Legislator Case Law & Legislation
74/2011 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on bad faith grounds for delayed overtime claims after long non-disclosure.

Case Number 74/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the hotel company's appeal against the lower court's ruling on unpaid overtime. The plaintiff had concealed their intent to claim excessive hours and benefits for over a decade while accepting significantly higher pay. The court held that this conduct violated good faith principles and did not constitute an abuse of legal process.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559(1) & 559(19) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on bad faith or abuse of process is inadmissible when a party conceals claims for years and only raises them after the relationship ends, thereby violating the principle of good faith.

Keywords

AI generated
bad faith litigation abuse of process overtime claims good faith principle delayed legal action Code of Civil Procedure supreme court appeal

Cited Legislation

AI generated
Art. 559(1) of the Code of Civil Procedure
Art. 559(19) of the Code of Civil Procedure
Art. 281 of the Civil Code
Art. 561(2) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 74 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) ΑΡΙΘΜΟΣ 74/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Νοεμβρίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "CLUB MEDITERANNEE ΕΛΛΑΣ ΑΕ - ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΚΕΝΤΡΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Δαούτη.

Του αναιρεσιβλήτου: Π. Β. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Μυλωνά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-7-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1592/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4027/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4-7-2008 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 30-12-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά την διάταξη του αρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, εάν αυτός εφαρμοσθεί, αν και κατά τις σχετικές παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αντίθετα, όταν δεν εφαρμοσθεί, μολονότι κατά τις παραδοχές αυτές, συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλ.

με εσφαλμένη υπαγωγή. Περαιτέρω, κατά τον αριθ. 19 του αυτού ως άνω άρθρου αναίρεση επιτρέπεται και εάν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως εάν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την τελευταία διάταξη προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία, όταν δηλ.

δεν προκύπτει από την απόφαση ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε αυτή, ώστε σε συνδυασμό με το διατακτικό της να κριθεί περαιτέρω, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόσθηκε. Το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό πόρισμά της και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Τέλος, κατά τον αριθμό 8 του αυτού ως άνω άρθρου αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα", των οποίων η παρά το νόμο μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον προβλεπόμενο απ' αυτήν λόγο αναίρεσης, νοούνται οι αυτοτελείς, νόμιμοι και παραδεκτά προταθέντες στο δικαστήριο της ουσίας πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης καθώς και ο λόγος έφεσης που περιέχει παράπονο κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός ισχυρισμός του αντιδίκου του, ο λόγος, όμως, αυτός δεν ιδρύεται, εάν ο ισχυρισμός, με την προδιαληφθείσα έννοια, ελήφθη υπόψη από το δικαστήριο και απορρίφθηκε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, τούτο δε συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον φερόμενο ως μη ληφθέντα υπόψη ισχυρισμό.

Εξάλλου, κατά την έννοια του αρθ. 2 εδ. α' της Διεθνούς Σύμβασης της Ουάσιγκτον περί περιορισμού των ωρών εργασίας στις βιομηχανικές επιχειρήσεις που κυρώθηκε με το ν. 2269/1920, ως πρόσωπα που κατέχουν θέσεις εποπτείας ή διεύθυνσης ή εμπιστοσύνης, επί των οποίων κατά την ως άνω σύμβαση δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της, θεωρούνται εκείνα στα οποία, επειδή διαθέτουν εξαιρετικά προσόντα ή τους έχει ιδιαίτερη εμπιστοσύνη ο εργοδότης, ανατίθενται καθήκοντα γενικότερης διεύθυνσης όλης της επιχείρησης ή σημαντικού τομέα της και εποπτείας του προσωπικού, έτσι ώστε όχι μόνο επηρεάζουν αποφασιστικά τις κατευθύνσεις και την εξέλιξη της επιχείρησης, αλλά και διακρίνονται εμφανώς από τους άλλους υπαλλήλους, γιατί ασκούν δικαιώματα του εργοδότη σε μεγάλο βαθμό, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η πρόσληψη ή η απόλυση προσωπικού, έναντι του οποίου επέχουν θέση εργοδότη, καθώς και η λήψη σημαντικών αποφάσεων για την επίτευξη του σκοπού του εργοδότη, διαθέτουν πρωτοβουλία και ανεξαρτησία υψηλού βαθμού, έστω και αν είναι υποχρεούνται να συμμορφώνονται με τις διατάξεις νόμων, σχέδια και πλαίσιο γενικών καθοδηγητικών γραμμών, και επωμίζονται ενίοτε και ποινικές ευθύνες για την τήρηση στην επιχείρηση των διατάξεων, που έχουν θεσπισθεί για το συμφέρον των εργαζομένων, και τα οποία συνήθως αμείβονται με αποδοχές που υπερβαίνουν κατά πολύ τα ελάχιστα όρια και τις καταβαλλόμενες στους λοιπούς υπαλλήλους αποδοχές.

