Supreme Court dismisses appeal as inadmissible because it targets defendants who did not win the lower court case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Third Instance Court of Athens decision dated 7140/2019. The appellant argued that the lower court failed to examine specific medical negligence claims regarding the defendants' post-operative care and follow-up visits. The court ruled the appeal inadmissible because the appellant targeted defendants who had won the lower proceedings, violating the requirement that cassation must be filed only against those who prevailed.
Legislator headnote
AI generatedArticles 558 and 566 of the Code of Civil Procedure; Cassation must be filed only against those who won the lower proceedings and against whom the appeal is directed based on the alleged errors.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 74 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 74/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη-Εισηγητή, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Κλεόβουλο-Δημήτριο Κοκκορό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Σεπτεμβρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. συζύγου Σ.. Σ., το γένος Μ. Τ., κατοίκου Άνω Γλυφάδας Αττικής. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Λύτρα, ο οποίος ανακάλεσε την από 23-9-2022 δήλωσή του για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ε. Α. Α.Ε.", η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Α. Π., κατοίκου Αθηνών, 3) Β. Ν.. Σ., κατοίκου Αθηνών…. και 7) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "I. Ε. Ε. Α. Ζ. Α.Ε.", η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Οι 1η, 2ος, 3ος και 4ος αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξανδρο Δοβλέ, ο 5ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Θεοδώρου, ο 6ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Μπούτσικο, ενώ η 7η αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Παπακωνσταντίνου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-3-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, τις από 5-11-2007, 20-5-2008 και 20-5-2008 προσεπικλήσεις - παρεμπίπτουσες αγωγές και τις από 27-3-2008, 22-7-2008 και 22-7-2008 πρόσθετες παρεμβάσεις, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2877/2011 μη οριστική και 1696/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7140/2019 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27-7-2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αυτοπροσώπως παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 558 και 566 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται εναντίον εκείνων οι οποίοι ήσαν διάδικοι στη δίκη στην οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με αυτή απόφαση και αντίδικοι του αναιρεσείοντος, και μάλιστα όχι εναντίον όλων αυτών, αλλά μόνον εναντίον εκείνων από αυτούς οι οποίοι νίκησαν και από τους οποίους επιδιώκεται με αυτήν και είναι δυνατή με βάση τις επικαλούμενες πλημμέλειές της, η αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης.
Επομένως η αίτηση αναίρεσης είναι απορριπτέα, ως απαράδεκτη, ως προς το μέρος της που στρέφεται κατ` εκείνων από τους αντιδίκους του αναιρεσείοντος, τους οποίους δεν αφορά η αποδιδόμενη μ' αυτήν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια και ως προς τους οποίους επομένως δεν είναι δυνατό να αναιρεθεί η απόφαση και αν ακόμα ευδοκιμήσει ο λόγος αυτός (ΑΠ 932/2018, ΑΠ 110/2018, ΑΠ 47/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρ. 261 παρ. 2 ΚΠολΔ), η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα Ε. συζ. Σ. Σ. άσκησε κατά των: 1) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ε. Α. Α.Ε.", 2) Α. Π., 3) Β. Σ., 4) Η. Κ., 5) Α. Ψ., και 6) Σ. Δ., την από 23.3.2007 αγωγή της, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία, επικαλούμενη ότι υπέστη βλάβη της υγείας της από αμελείς ιατρικές ενέργειες και παραλείψεις των δεύτερου έως και έκτου των εναγομένων, ιατρών, οι οποίοι ήταν προστηθέντες της πρώτης εξ αυτών ανώνυμης εταιρείας, ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να της καταβάλουν τα αναφερόμενα στο δικόγραφο της αγωγής ποσά, ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Στη συνέχεια, οι δεύτερος, τρίτος, πέμπτος και έκτος εναγόμενοι της κύριας αγωγής, με τις από 5.11.2017 (οι δεύτερος και τρίτος), 20.5.2008 (ο πέμπτος) και 20.5.2008 (ο έκτος) προσεπικλήσεις-παρεμπίπτουσες αγωγές ανακοίνωσαν την ανοιγείσα δίκη στην ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "I. Ε. E. Α. Ζ. A.E.", και κάλεσαν αυτήν να παρέμβει υπέρ αυτών στην ανοιγείσα δίκη, ως δικονομική εγγυήτριά τους λόγω της ασφαλιστικής σύμβασης που τους συνέδεε, ζητώντας, σε περίπτωση ήττας τους, να τους καταβάλει οποιοδήποτε ποσό υποχρεωθούν να καταβάλουν στην κυρίως ενάγουσα.
Η άνω εταιρία, ως έχουσα έννομο συμφέρον υπό την ιδιότητά της ως δικονομική εγγυήτρια των άνω εναγομένων, άσκησε υπέρ αυτών και κατά της κυρίως ενάγουσας τις από 27.3.2008, 20.5.2008 και 22.7.2008 πρόσθετες παρεμβάσεις. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθ. 2877/2011 μη οριστική απόφασή του, αφού συνεκδίκασε την κύρια αγωγή με τις άνω προσεπικλήσεις και τις ενωμένες σ' αυτές παρεμπίπτουσες αγωγές αποζημίωσης, καθώς και τις ασκηθείσες από την προσεπικαλουμένη εταιρία πρόσθετες παρεμβάσεις, έκρινε ορισμένη και νόμιμη την κύρια αγωγή, πλην ορισμένων κονδυλίων αποζημίωσης τα οποία απέρριψε ως αόριστα, όπως επίσης έκρινε παραδεκτές και νόμιμες τις άνω προσεπικλήσεις και τις πρόσθετες παρεμβάσεις, ερευνώντας δε περαιτέρω κατ' ουσίαν την υπόθεση, έκρινε ότι υφίσταται ανάγκη συμπληρώσεως των αποδείξεων με τη διενέργεια ιατρικής πραγματογνωμοσύνης, και γι' αυτό διέταξε επανάληψη της συζήτησης προκειμένου να διεξαχθεί ιατρική πραγματογνωμοσύνη, ορίζοντας προς το σκοπό αυτό τρεις πραγματογνώμονες - ιατρούς, για να αποφανθούν για τα τεθέντα θέματα της αρμοδιότητάς τους.
Στη συνέχεια, μετά την επαναλαμβανόμενη συζήτηση, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1696/2016 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή στο σύνολό της, εν μέρει ως μη νόμιμη (για ορισμένα κονδύλια αποζημίωσης που ήδη είχαν κριθεί ως μη νόμιμα και με την προηγούμενη απόφαση) και κατά τα λοιπά ως ουσιαστικώς αβάσιμη, έγιναν δε ταυτοχρόνως δεκτές οι πρόσθετες παρεμβάσεις και θεωρήθηκαν ως άνευ αντικειμένου οι προσεπικλήσεις - παρεμπίπτουσες αγωγές.
Κατά της απόφασης αυτής άσκησε έφεση η κυρίως ενάγουσα, στρεφομένη κατά των κυρίως εναγομένων, καθώς και της άνω προσθέτως παρεμβαίνουσας, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 7140/2019 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε αυτή ως απαράδεκτη ως προς την έβδομη των εφεσιβλήτων, ήτοι την άνω προσθέτως παρεμβαίνουσα ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία, και ως ουσία αβάσιμη ως προς τους λοιπούς εφεσίβλητους.
Ειδικότερα, η ανωτέρω έφεση της αναιρεσείουσας, ως προς την έβδομη των εφεσιβλήτων, απορρίφθηκε, αφού κρίθηκε ότι αυτή δεν ανέλαβε τη δίκη και συνεπώς δεν κατέστη κύριος διάδικος, ούτε η έφεση αφορά καθ' εαυτές τις πρόσθετες παρεμβάσεις της, ούτε, τέλος, επρόκειτο για αυτοτελείς πρόσθετες παρεμβάσεις και επομένως η έφεση δεν έπρεπε να στρέφεται και κατ' αυτής.
Την απόφαση αυτή προσβάλλει η αναιρεσείουσα με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως. Οι λόγοι όμως αναιρέσεως, που περιέχονται στο αναιρετήριο, δεν πλήττουν την απόφαση του Εφετείου κατά το μέρος που απέρριψε την ανωτέρω έφεση της αναιρεσείουσας κατά της έβδομης εφεσίβλητης και ήδη έβδομης αναιρεσίβλητης ως απαράδεκτη, αφού δεν διατυπώνονται αιτιάσεις σε σχέση με την απόρριψη της έφεσης ως προς αυτήν, αλλά την προσβάλλουν μόνο κατά το μέρος που απέρριψε την πιο πάνω έφεσή της, στρεφόμενη κατά των έξι πρώτων των αναιρεσιβλήτων.
Επομένως, εφόσον οι προτεινόμενοι λόγοι αναίρεσης και οι περιεχόμενες σ' αυτούς πλημμέλειες δεν αφορούν στην άνω έβδομη των αναιρεσιβλήτων για την απόρριψη της πιο πάνω έφεσης της αναιρεσείουσας κατ` αυτής, ούτε περιέχεται ως προς αυτήν άλλη αιτίαση, με την οποία να επιδιώκεται και να είναι δυνατή η αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, η κρινόμενη αίτηση κατά το μέρος που απευθύνεται κατ` αυτής, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται: "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 14/2015, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 27/1998).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006).
Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 2/2019, ΑΠ 708/2017).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β` 914 και 932 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση ή (και) προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας ή (και) ηθικής βλάβης και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας.
Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται οπωσδήποτε παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί και η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της ένδικης τάξης. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρεώσεως πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας υποχρέωσης για τη λήψη ορισμένων μέτρων επιμελείας για την αποφυγή προκλήσεως ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων.
Αμέλεια, ως μορφή υπαιτιότητας, υπάρχει όταν, εξαιτίας της παραλείψεως του δράστη να καταβάλει την επιμέλεια που αν κατέβαλε, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς εκπροσώπου του κύκλου δραστηριότητάς του, θα ήταν δυνατή η αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος, αυτός (δράστης) είτε δεν προέβλεψε την επέλευση του εν λόγω αποτελέσματος, είτε προέβλεψε μεν το ενδεχόμενο επελεύσεώς του, ήλπισε όμως ότι θα το αποφύγει.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Οι ανωτέρω έννοιες της υπαιτιότητας και της αιτιώδους συνάφειας είναι αόριστες νομικές έννοιες και γι` αυτό η από το δικαστήριο της ουσίας κρίση περί της συνδρομής ή μη αυτών με την έννοια που προαναφέρθηκε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ο οποίος κρίνει εάν τα κυριαρχικώς διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι ορισμένο γεγονός μπορεί αντικειμενικά, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, να θεμελιώσει ή όχι υπαιτιότητα (δόλο ή αμέλεια) και να θεωρηθεί ή όχι πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου (περιουσιακού ή ηθικού) αποτελέσματος που επήλθε.
Η συνδρομή των ανωτέρω προϋποθέσεων θεμελιώνει και την αδικοπρακτική ευθύνη του ιατρού για ζημία που προκαλείται από αυτόν κατά την παροχή των ιατρικών υπηρεσιών του, απαιτείται δηλαδή παράνομη και υπαίτια πρόκληση ζημίας. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 24 του α.ν. 1565/1939 "περί Κώδικος ασκήσεως του ιατρικού επαγγέλματος", που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 47 του ΕισΝΑΚ, "Ο ιατρός οφείλει να παρέχει μετά ζήλου, ευσυνειδησίας και αφοσιώσεως την ιατρικήν αυτού συνδρομήν, συμφώνως προς τας θεμελιώδεις αρχάς της ιατρικής επιστήμης και της κτηθείσης πείρας, τηρώντας τας ισχύουσας διατάξεις περί διαφυλάξεων της υγείας των ασθενών και προστασίας των υγιών".
Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες που προαναφέρθηκαν, προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη ιατρού προς αποζημίωση ή και προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης θεμελιώνεται και εάν ο ιατρός ενεργήσει από αμέλεια, η οποία υπάρχει στις περιπτώσεις εκείνες, που το ανεπιθύμητο αποτέλεσμα οφείλεται σε παράβαση των θεμελιωδών αναγνωρισμένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης και η ενέργειά του δεν ήταν σύμφωνη με το αντικειμενικώς επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας.
Δηλαδή, θα πρέπει να μην καταβλήθηκε από τον ιατρό η επιβαλλόμενη κατά αντικειμενική κρίση προσοχή και επιμέλεια, την οποία ο μέσος εκπρόσωπος του κύκλου του, θα μπορούσε και όφειλε να καταβάλει κάτω από τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις και συγχρόνως να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ιατρικής πράξης ή παράλειψης και του αξιόποινου μη επιδιωκόμενου αποτελέσματος.
