφορετικά ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, για ελλιπή αιτιολογία, αν δε το δικαστήριο απορρίψει το αίτημα αναβολής χωρίς την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και προχωρήσει στην εκδίκαση της υποθέσεως και στην καταδίκη του κατηγορουμένου, τότε υποπίπτει στην από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Θ' ΚΠΔ πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας, αφού, κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως, υπάρχει αρνητική υπέρβαση εξουσίας, όταν το δικαστήριο παραλείπει να αποφασίσει κάτι, το οποίο υποχρεούται στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του.
Έτσι, αν υποβληθεί παραδεκτώς αίτημα αναβολής της δίκης για λόγους που αφορούν τον συνήγορο υπερασπίσεως και αυτό απορριφθεί από το δικαστήριο χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ιδρύεται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ αλλά όπως προαναφέρθηκε και λόγος αναίρεσης για απόλυτη ακυρότητα από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, επειδή προσβάλλεται το δικαίωμα του κατηγορουμένου για δίκαιη δίκη κατά τα άρθρα 6 παρ. 1 και 3 περ. γ' της ΕΣΔΑ και 14 παρ. 2 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, καθώς επίσης και λόγος αναίρεσης για αρνητική υπέρβαση εξουσίας από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Θ' ΚΠΔ, επειδή το δικαστήριο προχώρησε στην κατ' ουσίαν έρευνα και καταδίκη του κατηγορουμένου, παραλείποντας να αποφασίσει αιτιολογημένα επί του αιτήματος αναβολής, όπως είχε υποχρέωση στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του (ΑΠ 843/2020).
Περαιτέρω, ως "ανώτερη βία" νοείται κάθε απρόβλεπτο και εξαιρετικό γεγονός, είτε αντικειμενικό είτε σχετικό με το πρόσωπο του δικαιούχου, το οποίο στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν μπορεί να αποτραπεί με μέτρα εξαιρετικής επιμέλειας και σύνεσης, ενώ ως ανυπέρβλητο κώλυμα θεωρείται εκείνο, το οποίο οπωσδήποτε δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του διαδίκου και το οποίο δεν μπόρεσε να υπερνικηθεί από αυτόν με κανέναν τρόπο (ΑΠ 522/2025).
Εξάλλου, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 510 παρ. 1, στοιχ. Θ' ΚΠΔ, υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον από την διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης υπάρχει, όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του παρέχεται από τον νόμο ή υφίσταται τέτοια δικαιοδοσία, δεν συντρέχουν όμως οι όροι, οι οποίοι του παρέχουν την εξουσία να κρίνει στην συγκεκριμένη περίπτωση ή όταν αρνείται να ασκήσει δικαιοδοσία, η οποία του παρέχεται από τον νόμο στην συγκεκριμένη περίπτωση, αν και συντρέχουν οι απαιτούμενοι γι' αυτό κατά τον νόμο όροι.
Στην πρώτη περίπτωση, που το δικαστήριο αποφασίζει κάτι, για το οποίο δεν έχει δικαιοδοσία, υπάρχει θετική υπέρβαση εξουσίας, ενώ στην δεύτερη περίπτωση, που παραλείπει να αποφασίσει κάτι, το οποίο υποχρεούται στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του, υπάρχει αρνητική υπέρβαση εξουσίας (ΟλΑΠ 3/2005, ΑΠ 906/2024, ΑΠ 844/2024, ΑΠ 1517/2022, ΑΠ 95/2022).
Με τον πρώτο αναιρετικό λόγο - κατά το ορθό νοηματικό του περιεχόμενο - ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι η ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέλαβε ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την απόρριψη του νομίμως υποβληθέντος για λογαριασμό του, αιτήματος αναβολής εκδίκασης της υπόθεσης λόγω κωλύματος του συνηγόρου υπεράσπισής του, αλλά και ότι για τον ίδιο λόγο το ανωτέρω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας υπερέβη την εξουσία του και επί πλέον, ότι προκλήθηκε απόλυτη ακυρότητα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο και προσάπτει σ' αυτήν (προσβαλλόμενη απόφαση), τις από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α', Δ' και Θ' ΚΠΔ, σχετικές απορρέουσες πλημμέλειες. Από την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, τα οποία σημειωτέον δεν προσβλήθηκαν ως πλαστά, ούτε ζητήθηκε η διόρθωσή τους και επομένως, αποδεικνύουν όσα έχουν καταχωριστεί σε αυτά κατ' άρθρο 140 παρ. 3 ΚΠΔ, προκύπτει ότι ενώπιον του ως άνω δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου έλαβαν χώρα τα εξής: "Κατά τη σημερινή δημόσια στο ακροατήριο συνεδρίαση του Δικαστηρίου ο Πρόεδρος εκφώνησε το όνομα του κατηγορουμένου, ο οποίος αφού εμφανίσθηκε και ρωτήθηκε από τον Πρόεδρο σχετικά με την ταυτότητά του, είπε ότι ονομάζεται όπως αναγράφεται παραπάνω.
Στο σημείο αυτό εμφανίστηκε ο Δικηγόρος Αθηνών ΖΑΒΑΛΙΑΝΝΗΣ Ιωάννης του Παύλου (Α.Μ. Δ.Σ.Α. ...) και δήλωσε ότι προτίθεται να υπερασπιστεί τον κατηγορούμενο και δια το λόγο αυτό υπέβαλε αίτημα αναβολής, προκειμένου να λάβει γνώση της δικογραφίας, καθώς στις 28-4-2025 που προσήλθε στη Γραμματεία της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών για να λάβει γνώση αυτής, δεν κατέστη δυνατό να τη μελετήσει και να προετοιμαστεί, καθώς, όπως ενημερώθηκε από τον αρμόδιο Γραμματέα, κατά τον ίδιο χρόνο μελετούνταν οι δικογραφίες της δικασίμου από τη σύνθεση του Δικαστηρίου.
Ο Εισαγγελέας στον οποίο δόθηκε ο λόγος πρότεινε να απορριφθεί το ανωτέρω αίτημα". Ακολούθως, το ανωτέρω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο που σημειωτέον συνεδρίασε στις 30-4-2025, απέρριψε το ως άνω υποβληθέν αίτημα αναβολής εκδίκασης της υπόθεσης διαλαμβάνοντας στο σχετικό σκεπτικό του τα ακόλουθα: "Το αίτημα αναβολής πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο, διότι, από τα ανωτέρω εκτιθέμενα, δεν αποδεικνύεται ότι συντρέχει λόγος ανωτέρας βίας στο πρόσωπο του συνηγόρου υπεράσπισης ως προς τη δυνατότητα προηγούμενης ενημέρωσής του για το περιεχόμενο της δικογραφίας.
Και τούτο, διότι δεν εκθέτει ότι ήταν αδύνατο για κάποιο λόγο να λάβει γνώση της δικογραφίας και κατά την προτεραία της δικασίμου (ήτοι στις 29-4-2025), καθώς δεν επικαλέστηκε ούτε ότι ο ίδιος είχε ανειλημμένη υποχρέωση σε όλο το ωράριο λειτουργίας της Γραμματείας της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών που του αποστερούσε την παρουσία στη Γραμματεία αυτή ούτε ότι η δικογραφία δεν ήταν διαθέσιμη για κάποιον λόγο.
Άρα, συνάγεται ότι ο συνήγορος υπεράσπισης δεν μερίμνησε ώστε να ενημερωθεί για τη δικογραφία πριν από τη σημερινή δικάσιμο, αν και η ενημέρωσή του θα ήταν εφικτή". Μετά ταύτα "το Δικαστήριο διέκοψε για σύντομο χρονικό διάστημα την εκδίκαση της προκείμενης υποθέσεως και εξήγησε στον προτιθέμενο να υπερασπιστεί τον κατηγορούμενο Δικηγόρο ότι μπορεί, κατά το διάστημα αυτό, να λάβει γνώση της δικογραφίας, εφόσον το επιθυμεί.
Ο ίδιος Δικηγόρος δήλωσε ότι δεν προτίθεται να ενημερωθεί για τη δικογραφία, καθώς πιστεύει ότι η άσκηση του δικαιώματός του για ενημέρωση εντός περιορισμένων χρονικών ορίων τον προσβάλλει ως υπερασπιστή. Μετά το πέρας του χρονικού διαστήματος της διακοπής εκδίκασης της υπόθεσης, ο προτιθέμενος να υπερασπιστεί τον κατηγορούμενο, Δικηγόρο, υπέβαλε εκ νέου αίτημα αναβολής, άλλως διακοπής της προκείμενης υποθέσεως.
