Supreme Court remands traffic accident case for retrial due to insufficient reasoning on liability and causation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece annulled the Court of Appeal's decision in a traffic accident case involving a motorcyclist and a truck driver. The appellate court had dismissed the claim but provided vague reasoning regarding the driver's negligence and the causal link to the injury. The Supreme Court found the lower court's justification legally insufficient and contradictory concerning the specific facts of the accident. Consequently, the case was remanded to the Court of Appeal for a new trial with a different panel of judges.
Legislator headnote
AI generatedArticles 297, 298, 300, 330, 914 of the Civil Code; Article 559(19) of the Code of Civil Procedure: A judgment is annulled if the reasoning is insufficient or contradictory regarding the essential issue of liability and causation, necessitating a retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 74 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 74/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο και Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν. Κ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξουσίου δικηγόρου του Σαράντη Τόλια και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Β. Ρ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Βασίλειου Κούρτη και Γεώργιο Ψαράκη και κατέθεσε προτάσεις και 2. Της εδρεύουσας στην Αθήνα ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας, με την επωνυμία "PERSONAL INSURANCE Α.Ε.Γ.Α." νόμιμα εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρου της Βασίλειο Κούρτη και Γεώργιο Ψαράκη και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-3-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 35907/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 12/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18-11-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου ανέγνωσε την από 8-11-2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή κατά τον πρώτο λόγο η αίτηση αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση από αδικοπραξία, είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, το παράνομο της πράξης ή παράλειψης αυτού κα, η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της επελθούσας ζημίας. Αμέλεια, κατ' άρθρο 330 ΑΚ, υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική καλή πίστη από το δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητας του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνο που επιβάλλεται από τις περιστάσεις.
Εξάλλου αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά την συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα. Περαιτέρω, από τις ίδιες ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι οι έννοιες της αμέλειας και του συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος είναι έννοιες νομικές.
Επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του φερομένου ως υπόχρεου προς αποζημίωση ή συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος, υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ,, για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, αφενός ως προς το αν τα πραγματικά περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν αντικειμενικό την έννοια του πταίσματος, αφετέρου ως προς την ορθή υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο δηλαδή τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικά, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος.
Περαιτέρω ο από το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της απόφασης, τα περιστατικά, που είναι αναγκαία, για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των όρων και προϋποθέσεων για την εφαρμογή της εφαρμοσθείσας διάταξης, ή της μη συνδρομής των όρων αυτών, που αποκλείουν την εφαρμογή της, όπως, επίσης και όταν η απόφαση έχει ελλειπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, σε ότι αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε και όταν πρόκειται για ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων (ανάλυση - στάθμιση- αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού) και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί το αποδεικτικό πόρισμα να αναφέρεται με σαφήνεια.
Ανεπάρκεια και ασάφεια αιτιολογιών υπάρχει όταν από το αιτιολογικό δεν προκύπτουν τα πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία για την δικαιολόγηση της εφαρμοσθείσας διάταξης ουσιαστικού δικαίου, καθιστώντας έτσι ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο.
Στην προκειμένη περίπτωση, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, το οποίο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε ότι ο εναγόμενος-νυν αναιρεσίβλητος, οδηγός του ασφαλισμένου στην επίσης εναγόμενη - νυν αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία ζημιογόνου φορτηγού αυτοκινήτου, δεν εβαρύνετο με υπαιτιότητα, για την επέλευση του ένδικου τροχαίου ατυχήματος και τον εξ αυτού προκληθέντα τραυματισμό του ενάγοντα-νυν αναιρεσείοντα, τον οποίο έκρινε ως αποκλειστικά υπαίτιο και κατ' ακολουθία απορριπτέα, ως αβάσιμη κατ' ουσία την αγωγή του, υπέπεσε στην πλημμέλεια την προβλεπόμενη α) από το αρθ. 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, εκ του ότι διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς το ζήτημα της (έλλειψης) υπαιτιότητας του εναγομένου οδηγού.
Το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα εξής ως προς το κρίσιμο, για την έκβαση της αναίρεσης, ζήτημα: "Στις 5-7-2007 και περί ώρα 15.30 ο πρώτος εναγόμενος, Β. Ρ., οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφ. ... Δ Χ Φορτηγό, ιδιοκτησίας του, εκινείτο επί της Ε.Π. οδού Σίνδου- Θεσσαλονίκης, η οποία είναι διπλής κατεύθυνσης, με μία λωρίδα κυκλοφορίας η καθεμία, πλάτους έξι [6] μέτρων, με κατεύθυνση προς την Παλαιά Εθνική Οδό Θεσσαλονίκης-Αθηνών Φθάνοντας στην διασταύρωση των ανωτέρω οδών και έχοντας σκοπό να κάμψει αριστερά προς Χαλκηδόνα, ο άνω οδηγός ακινητοποίησε το όχημά του λόγω της ένδειξης ερυθρού φωτός του ευρισκόμενου αριστερά ως προς την πορεία του φωτεινού σηματοδότη, καταλαμβάνοντας την αριστερή πλευρά της οδού, πίσω από δύο Ι.Χ.Ε.