Κατ` εφαρμογή των ανωτέρω, στο χώρο της ιατρικής ευθύνης γίνεται κάθε φορά αναγωγή στην ειδικότητα του κάθε ιατρού για την ανεύρεση του προτύπου επιμέλειας, το οποίο σχηματίζεται από τα κατά κοινή συνείδηση και αντικειμενική κρίση, δεοντολογικώς κρατούντα σε ορισμένη ειδικότητα ιατρού. Έτσι, αν, στο πλαίσιο μιας ιατρικής πράξης, παραβιασθούν οι κανόνες και αρχές της ιατρικής επιστήμης και εμπειρίας ή (και) οι, εκ του γενικού καθήκοντος πρόνοιας και ασφάλειας, απορρέουσες υποχρεώσεις επιμέλειας του μέσου συνετού ιατρού της ειδικότητας του ζημιώσαντος, τότε η συμπεριφορά αυτή είναι παράνομη και, συγχρόνως, υπαίτια.
Αντιθέτως, ουδεμία ευθύνη φέρει ο ιατρός, αν ενήργησε σύμφωνα με τους ως άνω κανόνες (lege artis), και ειδικότερα, όπως θα ενεργούσε υπό τις ίδιες συνθήκες και περιστάσεις και έχοντας στη διάθεση του τα ίδια μέσα ένας μέσος, συνετός και επιμελής ιατρός (ΑΠ 668/2022, ΑΠ 1344/2021, ΑΠ 693/2020, ΑΠ 1478/2018, ΑΠ 1598/2017).
Εξάλλου, η αδικοπρακτική ευθύνη του ιατρού ρυθμίζεται ως προς ορισμένα ζητήματα και από το άρθρο 8 του ν. 2251/1994 για την "προστασία των καταναλωτών", όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 10 ν. 3587/2007 που ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι "ο παρέχων υπηρεσίες ευθύνεται για κάθε περιουσιακή ζημία ή ηθική βλάβη που προκάλεσε παράνομα και υπαίτια, με πράξη ή παράλειψή του, κατά την παροχή αυτών στον καταναλωτή.
Ως παρέχων υπηρεσίες νοείται όποιος, στο πλαίσιο της άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας παρέχει υπηρεσία, κατά τρόπο ανεξάρτητο" (παρ. 1), ότι "ο ζημιωθείς υποχρεούται να αποδείξει τη ζημία και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της παροχής της υπηρεσίας και της ζημίας" (παρ. 3), ότι "ο παρέχων τις υπηρεσίες φέρει το βάρος της απόδειξης της έλλειψης παρανομίας και υπαιτιότητας" (παρ. 4 εδ.
α), ότι "για την εκτίμηση της έλλειψης υπαιτιότητας λαμβάνονται υπόψη η ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια και το σύνολο των ειδικών συνθηκών και ιδιαίτερα, μεταξύ άλλων, η φύση και το αντικείμενο της υπηρεσίας, ιδίως σε σχέση με το βαθμό επικινδυνότητάς της, η ελευθερία δράσης που αφήνεται στο πλαίσιο της υπηρεσίας, το αν ο ζημιωθείς ανήκει σε κατηγορία μειονεκτούντων ή ευπρόσβλητων προσώπων" και ότι "μόνη η ύπαρξη ή δυνατότητα τελειότερης υπηρεσίας κατά το χρόνο παροχής της υπηρεσίας ή μεταγενέστερα δεν συνιστά υπαιτιότητα" (παρ. 5).
Από τις διατάξεις αυτού του άρθρου προκύπτει ότι στο πεδίο εφαρμογής του εμπίπτουν και οι ιατρικές υπηρεσίες, διότι ο παρέχων αυτές ιατρός ενεργεί κατά τρόπο ανεξάρτητο, δεν υπόκειται δηλαδή σε συγκεκριμένες υποδείξεις ή οδηγίες του αποδέκτη των υπηρεσιών (ασθενούς), αλλά έχει την πρωτοβουλία και την ευχέρεια να προσδιορίζει τον τρόπο παροχής των υπηρεσιών του.
Ενόψει δε της νόθου αντικειμενικής ευθύνης, που καθιερώνεται συναφώς, με την έννοια της αντιστροφής του βάρους απόδειξης, τόσο ως προς την υπαιτιότητα όσο και ως προς την παρανομία, ο ζημιωθείς φέρει το βάρος να αποδείξει την παροχή των υπηρεσιών, τη ζημία του και τον αιτιώδη σύνδεσμο της ζημίας με την εν γένει παροχή των υπηρεσιών, όχι όμως και τη συγκεκριμένη πράξη ή παράλειψη, που επέφερε το ζημιογόνο αποτέλεσμα, ενώ ο παρέχων τις υπηρεσίες ιατρός, προκειμένου να απαλλαγεί από την ευθύνη, πρέπει να αποδείξει είτε την ανυπαρξία παράνομης και υπαίτιας πράξης του, είτε την έλλειψη αιτιώδους συνδέσμου της ζημίας με την παράνομη και υπαίτια πράξη του, είτε τη συνδρομή κάποιου λόγου επαγόμενου την άρση ή τη μείωση της ευθύνης του (ΑΠ 1381/2022, ΑΠ 1344/2021, ΑΠ 693/2020).
Τέλος, κατά τις διατάξεις του άρθρου 5 του ν. 2619/1998 σχετικά με τη σύμβαση για τα ανθρώπινα δικαιώματα και τη βιοϊατρική, επέμβαση σε θέματα υγείας μπορεί να υπάρξει, μόνον εφόσον το ενδιαφερόμενο πρόσωπο δώσει την ελεύθερη συναίνεσή του, κατόπιν σχετικής εκ των προτέρων ενημέρωσής του ως προς το σκοπό και τη φύση της επέμβασης, καθώς και ως προς τα επακόλουθα και τους κινδύνους που αυτή συνεπάγεται, μπορεί δε το ενδιαφερόμενο πρόσωπο να ανακαλέσει ελεύθερα και οποτεδήποτε τη συναίνεσή του.
Έτσι, πέραν των παραπάνω υποχρεώσεων του ιατρού προς αποφυγή αμιγώς ιατρογενών σφαλμάτων, κατά την άσκηση οποιασδήποτε φύσης ιατρικής πράξης, υφίσταται υποχρέωσή του να ενημερώνει τον ασθενή ως προς το είδος, τους κινδύνους και τις πιθανότητες αποτυχίας της θεραπείας, που επιλέγει, κι αυτό προκειμένου ο ασθενής, ενημερωμένος πλέον, να καταλήξει σε έγκυρη συναίνεση ως προς τη διενέργεια της ιατρικής πράξης.
Κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, η ενημέρωση του ασθενούς από τον ιατρό σχετικά με τα πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα των θεραπευτικών μεθόδων και πρακτικών και τους πιθανούς κινδύνους επιπλοκών, συνιστά δικαίωμα αυτού και αντίστοιχη υποχρέωση του ιατρού, ώστε να μπορεί να λαμβάνει ελεύθερα τις αποφάσεις του για την υποβολή του στις μεθόδους και πρακτικές αυτές ή όχι.
Παραβίαση δε του δικαιώματος αυτού και της αντίστοιχης υποχρέωσης του ιατρού, η οποία προβλέπεται και από τις διατάξεις των άρθρων 11 και 12 του ν. 3418/2005 (Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας) συνιστά νόμιμο λόγο ευθύνης προς αποζημίωση του ασθενούς, σε περίπτωση επέλευσης βλάβης στη σωματική και ψυχική υγεία του από επιπλοκές, σχετιζόμενες με την εφαρμογή των πιο πάνω θεραπευτικών και ιατρικών μεθόδων και πρακτικών, κατ` εφαρμογή των άρθρων 330 και 914 του ΑΚ.
Προκειμένου δε να στοιχειοθετηθεί κατά τις πιο πάνω διατάξεις ευθύνη του ιατρού και υποχρέωσή του γι` αποζημίωση, απαραίτητη προϋπόθεση είναι η ύπαρξη πρόσφορου αντικειμενικού αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της φερομένης ως παράνομης συμπεριφοράς του ιατρού και της ζημίας που έχει προκληθεί ή και της βλάβης, περιουσιακής ή ηθικής, την οποία ο ασθενής επικαλείται.
Ο ασθενής, όμως, βαρύνεται με την απόδειξη του ισχυρισμού ότι, αν είχε ενημερωθεί επαρκώς, δεν θα είχε υποβληθεί στην ιατρική πράξη που επέφερε τη ζημία, καθώς ο ισχυρισμός αυτός ουσιαστικά εντάσσεται στη στοιχειοθέτηση αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ των παραλείψεων που αφορούν τη συναίνεση και την ενημέρωση και της ζημίας από την ιατρική πράξη (ΑΠ 1344/2021, ΑΠ 693/2020, ΑΠ 655/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα εξής: "Ι. Η εκκαλούσα, Ε. Σ. (αναιρεσείουσα), εμφάνιζε από τα τέλη του 2004 άλγος στο στήθος και στην πλάτη με ταυτόχρονη αναπνευστική δυσχέρεια, παρά δε τις εξετάσεις στις οποίες υποβλήθηκε το επόμενο έτος, έχοντας εισαχθεί προς τούτο τρεις φορές και στην κλινική της 1ης των εφεσιβλήτων, η αιτιολογία των παραπάνω συμπτωμάτων παρέμενε άγνωστη και έτσι η εκκαλούσα απευθύνθηκε το Φεβρουάριο του 2006 στον 2ο των εφεσιβλήτων, Α.
Π., γενικό καρδιολόγο ιατρό. Το ιατρικό ιστορικό της εκκαλούσας ήταν βεβαρημένο και η γενική κατάσταση της υγείας της δεν ήταν καλή, αφού η εκκαλούσα, ηλικίας τότε 50 ετών, ήταν ιδιαιτέρως παχύσαρκη (βάρους 110 κιλών με ύψος 1,60μ.), υπερλιπιδαιμική, υπερτασική, με κινητικά προβλήματα στο αριστερό κάτω άκρο (χωλότητα/βράχυνση κατά 3 εκατοστά εξαιτίας παλαιάς, από την παιδική ηλικία, πολυομυελίτιδας), ενώ η ίδια είχε διαγνωσθεί το έτος 2002 με καρκίνο του παχέος εντέρου, ο οποίος και είχε αντιμετωπισθεί με χειρουργική επέμβαση αφαίρεσης του καρκίνου (χωρίς έκτοτε την παρουσία ευρημάτων της νόσου).
Ο 2ος των εφεσιβλήτων πρότεινε στην εκκαλούσα να υποβληθεί σε δοκιμασία (τέστ) κόπωσης, η οποία πραγματοποιήθηκε στις 13.2.2006 στην κλινική της 1ης των εφεσιβλήτων, με την παρουσία του 2ου των εφεσιβλήτων, λόγω δε της παχυσαρκίας και των κινητικών προβλημάτων της εκκαλούσας η δοκιμασία έγινε με τεχνητή κόπωση (με τη χορήγηση αντίστοιχης φαρμακευτικής ουσίας) και όχι με φυσική κόπωση (σωματική άσκηση) της εκκαλούσας.
Εξαιτίας ύποπτων ευρημάτων της προαναφερόμενης εξέτασης και συγκεκριμένα οπισθοστερνικού άλγους της εκκαλούσας και σχετικών ηλεκτροκαρδιογραφικών κριτηρίων, η εκκαλούσα υποβλήθηκε στη συνέχεια σε σπινθηρογράφημα μυοκαρδίου, το οποίο έδειξε ευρήματα συμβατά με ισχαιμία (ελαττωμένη αιμάτωση) στο πρόσθιο, κορυφαίο και κατώτερο τοίχωμα της αριστερής κοιλίας.
Τα ευρήματα αποτελούσαν σοβαρές ενδείξεις για την ύπαρξη στεφανιαίας νόσου (στένωσης των αρτηριών που τροφοδοτούν με αίμα την καρδιά) και απαιτούσαν περαιτέρω διερεύνηση και έτσι ο 2ος των εφεσιβλήτων υπέδειξε στην εκκαλούσα να υποβληθεί σε στεφανιογραφία, επισημαίνοντας ταυτοχρόνως στην ίδια ότι μέχρι τη διενέργεια της εν λόγω εξέτασης έπρεπε εκείνη να παραμένει ήρεμη και κλινήρης και να αποφεύγει εντάσεις και κοπιώδεις εργασίες.