Ο Εισαγγελέας στον οποίο δόθηκε ο λόγος πρότεινε να απορριφθεί το ανωτέρω αίτημα". Στην συνέχεια το ίδιο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε το υποβληθέν (κύριο και επικουρικό) αίτημα με το εξής σκεπτικό: "Το αίτημα αναβολής, άλλως διακοπής, της προκείμενης υπόθεσης έχει ως έρεισμα το γεγονός ότι ο αιτών Δικηγόρος δεν μπόρεσε να ενημερωθεί προηγουμένως για το περιεχόμενο της δικογραφίας.
Η μη ενημέρωσή του αυτή, όμως, όπως αναλύθηκε ανωτέρω κατά την απόρριψη του αιτήματος αναβολής που αυτός είχε υποβάλει για πρώτη φορά, δεν συνιστά λόγο ανωτέρας βίας που δικαιολογεί την αναβολή ή τη διακοπή της υπόθεσης, αλλά οφείλεται σε λόγο που ανάγεται αποκλειστικά στη σφαίρα ευθύνης του αιτούντος, ο οποίος δεν φρόντισε να ενημερωθεί για την υπόθεση κατά την προτεραία της δικασίμου, ενώ είχε τη δυνατότητα".
Με όσα δέχθηκε το ανωτέρω Δικαστήριο διέλαβε ειδική αιτιολογία ως προς την απόρριψη των ως άνω νομίμως υποβληθέντων αιτημάτων, δεχόμενο ότι δεν συνέτρεχε "ανώτερη βία" που να δικαιολογεί την αναβολή εκδίκασης της υπόθεσης αυτής, τηρώντας τις διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται από το νόμο, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών και το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα και χωρίς να παραβιάσει κανένα νόμιμο υπερασπιστικό δικαίωμα του εκκαλούντος - κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος και επομένως δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας λόγω παραβίασης υπερασπιστικών δικαιωμάτων του (εκκαλούντος - κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος), ούτε προκλήθηκε υπέρβαση εξουσίας, αφού το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με πλήρη, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απέρριψε τα ως άνω υποβληθέντα αιτήματα και ακολούθως προχώρησε στην εκδίκαση της υπόθεσης.
Επομένως, ο πρώτος αναιρετικός λόγος τυγχάνει αβάσιμος και ως προς τα τρία σκέλη του.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 63 εδ. α' νΚΠΔ (Ν. 4620/2019 ΦΕΚ Α' 96/11.6.2019) που τέθηκε σε ισχύ από 01.07.2019, "Οι δικαιούμενοι κατά τον αστικό κώδικα σε αποζημίωση ή αποκατάσταση από το έγκλημα ή σε χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, ακόμη και όταν από διάταξη νόμου η υποχρέωση για την αποκατάσταση της ζημίας ή την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης περιορίζεται αποκλειστικά σε τρίτο πρόσωπο, μπορούν να παραστούν στο ποινικό δικαστήριο για την υποστήριξη της κατηγορίας".
Ήδη, με τις διατάξεις των άρθρων 63 - 66 του ως άνω ισχύοντος από 1-7-2019 ΚΠΔ, επαναπροσδιορίστηκε η έννοια και η θέση του πολιτικώς ενάγοντος στην ποινική δίκη, στην οποία πλέον τα δικαιούμενα πρόσωπα μπορούν να παραστούν για την υποστήριξη της κατηγορίας και μόνο ενώ, κατ' άρθρο 67 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, η διαδικασία που πρέπει να τηρηθεί σχετικά με την άσκηση και διατύπωση της παράστασης για την υποστήριξη της κατηγορίας, είναι η ίδια με εκείνη της διάταξης του άρθρου 68 παρ. 2 του προϊσχύσαντος ΚΠΔ, ήτοι επιτρέπεται να ασκηθεί χωρίς έγγραφη προδικασία, το αργότερο όμως, ωσότου αρχίσει για πρώτη φορά η αποδεικτική διαδικασία στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.
Όπως προκύπτει από την αιτιολογική έκθεση του σχεδίου του νΚΠΔ, το κριτήριο της ενεργητικής νομιμοποίησης για τη δήλωση παράστασης προς υποστήριξη της κατηγορίας παρέμεινε το ίδιο με το προϊσχύσαν δίκαιο και απλώς αφαιρέθηκε η δυνατότητα από τον δικαιούχο του ουσιαστικού δικαιώματος χρηματικής αποζημίωσης, υλικής αποκατάστασης ή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης να εισάγει τις αστικές αξιώσεις του στην ποινική δίκη, όπου δικαιούται πλέον να παρίσταται μόνο προς υποστήριξη της κατηγορίας (ΑΠ 131/2025, ΑΠ 908/2023).
Επομένως, υπό το καθεστώς του νΚΠΔ που ισχύει από 1-7-2019, οι δηλώσεις παράστασης πολιτικής αγωγής ισχύουν ως δηλώσεις για την υποστήριξη της κατηγορίας και για τα ζητήματα νομιμοποίησης του υποστηρικτή της κατηγορίας ισχύουν αναλλοίωτα όσα γίνονταν δεκτά υπό το προϊσχύσαν δίκαιο για τη νομιμοποίηση του πολιτικώς ενάγοντος (άρθρο 588 ΚΠΔ).
Εξάλλου, η πολιτική αγωγή που ασκείται ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου δεν έχει μόνον αστικό, αλλά και ποινικό χαρακτήρα. Με αυτή δεν επιδιώκεται δηλαδή, μόνον η ικανοποίηση της αστικής αξίωσης του αμέσως ζημιωθέντος, αλλά και η υποστήριξη της κατηγορίας από τον πολιτικώς ενάγοντα για την εξυπηρέτηση του γενικότερου δημοσίου συμφέροντος (ΟλΑΠ17/1997, ΑΠ 131/2025, ΑΠ 208/2021, ΑΠ 810/2020).
Είναι γεγονός ότι εκείνος που υπέστη βλάβη από το έγκλημα και ιδιαίτερα ο ίδιος ο παθών επιζητεί την συμμετοχή του στην ποινική δίκη όχι μόνον για να εξασφαλίσει την αποκατάσταση οποιασδήποτε ζημίας του που μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα, αλλά και για να συμπράξει στην αντίδραση της Πολιτείας κατά του εγκλήματος, που εκδηλώνεται με την πανηγυρική διαπίστωση της ενοχής και την δημόσια αποδοκιμασία μέσω της ποινής (ΑΠ 1177/2019).
Ήδη με την κύρωση του νέου, ισχύοντος από 1-7-2019 νΚΠΔ (Ν. 4620/2019), παρά τον επαναπροσδιορισμό, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, της έννοιας και της θέσης του πολιτικώς ενάγοντος, αφού πλέον ο αδικηθείς έχει δικαίωμα για παράσταση πολιτικής αγωγής μόνον προς υποστήριξη της κατηγορίας, δεν μεταβάλλεται ο προεχόντως ποινικός χαρακτήρας της πολιτικής αγωγής στο ποινικό δικαστήριο (ΑΠ 131/2025, ΑΠ 208/2021).
Ακόμη από τις διατάξεις των άρθρων 63, 82 παρ. 1 ΚΠΔ (νέου και παλαιού), σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 66 (πρώην 64), 67 (πρώην 68) παρ. 1 και 2, 83, 84, 87 του ιδίου Κώδικα και 914, 932 ΑΚ, προκύπτει ότι για να είναι νόμιμη η δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής και νυν υποστήριξης της κατηγορίας που γίνεται είτε στην προδικασία, είτε ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου, πρέπει, εκείνος που προβαίνει σ' αυτή, να έχει υποστεί από την τέλεση της εγκληματικής πράξης ζημία, από την οποία διατηρεί αξίωση αποζημίωσης ή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης.
Τέτοια αξίωση υφίσταται σε εκείνον που ζημιώθηκε άμεσα από την άδικη πράξη, με την οποία προσβλήθηκαν έννομα αγαθά αυτού, ο οποίος, ως μόνος ενεργητικά νομιμοποιούμενος, μπορεί να προβεί σε δήλωση παράστασης ως πολιτικώς ενάγων και ήδη σε δήλωση υποστήριξης της κατηγορίας. Δηλαδή, απαιτείται και υπό το νΚΠΔ ο υποστηρίζων την κατηγορία, όπως προηγουμένως και ο πολιτικώς ενάγων, να αντλεί το δικαίωμα αποζημιώσεως ευθέως και αμέσως από "προσωπικό βίωμα" της εγκληματικής προσβολής και όχι από κάποια ενδιάμεση σχέση ή αντανακλαστικά και έμμεσα (ΑΠ 420/2021), ακόμη και όταν από διάταξη νόμου η υποχρέωση για την αποκατάσταση της ζημίας ή την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης περιορίζεται αποκλειστικά σε τρίτο πρόσωπο (ΑΠ 973/2021).
