Supreme Court dismisses appeal against land registry entry due to lack of legal interest in the second ground of appeal.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the State's appeal against a lower court decision regarding land ownership registration. The State argued the lower court erred in finding the appellants became co-owners through inheritance and usufruct, citing violations of substantive law. The court ruled that since the first ground of the lower court's decision already established the appellants' co-ownership status independently, the second ground was legally irrelevant to the final judgment.
Legislator headnote
AI generatedArticles 68 and 556 of the Code of Civil Procedure; Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if the appellant lacks legal interest to overturn the decision, particularly when the contested decision rests on multiple grounds and the appellant only challenges a ground that does not independently support the operative part of the judgment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 74 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 74/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη, και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 17 Σεπτεμβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Το αναιρεσείον: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο δεν εκπροσωπήθηκε.
Των αναιρεσίβλητων: 1)Γ. Κ. του Σ., κατοίκου ..., 2)..., το γένος Σ. Κ., κατοίκου…, 3) Ά. Β. συζ. Γ., το γένος Σ. Κ., κατοίκου ... και 4)Ε. Β., συζ. Η., το γένος Σ. Κ., κατοίκου .... Ο 1ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Σαρηβαλάση, με δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ και οι λοιποί (2η, 3η και 4η) δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-12-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 11-12-2006 πρόσθετη παρέμβαση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σύρου και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 124/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 190/2011 του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά το αναιρεσείον με την από 7-10-2011 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο πρώτος αναιρεσίβλητος, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου ανέγνωσε την από 30-12-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή όπως προκύπτει από την ... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Μ. Κ. αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού της αναφερομένης στην αρχή της αποφάσεως δικασίμου επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως από τους αναιρεσιβλήτους που επισπεύδουν τη συζήτηση στο αναιρεσείον.
Συνεπώς αφού το τελευταίο δεν παραστάθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο κατά τη σειρά της εγγραφής του σ' αυτό, καθώς επίσης δεν εμφανίσθηκαν οι δεύτερη, τρίτη και τέταρτη από τους επισπεύδοντες τη συζήτηση αναιρεσιβλήτους, ούτε κατέθεσαν δήλωση ότι δε θα παραστούν κατά την εκφώνηση αυτής σύμφωνα με τα άρθρα 272 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία των παραπάνω διαδίκων, ως εάν και αυτοί ήταν παρόντες (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) Επειδή, από τα άρθρα 68 και 556 Κ.Πολ.Δ.
συνάγεται ότι για το παραδεκτό λόγου αναίρεσης πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλόμενη απόφαση, ένεκα σφάλματος που αναφέρεται στο λόγο. Έτσι, αν το διατακτικό της απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς επί δύο επάλληλων αιτιολογιών και μία από αυτές δεν πλήττεται ή πλήττεται ανεπιτυχώς, οι λόγοι αναίρεσης με τους οποίους προσβάλλεται η άλλη αιτιολογία είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, διότι οι προβαλλόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης (ΟλΑΠ 25, 26, 27/1994 ΟλΑΠ25/2003).
Επειδή με το άρθρο 6 παρ.1, 2 και 3 του Ν.2664/1998, όπως ισχύει μετά την τροποποίηση του από τους Ν.3127/2003 και 3481/2006 ορίζονται τα εξής: "1. Πρώτες εγγραφές είναι εκείνες που καταχωρίζονται ως αρχικές εγγραφές στο κτηματολογικό βιβλίο, κατά μεταφορά από τους κτηματολογικούς πίνακες, σύμφωνα με την παρ.2 περ. β του άρθρου 3.
Οι πρώτες εγγραφές επί των οποίων στηρίζεται κάθε μεταγενέστερη εγγραφή, υπόκεινται στις ρυθμίσεις του παρόντος κεφαλαίου. 2. Σε περίπτωση ανακριβούς πρώτης εγγραφής μπορεί να ζητηθεί με αγωγή ενώπιον του αρμοδίου καθ' ύλην και κατά τόπον πρωτοδικείου η αναγνώριση του δικαιώματος που προσβάλλεται με την ανακριβή εγγραφή και η διόρθωση ολικά ή μερικά της πρώτης εγγραφής.
Η αγωγή (αναγνωριστική ή διεκδικητική) ασκείται από όποιον έχει έννομο συμφέρον μέσα σε αποκλειστική προθεσμία οκτώ ετών, εκτός αν πρόκειται για το Ελληνικό Δημόσιο ή εργαζομένους μόνιμα στο εξωτερικό κατά τη λήξη της οκταετούς κατά τα ως άνω προθεσμίας για τους οποίους η προθεσμία ασκήσεως της αγωγής είναι δέκα ετών.