ΙΙ. Η στεφανιογραφία είναι μία αναγκαία και αναντικατάστατη εξέταση για την επιβεβαίωση της ύπαρξης ή μη στεφανιαίας νόσου, όταν άλλες μη επεμβατικές εξετάσεις (τεστ κόπωσης, σπινθηρογράφημα, υπερηχογράφημα) είναι ενδεικτικές για την ύπαρξη τέτοιας νόσου. Η στεφανιογραφία πραγματοποιείται με παρακέντηση μίας αρτηρίας που βρίσκεται κάτω από το δέρμα, συνήθως της μηριαίας αρτηρίας στη βουβωνική χώρα - η οποία (παρακέντηση) λαμβάνει χώρα με τοπική αναισθησία και γίνεται "τυφλά", δηλαδή ο ιατρός δεν έχει τη δυνατότητα ατομικής απεικόνισης του σημείου παρακέντησης - ενώ στη συνέχεια από το σημείο της παρακέντησης εισάγεται εντός της αρτηρίας ειδικός καθετήρας ("θηκάρι") που προωθείται μέχρι τα στόμια των στεφανιαίων αρτηριών που βρίσκονται στην αρχή της ανιούσας αορτής, όπου και γίνεται έγχυση σκιαγραφικού υλικού και ακτινοσκοπικός έλεγχος, από τον οποίο και προκύπτει απεικονιστικώς η κατάσταση των αρτηριών και διαπιστώνονται τυχόν παθολογικές καταστάσεις αυτών (όπως στενώσεις ή αποφράξεις).
Μετά τον ακτινοσκοπικό έλεγχο ο ιατρός αφαιρεί τον καθετήρα και προβαίνει στη σύγκλιση (κλείσιμο) της αρτηρίας στο σημείο της παρακέντησης. Η παρακέντηση της αρτηρίας αλλά και η διαδικασία επούλωσης αυτής έχουν ως αποτέλεσμα τη δημιουργία μικρού αλλά υπαρκτού κινδύνου εμφάνισης επιπλοκών - ο οποίος (κίνδυνος) αυξάνεται όταν υπάρχουν στον ασθενή προδιαθεσιακοί παράγοντες όπως η πασυχαρκία και η υπέρταση - με συνηθέστερες επιπλοκές τις αγγειακές, σε ποσοστό στατιστικώς από 0,3% έως 3% των στεφανιογραφιών και συχνότερες αυτών το ψευδοανεύρυσμα της αρτηρίας και το αιμάτωμα των γύρω ιστών και των μαλακών μορίων ενώ ακολουθούν η θρόμβωση και ο διαχωρισμός της αρτηρίας.
Οι επιπλοκές αυτές μπορούν σε κάποιες περιπτώσεις να προκαλέσουν τη συμπίεση νεύρων και περιφερική νευροπάθεια, με περαιτέρω αποτέλεσμα, σε ποσοστό στατιστικώς 0,2 των στεφανογραφιών, τη δημιουργία διαταραχών κινητικών αλλά και αισθητικών στο αντίστοιχο άκρο του σώματος, οι οποίες στην πλειονότητα των περιπτώσεων (και όχι σε όλες τις περιπτώσεις) υποχωρούν με την πάροδο του χρόνου και με την υποβολή του ασθενούς σε κινησιοθεραπείες και φυσιοθεραπείες.
Οι επιπλοκές της στεφανιογραφίας εμφανίζονται συχνότερα εντός του πρώτου εικοσιτετραώρου από τη διενέργειά της - το οποίο (εικοσιτετράωρο) αποτελεί τον διεθνώς αποδεκτό χρόνο νοσηλείας μετά τη στεφανιογραφία - και λιγότερο συχνά εντός των αμέσως επόμενων ημερών (ενώ έχουν αναφερθεί περιπτώσεις εμφάνισης επιπλοκών μέχρι και την εικοστή έκτη ημέρα από τη στεφανιογραφία).
Τέλος, οι επιπλοκές της στεφανιογραφίας συνδέονται με την ιδιαιτερότητα και τη φύση της συγκεκριμένης εξέτασης και δεν μπορούν να αποκλειστούν ακόμα και με τη τήρηση όλων των κανόνων της ιατρικής επιστήμης, ο κίνδυνος δε εμφάνισης αυτών αντισταθμίζεται από το προσδοκώμενο όφελος για τον ασθενή, το οποίο συνίσταται στην έγκαιρη και ασφαλή διάγνωση και αντιμετώπιση της στεφανιαίας νόσου.
ΙΙΙ. Η εκκαλούσα εισήχθη εκ νέου στην κλινική της 1ης των εφεσιβλήτων στις 21.2.2006, όπου την ίδια ημέρα, πριν τη στεφανιογραφία, υποβλήθηκε σε αιματολογικές εξετάσεις καθώς και σε υπερηχοκαρδιογράφημα, το οποίο και έδειξε ελαφρά υποκινησία κορυφαίου μεσοκοιλιακού διαφράγματος κορυφής, εύρημα που συνηγορούσε επίσης για ισχαιμία.
Στη συνέχεια, στο αιμοδυναμικό εργαστήριο της 1ης των εφεσιβλήτων, διενεργήθηκε στην εκκαλούσα η στεφανιογραφία από τον 3ο των εφεσιβλήτων, Β. Σ., επεμβατικό καρδιολόγο ιατρό, με την επικουρία του 4ου των εφεσιβλήτων, Η. Κ., επίσης επεμβατικού καρδιολόγου ιατρού, τους οποίους ο 2ος των εφεσιβλήτων συνέστησε την εκκαλούσα όσο η τελευταία βρισκόταν ακόμα στον προθάλαμο του αιμοδυναμικού εργαστηρίου, όπου και εκείνος (2ος) είχε μεταβεί για να παρακολουθήσει τη στεφανιογραφία.
Η συνεργασία δύο επεμβατικών καρδιολόγων κατά τη στεφανιογραφία κρίθηκε αναγκαία κυρίως λόγω του βεβαρημένου ιστορικού της εκκαλούσας αλλά και επειδή ενδεχομένως ανέκυπτε ανάγκη άμεσης αγγειοπλαστικής, δηλαδή πέραν της διάγνωσης στεφανιαίας νόσου να γίνει κατά τη στεφανιογραφία και επεμβατικός καθετηριασμός για την αποκατάσταση τυχόν αποφρακτικής νόσου.
Η στεφανιογραφία, ειδικότερα, πραγματοποιήθηκε με παρακέντηση, από τον 3ο των εφεσιβλήτων, της δεξιάς μηριαίας αρτηρίας της εκκαλούσας - αφού πρώτα έγινε τοπική αναισθησία στο σημείο εκείνο με ξυλοκαΐνη - ο οποίος (3ος) στη συνέχεια οδήγησε τον καθετήρα και έκανε τις εγχύσεις στα αγγεία της καρδιάς. Στο μεταξύ είχε τοποθετηθεί, από τον 4ο των εφεσιβλήτων, ο απαιτούμενος φλεβικός ορός στην εκκαλούσα για τη χορήγηση υγρών και τυχόν φαρμάκων, με παρακέντηση της μηριαίας φλέβας (φλεβικό θηκάρι) παραπλεύρως της δεξιάς μηριαίας αρτηρίας, λόγω δυσκολίας εντοπισμού κατάλληλης φλέβας χεριού (έσπαζαν οι φλέβες του χεριού στις οποίες επιχειρήθηκε η τοποθέτηση του ορού).
Η στεφανιογραφία καθεαυτή διήρκεσε 25 λεπτά της ώρας (από τις 12:20 έως τις 12:45), που είναι ο συνήθης χρόνος της διαγνωστικής αυτής εξέτασης και δεν έδειξε βλάβη στα αγγεία της καρδιάς της εκκαλούσας. Στη συνέχεια ο 3ος των εφεσιβλήτων, με την επικουρία του 4ου των εφεσιβλήτων, προέβη στη σύγκλιση της δεξιάς μηριαίας αρτηρίας στο σημείο της παρακέντησης, με το σύστημα angioseal (τοποθέτηση στη μηριαία αρτηρία συσκευής χορήγησης υλικού αγγειακής αιμόστασης), αφού προηγουμένως έγινε έλεγχος της μηριαίας αρτηρίας με την έγχυση σκιαγραφικού υγρού ώστε να διαπιστωθεί αν υπήρχαν οι προϋποθέσεις για την τοποθέτηση του angioseal, o οποίος (έλεγχος) δεν έδειξε την ύπαρξη επιπλοκής (αιματώματος, ψευδοανευρύσματος, διαχωρισμού της αρτηρίας).
Η σύγκλιση της αρτηρίας με το παραπάνω σύστημα πλεονεκτεί της παραδοσιακής μεθόδου της σύγκλισης της αρτηρίας, δηλαδή της άσκησης πίεσης στο σημείο της παρακέντησης της αρτηρίας ώστε να δημιουργηθεί εκεί θρόμβος, επειδή το angioseal επιτρέπει την ταχύτερη κινητοποίηση του ασθενούς μετά τη στεφανιογραφία (σε δύο ώρες περίπου από την επέμβαση αντί τουλάχιστον έξι ωρών της παραδοσιακής μεθόδου) και συνακολούθως περιορίζει, ιδίως σε παχύσαρκους ασθενείς, τις τυχόν επιπλοκές που συνδέονται με τη μεγαλύτερη χρονικά ακινητοποίηση του ασθενούς (θρόμβωση, εμβολή).
Επειδή όμως, παρά τη χρήση του συστήματος angioseal, διαπιστώθηκε αμέσως από τους 3ο και 4ο των εφεσιβλήτων ότι δεν υπήρξε πλήρης αιμόσταση της δεξιάς μηριαίας αρτηρίας της εκκαλούσας αλλά ότι υπήρξε κάποια διαρροή αίματος, προέβησαν την ίδια στιγμή στη σύγκλιση της αρτηρίας με την παραδοσιακή μέθοδο. Στη συνέχεια η εκκαλούσα μεταφέρθηκε από το τραπέζι του αιμοδυναμικού εργαστηρίου στο φορείο και με αυτό στον προθάλαμο του αιμοδυναμικού εργαστηρίου, όπου και τοποθετήθηκαν επίδεσμοι στο σημείο της παρακέντησης, κατά τη διάρκεια δε της μεταφοράς της στο φορείο και στη συνέχεια της τοποθέτησης των επιδέσμων η εκκαλούσα ήταν σε θέση να μετακινήσει το δεξιό ισχίο της και δεν ανέφερε άλγος, ενώ έπειτα η εκκαλούσα, ώρα 13:45, μεταφέρθηκε στο θάλαμό της, με οδηγίες να φέρει βάρος (μαξιλαράκι με άμμο) στη δεξιά βουβωνική χώρα μέχρι ώρα 20:00 και να παραμείνει σε ύπτια θέση μέχρι ώρα 22:00, μέχρι δε το άλλο πρωί θα μπορούσε να γυρίζει αριστερά ή δεξιά το σώμα της με προσοχή χωρίς να σηκωθεί από την κλίνη.
Στο θάλαμο τοποθετήθηκε ορός στο χέρι της εκκαλούσας από τους νοσηλευτές και μεταξύ ώρας 15:00 και 16:00 επισκέφθηκαν την εκκαλούσα οι 2ος και 4ος των εφεσιβλήτων και ο τελευταίος της αφαίρεσε το φλεβικό θηκάρι από τη δεξιά μηριαία φλέβα. Η εκκαλούσα έλαβε το ίδιο απόγευμα, περί ώρα 17:30, παυσίπονο lonarid (σε ταμπλέτα) από τους νοσηλευτές επειδή ανέφερε άλγος στη μέση της εξαιτίας της ακινησίας.
Το πρωί της επόμενης ημέρας, 22.2.2006, έγιναν αιματολογικές εξετάσεις στην εκκαλούσα και την επισκέφθηκε ο 2ος των εφεσιβλήτων, ο οποίος, αφού την εξέτασε κλινικώς και δεν διαπίστωσε κάποια επιπλοκή, στη συνέχεια υπέγραψε και το εξιτήριό της και η εκκαλούσα εξήλθε της κλινικής ώρα 10:00. IV. Το πρωί της μεθεπόμενης (από τη στεφανιογραφία) ημέρας, 23.2.2006, ώρα 08:00, η εκκαλούσα επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τον 2ο των εφεσιβλήτων και τον ενημέρωσε για πρήξιμο στη βουβωνική χώρα και για κινητικά προβλήματα στο δεξιό κάτω άκρο της και τότε ο 2ος των εφεσιβλήτων της υπέδειξε να καλέσει αμέσως ασθενοφόρο και να μεταφερθεί στην κλινική της 1ης των εφεσιβλήτων.