αυτοκίνητα, που ανέμεναν να ανάψει, το πράσινο φως. Την ίδια στιγμή, πίσω απ' αυτόν και ομορρόπως προς την πορεία του, έβαινε ο ενάγων, Ν. Κ., οδηγώντας την υπ' αριθμ. κυκλοφ. ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, ιδιοκτησίας του, ο οποίος είχε σκοπό να κάμψει δεξιά επί της Π.Ε.Ο. Θεσσαλονίκης- Αθηνών, έχοντας ως κατεύθυνση τη Θεσσαλονίκη.
Ο τελευταίος, όμως, προκειμένου, προφανώς, να βγει μπροστά από τα οχήματα που είχαν την ίδια κατεύθυνση με αυτόν και ήταν ακινητοποιημένα προ του υπάρχοντος στα δεξιά σε σχέση με την πορεία τους ερυθρού σηματοδότη, καταλάμβαναν δε τη δεξιά πλευρά της άνω Επαρχιακής οδού, η οποία στο σημείο εκείνο σχηματίζει δεξιά καμπύλη, επιχείρησε να προσπεράσει αυτά από αριστερά, κινούμενος μεταξύ των δύο σειρών που σχημάτιζαν τα οχήματα.
Κατά την κίνηση του αυτή, ο ενάγων βρέθηκε σε απόσταση ενός [1] περίπου μέτρου μπροστά από την εμπρόσθια δεξιά γωνία του Φορτηγού δεδομένου ότι αυτό έχει μεγαλύτερο πλάτος από τα Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητα-δηλαδή σε σημείο όπου δεν μπορούσε να γίνει αντιληπτός από τον πρώτο εναγόμενο, καθώς αποτελεί 'νεκρό' οπτικό πεδίο για κάθε οδηγό Φορτηγού, σύμφωνα με την επ' ακροατηρίου κατάθεση του υιού του, ..., που επίσης τυγχάνει αυτοκινητιστής, γεγονός που άλλωστε συνομολογεί και ο ενάγων.
Κατά τη στιγμή εκείνη, όμως, άλλαξε η ένδειξη του αριστερού σηματοδότη σε πράσινο και ο πρώτος εναγόμενος, Β. Ρ., ο οποίος στο μεταξύ δεν είχε αντιληφθεί ούτε την προηγούμενη κίνηση του μοτοσικλετιστή, καθώς η υπέρβαση έγινε από τα δεξιά του, ενώ ο ίδιος είχε στραμμένη την προσοχή του στο σηματοδότη που βρισκόταν στα αριστερά του, ξεκίνησε με πολύ μικρή ταχύτητα να κινείται ευθεία, προκειμένου αμέσως μετά να πραγματοποιήσει αριστερή στροφή επί της Π.Ε,Ο Θεσσαλονίκης-Αθηνών.
Έτσι, προσέκρουσε ελαφρώς με το εμπρόσθιο τμήμα του στο οπίσθιο τμήμα της μοτοσικλέτας, την οποία έριξε κάτω με την αριστερή της πλευρά και ακολούθως παρέσυρε αυτήν σε απόσταση είκοσι επτά [27] μέτρων πάνω στο οδόστρωμα της τελευταίας οδού, στη μέση της οποίας σταμάτησε μετά από κορναρίσματα των διερχόμενων οδηγών.
Ο οδηγός του Φορτηγού αντιλήφθηκε τον γδούπο από την πρόσκρουση του οχήματος του στην μοτοσικλέτα, αλλά συνέχισε να κινείται, διότι εξέλαβε ότι ο θόρυβος που άκουγε προέρχονταν από το ίδιο το Φορτηγό, ήτοι από κάποιο όργανο αυτού, η δε πεποίθηση του αυτή δικαιολογείται, ενόψει της ελαφριάς πρόσκρουσης και του έντονου θορύβου που επικρατούσε από την πυκνή κυκλοφορία των οχημάτων στις άνω οδούς.
Ο ισχυρισμός του εκκαλούντα ότι βρισκόταν ακινητοποιημένος πίσω από τα δύο Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητα, διότι είχε πρόθεση να κινηθεί ευθεία και ότι λίγα μέτρα πίσω από αυτόν ακινητοποιήθηκε ομοίως το Φορτηγό του εναγομένου, το οποίο πριν ανάψει η πράσινη ένδειξη του σηματοδότη ξεκίνησε να καλύψει την απόσταση που τον χώριζε από την μοτοσικλέτα του, την οποία ουδόλως αντιλήφθηκε, με αποτέλεσμα να την παρασύρει και να τον τραυματίσει, κρίνεται ως κατ' ουσία αβάσιμος, καθώς ο ενάγων δεν αιτιολογεί πειστικά το λόγο που ο πρώτος εναγόμενος οδηγός θέλησε να σταματήσει σε απόσταση κάποιων μέτρων πίσω από τον ίδιο, οπότε προφανώς αυτός ήταν ορατός στο μπροστινό τμήμα της οδού, και ακολούθως, όταν ο άνω εναγόμενος θέλησε να καλύψει την μεταξύ τους απόσταση, δεν τον αντιλήφθηκε.