Η αγωγή απευθύνεται κατά του αναγραφομένου ως δικαιούχου του δικαιώματος, στο οποίο αφορά η πρώτη εγγραφή ή κατά των καθολικών του διαδόχων και κοινοποιείται, με ποινή απαραδέκτου της συζητήσεως στον προϊστάμενο του οικείου Κτηματολογικού Γραφείου 3. α) Στην περίπτωση των αρχικών εγγραφών με την ένδειξη "άγνωστου ιδιοκτήτη" κατά την έννοια της παρ.1 του άρθρου 9, αντί της προβλεπομένης στην παρ.2 του παρόντος άρθρου αγωγής, η διόρθωση μπορεί να ζητηθεί με αίτηση εκείνου, που ισχυρίζεται ότι έχει εγγραπτέο στο Κτηματολόγιο δικαίωμα η οποία υποβάλλεται ενώπιον του Κτηματολογικού δικαστή της τοποθεσίας του ακινήτου, που δικάζει κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας.
Εντός προθεσμίας είκοσι ημερών από την κατάθεση της και επί ποινή απαραδέκτου, η αίτηση αυτή κοινοποιείται από τον αιτούντα στο Ελληνικό Δημόσιο και εγγράφεται στο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου. Τα ανωτέρω ισχύουν και στην περίπτωση της κυρίας παρέμβασης. Εάν στο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου έχουν ήδη καταχωρηθεί και άλλες αιτήσεις ή κύριες παρεμβάσεις με αντίστοιχο περιεχόμενο, η μεταγενέστερη αίτηση κοινοποιείται από τον αιτούντα επί ποινή απαραδέκτου και εντός της παραπάνω προθεσμίας στους προηγούμενους αιτούντες ή κυρίως παρεμβαίνοντες.
Η κοινοποίηση της αίτησης στις ανωτέρω περιπτώσεις γίνεται με επίδοση επικυρωμένου αντιγράφου της. Εφόσον η αίτηση γίνει τελεσιδίκως δεκτή, διορθώνεται η εγγραφή. Εάν η αίτηση απορριφθεί ως νόμω ή ουσία αβάσιμη, ο αιτών μπορεί να ασκήσει αγωγή κατά του Ελληνικού Δημοσίου υπό τις προϋποθέσεις της παραγράφου 2 του άρθρου αυτού, β) Με την αίτηση της προηγούμενης παραγράφου μπορεί να ζητηθεί η διόρθωση της εγγραφής και στην περίπτωση που ο αιτών επικαλείται ως τίτλο κτήσης πράξη μεταγραπτέα κατά το άρθρο 1192 αρ.1-4 ΑΚ, η οποία δεν έχει μεταγραφεί στο Υποθηκοφυλακείο.
Στην περίπτωση αυτή με την αίτηση ζητείται η διόρθωση της πρώτης εγγραφής και η καταχώριση του δικαιώματος στον φερόμενο στον μη μεταγεγραμμένο τίτλο ως αποκτώντα, εφόσον συντρέχουν όλες οι κατά το ουσιαστικό δίκαιο προϋποθέσεις για την κτήση του δικαιώματος. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι στην περίπτωση ανακριβούς πρώτης εγγραφής στο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου, όταν με την ανακριβή εγγραφή φέρεται το ακίνητο ως "αγνώστου ιδιοκτήτη", όποιος ισχυρίζεται ότι έχει εγγραπτέο στο Κτηματολόγιο δικαίωμα, ασκεί αίτηση ή κύρια παρέμβαση ενώπιον του κτηματολογικού δικαστή της τοποθεσίας του ακινήτου και μέχρις ότου ορισθεί αυτός στο μονομελές πρωτοδικείο της τοποθεσίας του ακινήτου, που δικάζει κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, προκειμένου να ζητήσει τη διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής.
Αντικείμενο της δίκης αυτής είναι η διαπίστωση της ύπαρξης του σχετικού εγγραπτέου δικαιώματος του αιτούντος και η διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής σύμφωνα με αυτή τη διαπίστωση, χωρίς τη διάγνωση κανενός αμφισβητούμενου δικαιώματος, αφού η εγγραφή "αγνώστου ιδιοκτήτη" δεν ενέχει τέτοια αμφισβήτηση, αλλά ακριβώς την έλλειψη του υπάρχοντος δικαιώματος.
Συνακόλουθα δεν μπορεί να ζητηθεί με την αίτηση αυτή ή την κυρία παρέμβαση η αναγνώριση δικαιώματος, που προσβάλλεται με την ανακριβή πρώτη εγγραφή στο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου ώστε να περιληφθεί αντίστοιχη διάταξη στην απόφαση που θα εκδοθεί, καθώς αντικείμενο της δίκης, που ανοίγεται, δεν είναι η αυθεντική διάγνωση του δικαιώματος που αμφισβητείται, ανεξαρτήτως του ότι ελέγχεται ως προϋπόθεση (προδικαστικό ζήτημα) η ύπαρξη συγκεκριμένου δικαιώματος για τη ζητούμενη διόρθωση ανακριβούς πρώτης εγγραφής, χωρίς όμως να καλύπτεται με ισχύ δεδικασμένου.