Η εκκαλούσα εισήχθη ώρα 10:00 της ίδιας ημέρας στην κλινική της 1ης των εφεσιβλήτων, αρχικώς στα επείγοντα εξωτερικά ιατρεία, όπου υποβλήθηκε σε κλινικό έλεγχο του δεξιού κάτω άκρου, το οποίο εμφάνιζε ψυχρότητα, ωχρότητα και μυϊκή αδυναμία ως επί ισχαιμίας. Η εκκαλούσα υποβλήθηκε σε νευροφυσιολογικό έλεγχο από τον 6ο των εφεσιβλήτων, Σ.
Δ., νευρολόγο, ο οποίος γνωμάτευσε άλγος και αδυναμία δεξιού κάτω άκρου, υπαισθησία κατανομής σαφηνούς νεύρου, αδυναμία έκτασης κνήμης (δηλαδή του τετρακέφαλου μυός) και κάμψης μηρού (δηλαδή του λαγοψονοΐτη μυ) ως επί βλάβης του δεξιού μηριαίου νεύρου, με παραγωγή όμως των επιγονάτιων αντανακλαστικών άμφω και υπέδειξε περαιτέρω έλεγχο.
Έπειτα η εκκαλούσα, ώρα 13:45 της ίδιας ημέρας, εισήχθη στο αγγειοχειρουργικό τμήμα της 1ης των εφεσιβλήτων, όπου, ώρα 14:00, υποβλήθηκε από τον 5ο των εφεσιβλήτων, Α. Ψ., αγγειοχειρουργό, αρχικά σε εξέταση με συσκευή pocket doppler, από την οποία προέκυψε μονοφασική ροή του αίματος στα αγγεία των σφυρών, έπειτα σε υπερηχογράφημα (triplex) αρτηριών κάτω άκρων, το οποίο έδειξε βαριά αποφρακτική νόσο της λαγονείου αρτηρίας και έπειτα, ώρα 15:00, η εκκαλούσα υποβλήθηκε σε ενδαρτηριακή ψηφιακή αγγειογραφία κοιλιακής αορτής-νεφρικών-λαγονίων-αρτηριών κάτω άκρων, που έδειξε απόφραξη της δεξιάς κοινής μηριαίας σε μήκος 2 εκατοστών περίπου (θρόμβωση), με περιφερικά καλή βατότητα πλην της δεξιάς πρόσθιας κνημιαίας που αποφρασσόταν.
Η τελική διάγνωση ήταν ψευδοανεύρυσμα δεξιάς μηριαίας αρτηρίας, εκτεταμένο αιμάτωμα στους γύρω ιστούς και τα μαλακά μόρια, τραυματική θρόμβωση και διαχωρισμός της ίδιας μηριαίας αρτηρίας και ισχαιμία του δεξιού κάτω άκρου, καθιστούσε δε αναγκαία τη χειρουργική επέμβαση. Από το απόγευμα μέχρι το βράδυ της ίδιας ημέρας (23.2.2006) είχαν γίνει στην εκκαλούσα οι απαραίτητες εξετάσεις προεγχειρητικού ελέγχου και είχαν εκδοθεί τα αποτελέσματα αυτών και το πρωί της επόμενης ημέρας, 24.2.2006, ώρα 09:32, η εκκαλούσα εισήχθη στο χειρουργείο, όπου, υπό ολική αναισθησία, υποβλήθηκε σε επέμβαση από τον 5ο των εφεσιβλήτων.
Η επέμβαση διήρκεσε από ώρα 10:20 μέχρι ώρα 12:40 και στο πλαίσιο αυτής έγινε αφαίρεση αιματώματος και κακοποιημένων ιστών (και ενός νεκρωμένου λεμφαδένα), εκτομή του ψευδοανευρύσματος, θρομβοεκτομή και αποκατάσταση της ροής της μηριαίας αρτηρίας και αγγειοπλαστική αυτής με φλεβικό εμβάλωμα από τη μείζονα σαφηνή βλέβα, η δε εκκαλούσα τέθηκε υπό αντιπηκτική αγωγή και είχε ομαλή μετεγχειρητική πορεία.
Στις 26.2.2006 ο 5ος των εφεσιβλήτων εξέτασε εκ νέου την εκκαλούσα και γνωμάτευσε πάρεση λαγονοψοΐτου και τετρακέφαλου δεξιά, υπαισθησία σαφηνούς νεύρου ως επί βλάβης του μηριαίου νεύρου και υπέδειξε στην εκκαλούσα κινησιοθεραπείες και φυσιοθεραπείες. Στις 2.3.2006 έγινε ηλεκτρομυογράφημα στην εκκαλούσα από τον 5ο των εφεσιβλήτων, με συμπέρασμα τη μη καταγραφή ενδείξεων ενεργού απονεύρωσης, την ύπαρξη ενδείξεων χρονίσασας νευρογενούς βλάβης σε όλους τους μυς των κάτω άκρων που μελετήθηκαν, αλλά και την παρουσία ικανής (και θετικής για την πρόγνωση της εκκαλούσας) εκούσιας δραστηριότητας στον λαγονοψοΐτη μυ (έσω και έξω πλατύ δεξιά), ενώ στις 15.3.2006 έγινε στην εκκαλούσα υπερηχογράφημα αρτηριών (triplex) κάτω άκρων, στο οποίο η δεξιά μηριαία αρτηρία εμφανίστηκε βατή με φυσιολογική ροή αίματος και την ίδια ημέρα (15.3.2006) η εκκαλούσα έλαβε εξιτήριο από την κλινική της 1ης των εφεσιβλήτων.
Στη συνέχεια η εκκαλούσα νοσηλεύθηκε, από 19.3.2006 μέχρι 21.3.2006, στο Γενικό Νοσοκομείο "Ασκληπιείο Βούλας", όπου της έγινε υπερηχογράφημα αρτηριών (triplex) κάτω άκρων και ηλεκτρομυογράφημα και διαγνώσθηκε πάρεση του δεξιού κάτω άκρου με ριζιτική κατανομή ως επί τραυματικής βλάβης του μηριαίου νεύρου, εικόνα συμβατή με απραξία του δεξιού μηριαίου νεύρου, ενώ στις 30-31/5.2006 η εκκαλούσα υποβλήθηκε εκ νέου σε παρόμοιες εξετάσεις στο νοσοκομείο "Mediteranneo" και η δεξιά μηριαία αρτηρία εμφανίστηκε βατή με φυσιολογική ροή αίματος, ενώ διαγνώσθηκε βαριά βλάβη στο δεξιό μηριαίο νεύρο.
Στις 31.10.2006 η πρωτοβάθμια Υγειονομική Επιτροπή του Τομέα Νότιας Αθήνας γνωμάτευσε ποσοστό αναπηρίας 67% στην εκκαλούσα για τρία έτη λόγω καρκίνου κατιόντος (με χημειοθεραπείες) και βλάβης του δεξιού μηριαίου νεύρου. Στις 14.11.2006 η εκκαλούσα υποβλήθηκε σε επέμβαση αφαίρεσης μορφώματος που είχε σχηματισθεί μετεγχειρητικώς (μετά την επέμβαση της 24.3.2006) στη δεξιά βουβωνική χώρα και η ιστολογική εξέταση έδειξε εικόνα φαγοκοκκιώματος έναντι χειρουργικού ράμματος, χωρίς στοιχεία κακοήθειας.
Στις 4.3.2009 η εκκαλούσα εξετάσθηκε στα εξωτερικά ιατρεία του Γενικού Νοσοκομείου "Ασκληπιείο Βούλας" και η γνωμάτευση ήταν ότι αυτή πάσχει από βαριά χωλότητα βάδισης, απότοκη τόσο της παλαιάς (από την παιδική ηλικία) υπολειμματικής πολυομυελίτιδας, με βράχυνση του αριστερού σκέλους κατά τρία εκατοστά και εκσεσημασμένη ατροφία αυτού, όσο και της βαριάς βλάβης του δεξιού μηριαίου νεύρου από διετία (μετά τον καθετηριασμό της μηριαίας αρτηρίας), της κατάστασης αυτής παγιωμένης και συνιστώσας βαρύτατη κινητική αναπηρία.
Στις 9.6.2009 η πρωτοβάθμια Υγειονομική Επιτροπή του Τομέα Νότιας Αθήνας γνωμάτευσε ποσοστό αναπηρίας 67% στην εκκαλούσα για τέσσερα έτη λόγω βαριάς χωλότητας βάδισης με βράχυνση του αριστερού σκέλους και βαριά βλάβη του δεξιού μηριαίου νεύρου. Στις 12.8.2010 η εκκαλούσα υποβλήθηκε σε νευροφυσιολογικό έλεγχο από το νευρολόγο Ι.
Μ. και στις 14.12.2010 υποβλήθηκε σε ηλεκτροδιαγνωστικό έλεγχο στο Γενικό Νοσοκομείο "Ασκληπιείο Βούλας", από τους οποίους (ελέγχους) προέκυψαν ευρήματα συμβατά με βαριά βλάβη του δεξιού μηριαίου νεύρου. Στις 10.4.2013 εξέτασε την εκκαλούσα ο διορισθείς πραγματογνώμονας Γ. Μ., νευροχειρουργός, ο οποίος αναφέρει ότι κατά τη διάρκεια της εξέτασής του η εκκαλούσα παρέμεινε καθισμένη και δεν κατέστη δυνατή η ορθοστάτισή της χωρίς υποστήριξη από άλλο άτομο, ότι η μετακίνησή της εντός της οικίας της γίνεται με τη χρήση στηρίγματος τύπου "Π", ότι από τη φυσική εξέταση της εκκαλούσας διαπίστωσε αδυναμία στην κάμψη του μηρού και στην έκταση του γόνατος και αναισθησία στην έσω επιφάνεια της κνήμης του δεξιού κάτω άκρου, ότι τα ευρήματα αυτά είναι απολύτως συμβατά με βλάβη του δεξιού μηριαίου νεύρου, ενώ τέλος ο πραγματογνώμονας αναφέρει ότι ζήτησε από την εκκαλούσα να υποβληθεί εκ νέου σε ηλεκτροφυσιολογική μελέτη του δεξιού κάτω άκρου ώστε να υπάρχει πλήρης εικόνα της τρέχουσας κατάστασής της.
Πράγματι, στις 25.4.2013 η εκκαλούσα υποβλήθηκε σε ηλεκτροδιαγνωστικό έλεγχο στο Γενικό Νοσοκομείο "Ασκληπιείο Βούλας", στο συμπέρασμα του οποίου αναφέρεται βαριά βλάβη του δεξιού μηριαίου νεύρου, ενώ στις 22.5.2013 η εκκαλούσα υποβλήθηκε σε ηλεκτροφυσιολογικό έλεγχο στο νοσοκομείο "Αιγινήτειο", στο συμπέρασμα του οποίου αναφέρεται ότι υπάρχει εικόνα παλαιάς νευρογενούς βλάβης σε όλους τους μυς που εξετάστηκαν, ότι στον έξω πλατύ και λιγότερο στον ορθό μηριαίο καταγράφηκαν ινιδικά και θετικά δυναμικά, ενδεικτικά ενεργούς βλάβης και στοιχεία πρόσφατης αναδιοργάνωσης των κινητικών μονάδων στον μεγάλο προσαγωγό, ενώ στις παρατηρήσεις αναφέρεται ότι υπήρξε ατελής προσέγγιση των μυών, όχι καλή συνεργασία πιθανόν λόγω του εκλυόμενου άλγους και ότι δεν ήταν δυνατή η αξιόπιστη ηλεκτρονευρογραφική εξέταση του σαφηνούς και του μηριαίου νεύρου λόγω της διαμόρφωσης των άκρων.
Μετά και τις παραπάνω εξετάσεις στις οποίες υποβλήθηκε η εκκαλούσα, o προαναφερόμενος πραγματογνώμονας αναφέρει στην από 3.6.2013 πραγματογνωμοσύνη του, ως προς την τρέχουσα κατάσταση της εκκαλούσας, ότι η μετακίνησή της ήταν δυσχερής λόγω της προσβολής του αριστερού κάτω άκρου της από πολυομυελίτιδα, ότι η εκκαλούσα αναγκαστικά στηριζόταν στο δεξιό κάτω άκρο για τη μετακίνησή της και ότι το εν λόγω κάτω άκρο (δεξιό) εξαιτίας της βλάβης του μηριαίου νεύρου, δεν μπορεί πλέον να προσφέρει ασφαλή στήριξη, με αποτέλεσμα η ήδη προβληματική (λόγω του αριστερού κάτω άκρου) μετακίνηση της εκκαλούσας να γίνεται δυσκολότερη και η καλούσα να βασίζεται σε εξωτερική βοήθεια από τρίτους και να χρησιμοποιεί στήριγμα τύπου "Π".