Έτσι, για να προσδιορισθεί ποιος είναι ο αμέσως ζημιούμενος και αν έχει έννομο συμφέρον και νομιμοποιείται ενεργητικά σε άσκηση πολιτικής αγωγής (παράσταση προς υποστήριξη της κατηγορίας), αναζητείται ποιο είναι το συμφέρον και το έννομο αγαθό που προστατεύει η συγκεκριμένη ποινική διάταξη που παραβιάσθηκε από τον κατηγορούμενο, για την οποία δικάζεται (ΑΠ 25/2021).
Με την αμεσότητα της ζημίας που απαιτείται για τη νομιμοποίηση του πολιτικώς ενάγοντος, εκφράζονται δύο διαφορετικοί περιορισμοί του δικαιώματος παράστασης πολιτικής αγωγής και ήδη παράστασης για υποστήριξη της κατηγορίας, οι οποίοι αντιστοιχούν σε δύο διαφορετικές έννοιες αμεσότητας. Η μία υπονοεί την προσωπική σχέση του ζημιωθέντος με το δικαζόμενο έγκλημα (ΑΠ 248/2009), ενώ η δεύτερη υπονοεί την υπαγωγή της ζημιάς του παρισταμένου πολιτικώς ενάγοντος ήδη υποστηρίζοντος την κατηγορία στο προστατευτικό εύρος του ποινικού νόμου που παραβιάστηκε.
Κριτήριο δε, για την ανεύρεση του κύκλου των προσώπων, που δικαιούνται να παραστούν ως πολιτικώς ενάγοντες αποτελεί, κατά πρώτο λόγο, ο προστατευτικός σκοπός της ποινικής διάταξης που παραβιάστηκε, με αποτέλεσμα να νομιμοποιείται οπωσδήποτε ενεργητικά στην παράσταση πολιτικής αγωγής, ο φορέας του εννόμου αγαθού που προσβλήθηκε με την τέλεση της αξιόποινης πράξης.
Λαμβάνεται υπόψη η έννοια του συμφέροντος, όπως ορίζεται από κανόνες δικαίου που τέθηκαν, όχι αποκλειστικά χάριν του γενικού συμφέροντος, αλλά και χάριν ιδιωτικών συμφερόντων και της αξίωσης για την απόλαυσή του (ΟλΑΠ 1769/1986, ΑΠ 131/2025). Έτσι προστατεύεται εκείνο το ιδιωτικό συμφέρον που συνδέεται με τη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 550/2021, ΑΠ 286/2019).
Η ενεργητική νομιμοποίηση του πολιτικώς ενάγοντος και ήδη υποστηρίζοντος την κατηγορία κρίνεται σύμφωνα με την κατηγορία, όπως αυτή διατυπώνεται στο παραπεμπτικό βούλευμα ή το κλητήριο θέσπισμα, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της δήλωσης παράστασης πολιτικής αγωγής και ήδη υποστήριξης της κατηγορίας, ενώ η ουσιαστική βασιμότητα της αξίωσης (κρίνεται) από την αποδεικτική διαδικασία (ΑΠ 944/2024, ΑΠ 99/2022, ΑΠ 908/2023, ΑΠ 973/2021, ΑΠ 100/2021).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 3 νΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα, που δημιουργεί λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ιδίου κώδικα, η οποία λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, ακόμη και στον Άρειο Πάγο, επιφέρει και η παρά το νόμο παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος, ήδη υποστηρίζοντος την κατηγορία, στη διαδικασία του ακροατηρίου.
Τέτοια ακυρότητα υπάρχει και όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του πολιτικώς ενάγοντος και ήδη υποστηρίζοντος την κατηγορία οι όροι της ενεργητικής νομιμοποιήσεώς του για την παράστασή του σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν. Απόλυτη ακυρότητα επίσης επέρχεται και όταν παραβιάστηκε η διαδικασία που έπρεπε να τηρηθεί σχετικά με τον τρόπο και το χρόνο διατύπωσης της παράστασης για υποστήριξη κατηγορίας, κατά το άρθρο 67 παρ. 1 του νΚΠΔ.
Η ακυρότητα αυτή δεν καλύπτεται από την μη προβολή αντιρρήσεων κατά της παράνομης παράστασης προς υποστήριξη της κατηγορίας, αν από την ίδια τη διαδικασία προκύπτει έλλειψη νομιμοποίησης, η οποία ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο και οδηγεί στην απόρριψη της παράστασης αυτής ως απαράδεκτης.
Άλλες ελλείψεις ή πλημμέλειες, που αφορούν στην παράσταση ή την εκπροσώπηση του πολιτικώς ενάγοντος κα ήδη του υποστηρίζοντος την κατηγορία δεν ασκούν επιρροή στη νομιμότητα της παράστασης προς υποστήριξη κατηγορίας και δεν επιφέρουν απόλυτη ακυρότητα, αφού αυτές οι ελλείψεις ή πλημμέλειες θίγουν απλώς το συμφέρον του δικαιούχου και όχι του κατηγορουμένου, ούτε πλήττουν τη δημόσια τάξη (ΑΠ 131/2025, ΑΠ 944/2024, ΑΠ 908/2023, ΑΠ 244/2023, ΑΠ 99/2022, ΑΠ 973/2021, ΑΠ 100/2021).
Με τον τέταρτο αναιρετικό λόγο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι αμφότεροι οι προαναφερθέντες γονείς του παράνομα παραστάθηκαν στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο για την υποστήριξη των εις βάρος του σχετικών κατηγοριών και αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά την διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ.
Α' ΚΠΔ).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση της υπ' αριθμ. ΓΑΜ 2398/13-5-2024 απόφασης του Γ' Αυτοφώρου Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αμφότεροι οι προαναφερθέντες Κ. Τ. του Η. και Α. Τ. του Κ. , εμφανίσθηκαν στο ως άνω (πρωτοβάθμιο) Δικαστήριο και "δήλωσαν ότι παρίστανται για την υποστήριξη της κατηγορίας", διορίζοντας μάλιστα και πληρεξούσιο Δικηγόρο προς τούτο, ενώ κατά της παράστασης αυτής δεν προβλήθηκε καμία αντίρρηση εκ μέρους του παρασταθέντος κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος (βλ.
σελ. 1 της ως άνω πρωτόδικης απόφασης). Με την ίδια (πρωτόδικη) απόφαση, ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, ο οποίος σημειωτέον αρνήθηκε τις ως άνω εις βάρος του κατηγορίες, κηρύχθηκε ένοχος για όλες ανεξαιρέτως τις προαναφερθείσες αξιόποινες πράξεις και συγκεκριμένα, α) της ενδοοικογενειακής απειλής κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση, β) της κλοπής, γ) της παραβίασης δικαστικής απόφασης, δ) της παράνομης οπλοφορίας και ε) της ψευδούς αναφοράς στην Αρχή και επιβλήθηκαν σ' αυτόν, για την πρώτη πράξη ποινή φυλάκισης ενός (1) έτους για τον καθένα από τους δύο παθόντες, για την δεύτερη πράξη ποινή φυλάκισης οχτώ (8) μηνών, για την τρίτη πράξη ποινή φυλάκισης ενός (1) έτους, για την τέταρτη πράξη ποινή φυλάκισης ενός (1) έτους και χρηματική ποινή χιλίων (1.000) ευρώ και για την πέμπτη πράξη ποινή φυλάκισης ενός (1) έτους, ενώ ακολούθως καθορίσθηκε σε βάρος του συνολική ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών και τριών (3) μηνών και στην συνέχεια, διατάχθηκε η μερική έκτιση της ως άνω επιβληθείσης σ' αυτόν ποινής φυλάκισης και συγκεκριμένα, η εκ μέρους του έκτιση ποινής φυλάκισης τεσσάρων (4) μηνών, ενώ ανεστάλη η εκτέλεση του υπολοίπου της προαναφερθείσας ποινής φυλάκισης για μία τριετία.