Δεν είναι, όμως, αναγκαίο να συντρέχουν όλες αυτές ή και άλλες περιστάσεις για να χαρακτηρισθεί κάποιος μισθωτός ως διευθύνων υπάλληλος. Γι' αυτό και τα πρόσωπα αυτά, αν και δεν παύουν να είναι μισθωτοί με σχέση εξαρτημένης εργασίας, εξαιρούνται από την εφαρμογή των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας που αφορούν τα χρονικά όρια εργασίας, την εβδομαδιαία ανάπαυση, την λήψη αδειών αναψυχής και την αποζημίωση ή την προσαύξηση για υπερεργασία και υπερωριακή εργασία ή εργασία κατά τις Κυριακές και εξαιρετέες εορτές ή κατά τη νύκτα ή εκτός έδρας, οι οποίες είναι ασυμβίβαστες με την εξέχουσα θέση τους και την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που ανέλαβαν με την σύμβαση σε συνδυασμό με τις καταβαλλόμενες υψηλές αποδοχές, που είναι υψηλότερες των λοιπών εργαζομένων.

Η έννοια της διευθυντικής θέσης, ανεξάρτητα από το εάν ο εργαζόμενος έχει ή όχι τον τίτλο του κατόχου αυτής, προσδιορίζεται με βάση τα αντικειμενικά κριτήρια της καλής πίστης και της κοινής πείρας και λογικής από την φύση και το είδος των παρεχομένων υπηρεσιών που κρίνονται ενιαία, καθώς και από την ιδιάζουσα σχέση εκείνου που τις παρέχει τόσο προς τον εργοδότη όσο και προς τους λοιπούς υπαλλήλους.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Αθηνών κρίνοντας ύστερ' από έφεση του ήδη αναιρεσιβλήτου επί αγωγής αυτού με αντικείμενο αξιώσεις του από την παροχή εργασίας του σε ξενοδοχειακή επιχείρηση της τώρα αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας με βάση διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου δέχθηκε με την προσβαλλομένη 4027/2007 απόφασή του, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι η εναγομένη (αναιρεσείουσα) ανώνυμη εταιρεία αποτελεί τουριστική επιχείρηση, η οποία δραστηριοποιείται στον χώρο παροχής ξενοδοχειακών υπηρεσιών, διατηρεί δε προς τούτο και εκμεταλλεύεται μεγάλο αριθμό ξενοδοχειακών μονάδων σε διάφορες περιοχές της Ελλάδος και στο εξωτερικό, ότι με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων την 1-5-1995 ο ενάγων (αναιρεσίβλητος) προσλήφθηκε από την εναγομένη για το χρονικό διάστημα από την 1η Μαΐου μέχρι το τέλος Οκτωβρίου 1995, προκειμένου ν' απασχοληθεί ως υπεύθυνος του τμήματος προμηθειών και ελέγχου της ποιότητας αυτών, με την ιδιότητα δε αυτή παρέσχε σ' αυτήν τις υπηρεσίες του κατά την θερινή περίοδο του έτους 1995, απασχοληθείς στο ξενοδοχειακό συγκρότημά της στην Κω, ότι λόγω της αναπτυχθείσης μεταξύ των διαδίκων συνεργασίας η ως άνω σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου ανανεώθηκε και κατά τα επόμενα έτη και ο ενάγων συνέχισε να παρέχει τις υπηρεσίες του στην εναγομένη με την αυτήν ιδιότητα, του υπευθύνου του τμήματος προμηθειών και ελέγχου της ποιότητας αυτών, απασχοληθείς από 22-5-2000 έως 10-10-2000 στο ξενοδοχειακό συγκρότημα της στην θέση ...