Γι' αυτό άλλωστε η προαναφερόμενη διάταξη (άρθρο 6 παρ.3 όπως ισχύει) αναφέρεται μόνο στη διόρθωση της πρώτης εγγραφής και όχι στην αναγνώριση δικαιώματος που προσβάλλεται με την εγγραφή αυτή, όπως προβλέπει η διάταξη του άρθρου 6 παρ.2 του ίδιου νόμου στο πλαίσιο της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας. Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) προκύπτουν τα ακόλουθα:
Οι ήδη αναιρεσίβλητοι άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου αγωγή κατά του ΟΚΧΕ (που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη), με την οποία επικαλούμενοι ότι είναι συγκύριοι του επιδίκου ακινήτου με παράγωγο αλλά και πρωτότυπο τρόπο και ότι κατά τη διαδικασία της κτηματογράφησης από παραδρομή δεν υπέβαλαν σχετική δήλωση που αφορά την κυριότητα τους στο επίδικο, με αποτέλεσμα να εμφαίνεται στα οικεία κτηματολογικά βιβλία ως "αγνώστου ιδιοκτήτη", γεγονός που καθιστά ανακριβή τη σχετική κτηματολογική εγγραφή στο αντίστοιχο για το ακίνητο αυτό κτηματολογικό φύλλο, ζήτησαν να αναγνωρισθούν συγκύριοι του επιδίκου και να διαταχθεί η διόρθωση της αρχικής αυτής ανακριβούς εγγραφής.
Το αναιρεσείον, Ελληνικό Δημόσιο, άσκησε κυρία παρέμβαση, με την οποία ζήτησε την απόρριψη της αγωγής και τη διατήρηση της πρώτης εγγραφής του επιδίκου ακινήτου στα οικεία κτηματολογικά βιβλία "ως αγνώστου ιδιοκτήτη". Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο συνεκδίκασε κατά την τακτική διαδικασία την αγωγή με την κυρία παρέμβαση, δέχθηκε κατ' ουσίαν την αγωγή και απέρριψε την κυρία παρέμβαση ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησε έφεση το ήδη αναιρεσείον, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, που εκτιμώντας την αγωγή ως αίτηση διόρθωσης της ανακριβούς εγγραφής του επιδίκου στο κτηματολογικό φύλλο του οικείου κτηματολογικού βιβλίου, που έπρεπε να δικασθεί κατά την εκούσια δικαιοδοσία κατ' άρθρο 6 παρ. 3 του Ν.2664/1998, δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, απέρριψε την αγωγή ως προς τον εναγόμενο ΟΚΧΕ και δικάζοντας κατά την παραπάνω διαδικασία απέρριψε κατ' ουσίαν την κυρία παρέμβαση, δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την αίτηση και διέταξε τη διόρθωση της προαναφερομένης ανακριβούς εγγραφής, ώστε να αναγραφούν στο σχετικό κτηματολογικό φύλλο του επιδίκου ακινήτου ως συγκύριοι αυτού οι ήδη αναιρεσίβλητοι.
Ειδικότερα όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε ότι με αυτήν αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Το επίδικο ακίνητο βρίσκεται στη θέση "..." του δημοτικού διαμερίσματος Ερμούπολης του Δήμου Ερμούπολης της Σύρου....,έχει λάβει ΚΑΕΚ....., είναι συνολικής έκτασης, σύμφωνα με το κτηματολογικό του φύλο, 99 τ.μ.
και...συνορεύει.... Το παραπάνω ακίνητο ανήκε κατά πλήρη και αποκλειστική κυριότητα στη μητέρα των αιτούντων, Φ. χήρα Σ. Κ., η οποία το είχε αποκτήσει με αγορά από τον Ι. Α. Α. δυνάμει του υπ' αριθμ. ... αγοραπωλητήριου συμβολαίου του τότε συμβολαιογράφου Ερμούπολης Σωκράτη Ανδρούτσου, νόμιμα μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ερμούπολης,.....Με τον θάνατο της στις 19-11-1987, το ακίνητο αυτό, όπως και το σύνολο της κληρονομιάς, περιήλθε κατά το λόγο του 1/4 για έκαστο στους ενάγοντες, ως πλησιέστερους συγγενείς της μητέρας τους, οι τελευταίοι δε, με την υπ' αριθμ. 8.605/5-5-2006 πράξη αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Ερμούπολης Ευαγγελίας Σοφικίτου, η οποία καταχωρήθηκε στο κτηματολογικό φύλλο του ως άνω ακινήτου, αποδέχτηκαν την κληρονομιά και με τον τρόπο αυτό κατέστησαν συγκύριοι κατά το ποσοστό του 1/4 εξ αδιαιρέτου ο καθένας του ακινήτου.