Όπως δε, προκύπτει από την ασκηθείσα υπ' αριθμ. κατάθεσης: .../2024, έφεση του εκκαλούντος - κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος κατά της ως άνω καταδικαστικής απόφασης, η υπόθεση ακολούθως ήχθη ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, ήτοι του Β' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, από την επιτρεπτή επισκόπηση των πρακτικών της οποίας, που σημειωτέον δεν έχουν διορθωθεί, ούτε προσβληθεί για πλαστότητα και επομένως, αποδεικνύουν όλα όσα αναγράφονται σε αυτά (άρθρο 141 παρ. 3 ΚΠΔ), προκύπτει ότι κατά την έναρξη της δίκης, δηλαδή στις 30-4-2025, έλαβαν χώρα τα εξής: "Στο σημείο αυτό εμφανίστηκαν οι Τ. Κ. του Η. και Τ. Α. του Κ. δήλωσαν ότι παρίστανται αμφότεροι στο παρόν ποινικό Δικαστήριο κατά του προαναφερομένου κατηγορουμένου για την υποστήριξη της κατηγορίας. Ταυτόχρονα δήλωσαν ότι για την παράσταση αυτή έχουν καταθέσει τα εντός της δικογραφίας υπάρχοντα υπ' αριθμόν ... και ... ηλεκτρονικά παράβολα Δημοσίου και δήλωσαν ότι διορίζουν πληρεξούσιό τους, τον παρευρισκόμενο Δικηγόρο Αθηνών ΣΠΑΝΟ Νικόλαο του Γεωργίου (Α.Μ. Δ.Σ.Α. ...), ο οποίος προσκόμισε το υπ' αριθ. ...-2025 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών και ενσήμων του Δ.Σ.Α.
Κατά της παραστάσεως αυτής δεν προβλήθηκε αντίρρηση". Εφόσον λοιπόν το περιεχόμενο της απαίτησης που περιείχε η δήλωση του καθενός από τους εν λόγω δύο υποστηρίζοντες τις σχετικές κατηγορίες εις βάρος του κατηγορουμένου - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος, ο οποίος σημειωτέον τυγχάνει γιός τους, διαλαμβάνονταν στο σχετικό κατηγορητήριο και επί πλέον, αποδείχθηκε και η ουσιαστική βασιμότητα των αξιώσεων των υποστηριζόντων τις σχετικές κατηγορίες από την παράνομη εις βάρος τους επιδειχθείσα συμπεριφορά του εκκαλούντος - κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, ενώ παράλληλα, δεν προβλήθηκε καμία σχετική αντίρρηση προς τούτο εκ μέρους του τελευταίου, ο οποίος όπως ήδη αναφέρθηκε, παραστάθηκε στην κατ' έφεση δίκη, οι ως άνω σχετικές δηλώσεις των υποστηριζόντων τις ως άνω κατηγορίες που επαναλήφθησαν στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δεν ήταν αναγκαίο κατά τα αναφερόμενα στην προαναφερθείσα σχετική νομική σκέψη, να περιέχουν άλλα στοιχεία. Επομένως, ο προαναφερθείς τέταρτος αναιρετικός λόγος από το άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. Α' ΚΠΔ, για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά την διαδικασία στο ακροατήριο, είναι αβάσιμος.
Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 362 ΚΠΔ, σε συνδυασμό και προς τις διατάξεις των άρθρων 171 παρ. 1, 2, 172 παρ. 1 και 177, 178 ΚΠΔ, προκύπτει ότι στην ποινική διαδικασία επιτρέπεται κάθε είδους αποδεικτικό μέσο, είτε από αυτά που αναφέρονται στο άρθρο 178, είτε άλλα, ακόμη και άκυρα, εκτός αν η χρησιμοποίησή τους απαγορεύεται από τον νόμο, είτε ρητώς, είτε διότι είναι αντίθετη σε διατάξεις του ισχύοντος δικονομικού συστήματος, οπότε η χρησιμοποίησή τους προσβάλλει το δικαίωμα υπεράσπισης του κατηγορουμένου και επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατά το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ' ΚΠΔ.
Συνεπώς, το δικάζον ποινικό Δικαστήριο, αναζητώντας την ουσιαστική αλήθεια, για τη διαμόρφωση της κρίσης του ως προς την ενοχή ή μη του κατηγορουμένου, προβαίνει στην ανάγνωση και ουσιαστική αξιολόγηση οποιουδήποτε χρήσιμου εγγράφου, αποδεικτικού ή διαδικαστικού, εφόσον δεν αμφιβάλλει για τη γνησιότητά του, έστω και αν το έγγραφο προέρχεται από άλλη ποινική ή πολιτική δίκη, στην οποία δεν έχει εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση ή πρόκειται για απόφαση που δεν είναι αμετάκλητη, ενόψει του ότι η τήρηση της διάταξης του άρθρου 362 παρ. 2, εδ.
β' ΚΠΔ δεν τάσσεται με ποινή ακυρότητας της σχετικής ποινικής διαδικασίας και συνεπώς, ουδεμίας μορφής ακυρότητα επιφέρει η ανάγνωση και λήψη υπόψη εγγράφων, τα οποία υποβάλλονται από τους διαδίκους ή τον εισαγγελέα χωρίς αμφισβήτηση της γνησιότητάς τους, καθώς και η ανάγνωση, έστω και με την εναντίωση του κατηγορουμένου, εγγράφων άλλης δίκης ή και απόφασης εκδοθείσας επί άλλης δίκης, η οποία δεν έχει καταστεί αμετάκλητη, διότι δεν θίγονται τα δικαιώματα υπεράσπισης και ακρόασης του κατηγορουμένου και δεν παραβιάζεται το από το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ.
δ' ΚΠΔ δικαίωμα υπεράσπισης, αφού ο κατηγορούμενος έχει πάντοτε τη δυνατότητα, κατά τη διάταξη του άρθρου 358 του ίδιου ως άνω Κώδικα, να εκθέσει τις απόψεις του, να κάνει παρατηρήσεις και να προβαίνει σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με τα αποδεικτικά μέσα που εξετάσθηκαν (ΑΠ 1083/2025, ΑΠ 648/2024, ΑΠ 1408/2022, ΑΠ 1179/2022, ΑΠ 887/2020).
Με τον τρίτο λόγο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το ανωτέρω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσης του περί της ενοχής του για τις προαναφερθείσες πράξεις, έλαβε υπόψη του - μεταξύ των άλλων εγγράφων - και την προσκομισθείσα από τον Δικηγόρο που διόρισαν οι υποστηρίζοντες τις ως άνω εις βάρος του κατηγορίες, υπ' αριθμ. "7956/2024 απόφαση", χωρίς άλλο ιδιαίτερο χαρακτηριστικό στοιχείο, που δεν έχει καταστεί αμετάκλητη και προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την απορρέουσα από το άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. Α' ΚΠΔ, πλημμέλεια, ήτοι την απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά την διαδικασία στο ακροατήριο.
Εκτός του ότι όμως ο παραπάνω ισχυρισμός του δεν αποδεικνύεται, δεδομένου ότι, η ως άνω υπ' αριθμ. "7956/2024 απόφαση" δεν περιλαμβάνεται στον κατάλογο των αναγνωστέων εγγράφων (βλ. σελ. 9 και 10 της προσβαλλόμενης απόφασης), δεν προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης ότι υπήρξε σχετική εναντίωση του εκκαλούντος - κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος για την ανάγνωση της απόφασης αυτής και συνεπώς, ο τρίτος αναιρετικός λόγος από το άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ.
Α' ΚΠΔ, για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά την διαδικασία στο ακροατήριο, τυγχάνει αβάσιμος. Με το άρθρο πρώτο του Ν. 4619/2019 (ΦΕΚ Α' 95/11.6.2019) κυρώθηκε ο νέος Ποινικός Κώδικας, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-7-2019 (άρθρα δεύτερο του ως άνω νόμου και 460 του νέου ΠΚ) στη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του οποίου ορίζεται: "Αν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου".
Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται η αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου νόμου που ίσχυσε από την τέλεση της πράξης μέχρι το χρόνο της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, προδήλως δε, είναι ευμενέστερος για τον κατηγορούμενο ο μεταγενέστερος της τέλεσης της πράξης νόμος, ο οποίος με την εφαρμογή του, δηλαδή με βάση τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις, επιφέρει στη συγκεκριμένη περίπτωση ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο ποινική μεταχείριση.
Έτσι, είναι πλέον δυνατόν σε περίπτωση ισχύος περισσότερων του ενός νόμων από την τέλεση της πράξης μέχρι την αμετάκλητη εκδίκαση της σχετικής υπόθεσης, το Δικαστήριο να εφαρμόζει επιλεκτικά κάποιες από τις επιμέρους ρυθμίσεις του ενός από τους ισχύσαντες νόμους και κάποιες από τις επιμέρους ρυθμίσεις του άλλου, εφόσον ο συνδυασμός αυτός στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί σε ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορούμενου.
Προς τούτο γίνεται σύγκριση των περισσοτέρων σχετικών διατάξεων στο σύνολο των προϋποθέσεων, που προβλέπονται από καθεμιά από αυτές, έτσι ώστε να είναι πλέον σαφές, βάσει του νέου ΠΚ, ότι εφαρμόζεται πάντα η επιεικέστερη διάταξη και όχι ο νόμος ως ενιαίο "όλον". Αν από τη σύγκριση προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά, εφαρμόζεται ο νεότερος επιεικέστερος νόμος.