και στην συνέχεια κατά τα χρονικά διαστήματα από 9-5 έως 24-11-2001, 2-4 έως 15-9-2002, 13-2 έως 12-11-2003 και 28-3 έως 15-9-2004 στην ξενοδοχειακή της μονάδα "Μάρε Νόστρουμ" στην ..., ότι κατά το περιεχόμενο των ως άνω συμβάσεων εργασίας, που καταρτίσθηκαν μεταξύ των διαδίκων, καθόλο το επίδικο χρονικό διάστημα τα καθήκοντα του ενάγοντος με την ιδιότητα του υπευθύνου του τμήματος προμηθειών και του ελέγχου της ποιότητας αυτών συνίσταντο στην εκτέλεση όλων εκείνων των αναγκαίων εργασιών για την προμήθεια και παραγγελία των προεπιλεγμένων τροφίμων και ποτών που ήσαν απαραίτητα για την παρασκευή των παρεχομένων στους πελάτες του ξενοδοχείου της εναγομένης γευμάτων και ποτών και την ομαλή γενικά λειτουργία των εστιατορίων και μπαρ του ξενοδοχείου, στο οποίο εκάστοτε απησχολείτο αυτός, στην παραλαβή και τον έλεγχο της ποιότητας αυτών, στην προσωρινή τοποθέτησή τους στους χώρους της αποθήκης και στην προώθηση στην συνέχεια και διανομή τους στους αρμοδίους του εστιατορίου και του μπαρ και τέλος στην λελογισμένη και προσήκουσα διαχείριση του σχετικού χρηματικού κονδυλίου που είχε εγκριθεί για τον σκοπό αυτόν από τις αρμόδιες υπηρεσίες της εναγομένης, ότι προς τούτο και για διευκόλυνσή του στην εκτέλεση των προαναφερομένων καθηκόντων του παρεδίδετο στον ενάγοντα, κατά την ημέρα της πρόσληψης του και της ανάληψης αυτών, από τον έχοντα την γενική εποπτεία του έργου της προμήθειας των αναγκαίων υλικών όλων των ευρισκομένων στην Ελλάδα ξενοδοχειακών μονάδων της εναγομένης φάκελος που περιείχε τα ονόματα των προμηθευτών, με τους οποίους συνεργαζόταν, καθώς και κατάλογο των προεπιλεγμένων και χρησιμοποιουμένων σ' αυτές τροφίμων και ποτών, με βάση δε αυτόν αλλά και τις εκάστοτε σχετικές υποδείξεις των υπευθύνων του εστιατορίου και του μπαρ ο ενάγων προέβαινε ακολούθως στην παραγγελία των απαραιτήτων ποσοτήτων από τους ως άνω προμηθευτές και στην πληρωμή της αξίας τους, χωρίς, όμως, κατά την διεκπεραίωση των εργασιών του αυτών να έχει την δυνατότητα ανάπτυξης οποιασδήποτε πρωτοβουλίας σχετικά με την επιλογή των προμηθευτών ή το είδος των υλικών ή την διαμόρφωση της τιμής αυτών, αλλά αντίθετα ήταν υποχρεωμένος, σύμφωνα με τις οδηγίες και τις υποδείξεις των αρμοδίων υπαλλήλων της εναγομένης, ν' αποστέλλει προηγουμένως σ' αυτούς προς έγκριση κατάσταση των προς αγορά προϊόντων, χωρίς την οποία ήταν αδύνατη η πραγματοποίηση των παραγγελιών και η εκταμίευση του αναγκαίου προς πληρωμή χρηματικού ποσού, ότι πλην της ως άνω εργασίας, κατά την παροχή της οποίας είχε βοηθό ένα άτομο γαλλικής υπηκοότητας που δεν γνώριζε την ελληνική γλώσσα και δεν ήταν σε θέση να του παρέχει ουσιαστική συνδρομή στις επαφές του με τους προμηθευτές και το λοιπό προσωπικό της ξενοδοχειακής μονάδας, στα καθήκοντα του ενάγοντος περιλαμβανόταν επίσης και ο έλεγχος της τήρησης των κανόνων υγιεινής στους χώρους της κουζίνας, του εστιατορίου και του μπαρ καθώς και η εποπτεία των υπηρετούντων στους χώρους αυτούς υπαλλήλων της εναγομένης και η σε καθημερινή βάση συνεργασία του με αυτούς για την ενημέρωσή του για την ανάγκη παραγγελίας και προμήθειας συγκεκριμένων προϊόντων, ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων είχε οποιαδήποτε αρμοδιότητα στην πρόσληψη των υπηρετούντων στα τμήματα αυτά υπαλλήλων ή ευθύνη για τις πράξεις τους ή οποιαδήποτε πρωτοβουλία στον καθορισμό των ημερών ή των ωρών της εργασίας τους ή των ημερών ανάπαυσης τους, δεδομένου ότι όλα τα σχετικά θέματα καθορίζονταν από τον Γενικό Διευθυντή της ως άνω ξενοδοχειακής μονάδας Ε.

