Supreme Court dismisses appeal on notice objection where debtor failed to prove claim existence and priority rights.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Social Security Fund's appeal against a First Instance Court ruling regarding a notice objection filed by a bank. The debtor bank argued that the Social Security Fund's claim lacked priority and should be excluded from the creditor list, but failed to substantiate these allegations. The court held that the burden of proof lies with the objector to demonstrate the existence, content, and priority of their claim, a burden the bank failed to meet.
Legislator headnote
AI generatedArticles 216(1), 585, 933, 979 of the Code of Civil Procedure; The objector to a notice objection must specifically allege and prove the existence, content, and priority of their claim, and failure to meet this burden renders the objection admissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 74 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 74/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μυρσίνη Παπαχίου και Κυριάκο Μπαμπαλίδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Φεβρουαρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Διοικητή του, ως καθολικού διαδόχου του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ανθή Κωτσάκη.
Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Τ. E. E. Α. Ε.", πρώην "Τ. E.F.G. E. E. Α. Ε." και τον διακριτικό τίτλο "E. E.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φωτεινή Χατζηχηδίρογλου, η οποία δήλωσε στο ακροατήριο ότι παρίσταται η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Τ. E. Α. Ε.", ως καθολική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Τ. E. E. Α. Ε.".
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-11-2011 ανακοπή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3548/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 216/2017 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 3-10-2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 216 παρ. 1, 585, 933, 979 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν ο λόγος ανακοπής κατά πίνακα κατατάξεως δανειστών, που ασκεί ο μη καταταγείς δανειστής προς τον σκοπό αποβολής άλλου καταταγέντος και αντίστοιχης κατατάξεως αυτού, συνίσταται σε απλή αμφισβήτηση και άρνηση από τον ανακόπτοντα της απαιτήσεως του καθ` ου που έχει καταταγεί ή του προνομίου της, για το ορισμένο του λόγου της ανακοπής αρκεί μόνο η άρνηση αυτή, δοθέντος ότι ο καθ` ου η ανακοπή βαρύνεται με την επίκληση και την απόδειξη των παραγωγικών της απαιτήσεως του ή του προνομίου της πραγματικών γεγονότων.
Δηλαδή, στην περίπτωση αυτή ο καθ` ου η ανακοπή οφείλει κατά την πρώτη ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου συζήτηση να επικαλεσθεί κατά τρόπο ορισμένο (και να αποδείξει) την ύπαρξη, το περιεχόμενο και το μέγεθος της απαιτήσεως του για την οποία έχει καταταγεί, καθώς και τον προνομιακό χαρακτήρα της. Αν ο καθ ου η ανακοπή δεν ανταποκριθεί στο βάρος αυτό, η ανακοπή γίνεται δεκτή.
Η αμφισβήτηση της ύπαρξης της απαιτήσεως του καθ` ου η ανακοπή, επιτρέπεται ακόμα και αν αποδεικνύεται έναντι του καθ` ου η εκτέλεση με έγγραφα, εφόσον η αποδεικτική δύναμη των εγγράφων αυτών δεν δεσμεύει και τους αναγγελθέντες δανειστές, ή με τελεσίδικη απόφαση που επιδικάζει στον καταταγέντα απαίτηση εις βάρος του καθ` ου η εκτέλεση ή αναγνωρίζει υπέρ αυτού προνόμιο, εφόσον οι μαχόμενοι κατά του κύρους του πίνακα δανειστές, ως τρίτοι έναντι του οφειλέτη, δεν δεσμεύονται, ούτε ωφελούνται από το δεδικασμένο μεταξύ αυτού και άλλου δανειστή (ΑΠ 1001/2019, ΑΠ 108/2018, ΑΠ 100/2017, ΑΠ 1052/2015).