Ειδικότερα, επιεικέστερος είναι ο νόμος, που προβλέπει χαμηλότερο ανώτατο όριο του είδους της ποινής και αν το ανώτατο όριο είναι το ίδιο, επιεικέστερος είναι αυτός που προβλέπει μικρότερο κατώτατο όριο. Για το χαρακτηρισμό ενός νόμου ως επιεικέστερου ή μη λαμβάνεται κατ' αρχήν υπόψη το ύψος της απειλούμενης ποινής φυλάκισης ή κάθειρξης, που θεωρείται βαρύτερη της χρηματικής, ενώ επί ίσων ποινών φυλάκισης ή κάθειρξης, λαμβάνεται υπόψη και η χρηματική ποινή.
Επίσης, επιεικέστερος είναι ο νόμος, ο οποίος δεν περιλαμβάνει την επιβαρυντική περίπτωση, υπό την οποία ασκήθηκε η ποινική δίωξη (ΟλΑΠ 1/2020) ή εκείνος ο οποίος καθιστά την πράξη ανέγκλητη ή που θεσπίζει την εξάλειψη του αξιοποίνου λόγω παραγραφής ή την παραγραφή των ποινών. Επίσης, επιεικέστερος τυγχάνει ο νόμος όταν με σχετική διάταξη αυτού μεταβάλλεται το αξιόποινο μιας πράξης από κακούργημα σε πλημμέλημα, με αποτέλεσμα την ευμενέστερη μεταχείριση του δράστη ως προς την προβλεπόμενη ποινή, αλλά και τη σμίκρυνση του χρόνου παραγραφής (ΑΠ 519/2024, ΑΠ 945/2022, ΑΠ 841/2020).
Εξάλλου κατά τις διατάξεις του άρθρου 7 παρ. 2 του Ν. 3500/2006 (ΦΕΚ Α' 232/24.10.2006), "Για την αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας και άλλες διατάξεις", "Το μέλος της οικογένειας το οποίο προκαλεί τρόμο ή ανησυχία σε άλλο μέλος της οικογένειας απειλώντας το με κάθε μορφή βίας ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη, τιμωρείται με φυλάκιση.
Όποιος τελεί την αξιόποινη πράξη του πρώτου εδαφίου ενώπιον ανηλίκου ή τελεί την πράξη του δεύτερου εδαφίου της παρ. 1 ή της παρ. 1A του άρθρου 333 του Ποινικού Κώδικα, περί απειλής, σε βάρος άλλου μέλους της οικογένειας, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον έξι (6) μηνών". [Η παράγραφος 2 του άρθρου 7, όπως αυτό είχε τροποποιηθεί βάσει των άρθρων 121 και 138 παρ. 1 του Ν. 5090/2024 (ΦΕΚ A' 30/23.2.2024) με έναρξη ισχύος από 1.5.2024), συμπληρώθηκε και διαμορφώθηκε ως άνω με το άρθρο 13 του Ν. 5172/2025 (ΦΕΚ Α' 10/29.01.2025)].
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του πλημμελήματος της ενδοοικογενειακής απειλής δεν είναι η άσκηση βίας ή παράνομης πράξης εναντίον τρίτου, αλλά η απειλή ασκήσεως βίας ή τέλεσης άλλης παράνομης πράξης ή παράλειψης εναντίον μέλους της οικογένειας, η οποία να περιήγαγε τον άλλον σε τρόμο ή ανησυχία.
Για την τιμώρηση του δράστη απαιτείται το θύμα να περιήλθε σε τρόμο ή ανησυχία, ενώ είναι αδιάφορο αν η απειλή είναι γενικά ικανή να προκαλέσει τρόμο ή ανησυχία. Κριτήριο για την τιμώρηση του υπαιτίου αποτελεί το συγκεκριμένο πρόσωπο στο οποίο απευθύνεται η απειλή και όχι αν μπορεί να προκαλέσει τρόμο ή ανησυχία στον μέσο συνετό άνθρωπο, συνακόλουθα δεν ερευνάται αν η απειλή είναι γενικώς ικανή να προκαλέσει τούτο.
Ο "τρόμος" αναφέρεται στον υπέρμετρο και ξαφνικό φόβο και η "ανησυχία" στην ψυχική ταραχή και αγωνία σε σχέση με το αίσθημα ασφαλείας. Η απειλή αυτή μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο, ήτοι προφορικώς, εγγράφως, δια νευμάτων ή άλλων απειλητικών κινήσεων και με οποιαδήποτε γενικώς ενέργεια, με την οποία ο δράστης εξωτερικεύει τη θέλησή του να απειλήσει όχι εν προκειμένω οποιονδήποτε τρίτο, αλλά τα μέλη της οικογένειας (γονείς, σύζυγο, σύντροφο, κλπ).
Για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ενδοοικογενειακής απειλής απαιτείται ακόμη δόλος του δράστη, ο οποίος συνίσταται στην εκ μέρους αυτού γνώση ότι η απειλούμενη ενέργειά του είναι βία ή άλλη παράνομη πράξη και στη θέληση να προκαλέσει σε άλλον τρόμο ή ανησυχία (ΑΠ 275/2025, ΑΠ 461/2024).
Περαιτέρω, από το άρθρο 98 ΠΚ προκύπτει ότι κατ' εξακολούθηση έγκλημα είναι εκείνο, το οποίο τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες αυτοτελείς ομοειδείς μερικότερες πράξεις, διακρινόμενες χρονικά μεταξύ τους, που προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και καθεμία από αυτές περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, ενώ συνδέονται μεταξύ τους με την ταυτότητα της προς εκτέλεση απόφασης (ενότητα δόλου).
Σε περίπτωση μεταβολής του ποινικού νόμου κατά την διάρκεια τέλεσης εγκλήματος κατ' εξακολούθηση, εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ισχύει κατά την τέλεση της τελευταίας μερικότερης πράξης, έστω και αν αυτός είναι αυστηρότερος, εφόσον βέβαια και οι προγενέστερες από αυτόν πράξεις ήταν τιμωρητές, ενώ για τον χαρακτηρισμό του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος ως κακουργήματος ή πλημμελήματος λαμβάνονται υπόψη όλες οι μερικότερες πράξεις (ΑΠ 760/2024, ΑΠ 519/2024, ΑΠ 1203/2023, ΑΠ 27/2023, ΑΠ 692/2020).
Περαιτέρω, κατά την διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 372 ΠΚ, όπως ίσχυε μέχρι 30-6-2019, "όποιος αφαιρεί ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα από την κατοχή άλλου με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν το αντικείμενο της κλοπής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών", ενώ ύστερα από την έναρξη εφαρμογής του Ν. 4619/2019 (ΦΕΚ Α' 95/11.6.2019) η ως άνω παράγραφος 1 του αυτού ως άνω άρθρου 372 ΠΚ διαμορφώθηκε ως εξής: "Όποιος αφαιρεί ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα από την κατοχή άλλου με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα, τιμωρείται με φυλάκιση έως τρία έτη ή χρηματική ποινή και αν το αντικείμενο της κλοπής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ή η πράξη τελέστηκε με διάρρηξη, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή".
Ακολούθως με το άρθρο 86 του Ν. 4855/2021 η αυτή ως άνω παράγραφος 1 του ιδίου άρθρου 372 ΠΚ διαμορφώθηκε ως εξής: "Όποιος αφαιρεί ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα από την κατοχή άλλου με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα, τιμωρείται με φυλάκιση και αν το αντικείμενο της κλοπής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή" και την συνέχεια, με το άρθρο 58 του Ν. 5090/2024 (ΦΕΚ Α' 30/23.2.2024 με έναρξη ισχύος την 1η Μαΐου 2024), το προαναφερθέν άρθρο 372 παρ. 1 ΠΚ έχει πλέον ως εξής: "Όποιος αφαιρεί ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα από την κατοχή άλλου με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα, τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή και αν το αντικείμενο της κλοπής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή".
Από τις παραπάνω διατάξεις, με τις οποίες προστατεύεται το δικαίωμα της ιδιοκτησίας, προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της κλοπής απαιτείται η από τον δράστη με θετική ενέργεια, αφαίρεση από την φυσική κατοχή άλλου, ξένου, ολικά ή εν μέρει, κινητού πράγματος, μη ανήκοντος κατά κυριότητα σ' αυτόν, αυτογνωμόνως και χωρίς την συναίνεση του έχοντος δικαίωμα κυριότητος επ' αυτού, με σκοπό την παράνομη ιδιοποίησή του.
Η αφαίρεση συνίσταται στην άρση της επί του κινητού πράγματος υφισταμένης ξένης κατοχής και την θεμελίωση νέας επ' αυτού κατοχής από τον δράστη ή τρίτο προς τον σκοπό της παράνομης ιδιοποίησής του. Η αξία του αντικειμένου της κλοπής, δεν αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεως της, εφόσον δεν χαρακτηρίσθηκε ως κλοπή με αντικείμενο, ιδιαίτερα μεγάλης αξίας.