Α., στον οποίο αναφερόταν και υπαγόταν αποκλειστικά ο ενάγων και ο οποίος καθόριζε το ωράριο εργασίας τους, αξιολογούσε την απόδοση και επίδοσή τους και προσδιόριζε τις ημέρες ανάπαυσής τους, ανάλογα με τις εκάστοτε ανάγκες της ξενοδοχειακής μονάδας, χωρίς να συμβουλεύεται ή να λαμβάνει πληροφορίες περί αυτών από τον ενάγοντα, ότι κατά την παροχή των ως άνω υπηρεσιών του ο ενάγων όχι μόνον ήταν υποχρεωμένος να συμμορφώνεται προς τις ως άνω καθοδηγητικές υποδείξεις του κεντρικού υπευθύνου των προμηθειών, αλλά επιπλέον, από την άποψη του καθορισμού του ωραρίου του, της λήψης αδειών και της εβδομαδιαίας ανάπαυσης, εστερείτο οποιασδήποτε πρωτοβουλίας και ελευθερίας και όλα αυτά τα ζητήματα καθορίζονταν μετά από συνεννόησή του με τον γενικό διευθυντή της οικείας ξενοδοχειακής μονάδας και τον υπεύθυνο του προσωπικού της εναγομένης, στους οποίους υπέκειτο και έδινε αναφορά, πάντοτε εντός των πλαισίων των λειτουργικών αναγκών της εναγομένης, ότι για ν' ανταποκριθεί στα καθήκοντα του ο ενάγων ήταν υποχρεωμένος να απασχολείται πέραν του νομίμου ωραρίου, διέμενε δε σε "σουίτα" του ξενοδοχείου και είχε ελεύθερη πρόσβαση στο εστιατόριο, στο μπαρ και στους αθλητικούς χώρους του ξενοδοχείου, καθώς και δωρεάν χρήση τηλεφώνου και καθαρισμού των ενδυμάτων του, ανάλογα, όμως, προνόμια παρέχονταν και στους λοιπούς εργαζομένους στα ξενοδοχειακά συγκροτήματα της εναγομένης, ότι ο ενάγων κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του αυτών δεν ήταν ανεξέλεγκτος και δεν διέθετε οποιαδήποτε ελευθερία στην διαχείριση του χρόνου του, αλλά ήταν υποχρεωμένος να ενεργεί εντός των πλαισίων που καθόριζαν τα αρμόδια όργανα της εναγομένης, ότι παρά τα ως άνω αυξημένα καθήκοντά του και τον υπεύθυνο χαρακτήρα των παρεχομένων υπηρεσιών του, οι αποφάσεις του δεν είχαν ιδιαίτερη σημασία ή ενδιαφέρον για την εξελικτική πορεία της εναγομένης, ότι ναι μεν, καίτοι κατά τα έτη 2000-2004 οι προβλεπόμενες από τις εκάστοτε ισχύουσες Δ.Α.