Εξάλλου, από το άρθρο 61 παρ. 1 του ΝΔ 356/1974 "Κώδικας Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων (ΚΕΔΕ)", που ορίζει ότι "1. Tο Δημόσιον κατατάσσεται εν αναγκαστική εκτελέσει κινητού ή ακινήτου διά τας ληξιπρόθεσμους μέχρι της ημέρας του πλειστηριασμού απαιτήσεις αυτού εκ πάσης αιτίας, μετά των πάσης φύσεως προσαυξήσεων και τόκων και εν τη υπ` αριθ. 5 σειρά του "άρθρου 975 του Κωδικός Πολιτικής Δικονομίας....
Διά τας μη ληξιπροθέσμους εκ πάσης αιτίας απαιτήσεις του, το Δημόσιον κατατάσσεται συμμέτρως μετά των λοιπών δανειστών....", καθώς και από το άρθρο 55 § 1 του ίδιου Κώδικα, που ορίζει ότι "Ο Διευθυντής οιουδήποτε Δημοσίου Ταμείου λαβών γνώσιν, είτε εκ κοινοποιήσεως του προγράμματος πλειστηριασμού, είτε καθ` οιονδήποτε άλλον τρόπον, επισπευδομένου πλειστηριασμού, υποχρεούται να αναγγείλη το Δημόσιον διά τα βεβαιωμένα εις το Ταμείον του χρέη του καθ` ου ο πλειστηριασμός, δι` αναγγελίας κοινοποιουμένης μόνον εις τον επί του πλειστηριασμού υπάλληλον και συνοδευομένης υπό πίνακος εμφαίνοντος τα ως άνω χρέη.
Ο πίναξ ούτος περιλαμβάνει το ονοματεπώνυμον του οφειλέτου, το είδος, το ποσόν των χρεών, το οικονομικό έτος εις ο ανήκουν ως και την χρονολογίαν βεβαιώσεως τούτων, προς δε και μνείαν της δι` έκαστον των χρεών τούτων τυχόν υπαρχούσης ασφαλείας", οι οποίες διατάξεις εφαρμόζονται και για την είσπραξη εσόδων του ΙΚΑ, βάσει του άρθρου 27 παρ. 2 του ΑΝ 1846/1951, προκύπτει ότι για το ορισμένο των απαιτήσεων του Ελληνικού Δημοσίου και του ΙΚΑ αρκεί να προσδιορίζονται αυτές με βάση τα στοιχεία που είναι αναγκαία για την αναγγελία των ίδιων απαιτήσεων κατά το προαναφερόμενο άρθρο 55 παρ. 1 του ΚΕΔΕ (ΑΠ 405/2020, ΑΠ 461/2018).
Η αναγγελία, ειδικότερα, του Δημοσίου σε πλειστηριασμό επισπευδόμενο από τρίτο γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρ. 55 παρ. 1 του ΚΕΔΕ, κατά τις οποίες ο Διευθυντής του Δημόσιου Ταμείου υποχρεούται να αναγγείλει το Δημόσιο για βεβαιωμένα στο Ταμείο και ήδη Δ.Ο.Υ. χρέη του καθ` ου ο πλειστηριασμός, με αναγγελία που κοινοποιείται στον υπάλληλο του πλειστηριασμού και συνοδεύεται από πίνακα, στον οποίο εμφαίνονται τα χρέη, περιλαμβάνει δε ο πίνακας αυτός το ονοματεπώνυμο του οφειλέτη, το είδος και το ποσό των χρεών, το οικονομικό έτος στο οποίο ανήκουν, τη χρονολογία της βεβαίωσής τους, καθώς και μνεία της τυχόν υπάρχουσας για κάθε χρέος ασφάλειας (ΑΠ 474/2019, ΑΠ 1087/2013), τα ίδια δε ισχύουν και για την αναγγελία του ΙΚΑ (ΑΠ 1863/2013).
Κατά δε τη τη διάταξη του άρθρου 55 παρ. 3 του ΚΕΔΕ, "Ο επί του πλειστηριασμού υπάλληλος υποχρεούται όπως, βάσει των αποστελλομένων στοιχείων και άνευ ετέρας συμπράξεως του αναγγελλομένου Διευθυντού του Δημοσίου Ταμείου, προβή εις την κατά τον νόμον κατάταξιν του Δημοσίου". Περαιτέρω, η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, της ανακοπής ή της ένστασης, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, την ανακοπή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.
Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή, την ανακοπή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του ουσιαστικού δικαιώματος στο οποίο στηρίζονται. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ανακοπής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στο δικόγραφο όλα τα.
στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική της βάση και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ. Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής ή της ανακοπής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια.
ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 405/2020, 461/2018, ΑΠ 679/2016). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 11 περ. γ` ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.
Ο ως άνω λόγος αναίρεσης πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για σφάλματα τα οποία έχουν γίνει κατά την έρευνα της αλήθειας ή όχι των πραγματικών περιστατικών με βάση τα οποία καταστρώνεται η ελάσσων πρόταση του νομικού συλλογισμού. Επομένως, ο λόγος αυτός δεν μπορεί να δημιουργηθεί όταν το δικαστήριο της ουσίας απορρίπτει την αγωγή ως απαράδεκτη ή νόμω αβάσιμη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν προβαίνει σε έρευνα των πραγματικών περιστατικών (Ολ ΑΠ 3/1997, ΑΠ 615/2019, ΑΠ 507/2018).
Τέλος, ο από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης δημιουργείται, όταν το δικαστήριο της ουσίας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που δεσμευτικά γι` αυτό (δικαστήριο) και συνεπώς δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν προέβη στην κατ' ουσίαν έρευνα της διαφοράς (ΑΠ 131/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της διαδικαστικών εγγράφων, με την υπ' αριθμό ... έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού της συμβολαιογράφου Αθηνών Βαρβάρας Σγούρα εκπλειστηριάσθηκαν, τα ειδικότερα περιγραφόμενα σε αυτήν ακίνητα (οριζόντιες ιδιοκτησίες), ιδιοκτησίας της οφειλέτιδας του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, καθολικός διάδοχος του οποίου κατέστη εν συνεχεία το ήδη αναιρεσείον ΝΠΔΔ, Α.
συζ. Ε. Σ.. Στον πλειστηριασμό αυτό αναγγέλθηκε το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ με τις υπ' αριθ. .../26-7-2011, .../26-7-2011, .../27-7-2011, .../27-7-2011, .../27-7-2011, .../27-7-2011 και .../27-7-2011 αναγγελίες του Διευθυντή του Ταμείου Εισπράξεως Εσόδων ΙΚΑ - ΕΤΑΜ …, για το συνολικό ποσό των 121.974,98 ευρώ, και με τις υπ' αριθ. .../27-7-2011 και .../27-7-2011 αναγγελίες του Διευθυντή του Υποκαταστήματος ΙΚΑ - ΕΤΑΜ … για το συνολικό ποσό των 122.931,71 ευρώ, καθώς και η ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "E. E. AE" για το συνολικό ποσό των 348.119,24 ευρώ.
Με τον υπ' αριθ. .../2011 πίνακα κατάταξης της ως άνω συμβολαιογράφου και μετά την αφαίρεση των εξόδων εκτέλεσης, συνολικού ποσού 11.344,65 ευρώ, κατατάχθηκε στο εναπομείναν πλειστηρίασμα, ύψους 84.165,35 ευρώ, α) προνομιακά και οριστικά το ΙΚΑ - ΕΤΑΜ …, για το ποσό των 41.756,10 ευρώ και β) προνομιακά και οριστικά το ΙΚΑ - ΕΤΑΜ … για το συνολικό ποσό των 42.409,25 ευρώ.
Κατά του εν λόγω πίνακα άσκησε η "E. E. AE" την από 3.11.2011 ανακοπή, με την οποία ζήτησε την αποβολή του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ από τον προσβαλλόμενο πίνακα και την κατάταξη της ιδίας προς μερική ικανοποίηση της άνω απαιτήσεώς της, προβάλλοντας ως λόγους α) άρνηση των απαιτήσεων του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ και β) άρνηση του προνομίου του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, λόγω αντισυνταγματικότητας της διάταξης του άρθρου 41 Ν. 3863/2010.