Για την αξία του αντικειμένου της κλοπής ως ιδιαίτερα μεγάλης, κρίνει κυριαρχικά το δικαστήριο της ουσίας, καθόσον ο προσδιορισμός της αξίας ενός αντικειμένου, ως μεγάλης ή μικρής, αποτελεί ζήτημα πραγματικό και κρίνεται κυριαρχικά από το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τις συνθήκες της αγοράς που διαμορφώνουν κάθε φορά την αντικειμενική αξία των πραγμάτων, από την απλή συναλλακτική σύγκριση των οποίων συνάγεται περαιτέρω η ουσιαστική κρίση, αν αυτή (αξία) είναι ή όχι ιδιαιτέρως μεγάλη ή ευτελής (ΑΠ 1663/2025, ΑΠ 185/2023, ΑΠ 117/2023, ΑΠ 31/2022, ΑΠ 425/2022, ΑΠ 707/2020).
Η κατοχή λαμβάνεται όχι υπό τη νομική έννοια του αστικού δικαίου, αλλά υπό την έννοια της δυνατότητας ασκήσεως φυσικής και πραγματικής επί του πράγματος εξουσίας και διαθέσεως αυτού κατά τον προορισμό του, ενώ ο σκοπός παράνομης ιδιοποίησης ταυτίζεται με τον σκοπό να έχει οριστικά το πράγμα ο υπαίτιος στην ιδιοκτησία του, δηλαδή να το οικειοποιηθεί, να το κατακρατήσει και να το διαθέτει ως κύριος.
Η αφαίρεση απαιτείται να έγινε αυτογνωμόνως και χωρίς την συγκατάθεση του δικαιούχου του πράγματος (ΑΠ 1613/2025, ΑΠ 31/2022, ΑΠ 674/2021, ΑΠ 682/2020). Έτσι, το έγκλημα της κλοπής θεωρείται τετελεσμένο ευθύς αμέσως μόλις εκείνος που αφαίρεσε το ξένο πράγμα από την κατοχή του άλλου, θέσει αυτό ολοκληρωτικά στην δική του φυσική εξουσία έστω και για ελάχιστο χρόνο (ΑΠ 1163/2025, ΑΠ 486/2019, ΑΠ 177/2019).
Πρέπει πάντως να αιτιολογείται ειδικά ο τρόπος περιέλευσης των κλαπέντων στην κατοχή του δράστη και πολύ περισσότερο εάν αυτός υποστηρίζει πως ανήκουν στη δική του κυριότητα αρνούμενος εξ αρχής την κλοπή (ΑΠ 117/2023).
Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 169 Α, παρ. 1, εδ. α' ΠΚ, που φέρει τον τίτλο "Παραβίαση δικαστικών αποφάσεων, συμφωνιών που επικυρώθηκαν από συμβολαιογράφο και πρακτικού διαμεσολάβησης", "Όποιος δεν συμμορφώθηκε σε προσωρινή διαταγή ή διάταξη δικαστικής απόφασης πολιτικού δικαστηρίου ή σε εισαγγελική διάταξη, που αφορούν τη ρύθμιση της νομής ή της κατοχής, την άσκηση της γονικής μέριμνας, την επικοινωνία με το τέκνο και τη ρύθμιση της χρήσης της οικογενειακής στέγης και της κατανομής των κινητών μεταξύ συζύγων ή την απαγόρευση προσέγγισης και επικοινωνίας μεταξύ προσώπων, τιμωρείται με φυλάκιση έως τρία (3) έτη ή χρηματική ποινή...". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι για την πλήρωση της ποινικής υπόστασης του προβλεπομένου από αυτήν εγκλήματος απαιτείται αντικειμενικά μεν, μεταξύ άλλων, η μη συμμόρφωση του δράστη σε διάταξη δικαστικής απόφασης, με την οποία αυτός υποχρεώθηκε σε πράξη, υποκειμενικά δε κοινός δόλος, που συνίσταται στη γνώση και στη θέληση παραβίασης της διάταξης της απόφασης.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 2168/1993 (όπως οι παράγραφοι 1 έως 6 τροποποιήθηκαν με το άρθρο 1 του Ν. 3944/2011 (ΦΕΚ Α' 67) και ακολούθως αντικαταστάθηκαν ως άνω με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 4678/2020 (ΦΕΚ Α' 70/20.3.2020), "1. Για τους σκοπούς του παρόντος νόμου νοούνται ως:...αβ. Μαχαίρια κάθε είδους, μεταξύ των οποίων τα γενικής χρήσης, που προορίζονται για την κοπή, παρασκευή ή κατανάλωση τροφίμων, καθώς και τα ειδικής χρήσης, που προορίζονται για επαγγελματική, επιστημονική ή εκπαιδευτική χρήση, τέχνη, θήρα, αλιεία, ορειβασία, τουριστικούς σκοπούς ή άλλη συναφή, με αυτές τις δραστηριότητες, χρήση". (Η περ.
αβ' αντικαταστάθηκε ως άνω με το άρθρο 148 του Ν. 5187/2025 (ΦΕΚ Α' 48/21.03.2025) και κατά το άρθρο 10 του αυτού ως άνω Ν. 2168/1993, "1. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος άρθρου και του άρθρου 9, απαγορεύεται να φέρονται όπλα ή άλλα είδη που προβλέπονται στο άρθρο 1 του παρόντος νόμου...13. Με την επιφύλαξη του άρθρου 15:
α. Όποιος φέρει παράνομα όπλα ή άλλα είδη που διαλαμβάνονται στην παρ. 1 του άρθρου 1 του παρόντος νόμου, πλην των αναφερομένων στην επόμενη περίπτωση, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών και χρηματική ποινή τουλάχιστον χιλίων (1.000) ευρώ. Όταν τα ανωτέρω είδη φέρονται σε χώρους συνάθροισης κοινού, συντρέχει επιβαρυντική περίσταση.
β. Όποιος φέρει παράνομα όπλα ή άλλα είδη που διαλαμβάνονται στις υποπερ. αα' έως αζ' και ιε' του δεύτερου εδαφίου της περ. α' της παρ. 1 του άρθρου 1 και στην παρ. 2 του άρθρου 1, συσκευές ή εγκαταστάσεις που προορίζονται για τον φωτισμό του στόχου ή των σκοπευτικών του όπλου και σκοπευτικές διόπτρες όπλων, καθώς και όποιος παραβαίνει τις παρ. 11 και 12 του παρόντος άρθρου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους και χρηματική ποινή τουλάχιστον οχτακοσίων (800) ευρώ".
Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση (του πλημμελήματος) της παράνομης οπλοφορίας, απαιτείται ο δράστης να φέρει παράνομα απαγορευμένο κατά τα παραπάνω όπλο, δηλαδή να το κρατά ή να το έχει πλησίον του για άμεση λήψη και χρήση του, στη σφαίρα κατοχής του και σε διάθεσή του, όπλο που είναι πρόσφορο για επίθεση ή άμυνα (ΑΠ 1410/2024, ΑΠ 470/2023, ΑΠ 199/2020).
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, ενώ σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι ακριβώς προέκυψε από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή.
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε αρχικά με τον Ν. 2329/1953 και εκ νέου με το ΝΔ 53/1974, που αποτελεί εγχώριο δίκαιο και κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος, έχει αυξημένη ισχύ έναντι των κοινών νόμων, προκύπτει ότι η πολιτεία, μέσω των οργάνων της, οφείλει να απαντά σε όλα τα επιχειρήματα του κατηγορουμένου και να εξετάζονται αυτά κατά τρόπο πραγματικό από το Δικαστήριο, δηλαδή το Δικαστήριο οφείλει να προβαίνει σε αποτελεσματική εξέταση των παρατηρήσεων, επιχειρημάτων και αποδείξεων που επικαλούνται οι διάδικοι (ΑΠ 861/2022, ΑΠ 1363/2020), ενώ παραβίαση της ως άνω αρχής, πέραν της αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, επάγεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και ιδρύεται και ο από τα άρθρα 510 παρ. 1 στοιχ.
Α' και 171 παρ. 1 περ. δ' ΚΠΔ λόγος αναίρεσης (ΑΠ 6/2024, ΑΠ 861/2022, ΑΠ 501/2020). Δεν είναι όμως απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και συγκριτική στάθμιση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της δικανικής κρίσης, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιό ή από ποιά ακριβώς αποδεικτικά μέσα προέκυψε η κάθε παραδοχή, ενώ όταν εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά.