Κατά τον ίδιο πραγματογνώμονα (Γ. Μ.) το κινητικό πρόβλημα της εκκαλούσας, σε όσο μέρος προέρχεται από το δεξιό κάτω άκρο αυτής, την καθιστά μερικώς ανάπηρη σε ποσοστό 35%, ενώ παρόμοια εκτίμηση ως προς το ποσοστό αναπηρίας της εκκαλούσας και ως την περιγραφή της τρέχουσας κινητικής κατάστασης αυτής διατυπώνει και ο πραγματογνώμονας Ι.
Β., γενικός χειρουργός, στην από 4.7.2013 πραγματογνωμοσύνη του. V. Η βλάβη στο δεξιό μηριαίο νεύρο της εκκαλούσας και η συνακόλουθη μερική αναπηρία αυτής από το αντίστοιχο (δεξιό) κάτω άκρο, δεν οφείλονταν σε υπαιτιότητα (αμέλεια) των εφεσιβλήτων ιατρών, ως προς τους οποίους πρέπει κατά περίπτωση - σε συνδυασμό και με όσα έχουν αναφερθεί πιο πάνω - να εκτεθούν τα ακόλουθα:
V.α. Ως προς τους 2ο, 3ο και 4ο των εφεσιβλήτων: Η βλάβη στο δεξιό μηριαίο νεύρο δεν ήταν αποτέλεσμα απευθείας τρώσης του εν λόγω νεύρου κατά τη διάρκεια της στεφανιογραφίας - αφού αν είχε συμβεί τούτο η εκκαλούσα θα εμφάνιζε αμέσως εντονότατο πόνο και αδυναμία κίνησης του δεξιού κάτω άκρου, πράγματα που δεν συνέβησαν - ούτε ήταν αποτέλεσμα της μετέπειτα σύγκλισης της αρτηρίας που έγινε με τις ιατρικώς ενδεδειγμένες μεθόδους.
Η βλάβη στο δεξιό μηριαίο νεύρο προκλήθηκε από τη συμπίεση που ασκήθηκε στο ίδιο νεύρο εξαιτίας των επιπλοκών του ψευδοανευρύσματος της μηριαίας αρτηρίας και του αιματώματος των γύρω ιστών, σε συνδυασμό και με τη θρόμβωση και το διαχωρισμό της μηριαίας αρτηρίας, οι οποίες όμως δεν οφείλονταν σε αμελείς ιατρικές ενέργειες ή παραλείψεις των εφεσιβλήτων ιατρών που διενήργησαν τη στεφανιογραφία (δηλαδή του 3ου με την επικουρία του 4ου) αλλά συνιστούσαν αγγειακές επιπλοκές που εμφανίζονται σε περιπτώσεις στεφανογραφιών (και μάλιστα σε άτομα με προδιαθεσιακούς παράγοντες επιπλοκών όπως η εκκαλούσα), ακόμα και όταν οι στεφανιογραφίες γίνονται με την τήρηση όλων των κανόνων της ιατρικής επιστήμης [βλ.
παραπάνω υπό
ΙΙ]. Επίσης οι μέθοδοι σύγκλισης της αρτηρίας που εφάρμοσαν οι 3ος και 4ος των εφεσιβλήτων ήταν οι ιατρικώς ενδεδειγμένες κατά τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης. Περαιτέρω, ενδείξεις εμφάνισης αγγειακών επιπλοκών μετά τη στεφανιογραφία και μέχρι και την έξοδο της εκκαλούσας από την κλινική της 1ης των εφεσιβλήτων στις 22.2.2006 - και ειδικότερα οίδημα, σημαντική εκχύμωση, φύσημα στη μηροβουβωνική περιοχή, ωχρότητα του κάτω άκρου, σφοδρό άλγος - δεν διαπιστώθηκαν από τους 2ο και 4ο των εφεσιβλήτων οι οποίοι στις 21.2.2006 είχαν εξετάσει την εκκαλούσα κατά την αφαίρεση του θηκαριού και την επίδεση του σημείου αφαίρεσης, ούτε από τον 2ο των εφεσιβλήτων που εξέτασε την εκκαλούσα την ημέρα της εξόδου αυτής [βλ. παραπάνω υπό
ΙΙΙ]. Η εξέταση της εκκαλούσας από τους αμέσως παραπάνω εφεσιβλήτους έγινε κλινικώς, με ψηλάφηση και επισκόπηση και ακρόαση του δεξιού κάτω άκρου αυτής και ήταν η ενδεδειγμένη κατά τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης, ενώ δεν ήταν αναγκαία, λόγω της απουσίας τότε ενδείξεων εμφάνισης επιπλοκών, η διενέργεια υπερηχογραφήματος (triplex) ή και ψηφιακής αγγειογραφίας της μηριαίας αρτηρίας της εκκαλούσας.
Επομένως, οι 2ος, 3ος και 4ος των εφεσιβλήτων επέδειξαν τη δέουσα επιμέλεια και δεν παρέβησαν την υποχρέωσή τους να ενεργήσουν σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές της ιατρικής επιστήμης. Σημειώνεται, ως προς τους ίδιους εφεσιβλήτους, ότι δεν αποδείχθηκε η εκ μέρους τους κατάλληλη ενημέρωση της εκκαλούσας ως προς την εξέταση της στεφανιογραφίας και ειδικότερα δεν αποδείχθηκε ότι οι παραπάνω εφεσίβλητοι εξέθεσαν στην εκκαλούσα τις πιθανές επιπλοκές της εν λόγω εξέτασης και επομένως η σχετική συναίνεση της τελευταίας για τη διενέργεια της συγκεκριμένης εξέτασης δεν ήταν έγκυρη [βλ.
στη μείζονα σκέψη]. Ωστόσο, η παράλειψη των παραπάνω εφεσιβλήτων δεν τελεί στον απαιτούμενο αιτιώδη σύνδεσμο με τη βλάβη της εκκαλούσας στο δεξιό μηριαίο νεύρο [βλ. επίσης στη μείζονα σκέψη], αφού αποδείχθηκε ότι η εκκαλούσα θα είχε δεχθεί να υποβληθεί στη στεφανιογραφία ακόμα και αν γνώριζε τις πιθανές επιπλοκές αυτής, δεδομένου ότι η στεφανιογραφία ήταν, στην περίπτωση της εκκαλούσας, αναγκαία και αναντικατάστατη εξέταση για τη διάγνωση τυχόν στεφανιαίας νόσου που θα απειλούσε ακόμα και τη ζωή της, σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι το ποσοστό εμφάνισης επιπλοκών στις περιπτώσεις στεφανογραφιών ήταν χαμηλό.
V.β. Ως προς τους 5ο και 6ο των εφεσιβλήτων: Ο 6ος των εφεσιβλήτων προέβη σε ορθή ιατρική διάγνωση των επιπλοκών που εμφάνιζε το δεξιό κάτω άκρο της εκκαλούσας κατά το χρονικό σημείο της εκ νέου εισαγωγής της τελευταίας, στις 23.2.2006, στην κλινική της 1ης των εφεσιβλήτων, ενώ ο 5ος των εφεσιβλήτων αντιμετώπισε ορθώς τις επιπλοκές αυτές, αφαιρώντας το αιμάτωμα, το ψευδοανεύρυσμα, το θρόμβο και αποκαθιστώντας τη ροή της μηριαίας αρτηρίας [βλ.
παραπάνω υπό IV]. Σημειώνεται ότι η αφαίρεση του λεμφαδένα από τον 5ο των εφεσιβλήτων, η οποία έγινε στο πλαίσιο της ίδιας χειρουργικής επέμβασης, ήταν επίσης ενδεδειγμένη για τον καθαρισμό της αντίστοιχης περιοχής, αφού ο λεμφαδένας είχε τρωθεί και νεκρωθεί από το αιμάτωμα, για το λόγο δε αυτό ήταν και μη αξιοποιήσιμος για βιοψία, πέραν του ότι, σε κάθε περίπτωση, δεν έφερε ενδείξεις νεοπλασίας.
Επίσης ο σχηματισμός, μετά την παραπάνω επέμβαση, μορφώματος (λιπώδους ιστού) στη βουβωνική χώρα της εκκαλούσας - το οποίο αφαιρέθηκε στη συνέχεια στις 14.11.2006 [βλ. παραπάνω υπό IV] - δεν οφειλόταν σε εσφαλμένη χειρουργική τακτική του 5ου των εφεσιβλήτων ούτε συνιστούσε μετεγχειρητική επιπλοκή, αλλά αποτελούσε φυσιολογική αντίδραση του οργανισμού στη χρήση ραμμάτων για τη σύγκλιση του χειρουργικού τραύματος.
Περαιτέρω, η διάγνωση του 6ου των εφεσιβλήτων και η παραπομπή της εκκαλούσας στο αγγειοχουργικό τμήμα της 1ης των εφεσιβλήτων και στη συνέχεια η επέμβαση εκεί (στο ίδιο τμήμα) από τον 5ο των εφεσιβλήτων [βλ. παραπάνω υπό IV], έγιναν χωρίς καθυστέρηση, συνυπολογιζομένου του χρόνου που ήταν αναγκαίος να δαπανηθεί ώστε να γίνουν οι απαραίτητες διαγνωστικές εξετάσεις, ο προεγχειρητικός έλεγχος, να ληφθούν τα αποτελέσματα αυτών και να γίνει η προετοιμασία της εκκαλούσας, ενόψει μάλιστα του ότι η επέμβαση θα γινόταν υπό ολική αναισθησία της εκκαλούσας και η ίδια είχε βεβαρημένο ιατρικό ιστορικό και η γενική κατάσταση της υγείας της δεν ήταν καλή [βλ.
παραπάνω υπό Ι]. Επομένως, οι 5ος και 6ος των εφεσιβλήτων επέδειξαν και τη δέουσα επιμέλεια και δεν παρέβησαν την υποχρέωσή τους να ενεργήσουν σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές της ιατρικής επιστήμης. Σημειώνεται, ως προς τον 5ο των εφεσιβλήτων, ότι δεν αποδείχθηκε η εκ μέρους του κατάλληλη ενημέρωση της εκκαλούσας ως προς τη φύση της προαναφερόμενης επέμβασης και τα πλεονεκτήματα και τυχόν μειονεκτήματα αυτής και επομένως η σχετική συναίνεση της τελευταίας για τη διενέργεια της συγκεκριμένης επέμβασης δεν ήταν έγκυρη [βλ.
στη μείζονα σκέψη]. Ωστόσο, η παράλειψη αυτή του 5ου των εφεσιβλήτων ουδεμία ασκεί επιρροή στην προκείμενη περίπτωση που η επέμβαση ήταν μόνο ωφέλιμη για την εκκαλούσα και δεν προκάλεσε οποιαδήποτε βλάβη σε εκείνην. V.γ. Ως προς την 1η των εφεσιβλήτων: Η 1η των εφεσιβλήτων συνδέεται κατ' αρχάς με σχέση πρόστησης με τους λοιπούς εφεσιβλήτους ιατρούς, αφού στην κλινική αυτής προέβησαν οι τελευταίοι στις ιατρικές πράξεις που εκτίθενται παραπάνω και στη διάθεσή τους τέθηκε από την 1η των εφεσιβλήτων ο ιατρικός και νοσηλευτικός εξοπλισμός της καθώς και οι υπηρεσίες του προσωπικού της, για την εξυπηρέτηση των επαγγελματικών συμφερόντων αμφοτέρων των πλευρών (κλινικής-ιατρών), οι δε ιατροί, ως προς τον τόπο, το χρόνο και τους όρους εργασίας τους μέσα στην κλινική της 1ης των εφεσιβλήτων - όχι βεβαίως και ως προς την άσκηση των αμιγώς ιατρικών καθηκόντων τους - υπάγονταν στις γενικές οδηγίες της 1ης των εφεσιβλήτων [βλ.
ΑΠ 181/2011 ΝΟΒ 2011/1608]. Επειδή όμως περαιτέρω δεν θεμελιώνεται υπαιτιότητα των εφεσιβλήτων ιατρών ως προς τη βλάβη που υπέστη η εκκαλούσα, δεν θεμελιώνεται αντιστοίχως και η εκτιθέμενη στην αγωγή ευθύνη από πρόστηση της 1ης των εφεσιβλήτων έναντι της εκκαλούσας... Κατόπιν όλων των παραπάνω αποδεικνύεται ότι δεν έσφαλε η εκκαλούμενη απόφαση που απέρριψε την αγωγή της ενάγουσας και ήδη εκκαλούσας κατά των 1ης έως 6ου των εναγόντων και ήδη εφεσιβλήτων, έστω και με διαφορετική εν μέρει αιτιολογία η οποία αντικαθίσταται με αυτή της παρούσας απόφασης (άρθρ. 534 ΚΠολΔ).