Επί της ανακοπής αυτής εκδόθηκε η με αριθ. 3548/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία απορρίφθηκε ως ουσία αβάσιμη η ανακοπή, αφού κρίθηκε ότι ο μοναδικός λόγος της (όπως εκτιμήθηκε) περί αντισυνταγματικότητας της διάταξης του άρθρου 41 Ν. 3863/2010 είναι νόμω αβάσιμος. Κατά της απόφασης αυτής άσκησε η ανακόπτουσα Τράπεζα την από 15-5-2015 έφεση ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, παραπονούμενη α) για τη μη εξέταση του πρώτου λόγου της ανακοπής της και β) για εσφαλμένη απόρριψη του δεύτερου λόγου της ανακοπής της.
Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση της ανακόπτουσας δεχόμενο, κατά το μέρος που ενδιαφέρει την αναιρετική διαδικασία, τα εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης ανακοπής της, η ανακόπτουσα προέβαλε άρνηση των απαιτήσεων του καθ' ου η ανακοπή, καθώς και του προνομιακού χαρακτήρα αυτών, για τις οποίες έχει καταταγεί αυτό στον ανακοπτόμενο πίνακα κατατάξεως.
Μολονότι, όμως, η ανακόπτουσα και ήδη εκκαλούσα αμφισβήτησε την ύπαρξη απαιτήσεων του καθ' ου η ανακοπή και ως εκ τούτου... το τελευταίο (καθ' ου και ήδη εφεσίβλητο) έφερε το βάρος αποδείξεώς τους, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένα δέχθηκε την ύπαρξη και το ύψος αυτών (με βάση τις αναγγελίες, χωρίς καμία αναφορά σε αποδεικτικά στοιχεία και μάλιστα χωρίς καν να αναφερθεί στο σκέλος αυτό του λόγου της ένδικης ανακοπής, αλλά ασχολήθηκε αποκλειστικά με το δεύτερο σκέλος, του ίδιου λόγου που αφορούσε τον προνομιακό χαρακτήρα των απαιτήσεών του (καθ' ου).
Από την επισκόπηση δε των εγγράφων προτάσεων που κατέθεσε το καθ' ου ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, προκύπτει ότι ουδόλως αυτό αναφέρθηκε στα θεμελιωτικά των απαιτήσεών του πραγματικά περιστατικά, κάτι που ούτε με τις προτάσεις ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, έπραξε...
Συνεπώς, ... δεχόμενο τη βασιμότητα των προσβληθεισών απαιτήσεων του καθ' ου - εφεσιβλήτου χωρίς καθόλου να ασχοληθεί με το σκέλος αυτό του κρινόμενου λόγου ανακοπής, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και ως εκ τούτου ο σχετικός λόγος εφέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος και κατ' ουσίαν, παρελκούσης μετά ταύτα της εξετάσεως του δευτέρου σκέλους του ιδίου (μοναδικού) λόγου εφέσεως, που αφορά τον προνομιακό χαρακτήρα της απαίτησης... ".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει αντίθετα, ακολούθως δε, αφού κράτησε και δίκασε κατ' ουσίαν την υπόθεση, δέχθηκε την ανακοπή της ήδη αναιρεσίβλητης και μεταρρύθμισε τον προσβαλλόμενο με αυτήν πίνακας κατατάξεως δανειστών, αποβάλλοντας από αυτόν τα καταταχθέντα ταμεία εισπράξεως εσόδων ΙΚΑ-ΕΤΑΜ και κατατάσσοντας στη θέση τους προνομιακά και τυχαία, υπό την αίρεση τελεσιδικίας της απαιτήσεώς της, την ανακόπτουσα και ήδη αναιρεσίβλητη Τράπεζα.
Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως το αναιρεσίον ΝΠΔΔ αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αρ. 11 και 12 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενο ότι το Εφετείο έσφαλε διότι, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ νομίμως επικαλέσθηκε και προσκόμισε και ειδικότερα τους συνημμένους στις αναγγελίες του πίνακες χρεών, από τους οποίους αποδεικνύονται πλήρως οι απαιτήσεις του και δικαιολογούν την κατάταξή του σύμφωνα με τον προσβαλλόμενα πίνακα κατάταξης.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού το Εφετείο δεν ερεύνησε κατ' ουσίαν τη βασιμότητα ή μη των απαιτήσεων του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, αλλά, δεχόμενο ότι, παρόλο που η αναιρεσίβλητη με την ανακοπή της αμφισβήτησε τις απαιτήσεις του καθ' ου η ανακοπή-εφεσίβλητου, το τελευταίο στις προτάσεις που κατέθεσε πρωτοδίκως δεν αναφέρθηκε καθόλου στα θεμελιωτικά των απαιτήσεών του πραγματικά περιστατικά, δέχθηκε την ανακοπή και απέβαλε το καθ' ου η ανακοπή-εφεσίβλητο από τον προσβαλλόμενο πίνακα κατατάξεως.
Περαιτέρω, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, το αναιρεσείον προβάλλει επικουρικά και δη για την περίπτωση που ήθελε θεωρηθεί ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του αλλά δεν αρκέστηκε για την απόδειξη των ισχυρισμών του στους προσκομιζόμενους από αυτό πίνακες χρεών, την αιτίαση ότι τούτο έπραξε κατά παράβαση της διατάξεως του άρθρου 55 παρ. 3 του ΚΕΔΕ, κατά την οποία για το βάσιμο των απαιτήσεων του Δημοσίου και κατ' αναλογία και του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ αρκεί η προσκόμιση των πινάκων χρεών.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως επί αναληθούς προϋποθέσεως ερειδόμενος, καθόσον το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν προέβη στην κατ' ουσίαν έρευνα της βασιμότητας ή μη των απαιτήσεων του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ και συνεπώς δεν διατύπωσε σχετικό αποδεικτικό πόρισμα, ώστε να μπορεί να γίνει λόγος για πλημμέλεια ως προς την εκτίμηση της αποδεικτικής δύναμης των προσκομιζομένων πινάκων χρεών.
Σε κάθε περίπτωση και υπό την εκδοχή ότι με το λόγο αυτό πλήττεται η κρίση της προσβαλλομένης ότι το καθ' ου η ανακοπή ΙΚΑ-ΕΤΑΜ δεν ανταποκρίθηκε με τις προτάσεις του στο βάρος επίκλησης των θεμελιωτικών των απαιτήσεών του περιστατικών, υπό την αιτίαση ότι αρκούσε η επίκληση των πινάκων χρεών, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον από την παραδεκτή επισκόπηση των από 17-1-2014 εγγράφων προτάσεων του καθ' ου η ανακοπή ΙΚΑ-ΕΤΑΜ κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, προκύπτει ότι αυτό δεν επικαλέστηκε με ορισμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά, τα παραγωγικά κατά νόμο της ύπαρξης, του περιεχομένου και του μεγέθους των απαιτήσεών του, αλλά αρκέστηκε στην αντίκρουση του δεύτερου λόγου της ανακοπής, με τον οποίο η ανακόπτουσα αμφισβητούσε τον προνομιακό χαρακτήρα των απαιτήσεών του.
Και ναι μεν στο τέλος των προτάσεών του ανέφερε ότι προσκομίζει και επικαλείται τα περιγραφόμενα αποδεικτικά έγγραφα, μεταξύ των οποίων οι αναγγελίες στις οποίες προέβη, αναφέροντας μάλιστα μόνο τον αριθμό τους, την ημερομηνία επίδοσής τους και την ημερομηνία των συνοδευόντων κάθε αναγγελία πινάκων χρεών, με αναφορά μόνο στο συνολικό ποσό της οφειλής κάθε πίνακα, πλην όμως η αναφορά αυτή και μόνο στα αποδεικτικά έγγραφα δεν αρκεί για να καταστήσει ορισμένη την απαιτούμενη επίκληση από το καθ' ου η ανακοπή της ύπαρξης, του περιεχομένου και του μεγέθους των απαιτήσεών του για τις οποίες είχε καταταγεί, από τη στιγμή που δεν ενσωμάτωσε το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών στις προτάσεις του.