Η συγκυριότητα των εναγόντων στο ακίνητο, πέρα από τον παραπάνω παράγωγο τρόπο, θεμελιώνεται και σε πρωτότυπο, αφού ήδη από το έτος 1920, που η δικαιοπάροχος τους απέκτησε το επίδικο, μέχρι και το θάνατο της το 1987, έμενε σε αυτό και συνεπώς με την προσμέτρηση και του χρόνου νομής της δικαιοπαρόχου τους, οι αιτούντες σε κάθε περίπτωση κατέστησαν συγκύριοι αυτού και με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας.
Όπως, δε, προκύπτει από τα σχετικά πιστοποιητικά του Υποθηκοφύλακα δεν υπάρχουν διεκδικήσεις ούτε βάρη στο ακίνητο αυτό. Το Δημόσιο δεν προσκόμισε τίτλους κτήσεως κυριότητας ώστε ν' αποδεικνύει κυριότητα του σ' αυτό ούτε απέδειξε ότι οι αιτούντες βρίσκονταν σε κακή πίστη κατά το χρόνο κτήσης της νομής.
Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε, ως προϋπόθεση για τη ζητούμενη διόρθωση της ανακριβούς εγγραφής, με δύο επάλληλες αιτιολογίες ότι οι αναιρεσίβλητοι κατέστησαν συγκύριοι του επιδίκου ακινήτου με παράγωγο τρόπο ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της μητέρας τους Φ. Κ. που πέθανε το 1987, την κληρονομιά της οποίας αποδέχθηκαν και καταχώρησαν τη σχετική δήλωση αποδοχής στο οικείο κτηματολογικό φύλλο, η οποία είχε αποκτήσει την κυριότητα του επιδίκου με βάση συμβόλαιο αγοράς και τη μεταγραφή του, καθώς και ότι κατέστησαν συγκύριοι του επιδίκου με πρωτότυπο τρόπο και ειδικότερα με έκτακτη χρησικτησία προσμετρώντας στη νομή τους για τη συμπλήρωση του χρόνου αυτής τη νομή της δικαιοπαρόχου τους.
Με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αίτησης αναίρεσης αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. της ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 51 του Εισ.Ν.ΑΚ, ν.8 παρ. 1 κωδ(7.39), ν.9 παρ.1 Βασ/50.14), ν.1 κωδ(7.31), 7 παρ.1.2 κωδ(7.39) 14 κωδ(11,61) του ΒΠΔ, 18, 21 του Ν.
της 21.6/3-7-1837 "περί διακρίσεως των δημοσίων κτημάτων", του Ν. ΔΞΗ/1912, 21 του Ν.Δ/τος 22-4/16-5-1926, 4 παρ. 1 του ΑΝ 1539/1938, 27 Πανδ. (18.11), 15 παρ3, 48 Πανδ.(41,3), 11 Πανδ.(61.4) 5 παρ5, 1 (41.10), 109 Πανδ. (50.16) του ΒΠΔ στις οποίες υπέπεσε το δικαστήριο της ουσίας σε σχέση με την παραδοχή της προσβαλλομένης απόφασης, περί της απόκτησης της συγκυριότητας του επιδίκου ακινήτου από τους ήδη αναιρεσιβλήτους με έκτακτη χρησικτησία.
Οι λόγοι αυτοί με τους οποίους πλήττεται μόνον η δεύτερη αιτιολογία της προσβαλλομένης απόφασης, που αφορά την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία είναι αλυσιτελείς, αφού η πρώτη κύρια αιτιολογία της ίδιας απόφασης, με την οποία κρίθηκε ότι οι αναιρεσίβλητοι κατέστησαν συγκύριοι του επιδίκου ακινήτου με παράγωγο τρόπο στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της και δεν πλήττεται με λόγο αναίρεσης παρεκτός του ότι στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθ' όσον το Εφετείο δεν ασχολήθηκε με την εφαρμογή των διατάξεων αυτών ούτε ήταν εφαρμοστέες με βάση όσα ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν μεταξύ των οποίων δεν υπάρχει παραδοχή στην προσβαλλομένη απόφαση, ότι το επίδικο υπήρξε δημόσιο κτήμα.
Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αναιρεσειον στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, που παραστάθηκε (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), μειωμένη κατά τα άρθρα 22 παρ. 1, 3 του Ν.3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 Εισ.Ν. Κ.Πολ.Δ., 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987και 2 της Υ.Α. 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7-10-2011 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου περί αναιρέσεως της 190/2011 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, που παραστάθηκε, την οποία ορίζει στο ποσόν των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Οκτωβρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Φεβρουαρίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