Πρέπει, συνακολούθως, απορριπτομένων ως αβάσιμων των λόγων της έφεσης, να απορριφθεί η τελευταία κατ' ουσίαν ως προς τους 1η έως 6ο των εφεσιβλήτων, ως απαράδεκτη δε (όπως έχει ήδη εκτεθεί στην αρχή) ως προς την πρωτοδίκως προσθέτως παρεμβαίνουσα και ήδη 7η των εφεσιβλήτων ...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, επικυρώνοντας έτσι την με αριθ. 1696/2016 οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η ένδικη αγωγή της αναιρεσείουσας, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, ως ουσία αβάσιμη ως προς όλους τους εναγόμενους.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 330 Α.Κ., 24 του α.ν. 1565/1939 "περί κώδικος ασκήσεως του ιατρικού επαγγέλματος", 8 του ν. 2251/1994 "για την προστασία των καταναλωτών" και 5 του ν. 2619/1998 για τη σύμβαση για τα ανθρώπινα δικαιώματα και τη βιοϊατρική, καθόσον υπό τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά α) δεν στοιχειοθετείται αδικοπραξία και δη παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των δεύτερου έως και έκτου αναιρεσιβλήτων, ιατρών, με βάση τη θεώρηση της αμέλειας, ως μορφής πταίσματος και ως μορφής παρανομίας, που να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την προκληθείσα στην αναιρεσείουσα βλάβη της υγείας της, ώστε να θεμελιώνει εντεύθεν τις ένδικες αξιώσεις της αναιρεσείουσας προς αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, αφού, σύμφωνα με τις ουσιαστικές αυτές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, οι ως άνω αναιρεσίβλητοι τήρησαν όλους τους ενδεδειγμένους κανόνες επιμέλειας του μέσου συνετού ιατρού της ειδικότητάς τους, και β) δεν θεμελιώνεται τέτοια παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των δεύτερου, τρίτου και τέταρτου των αναιρεσιβλήτων, ιατρών, ούτε από τη μη έγκυρη ενημέρωση της αναιρεσείουσας για τις πιθανές επιπλοκές της στεφανιογραφίας, αφού ρητά γίνεται δεκτό ότι η παράλειψη αυτή των ανωτέρω αναιρεσιβλήτων να ενημερώσουν την αναιρεσείουσα δεν τελεί στον απαιτούμενο αιτιώδη σύνδεσμο με τη βλάβη της τελευταίας στο δεξιό μηριαίο νεύρο, καθόσον αποδείχθηκε ότι η αναιρεσείουσα θα είχε δεχθεί να υποβληθεί στη στεφανιογραφία ακόμα και αν γνώριζε τις πιθανές επιπλοκές αυτής, δεδομένου ότι η στεφανιογραφία ήταν, στην περίπτωσή της, αναγκαία και αναντικατάστατη εξέταση για τη διάγνωση τυχόν στεφανιαίας νόσου που θα απειλούσε ακόμα και τη ζωή της, σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι το ποσοστό εμφάνισης επιπλοκών στις περιπτώσεις στεφανογραφιών ήταν χαμηλό.
Επομένως, ο περί του αντιθέτου πρώτος, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με το πρώτο σκέλος του οποίου προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση αντίστοιχες αιτιάσεις για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των προπαρατεθεισών διατάξεων και ιδιαίτερα αυτών του ν. 2619/1998, είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ` αυτήν επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερόμενων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, τις οποίες έτσι δεν παρεβίασε εκ πλαγίου.
Και τούτο, διότι παρατίθενται στην απόφαση με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφατικές ή ενδοιαστικές διατυπώσεις τα, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αρνητικό αποδεικτικό του πόρισμα, ότι δηλαδή η σωματική βλάβη της αναιρεσείουσας δεν οφείλεται σε αμέλεια των δεύτερου έως και έκτου των αναιρεσιβλήτων, ιατρών, ούτε συνδέεται αυτή αιτιωδώς με την έλλειψη ενημέρωσής της, και, συνακόλουθα, δεν υφίσταται αδικοπρακτική ευθύνη αυτών προς αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση της αναιρεσείουσας, δεν ήταν δε αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης η αναφορά και άλλων περιστατικών για τη διατύπωση του πορίσματος αυτού.
Ειδικότερα, την κρίση αυτή του Εφετείου στηρίζουν επαρκώς οι παρακάτω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ήτοι: α) ότι η αναιρεσείουσα, έχουσα βεβαρυμένο ιατρικό ιστορικό, αφού ήταν ιδιαιτέρως παχύσαρκη, υπερλιπιδαιμική, υπερτασική, με κινητικά προβλήματα στο αριστερό κάτω άκρο, και εμφανίζουσα από τα τέλη του 2004 άλγος στο στήθος και στην πλάτη με ταυτόχρονη αναπνευστική δυσχέρεια, με υπόδειξη του δεύτερου αναιρεσιβλήτου, γενικού καρδιολόγου, υποβλήθηκε στις 13.2.2006, στην κλινική της πρώτης των αναιρεσιβλήτων σε δοκιμασία (τέστ) κόπωσης και, ακολούθως, λόγω ύποπτων ευρημάτων, σε σπινθηρογράφημα μυοκαρδίου, το οποίο έδειξε ευρήματα συμβατά με ισχαιμία (ελαττωμένη αιμάτωση) στο πρόσθιο, κορυφαίο και κατώτερο τοίχωμα της αριστερής κοιλίας, τα οποία ευρήματα αποτελούσαν σοβαρές ενδείξεις για την ύπαρξη στεφανιαίας νόσου και απαιτούσαν περαιτέρω διερεύνηση, γι' αυτό και ο δεύτερος των αναιρεσιβλήτων υπέδειξε στην αναιρεσείουσα να υποβληθεί σε στεφανιογραφία, β) ότι η στεφανιογραφία είναι μία αναγκαία και αναντικατάστατη εξέταση για την επιβεβαίωση της ύπαρξης ή μη στεφανιαίας νόσου, όταν άλλες μη επεμβατικές εξετάσεις (τεστ κόπωσης, σπινθηρογράφημα, υπερηχογράφημα) είναι ενδεικτικές για την ύπαρξη τέτοιας νόσου, η οποία πραγματοποιείται με παρακέντηση μίας αρτηρίας που βρίσκεται κάτω από το δέρμα, συνήθως της μηριαίας αρτηρίας στη βουβωνική χώρα, γ) ότι η παρακέντηση της αρτηρίας αλλά και η διαδικασία επούλωσης αυτής έχουν ως αποτέλεσμα τη δημιουργία μικρού αλλά υπαρκτού κινδύνου εμφάνισης επιπλοκών - ο οποίος (κίνδυνος) αυξάνεται όταν υπάρχουν στον ασθενή προδιαθεσιακοί παράγοντες όπως η πασυχαρκία και η υπέρταση - με συνηθέστερες επιπλοκές τις αγγειακές, σε ποσοστό στατιστικώς από 0,3% έως 3% των στεφανιογραφιών και συχνότερες αυτών το ψευδοανεύρυσμα της αρτηρίας και το αιμάτωμα των γύρω ιστών και των μαλακών μορίων ενώ ακολουθούν η θρόμβωση και ο διαχωρισμός της αρτηρίας, δ) ότι οι επιπλοκές αυτές μπορούν σε κάποιες περιπτώσεις να προκαλέσουν τη συμπίεση νεύρων και περιφερική νευροπάθεια, με περαιτέρω αποτέλεσμα, σε ποσοστό στατιστικώς 0,2 των στεφανογραφιών, τη δημιουργία διαταραχών κινητικών αλλά και αισθητικών στο αντίστοιχο άκρο του σώματος, εμφανίζονται δε αυτές (επιπλοκές) συχνότερα εντός του πρώτου εικοσιτετραώρου από τη διενέργεια της στεφανιογραφίας και λιγότερο συχνά εντός των αμέσως επόμενων ημερών, συνδέονται με την ιδιαιτερότητα και τη φύση της συγκεκριμένης εξέτασης και δεν μπορούν να αποκλειστούν ακόμα και με τη τήρηση όλων των κανόνων της ιατρικής επιστήμης, ενώ ο κίνδυνος εμφάνισης αυτών αντισταθμίζεται από το προσδοκώμενο όφελος για τον ασθενή, το οποίο συνίσταται στην έγκαιρη και ασφαλή διάγνωση και αντιμετώπιση της στεφανιαίας νόσου, ε) ότι στις 21.2.2006, στο αιμοδυναμικό εργαστήριο της πρώτης αναιρεσίβλητης, διενεργήθηκε η στεφανιογραφία από τον τρίτο των αναιρεσιβλήτων, επεμβατικό καρδιολόγο ιατρό, με την επικουρία του τέταρτου των αναιρεσιβλήτων, επίσης επεμβατικού καρδιολόγου ιατρού, με παρακέντηση, από τον τρίτο αναιρεσίβλητο, της δεξιάς μηριαίας αρτηρίας της αναιρεσείουσας, στ) ότι μετά το πέρας της στεφανιογραφίας, που δεν έδειξε βλάβη στα αγγεία της καρδιάς της αναιρεσείουσας, ο τρίτος αναιρεσίβλητος, με την επικουρία του τέταρτου, προέβη στη σύγκλιση της δεξιάς μηριαίας αρτηρίας στο σημείο της παρακέντησης, με το σύστημα angioseal (τοποθέτηση στη μηριαία αρτηρία συσκευής χορήγησης υλικού αγγειακής αιμόστασης), αφού προηγουμένως έγινε έλεγχος της μηριαίας αρτηρίας με την έγχυση σκιαγραφικού υγρού ώστε να διαπιστωθεί αν υπήρχαν οι προϋποθέσεις για την τοποθέτηση του angioseal, o οποίος (έλεγχος) δεν έδειξε την ύπαρξη επιπλοκής (αιματώματος, ψευδοανευρύσματος, διαχωρισμού της αρτηρίας), ζ) ότι η σύγκλιση της αρτηρίας με το παραπάνω σύστημα πλεονεκτεί της παραδοσιακής μεθόδου της σύγκλισης της αρτηρίας, δηλαδή της άσκησης πίεσης στο σημείο της παρακέντησης της αρτηρίας ώστε να δημιουργηθεί εκεί θρόμβος, επειδή το angioseal επιτρέπει την ταχύτερη κινητοποίηση του ασθενούς μετά τη στεφανιογραφία και συνακολούθως περιορίζει, ιδίως σε παχύσαρκους ασθενείς, τις τυχόν επιπλοκές που συνδέονται με τη μεγαλύτερη χρονικά ακινητοποίηση του ασθενούς (θρόμβωση, εμβολή), πλην όμως, επειδή διαπιστώθηκε αμέσως από τους τρίτο και τέταρτο των αναιρεσιβλήτων ότι δεν υπήρξε πλήρης αιμόσταση της δεξιάς μηριαίας αρτηρίας της αναιρεσείουσας, αλλά ότι υπήρξε κάποια διαρροή αίματος, προέβησαν την ίδια στιγμή στη σύγκλιση της αρτηρίας με την παραδοσιακή μέθοδο, η) ότι την επόμενη ημέρα έγιναν αιματολογικές εξετάσεις στην αναιρεσείουσα και αφού ο δεύτερος αναιρεσίβλητος την εξέτασε κλινικώς και δεν διαπίστωσε κάποια επιπλοκή, εξήλθε της κλινικής, θ) ότι το πρωί της μεθεπόμενης (από τη στεφανιογραφία) ημέρας, η αναιρεσείουσα, αφού ενημέρωσε τον δεύτερο των αναιρεσιβλήτων για πρήξιμο στη βουβωνική χώρα και για κινητικά προβλήματα στο δεξιό κάτω άκρο της, εισήχθη στην κλινική της πρώτης των αναιρεσιβλήτων, και υποβλήθηκε σε νευροφυσιολογικό έλεγχο από τον έκτο των αναιρεσιβλήτων, νευρολόγο, ο