Κατ' ακολουθία των παραπάνω αποκλειστικά υπαίτιος του επιδίκου ατυχήματος κρίνεται ο ενάγων, Ν. Κ. οδηγός της μοτοσικλέτας, διότι δεν κατέβαλε την επιμέλεια και προσοχή που με βάση τις ατομικές ικανότητες αλλά και του μέσου συνετού οδηγού όφειλε και μπορούσε να καταβάλει, και ειδικότερα ενώ εκινείτο επί της Επαρχιακής οδού Σίνδου-Θεσσαλονίκης και είχε πρόθεση να αλλάξει κατεύθυνση προς τα δεξιά, με σκοπό να κατευθυνθεί προς Θεσσαλονίκη, δεν κατέλαβε το δεξιό άκρο του οδοστρώματος της άνω οδού, όπως μπορούσε και όφειλε, αλλά προκειμένου να υπερβεί τα οχήματα που βρίσκονταν σε στάση πριν από αυτόν λόγω του ερυθρού σηματοδότη, κινήθηκε προς το αριστερό άκρο της οδού, υπερβαίνοντας από δεξιά το ήδη ευρισκόμενο σε στάση προς το αριστερό άκρο της οδού Δ.Χ.
Φορτηγό που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος, παρεμβληθείς στην πορεία του τελευταίου, ο οποίος κατά την επανεκκίνησή του με την αλλαγή του ρυθμίζοντας την πορεία του σηματοδότη σε πράσινο, προσέκρουσε στη μοτοσικλέτα, την οποία και παρέσυρε, με αποτέλεσμα τον τραυματισμό του ενάγοντος οδηγού της. Αντίθετα κανένα πταίσμα δεν βαρύνει τον πρώτο εναγόμενο, καθώς λόγω του ότι η μοτοσικλέτα βρέθηκε σε απόσταση ενός [1] περίπου μέτρου από το εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του Φορτηγού του, δηλαδή σε σημείο που αποτελεί 'νεκρό' οπτικό πεδίο για τον άνω οδηγό, δεν μπορούσε να γίνει αντιληπτή από αυτόν, ενώ λόγω της ελαφριάς πρόσκρουσης του οχήματος του σε αυτήν, και του επικρατούντος έντονου θορύβου από την κυκλοφορία των οχημάτων, θεώρησε εύλογα ότι ο 'θόρυβος - γδούπος' που άκουσε προερχόταν από κάποια πλημμέλεια του Φορτηγού του.
Και υπό τις ως άνω παραδοχές, έκρινε απορριπτέα, ως αβάσιμη κατ' ουσία, την αγωγή του εκκαλούντα, ενάγοντα-νυν αναιρεσείοντα. Με το να κρίνει έτσι το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς ζήτημα, το οποίο ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης για να ελεγχθεί εάν τα περιστατικά, τα οποία δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα συγκροτούν ή όχι αντικειμενικά την έννοια της υπαιτιότητας και ειδικότερα ως προς το ζήτημα της (έλλειψης) υπαιτιότητας του εναγομένου- οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου.
Συγκεκριμένα, δεν διευκρινίζεται: α) εάν ο τραυματισμός του ενάγοντος, οδηγού της μοτοσυκλέτας προκλήθηκε από την πτώση αυτής επί του οδοστρώματος ή εάν αυτός (ενάγων) εσύρετο μαζί με την μοτοσυκλέτα επί του οδοστρώματος, β) σε θετική απάντηση επί του δευτέρου σκέλους του α, δεν διευκρινίζεται με ποιο ακριβώς μέρος του ζημιογόνου φορτηγού και με ποίον τρόπο εσύρετο η μοτοσυκλέτα, δηλαδή εάν κατά την παράσυρση αυτή βρισκόταν ολόκληρη κάτω από το φορτηγό και εκαλύπτετο από αυτό ή εάν εσύρετο παράλληλα και εκτός του φορτηγού, προεξέχοντας εκτός αυτού και στην τελευταία περίπτωση, εάν το προεξέχον τμήμα της ήταν ορατό από τον πλαϊνό καθρέπτη του οδηγού του ζημιογόνου φορτηγού αυτοκινήτου, γ) δεν διευκρινίζεται πόσων κυβικών ήταν η οδηγούμενη από τον ενάγοντα παθόντα μοτοσυκλέτα, ώστε να δικαιολογείται να μην αντιληφθεί ο οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου ότι ο θόρυβος προέρχεται από την πτώση αυτής επί του οδοστρώματος ή να δικαιολογείται να θεωρήσει ότι ο "γδούπος" προερχόταν από όργανα του αυτοκινήτου του, αλλά και κυρίως να μην αντιληφθεί σε ποια αιτία οφείλετο ο συνεχιζόμενος θόρυβος, από την παράσυρση της μοτοσυκλέτας, σε μήκος 27 μέτρα.
Επομένως, ο πρώτος, από το άρθρο 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, ένεκα ανεπάρκειας και ασάφειας αιτιολογίας είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο εκδόσαν την απόφαση ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι ηττηθέντες αναιρεσίβλητοι στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντα (άρθ. 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 12/2012 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντα, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Ιανουαρίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