και Σ.Σ.Ε. νόμιμες αποδοχές για τους ξενοδοχοϋπαλλήλους ανέρχονταν σε 575.4, 608, 632, 668.32, 698.5 και 708€ αντίστοιχα, η εναγομένη κατά το ίδιο χρονικό διάστημα κατέβαλλε στον ενάγοντα ως μηνιαίες αποδοχές του τα ποσά των 1.041, 819, 1.161,32, 1.242,61 και 1.450 € αντίστοιχα, η καταβολή, όμως, των ως άνω ποσών, μεγαλυτέρων των νομίμων, οφειλόταν αποκλειστικά και μόνο στα παραπάνω αυξημένα καθήκοντά του, ότι σύμφωνα με τα προαναφερόμενα η ως άνω περιγραφείσα εργασία του ενάγοντος, παρεχομένη υπό τις προεκτεθείσες συνθήκες, χωρίς ιδιαίτερα εκ μέρους του προσόντα ή δυνατότητα ανάπτυξης πρωτοβουλίας και ανεξαρτησίας, δεν είναι ικανή να προσδώσει σ' αυτόν την ιδιότητα του διευθύνοντος υπαλλήλου και συνακόλουθα ν' αποκλείσει την εφαρμογή ως προς αυτόν των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας για τα χρονικά όρια εργασίας, την υπερωριακή απασχόληση και την εργασία κατά τις Κυριακές και αργίες.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την αντιθέτως κρίνασα απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή του αναιρεσιβλήτου και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να καταβάλει σ' αυτόν το συνολικό ποσό των 33.1206, με το νόμιμο τόκο, για εργασία του κατά τις Κυριακές με σύστημα πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας και χωρίς την χορήγηση αναπληρωματικής ημέρας ανάπαυσης, για πρόσθετη εργασία και παράνομη υπερωριακή απασχόληση σε ημέρες Σαββάτου, ιδιόρρυθμη και παράνομη υπερωριακή εργασία.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο ορθά ερμήνευσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 2 εδ. α' της κυρωθείσης με το ν. 2269/1928 Διεθνούς Σύμβασης της Ουάσιγκτον και με ορθή υπαγωγή των ως άνω αποδειχθέντων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, πραγματικών περιστατικών δέχθηκε ότι δεν συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής της, καθόσον αληθώς με βάση τα πραγματικά αυτά περιστατικά ο ενάγων αναιρεσίβλητος δεν είχε την ιδιότητα του διευθύνοντος υπαλλήλου (ώστε να εξαιρείται των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας για τα χρονικά όρια εργασίας, την εβδομαδιαία ανάπαυση, την λήψη αδειών αναψυχής και την αποζημίωση ή προσαύξηση για υπερεργασία και υπερωριακή εργασία κατά τις Κυριακές και εξαιρετέες ημέρες ή κατά τη νύκτα), διέλαβε δε στην προσβαλλομένη απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ζήτημα αυτό που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και επομένως πρέπει ν' απορριφθεί ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως προς όλες τις μερικότερες αιτιάσεις που αποδίδονται με αυτόν στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση.

Η με τον αυτόν ως άνω πρώτο λόγο αναίρεσης προβαλλόμενη αιτίαση, ότι η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση απέκλεισε, με τις παραπάνω αιτιολογίες, τον χαρακτηρισμό του αναιρεσιβλήτου ως "διευθύνοντος υπαλλήλου", ουδεμία, όμως, αιτιολογία διέλαβε για τον χαρακτηρισμό του ως προσώπου που κατέχει θέση "εποπτείας" ή θέση "εμπιστοσύνης", αν και η περιγραφόμενη στην απόφαση εργασία του εμπίπτει στην κατηγορία των ιδιαίτερα υπευθύνων εργασιών του αρθ. 2 της ως άνω Διεθνούς Σύμβασης, ισχυρισμό τον οποίο η αναιρεσείουσα είχε προβάλει και με τις προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου, λαμβανομένου υπόψη ότι οι ιδιότητες του διευθύνοντος υπαλλήλου ή προσώπου εποπτείας ή εμπιστοσύνης ως λόγοι αποκλείοντες αξιώσεις του εργαζομένου από υπερωριακή εργασία ή εργασία κατά τις Κυριακές κλπ.

τίθενται διαζευκτικά και όχι σωρευτικά με την ως άνω διάταξη, αληθώς από τον αριθμό 8 του αρθ. 559 ΚΠολΔ, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμη, διότι, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος έχει αξιώσεις, με βάση την σχετική εργατική νομοθεσία, για εργασία κατά τις Κυριακές και τα Σάββατα και για ιδιόρρυθμη και παράνομη υπερωριακή εργασία, τις οποίες και επεδίκασε σ' αυτόν, διέλαβε δηλ.

παραδοχές αντίθετες με τον φερόμενο ως μη ληφθέντα υπόψη ισχυρισμό για το είδος και την έκταση των εξουσιών και καθηκόντων του, έλαβε υπόψη και απέρριψεν εκ του πράγματος και τον ισχυρισμό αυτόν ότι ο ενάγων κατείχε θέση εποπτείας ή εμπιστοσύνης, αφού και οι ιδιότητες αυτές αποκλείουν επίσης τις ως άνω αξιώσεις.