οποίος γνωμάτευσε άλγος και αδυναμία δεξιού κάτω άκρου, υπαισθησία κατανομής σαφηνούς νεύρου, αδυναμία έκτασης κνήμης (δηλαδή του τετρακέφαλου μυός) και κάμψης μηρού (δηλαδή του λαγοψονοΐτη μυ) ως επί βλάβης του δεξιού μηριαίου νεύρου, με παραγωγή όμως των επιγονάτιων αντανακλαστικών άμφω και υπέδειξε περαιτέρω έλεγχο, ι) ότι την ίδια ημέρα εισήχθη στο αγγειοχειρουργικό τμήμα της πρώτης των αναιρεσιβλήτων, όπου υποβλήθηκε από τον πέμπτο των αναιρεσιβλήτων, αγγειοχειρουργό, αρχικά σε εξέταση με συσκευή pocket doppler, από την οποία προέκυψε μονοφασική ροή του αίματος στα αγγεία των σφυρών, έπειτα σε υπερηχογράφημα (triplex) αρτηριών κάτω άκρων, το οποίο έδειξε βαριά αποφρακτική νόσο της λαγονείου αρτηρίας και έπειτα σε ενδαρτηριακή ψηφιακή αγγειογραφία κοιλιακής αορτής-νεφρικών-λαγονίων-αρτηριών κάτω άκρων, που έδειξε απόφραξη της δεξιάς κοινής μηριαίας σε μήκος 2 εκατοστών περίπου (θρόμβωση), με περιφερικά καλή βατότητα πλην της δεξιάς πρόσθιας κνημιαίας που αποφρασσόταν, η τελική δε διάγνωση ήταν ψευδοανεύρυσμα δεξιάς μηριαίας αρτηρίας, εκτεταμένο αιμάτωμα στους γύρω ιστούς και τα μαλακά μόρια, τραυματική θρόμβωση και διαχωρισμός της ίδιας μηριαίας αρτηρίας και ισχαιμία του δεξιού κάτω άκρου, που καθιστούσε αναγκαία τη χειρουργική επέμβαση, ια) ότι το πρωί της επόμενης ημέρας, η αναιρεσείουσα υποβλήθηκε σε επέμβαση από τον πέμπτο των αναιρεσιβλήτων, στο πλαίσιο της οποίας έγινε αφαίρεση αιματώματος και κακοποιημένων ιστών (και ενός νεκρωμένου λεμφαδένα), εκτομή του ψευδοανευρύσματος, θρομβοεκτομή και αποκατάσταση της ροής της μηριαίας αρτηρίας και αγγειοπλαστική αυτής με φλεβικό εμβάλωμα από τη μείζονα σαφηνή φλέβα, ενώ, στις 26.2.2006, ο πέμπτος των αναιρεσιβλήτων εξέτασε εκ νέου την αναιρεσείουσα και γνωμάτευσε πάρεση λαγονοψοΐτου και τετρακέφαλου δεξιά, υπαισθησία σαφηνούς νεύρου ως επί βλάβης του μηριαίου νεύρου, ιβ) ότι στη συνέχεια η εκκαλούσα νοσηλεύθηκε, από 19.3.2006 μέχρι 21.3.2006, στο Γενικό Νοσοκομείο "Ασκληπιείο Βούλας", όπου διαγνώσθηκε πάρεση του δεξιού κάτω άκρου με ριζιτική κατανομή ως επί τραυματικής βλάβης του μηριαίου νεύρου, εικόνα συμβατή με απραξία του δεξιού μηριαίου νεύρου, ενώ στις 30-31/5.2006 υποβλήθηκε εκ νέου σε παρόμοιες εξετάσεις στο νοσοκομείο "Mediteranneo" και η δεξιά μηριαία αρτηρία εμφανίστηκε βατή με φυσιολογική ροή αίματος, ενώ διαγνώσθηκε βαριά βλάβη στο δεξιό μηριαίο νεύρο, ιγ) ότι στις 4.3.2009 η αναιρεσείουσα εξετάσθηκε στα εξωτερικά ιατρεία του Γενικού Νοσοκομείου "Ασκληπιείο Βούλας" και η γνωμάτευση ήταν ότι αυτή πάσχει από βαριά χωλότητα βάδισης, απότοκη τόσο της παλαιάς (από την παιδική ηλικία) υπολειμματικής πολυομυελίτιδας, με βράχυνση του αριστερού σκέλους κατά τρία εκατοστά και εκσεσημασμένη ατροφία αυτού, όσο και της βαριάς βλάβης του δεξιού μηριαίου νεύρου από διετία (μετά τον καθετηριασμό της μηριαίας αρτηρίας), της κατάστασης αυτής παγιωμένης και συνιστώσας βαρύτατη κινητική αναπηρία, ενώ, στις 9.6.2009, η πρωτοβάθμια Υγειονομική Επιτροπή του Τομέα Νότιας Αθήνας γνωμάτευσε ποσοστό αναπηρίας 67% στην αναιρεσείουσα για τέσσερα έτη λόγω βαριάς χωλότητας βάδισης με βράχυνση του αριστερού σκέλους και βαριά βλάβη του δεξιού μηριαίου νεύρου, και ιδ) ότι η βλάβη στο δεξιό μηριαίο νεύρο της αναιρεσείουσας και η συνακόλουθη μερική αναπηρία αυτής από το αντίστοιχο (δεξιό) κάτω άκρο, δεν οφείλονταν σε υπαιτιότητα (αμέλεια) των αναιρεσιβλήτων ιατρών, καθόσον: 1) Ως προς τους δεύτερο, τρίτο και τέταρτο των αναιρεσιβλήτων:
α) η βλάβη στο δεξιό μηριαίο νεύρο δεν ήταν αποτέλεσμα απευθείας τρώσης του εν λόγω νεύρου κατά τη διάρκεια της στεφανιογραφίας, ούτε ήταν αποτέλεσμα της μετέπειτα σύγκλισης της αρτηρίας που έγινε με τις ιατρικώς ενδεδειγμένες μεθόδους, αλλά η βλάβη αυτή προκλήθηκε από τη συμπίεση που ασκήθηκε στο ίδιο νεύρο εξαιτίας των επιπλοκών του ψευδοανευρύσματος της μηριαίας αρτηρίας και του αιματώματος των γύρω ιστών, σε συνδυασμό και με τη θρόμβωση και το διαχωρισμό της μηριαίας αρτηρίας, οι οποίες όμως δεν οφείλονταν σε αμελείς ιατρικές ενέργειες ή παραλείψεις των ιατρών που διενήργησαν τη στεφανιογραφία (δηλαδή του τρίτου με την επικουρία του τέταρτου), αλλά συνιστούσαν αγγειακές επιπλοκές που εμφανίζονται σε περιπτώσεις στεφανογραφιών (και μάλιστα σε άτομα με προδιαθεσιακούς παράγοντες επιπλοκών όπως η αναιρεσείουσα), ακόμα και όταν οι στεφανιογραφίες γίνονται με την τήρηση όλων των κανόνων της ιατρικής επιστήμης, οι δε μέθοδοι σύγκλισης της αρτηρίας που εφάρμοσαν οι τρίτος και τέταρτος των αναιρεσιβλήτων ήταν οι ιατρικώς ενδεδειγμένες κατά τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης, β) οι ενδείξεις εμφάνισης αγγειακών επιπλοκών μετά τη στεφανιογραφία και μέχρι και την έξοδο της αναιρεσείουσας από την κλινική της πρώτης των αναιρεσιβλήτων (οίδημα, σημαντική εκχύμωση, φύσημα στη μηροβουβωνική περιοχή, ωχρότητα του κάτω άκρου, σφοδρό άλγος) δεν διαπιστώθηκαν από τους δεύτερο και τέταρτο των αναιρεσιβλήτων οι οποίοι στις 21.2.2006 είχαν εξετάσει την αναιρεσείουσα κατά την αφαίρεση του θηκαριού και την επίδεση του σημείου αφαίρεσης, ούτε από τον δεύτερο των αναιρεσιβλήτων που εξέτασε την αναιρεσείουσα την ημέρα της εξόδου αυτής, η εξέταση της οποίας από τους αμέσως παραπάνω αναιρεσιβλήτους έγινε κλινικώς, με ψηλάφηση και επισκόπηση και ακρόαση του δεξιού κάτω άκρου αυτής και ήταν η ενδεδειγμένη κατά τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης, ενώ δεν ήταν αναγκαία, λόγω της απουσίας τότε ενδείξεων εμφάνισης επιπλοκών, η διενέργεια υπερηχογραφήματος (triplex) ή και ψηφιακής αγγειογραφίας της μηριαίας αρτηρίας της αναιρεσείουσας, ως εκ τούτου δε οι άνω αναιρεσίβλητοι επέδειξαν τη δέουσα επιμέλεια και δεν παρέβησαν την υποχρέωσή τους να ενεργήσουν σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές της ιατρικής επιστήμης, και γ) ως προς τους ίδιους αναιρεσιβλήτους, δεν αποδείχθηκε μεν η εκ μέρους τους κατάλληλη ενημέρωση της εκκαλούσας ως προς την εξέταση της στεφανιογραφίας και ειδικότερα δεν αποδείχθηκε ότι αυτοί εξέθεσαν στην αναιρεσείουσα τις πιθανές επιπλοκές της εν λόγω εξέτασης και επομένως η σχετική συναίνεση της τελευταίας για τη διενέργεια της συγκεκριμένης εξέτασης δεν ήταν έγκυρη, πλην όμως, η παράλειψη των παραπάνω αναιρεσιβλήτων δεν τελεί στον απαιτούμενο αιτιώδη σύνδεσμο με τη βλάβη της αναιρεσείουσας στο δεξιό μηριαίο νεύρο, αφού αποδείχθηκε ότι η αναιρεσείουσα θα είχε δεχθεί να υποβληθεί στη στεφανιογραφία ακόμα και αν γνώριζε τις πιθανές επιπλοκές αυτής, δεδομένου ότι η στεφανιογραφία ήταν, στην περίπτωση της αναιρεσείουσας, αναγκαία και αναντικατάστατη εξέταση για τη διάγνωση τυχόν στεφανιαίας νόσου που θα απειλούσε ακόμα και τη ζωή της, σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι το ποσοστό εμφάνισης επιπλοκών στις περιπτώσεις στεφανογραφιών ήταν χαμηλό. 2) Ως προς τους πέμπτο και έκτο των αναιρεσιβλήτων:
α) ο έκτος αναιρεσίβλητος προέβη σε ορθή ιατρική διάγνωση των επιπλοκών που εμφάνιζε το δεξιό κάτω άκρο της αναιρεσείουσας κατά το χρονικό σημείο της εκ νέου εισαγωγής της τελευταίας, στις 23.2.2006, στην κλινική της πρώτης των αναιρεσιβλήτων, ενώ ο πέμπτος αναιρεσίβλητος αντιμετώπισε ορθώς τις επιπλοκές αυτές, αφαιρώντας το αιμάτωμα, το ψευδοανεύρυσμα, το θρόμβο και αποκαθιστώντας τη ροή της μηριαίας αρτηρίας, β) η αφαίρεση του λεμφαδένα από τον πέμπτο των αναιρεσιβλήτων, η οποία έγινε στο πλαίσιο της ίδιας χειρουργικής επέμβασης, ήταν επίσης ενδεδειγμένη για τον καθαρισμό της αντίστοιχης περιοχής, αφού ο λεμφαδένας είχε τρωθεί και νεκρωθεί από το αιμάτωμα, για το λόγο δε αυτό ήταν και μη αξιοποιήσιμος για βιοψία, πέραν του ότι, σε κάθε περίπτωση, δεν έφερε ενδείξεις νεοπλασίας, γ) ο σχηματισμός, μετά την παραπάνω επέμβαση, μορφώματος (λιπώδους ιστού) στη βουβωνική χώρα της αναιρεσείουσας δεν οφειλόταν σε εσφαλμένη χειρουργική τακτική του πέμπτου των αναιρεσιβλήτων, ούτε συνιστούσε μετεγχειρητική επιπλοκή, αλλά αποτελούσε φυσιολογική αντίδραση του οργανισμού στη χρήση ραμμάτων για τη σύγκλιση του χειρουργικού τραύματος, και δ) η διάγνωση του έκτου των αναιρεσιβλήτων και η παραπομπή της αναιρεσείουσας στο αγγειοχουργικό τμήμα της πρώτης των αναιρεσιβλήτων και στη συνέχεια η επέμβαση εκεί (στο ίδιο τμήμα) από τον πέμπτο των αναιρεσιβλήτων, έγιναν χωρίς καθυστέρηση, συνυπολογιζομένου του χρόνου που ήταν αναγκαίος να δαπανηθεί ώστε να γίνουν οι απαραίτητες διαγνωστικές εξετάσεις, ο προεγχειρητικός έλεγχος, να ληφθούν τα αποτελέσματα αυτών και να γίνει η προετοιμασία της αναιρεσείουσας, ενόψει μάλιστα του ότι η επέμβαση θα γινόταν υπό ολική αναισθησία της αναιρεσείουσας και η ίδια είχε βεβαρημένο ιατρικό ιστορικό και η γενική κατάσταση της υγείας της δεν ήταν καλή, ως εκ τούτου δε οι άνω αναιρεσίβλητοι επέδειξαν τη δέουσα επιμέλεια και δεν παρέβησαν την υποχρέωσή τους να ενεργήσουν σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές της ιατρικής επιστήμης.