Έτσι το Εφετείο, δεχόμενο ότι το καθ' ου η ανακοπή δεν ανταποκρίθηκε στο βάρος επίκλησης (με ορισμένο τρόπο) των πραγματικών περιστατικών, των παραγωγικών κατά νόμο της ύπαρξης, του περιεχομένου και του μεγέθους των απαιτήσεών του, δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 979 ΚΠολΔ και 51 παρ. 1 και 3 του ΚΕΔΕ, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται το αναιρεσείον, ούτε παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο.
Τέλος, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, από τους αρ. 8 και 13 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, το αναιρεσείον ισχυρίζεται ότι το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι το καθ' ου η ανακοπή δεν ανταποκρίθηκε στο βάρος απόδειξης των θεμελιωτικών των απαιτήσεών του πραγματικών περιστατικών, αν και τούτα αφενός μεν αποδεικνύονταν πλήρως από τους προαναφερόμενους πίνακες χρεών, αφετέρου δε δεν αντικρούσθηκαν με συγκεκριμένους ισχυρισμούς ούτε ανταποδείχθηκαν από την αναιρεσίβλητη, έσφαλε ως προς την κατανομή του βάρους επικλήσεως και αποδείξεως.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως επί αναληθούς προϋποθέσεως ερειδόμενος, καθόσον το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν προέβη στην κατ' ουσίαν έρευνα της βασιμότητας ή μη των απαιτήσεων του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ και συνεπώς δεν διατύπωσε σχετικό αποδεικτικό πόρισμα, ώστε να μπορεί να γίνει λόγος για πλημμέλεια ως προς την εκτίμηση της αποδεικτικής δύναμης των προσκομιζομένων πινάκων χρεών.
Σε κάθε περίπτωση, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη παρά το νόμο "πράγματα" που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, καθόσον η αναιρεσίβλητη ρητά με την ανακοπή της αμφισβήτησε τις απαιτήσεις του καταταγέντος ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, της αμφισβητήσεως αυτής αρκούσης για το ορισμένο του λόγου της ανακοπής, το καθ` ου δε η ανακοπή βαρύνονταν πλέον με την επίκληση κατ' αρχάς και εν συνεχεία την απόδειξη των παραγωγικών των απαιτήσεών του πραγματικών γεγονότων, βάρος στο οποίο δεν ανταποκρίθηκε, αφού με τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου δεν αναφέρθηκε καθόλου στα θεμελιωτικά των απαιτήσεών του πραγματικά περιστατικά, οπότε και δεν ετέθη ζήτημα περαιτέρω αποδείξεως των περιστατικών αυτών.
Συνεπώς, δεν υπέπεσε η προσβαλλόμενη στην πλημμέλεια από τους αρ. 8 και 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως αβασίμως προβάλλεται με τον τρίτο και τελευταίο λόγο της αιτήσεως. Κατ` ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις και διατυπώνει σχετικό αίτημα, σε βάρος του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως, κατά τα άρθρα 62 παρ. 3 περ. θ του ν. 4387/2016 (όπως η παρ. αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 31 ν. 4445/2016) και 22 παρ. 1 ν. 3693/1957 (που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρ. 52 αρ. 18 Εισ.Ν.ΚΠολΔ), σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρ. 5 παρ. 12 ν. 1738/1987 και αρ. 2 της 134423/ 8.12.1992 κοινής αποφ. των Υπουργών Οικονομικών και Δικ/νης (ΑΠ 259/2020, ΑΠ 1129/2019, ΑΠ 687/2018), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3 Οκτωβρίου 2017 αίτηση του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής ασφάλισης (ΕΦΚΑ)", για αναίρεση της με αριθ. 216/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300,00) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Μαΐου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ (και τούτου αποχωρήσαντος ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου) ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Ιανουαρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