Δεν αποτελούν όμως λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας ή της εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου και της έλλειψης νόμιμης βάσης, πλήττεται ανεπιτρέπτως η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΟλΑΠ 1/2005, ΑΠ 170/2025, ΑΠ 600/2024, ΑΠ 6/2024, ΑΠ 457/2022, ΑΠ 151/2021).
Στην κρινομένη υπόθεση το προαναφερθέν Β' Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την ως άνω προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 1642/2025 απόφασή του δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, τα εξής: "Από τις ανωμοτί καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας στο ακροατήριο (οι οποίοι παρίσταντο για την υποστήριξη της κατηγορίας), από όλα τα έγγραφα που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο και από την απολογία του κατηγορουμένου, προέκυψε και το Δικαστήριο πείστηκε ότι ο κατηγορούμενος έχει τελέσει τις αξιόποινες πράξεις που του αποδίδονται με το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αυτών, καθόσον αποδείχθηκαν τα κατά τόπο και χρόνο πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στο διατακτικό της παρούσας.
Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος, την 12.05.2024 και περί ώρα 00:30, που είναι γιος του Κ. Τ. και της Α. Τ. , ήρθε και κτύπησε την πόρτα του διαμερίσματός τους στην οδό ... στις Αχαρνές Αττικής και όταν του άνοιξαν, εκείνος, κρατώντας ένα μαχαίρι στο χέρι του, το οποίο χτυπούσε πάνω στο τραπέζι, τους απείλησε: "ΘΑ ΣΑΣ ΣΦΑΞΩ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΔΥΟ ΜΕ ΕΧΕΤΕ ΤΡΕΛΑΝΕΙ", "ΘΑ ΤΟΥΣ ΣΚΟΤΩΣΩ ΟΛΟΥΣ, ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ, ΤΗ ΓΥΝΑΙΚΑ ΜΟΥ ΚΑΙ ΤΑ ΠΕΘΕΡΙΚΑ ΜΟΥ", "ΘΑ ΣΑΣ ΣΚΟΤΩΣΩ ΟΛΟΥΣ ΣΑΣ ΚΑΙ ΑΝ ΔΕΝ ΜΟΥ ΔΩΣΕΤΕ ΛΕΦΤΑ ΘΑ ΚΑΝΩ ΜΕΓΑΛΟ ΚΑΚΟ ΑΠΟΨΕ", ενώ από τριμήνου τους απείλησε με τη φράση "ΘΑ ΣΑΣ ΚΑΨΩ ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΚΑΙ ΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΑ", προκαλώντας τους τρόμο και ανησυχία.
Επίσης, την 12.05.2024 περί ώρα 19:00 μετέβη στον υπόγειο χώρο του σπιτιού επί της οδού ... και αφαίρεσε έξι τενεκέδες λάδι, που ανήκαν στον πατέρα του Τ. Κ. του Η. , αφού προκάλεσε φθορά στην ξύλινη πόρτα, ιδιοποιούμενος αυτούς παράνομα. Επιπλέον, ο κατηγορούμενος, την 12.05.2024 και περί ώρα 00:30 στην οδό ... , με πρόθεση δεν συμμορφώθηκε σε προσωρινή διαταγή που αφορούσε την απαγόρευση προσέγγισης και επικοινωνίας μεταξύ προσώπων και συγκεκριμένα, ενώ είχε εκδοθεί σε βάρος του η από 15.03.2024 προσωρινή διαταγή της Προέδρου Πρωτοδικών Αθηνών να μην πλησιάζει τους γονείς του σε απόσταση μικρότερη των 30 μέτρων και να μην τους απευθύνει εξυβριστικές και απειλητικές φράσεις και να μην επικοινωνεί μαζί τους με οποιοδήποτε τρόπο μέχρι την οριστική συζήτηση της με αρ. .../2024 αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων των τελευταίων που ορίστηκε να γίνει την 19.7.2024 και υπό τον όρο της συζητήσεως αυτής, ο κατηγορούμενος ανέβηκε στο διαμέρισμα τους κτύπησε την πόρτα τους στην οδό ...
και κρατώντας ένα μαχαίρι στο χέρι του το οποίο χτυπούσε πάνω στο τραπέζι τους απείλησε: "ΘΑ ΣΑΣ ΣΦΑΞΩ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΔΥΟ ΜΕ ΕΧΕΤΕ ΤΡΕΛΑΝΕΙ", "ΘΑ ΤΟΥΣ ΣΚΟΤΩΣΩ ΟΛΟΥΣ, ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ, ΤΗ ΓΥΝΑΙΚΑ ΜΟΥ ΚΑΙ ΤΑ ΠΕΘΕΡΙΚΑ ΜΟΥ", "ΘΑ ΣΑΣ ΣΚΟΤΩΣΩ ΟΛΟΥΣ ΣΑΣ ΚΑΙ ΑΝ ΔΕΝ ΜΟΥ ΔΩΣΕΤΕ ΛΕΦΤΑ ΘΑ ΚΑΝΩ ΜΕΓΑΛΟ ΚΑΚΟ ΑΠΟΨΕ", ενώ από τριμήνου τους απείλησε ότι "ΘΑ ΣΑΣ ΚΑΨΩ ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΚΑΙ ΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΑ".
Περαιτέρω, στον ίδιο ως άνω τόπο και χρόνο, ο κατηγορούμενος έφερε μαζί του ένα μαχαίρι. Για όλα αυτά τα γεγονότα κατέθεσαν με σαφήνεια στο ακροατήριο οι παθόντες Κ. Τ. και Α. Τ. , η μεν Α. Τ. ανεπιφύλακτα, ο δε Κ. Τ. εμμέσως, καθώς ήταν προφανής η διαρκής προσπάθειά του να αποκρύψει τα πραγματικά περιστατικά και να αποφύγει να καταθέσει σε βάρος του υιού του - κατηγορουμένου, αδυνατώντας ωστόσο να δώσει κάποια λογική εξήγηση για το ότι η συμπεριφορά του κατηγορουμένου τον υποχρέωσε να καταφύγει στην αστυνομία τις πρώτες πρωϊνές ώρες της 12-5-2024 και να καταθέσει τα σε βάρος του περιστατικά.
Τέλος, την 12.05.2024 και περί ώρα 22:05 επί των οδών ... στις Αχαρνές, οι αστυνομικοί διενήργησαν αστυνομικό έλεγχο στον κατηγορούμενο, ο τελευταίος εξεταζόμενος από αυτούς εξέθεσε εν γνώσει του ψέματα και συγκεκριμένα, δήλωσε στους αστυνομικούς που τον εξέταζαν ότι ονομάζεται Ζ. Γ. του Ε. , ενώ είναι ο Τ. Η. του Κ.
και της Α. , προφανώς για να αποφύγει την σύλληψη". Ακολούθως το ίδιο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον εκκαλούντα - κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, διαλαμβάνοντας στο διατακτικό του τα εξής: "ΚΗΡΥΣΣΕΙ αυτόν ένοχο του ότι: Α. Την 12.05.2024 και περί ώρα 00:30 αλλά και σε προγενέστερο χρονικό διάστημα τουλάχιστον από τριμήνου από της συλλήψεως του κατηγορουμένου την 12.05.2024, με περισσότερες πράξεις του που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, ήτοι της ενδοοικογενειακής απειλής και με πρόθεση ενεργώντας με περισσότερες της μίας πράξεις τέλεσε περισσότερα εγκλήματα της ενδοοικογενειακής απειλής σε βάρος περισσότερων προσώπων και συγκεκριμένα, τέλεσε το έγκλημα της ενδοοικογενειακής απειλής κατ' εξακολούθηση και κατά συρροή σε βάρος τόσο της Τ.
Α. , μητέρας του, όσο και κατά του Τ. Κ. , πατέρα του, ήτοι: Την 12.05.2024 και περί ώρα 00:30 ο κατηγορούμενος που είναι γιος τους, ήρθε και κτύπησε την πόρτα τους στην οδό ... και όταν του άνοιξαν, εκείνος κρατώντας ένα μαχαίρι στο χέρι του, το οποίο χτυπούσε πάνω στο τραπέζι τους απείλησε: "ΘΑ ΣΑΣ ΣΦΑΞΩ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΔΥΟ ΜΕ ΕΧΕΤΕ ΤΡΕΛΑΝΕΙ", "ΘΑ ΤΟΥΣ ΣΚΟΤΩΣΩ ΟΛΟΥΣ, ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ, ΤΗ ΓΥΝΑΙΚΑ ΜΟΥ ΚΑΙ ΤΑ ΠΕΘΕΡΙΚΑ ΜΟΥ", "ΘΑ ΣΑΣ ΣΚΟΤΩΣΩ ΟΛΟΥΣ ΣΑΣ ΚΑΙ ΑΝ ΔΕΝ ΜΟΥ ΔΩΣΕΤΕ ΛΕΦΤΑ ΘΑ ΚΑΝΩ ΜΕΓΑΛΟ ΚΑΚΟ ΑΠΟΨΕ", ενώ από τριμήνου τους απείλησε ότι "ΘΑ ΣΑΣ ΚΑΨΩ ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΚΑΙ ΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΑ", προκαλώντας τους τρόμο και ανησυχία.