Κατά συνέπεια, τα ανωτέρω ανελέγκτως γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, κατά τα οποία οι αναιρεσίβλητοι ιατροί τήρησαν όλους τους κανόνες επιμέλειας του ιατρικού επαγγέλματος και συγκεκριμένα του μέσου συνετού ιατρού της ειδικότητάς τους, δεν μπορούν να χαρακτηρίσουν ως αμελή τη συμπεριφορά τους και να τη συνδέσουν αιτιωδώς με τη σωματική βλάβη της αναιρεσείουσας.
Καθόσον δε αφορά τη μη έγκυρη ενημέρωση της αναιρεσείουσας εκ μέρους των δεύτερου, τρίτου και τέταρτου των αναιρεσιβλήτων, ρητά γίνεται δεκτό ότι η παράλειψη των τελευταίων να ενημερώσουν την αναιρεσείουσα δεν τελεί στον απαιτούμενο αιτιώδη σύνδεσμο με τη βλάβη της τελευταίας στο δεξιό μηριαίο νεύρο, αφού αποδείχθηκε ότι αυτή θα είχε δεχθεί να υποβληθεί στη στεφανιογραφία ακόμα και αν γνώριζε τις πιθανές επιπλοκές αυτής, δεδομένου ότι η στεφανιογραφία ήταν, στην περίπτωσή της, αναγκαία και αναντικατάστατη εξέταση για τη διάγνωση τυχόν στεφανιαίας νόσου που θα απειλούσε ακόμα και τη ζωή της, σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι το ποσοστό εμφάνισης επιπλοκών στις περιπτώσεις στεφανογραφιών ήταν χαμηλό.
Επομένως, οι περί του αντιθέτου, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρώτος (κατά το τρίτο σκέλος του) λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις για ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της ύπαρξης ή μη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της μη ενημέρωσης της αναιρεσείουσας από τους δεύτερο, τρίτο και τέταρτο των αναιρεσιβλήτων για τον κίνδυνο πιθανών επιπλοκών από τη διενέργεια της στεφανιογραφίας, δεύτερος (κατά το δεύτερο σκέλος του), τρίτος (κατά το δεύτερο σκέλος του) και τέταρτος (κατά το δεύτερο σκέλος του) λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις για ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της παραβίασης ή μη από τους δεύτερο έως και έκτο των αναιρεσιβλήτων των ιατρικών τους υποχρεώσεων, είναι αβάσιμοι.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την άνω διάταξη, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 3/1997).
Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (ΑΠ 194/2021, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 1142/2019). Επίσης δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 250/2014) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.
ΑΠ 11/1996). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στη δίκη ως αληθινά χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποιά αποδεικτικά μέσα άντλησε την περί αυτών απόδειξη (ΑΠ 648/2019, ΑΠ 246/2018, ΑΠ 1040/2017).
Δεν απαιτείται, όμως, να αξιολογείται στην απόφαση κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικά και χωριστά ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ή να γίνεται διάκριση ποία από αυτά λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποία για έμμεση απόδειξη. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, όταν από την πληττόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ` αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα.
Ο ίδιος λόγος δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, ύστερα από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν με επίκληση, καταλήξει σε έστω και εσφαλμένη για τα "πράγματα" κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 255/2020, ΑΠ 750/2018, ΑΠ 1864/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν διευκρινίζει αν οι δεύτερος, τρίτος και τέταρτος των αναιρεσιβλήτων προέβαλαν τον ισχυρισμό ότι θα αποδεχόταν αυτή να υποβληθεί στην προταθείσα στεφανιογραφία, ακόμα κι αν είχε ενημερωθεί προσηκόντως για τους κινδύνους από τη διενέργειά της, αν όμως έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν εκ μέρους των άνω αναιρεσιβλήτων, τότε υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, πέραν δε αυτού, υπέπεσε και στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, αφού, ενώ δεν διεξήχθη απόδειξη για να διαπιστωθεί η υποθετική συναίνεσή της, δέχθηκε ότι θα είχε αυτή συναινέσει χωρίς απόδειξη, δηλαδή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν.
Ο λόγος αυτός, καθ' ο μέρος αφορά την αποδιδόμενη πλημμέλεια της λήψεως υπόψη μη προταθέντος ισχυρισμού, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον, όπως προεκτέθηκε, για να στοιχειοθετηθεί ευθύνη του ιατρού και υποχρέωσή του για αποζημίωση λόγω μη ενημέρωσης του ασθενή, απαραίτητη προϋπόθεση είναι η ύπαρξη πρόσφορου αντικειμενικού αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της φερομένης ως παράνομης συμπεριφοράς του ιατρού και της ζημίας που έχει προκληθεί ή και της βλάβης, περιουσιακής ή ηθικής, την οποία ο ασθενής επικαλείται, ο τελευταίος δε βαρύνεται με την απόδειξη του ισχυρισμού ότι, αν είχε ενημερωθεί επαρκώς, δεν θα είχε υποβληθεί στην ιατρική πράξη που επέφερε τη ζημία, καθώς ο ισχυρισμός αυτός ουσιαστικά εντάσσεται στη στοιχειοθέτηση αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ των παραλείψεων που αφορούν τη συναίνεση και την ενημέρωση και της ζημίας από την ιατρική πράξη.
Επομένως, η αναιρεσείουσα είχε υποχρέωση αποδείξεως της ύπαρξης πρόσφορου αντικειμενικού αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της φερομένης ως παράνομης συμπεριφοράς των δεύτερου, τρίτου και τέταρτου των αναιρεσιβλήτων και της ζημίας της, λόγω της αρνήσεώς του συνδέσμου αυτού από τους τελευταίους, η οποία άρνηση δεν είναι πράγμα κατά την έννοια του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Σε κάθε δε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον οι τέσσερις πρώτοι των αναιρεσιβλήτων προέβαλαν επικουρικά, με τις προτάσεις τους ενώπιον του Εφετείου, προς αντίκρουση της έφεσης της αναιρεσείουσας, τον ισχυρισμό ότι και αν ακόμη η τελευταία ελάμβανε πλήρη και επαρκή ενημέρωση όλων των πιθανών κινδύνων και επιπλοκών της στεφανιογραφίας και πάλι θα συναινούσε στη διεξαγωγή της και συνεπώς δεν μπορεί να γίνει λόγος για λήψη υπόψη από το Εφετείο μη προταθέντος ισχυρισμού.
Περαιτέρω, στα πλαίσια της έρευνας του αιτιώδους αυτού συνδέσμου κατέληξε το Εφετείο στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι η παράλειψη των δεύτερου, τρίτου και τέταρτου των αναιρεσιβλήτων να ενημερώσουν την αναιρεσείουσα δεν τελεί στον απαιτούμενο αιτιώδη σύνδεσμο με τη βλάβη της τελευταίας στο δεξιό μηριαίο νεύρο, την κρίση του δε αυτή για το ως άνω ζήτημα σχημάτισε όχι χωρίς απόδειξη, αλλά αφού έλαβε υπόψη του τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, τις εκθέσεις δικαστικής πραγματογνωμοσύνης, τις εξώδικες ιατροδικαστικές γνωμοδοτήσεις και τις προσκομισθείσες ένορκες βεβαιώσεις.
Συνεπώς, ο ίδιος πρώτος λόγος και κατά το δεύτερο υποσκέλος του, αληθώς από τον αρ. 10 και όχι τον αρ.11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού η αναιρεσείουσα δεν αναφέρει συγκεκριμένα ποιες αποδείξεις ελήφθησαν υπόψη χωρίς να προσκομιστούν, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα, με το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως, προβάλλει την αιτίαση, ότι με την αγωγή της προέβαλε τον επικουρικό ισχυρισμό ότι ο τραυματισμός του μηριαίου νεύρου προκλήθηκε από τη χρήση της συσκευής αιμόστασης angioseal και ότι δεν είχε ενημερωθεί καθόλου για τους κινδύνους ή τις πιθανές επιπλοκές, πλην όμως το Εφετείο, δεχόμενο τα αντίθετα, δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς της αυτούς, υποπίπτοντας έτσι στην πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, καθόσον, όπως προκύπτει από το ίδιο το περιεχόμενο του άνω λόγου αλλά και τις προαναφερθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό αυτό της αναιρεσείουσας και τον απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν και δη αφενός μεν ότι η σύγκλιση της αρτηρίας της αναιρεσείουσας έγινε τελικά με την παραδοσιακή μέθοδο και αφετέρου ότι βλάβη στο δεξιό μηριαίο νεύρο δεν ήταν αποτέλεσμα απευθείας τρώσης του εν λόγω νεύρου κατά τη διάρκεια της στεφανιογραφίας, ούτε ήταν αποτέλεσμα της μετέπειτα σύγκλισης της αρτηρίας που έγινε με τις ιατρικώς ενδεδειγμένες μεθόδους, αλλά η βλάβη αυτή προκλήθηκε από τις προαναφερθείσες αγγειακές επιπλοκές που εμφανίζονται σε περιπτώσεις στεφανογραφιών.
Τέλος, η αναιρεσείουσα, με το πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου αναιρέσεως, προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν διερεύνησε κρίσιμους πραγματικούς ισχυρισμούς για ιατρικά σφάλματα, υποπίπτοντας έτσι στην πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, ισχυρίζεται: α) ως προς τον δεύτερο αναιρεσίβλητο, ότι δεν διερεύνησε τον ισχυρισμό της ότι ο εν λόγω αναιρεσίβλητος όταν την επισκέφθηκε το πρωί της επόμενης της στεφανιογραφίας ημέρας, δεν προέβη σε επισταμένη κλινική της εξέταση, πέραν τούτου δε δεν έλαβε υπόψη και δεν διερεύνησε τον ισχυρισμό της ότι ο ίδιος αναιρεσίβλητος πριν της χορηγήσει εξιτήριο και παρά τα συμπτώματα που του ανέφερε, δεν της ζήτησε να σηκωθεί από το κρεβάτι και να περπατήσει, οπότε θα διαπίστωνε την αδυναμία της να ορίσει το δεξιό πόδι της και να σταθεί όρθια ή να περπατήσει, β) ως προς τον τρίτο αναιρεσίβλητο, ότι δεν διερεύνησε τον ισχυρισμό της ότι ο εν λόγω αναιρεσίβλητος, μολονότι είχε αυτοτελή νομική υποχρέωση να παρακολουθήσει τη μετεγχειρητική πορεία της, ουδέποτε την επισκέφθηκε μέχρι την ημέρα εξόδου της από την κλινική, και γ) ως προς τον τέταρτο αναιρεσίβλητο, ότι δεν διερεύνησε τον ισχυρισμό της, ότι ο εν λόγω αναιρεσίβλητος απλώς αφαίρεσε το φλεβικό θηκάρι και δεν την εξέτασε, ούτε την επισκέφθηκε στο θάλαμό της.
Ο λόγος αυτός, κατά το άνω σκέλος του, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, καθόσον οι άνω ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας δεν είναι πράγματα κατά την έννοια του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού τα επικαλούμενα ως άνω περιστατικά, αφηρημένως λαμβανόμενα δεν οδηγούν στη γέννηση του αγωγικού δικαιώματος και, ως εκ τούτου, δεν πρόκειται για αυτοτελείς ισχυρισμούς που στηρίζουν την επικαλούμενη ιατρική αμέλεια των αναιρεσιβλήτων, η οποία είχε ήδη, κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, συντελεσθεί με τις επικαλούμενες προγενέστερες ενέργειες και παραλείψεις τους, αλλά αποτελούσαν μέρος των πιο πάνω αναφερομένων αγωγικών ισχυρισμών, οι οποίοι ερευνήθηκαν κατά τα ανωτέρω από το εφετείο και απορρίφθηκαν ευθέως αλλά και εκ των πραγμάτων, με την παραδοχή των αντίθετων ως άνω περιστατικών ως προς την έλλειψη ευθύνης των άνω αναιρεσιβλήτων.
Κατόπιν όλων αυτών, και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφιστούν μεταξύ των διαδίκων λόγω του δυσερμηνεύτου των διατάξεων που εφαρμόστηκαν (άρθρ. 179, 183 ΚΠολΔ),
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27 Ιουλίου 2020 αίτηση της Ε. συζ. Σ. Σ., για αναίρεση της με αριθ. 7140/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου. Και Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Αυγούστου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Ιανουαρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