Β. Την 12.05.2024 περί ώρα 19:00 αφαίρεσε από την κατοχή άλλου ξένο ολικά κινητό πράγμα με σκοπό την παράνομη ιδιοποίησή του και συγκεκριμένα, με τον παραπάνω σκοπό, ο κατηγορούμενος μετέβη στον υπόγειο χώρο του σπιτιού επί της οδού ... , αφαίρεσε έξι τενεκέδες λάδι, που ανήκαν στον πατέρα του Τ. Κ. του Η. , αφού προκάλεσε φθορά στην ξύλινη πόρτα, ιδιοποιούμενος αυτούς παράνομα.
Γ. Την 12.05.2024 και περί ώρα 00:30 στην οδό ... , με πρόθεση δεν συμμορφώθηκε σε προσωρινή διαταγή που αφορούσε την απαγόρευση προσέγγισης και επικοινωνίας μεταξύ προσώπων και συγκεκριμένα, ενώ είχε εκδοθεί σε βάρος του από 15.03.2024 προσωρινή διαταγή της Προέδρου Πρωτοδικών Αθηνών να μην πλησιάζει τους γονείς του Τ.
Κ. του Η. και Τ. Α. του Κ. , σε απόσταση μικρότερη των 30 μέτρων και να μην τους απευθύνει εξυβριστικές και απειλητικές φράσεις και να μην επικοινωνεί μαζί τους με οποιοδήποτε τρόπο μέχρι την οριστική συζήτηση της με αρ. .../2024 αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων των τελευταίων που ορίστηκε να γίνει την 19.7.2024 και υπό τον όρο της συζητήσεως αυτής, ο κατηγορούμενος ανέβηκε στο διαμέρισμα τους κτύπησε την πόρτα τους στην οδό ...
και κρατώντας ένα μαχαίρι στο χέρι του το οποίο χτυπούσε πάνω στο τραπέζι τους απείλησε: "ΘΑ ΣΑΣ ΣΦΑΞΩ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΔΥΟ ΜΕ ΕΧΕΤΕ ΤΡΕΛΑΝΕΙ", "ΘΑ ΤΟΥΣ ΣΚΟΤΩΣΩ ΟΛΟΥΣ, ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ, ΤΗ ΓΥΝΑΙΚΑ ΜΟΥ ΚΑΙ ΤΑ ΠΕΘΕΡΙΚΑ ΜΟΥ", "ΘΑ ΣΑΣ ΣΚΟΤΩΣΩ ΟΛΟΥΣ ΣΑΣ ΚΑΙ ΑΝ ΔΕΝ ΜΟΥ ΔΩΣΕΤΕ ΛΕΦΤΑ ΘΑ ΚΑΝΩ ΜΕΓΑΛΟ ΚΑΚΟ ΑΠΟΨΕ", ενώ από τριμήνου τους απείλησε ότι "ΘΑ ΣΑΣ ΚΑΨΩ ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΚΑΙ ΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΑ".
Δ. Την 12.05.2024 και περί ώρα 00:30 στην οδό ... , ο κατηγορούμενος έφερε μαζί του απαγορευμένο όπλο και ειδικότερα έφερε μαζί του ένα μαχαίρι.
Ε. Την 12.05.2024 και περί ώρα 22:05 επί των οδών ... στις Αχαρνές, οι αστυνομικοί διενήργησαν αστυνομικό έλεγχο στον κατηγορούμενο, ο τελευταίος εξεταζόμενος από αυτούς εξέθεσε εν γνώσει του ψέματα και συγκεκριμένα, στον ως άνω τόπο και χρόνο δήλωσε στους αστυνομικούς που τον εξέταζαν ότι ονομάζεται Ζ. Γ. του Ε. , ενώ είναι ο Τ. Η. του Κ. και της Α. , προφανώς για να αποφύγει την σύλληψη".
Με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την εκ μέρους του τέλεση των παραπάνω τριών πρώτων αξιοποίνων πράξεων και συγκεκριμένα, της ενδοοικογενειακής απειλής κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση, της κλοπής και της παραβίασης δικαστικής απόφασης και προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την απορρέουσα από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Δ' ΚΠΔ, σχετική πλημμέλεια, δηλαδή την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Με τις παραπάνω όμως παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό αυτής, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται κατά τα προαναφερθέντα, η εν λόγω απόφαση περιέχει την επιβαλλόμενη κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού παρατίθενται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση και των τριών προαναφερθέντων εγκλημάτων, για τα οποία - μεταξύ των άλλων - καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις σχετικές ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 7 παρ. 2 του Ν. 3500/2006, 372 παρ. 1 και 169 Α ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου με ελλιπή ή αντιφατική αιτιολογία.
Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρονται τα κατ' είδος προσδιοριζόμενα αποδεικτικά στοιχεία, που έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας, για να καταλήξει στο σχετικό αποδεικτικό πόρισμα, με τη γενική αναφορά ότι έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως τα αποδεικτικά στοιχεία (δηλαδή τις ανωμοτί καταθέσεις των ως άνω παρασταθέντων (γονέων του) για την υποστήριξη των εις βάρος του κατηγοριών, τα έγγραφα που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο, στα οποία συμπεριλαμβάνεται και η πρωτοβάθμια απόφαση και την απολογία του κατηγορουμένου), η οποία (αναφορά) ήταν αρκετή για την πληρότητα της αιτιολογίας.
Περαιτέρω, με επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες εκτίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση όσον αφορά την πρώτη πράξη (δηλαδή την ενδοοικογενειακή απειλή κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση) ότι ο εκκαλών - κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων απηύθυνε στους γονείς του τις προαναφερθείσες απειλές που αφορούσα την ζωή τους και τα υπάρχοντά τους και στην πρώτη μάλιστα περίπτωση, κρατώντας ένα μαχαίρι στο χέρι του, το οποίο χτυπούσε πάνω στο τραπέζι, προκαλώντας (εύλογα) στον καθένα από αυτούς τρόμο και ανησυχία, ενώ όσον αφορά την δεύτερη πράξη δηλαδή την κλοπή, εκτίθεται ότι αυτός (αναιρεσείων) αφήρεσε από την οικία των γονέων του έξι τενεκέδες λάδι που ακολούθως ιδιοποιήθηκε παρανόμως, αλλά και για την τρίτη πράξη του (την παραβίαση δικαστικής απόφασης), εκτίθεται σ' αυτή (την προσβαλόμενη απόφαση) ότι ενώ είχε εκδοθεί σε βάρος του (αναιρεσείοντος) προσωρινή διαταγή της Προέδρου Πρωτοδικών Αθηνών για να μην πλησιάζει τους γονείς του σε απόσταση μικρότερη των τριάντα (30) μέτρων και να μην τους εξυβρίζει και να τους απειλεί, αλλά και να μην επικοινωνεί μαζί τους με οποιοδήποτε τρόπο, εν τούτοις αυτός κατά τα προαναφερθέντα, αγνοώντας την σχετική αυτή (νόμιμη) απαγόρευση, πήγε στο σπίτι τους και τους απείλησε κραδαίνοντας μπροστά τους ένα μαχαίρι.
Επομένως, ο προαναφερθείς δεύτερος αναιρετικός λόγος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, με τον οποίο πλήττεται εκ μέρους του εκκαλούντος - κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την περί ενοχής του κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας για τις παραπάνω τελεσθείσες εκ μέρους του αξιόποινες (τρεις) πράξεις, είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των προαναφερθέντων και μη υπάρχοντος άλλου (παραδεκτού) λόγου αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη από 5-5-2025 αίτηση αναίρεσης του Η. Τ. του Κ. , κατά της υπ' αριθμ. ΒΤ 1642/2025 απόφασης του δικάσαντος ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, Β' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ενώ πρέπει ακόμη να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της ποινικής αυτής διαδικασίας εις βάρος του αναιρεσείοντος, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 577 παρ. 2, περ. α' και 578 παρ. 1 ΚΠΔ, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό αυτής της απόφασης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 5-5-2025 αίτηση του Η. Τ. του Κ. , για αναίρεση της υπ' αριθμ. ΒΤ 1642/2025 απόφασης του Β' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην καταβολή των εξόδων της ποινικής διαδικασίας, ποσού οχτακοσίων (800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Ιανουαρίου 2026.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιανουαρίου 2026.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