Εξάλλου και σε συνέχεια και συνάφεια με τα παραπάνω, εφόσον το Εφετείο δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος εργαζόταν καθημερινά πέραν του νομίμου ωραρίου ακόμη και επί έξι ημέρες την εβδομάδα καθώς και κατά τις αναφερόμενες στην απόφαση Κυριακές και ότι δεν εξαιρείτο, ως μη κατέχων θέση διευθύνοντος υπαλλήλου, από την εφαρμογή των διατάξεων για τον χρόνο ημερήσιας και εβδομαδιαίας απασχόλησης και για την αποζημίωση λόγω υπερεργασίας ή υπερωριακής απασχόλησης ή εργασίας κατά τις Κυριακές κλπ., ορθά έκρινε ως εφαρμοστέες και εφάρμοσε, αφού σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, τις σχετικές ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 και 2 ν. 435/1976, 6 της από 14-2-1984 ΕΓΣΣΕ, 9 της 1/1982 ΔΔΔΔ Αθηνών, που κηρύχθηκε εκτελεστή με την 11245/1982 ΥΑ, 5 της από 26-2-1975 ΕΓΣΣΕ, που κυρώθηκε με το ν. 133/1975, 4 παρ. 1,2,4 και 5 ν. 2874/2000 και 904 ΑΚ, με βάση τις οποίες επεδίκασε τ' αντίστοιχα ποσά.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης ως προς το με αριθ. 1 σκέλος του από τον αριθμό 1 του αρθ. 559 ΚΠολΔ περί εσφαλμένης εφαρμογής των διατάξεων αυτών πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι στηρίζεται στην (εσφαλμένη) προϋπόθεση, κατά τα εκτιθέμενα σ' αυτόν, ότι οι διατάξεις αυτές δεν έπρεπε να εφαρμοσθούν, επειδή, κατά την αναιρεσείουσα και σύμφωνα με τα εκτεθέντα στον πρώτο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσίβλητος υπαγόταν στις εξαιρέσεις του αρθ. 2 εδ.

α' της ως άνω Σύμβασης.

ΙΙ. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των αρθ. 1 και2 ν. 435/1976,της 8900/1946 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας (όπως ερμηνεύθηκε αυθεντικά με την 25 82511951 ΥΑ των αυτών Υπουργών), 10 βδ 748/1966 και 904 ΑΚ, προκύπτει ότι υπό το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας των 40 ωρών, στο οποίο υπάγονται και οι υπάλληλοι των ξενοδοχειακών επιχειρήσεων (από 30-7-1991 ΣΣΕ που κηρύχθηκε υποχρεωτική με την ΥΑ 16318/1991, ΦΕΚ Β'931, από 16-7-1993 ΣΣΕ, υποχρ.

με ΥΑ 13825/1993, ΦΕΚ Β' 795, από 26-4-1994, υποχρ. με ΥΑ 13066/1994, ΦΕΚ Β' 664, από 8-8-1996 πρακτικό συμφωνίας, υποχρ. με ΥΑ 12668/1996, ΦΕΚ Β' 997, ΔΑ 20/1997, υποχρ. με ΚΥΑ 12161/1997, ΦΕΚ Β' 523, από 20-5-1998 ΣΣΕ, υποχρ. με ΥΑ 11614/1998, ΦΕΚ Β' 705, ΔΑ 13/2000, υποχρ. με ΥΑ 12299/2000, ΦΕΚ Β' 1216, ΔΑ 102001, υποχρ. με ΥΑ 14286/2001, ΦΕΚ Β' 22, από 21-5-2002 ΣΣΕ, υποχρ. με ΥΑ 11639/2002, ΦΕΚ Β' 790, ΔΑ 19/2004, υποχρ.

με ΥΑ 12434/2004, ΦΕΚ Β' 1294), ο αμειβόμενος με μηνιαίο μισθό μισθωτός που θα εργασθεί κατά την Κυριακή (ή σε ημέρα αργίας), επιτρεπτώς ή μη, δικαιούται προσαύξηση 75% επί του 1/25 του μηνιαίου μισθού του και αναπληρωματική εβδομαδιαία ανάπαυση, κατ' άλλη εργάσιμη ημέρα της αρξαμένης την Κυριακή εβδομάδας, σε περίπτωση δε μη χορήγησης της αναπληρωματικής αυτής ανάπαυσης δικαιούται το 1/25 του μηνιαίου μισθού του κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε περαιτέρω ότι ο ενάγων, αν και είχε προσληφθεί προκειμένου να παρέχει τις υπηρεσίες του στην εναγομένη σύμφωνα με το τηρούμενο σ' αυτήν σύστημα πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας των 40 ωρών, καθόλο το μέχρι το 2004 επίδικο χρονικό διάστημα απησχολείτο, και μάλιστα πέραν του νομίμου ωραρίου του, συχνά επί έξι ημέρες την εβδομάδα, δηλ.

από Δευτέρα έως Σάββατο, ενίοτε δε και επί δύο έως τρεις Κυριακές κάθε μήνα, χωρίς να του χορηγείται άλλη ημέρα ανάπαυσης, και ότι, ειδικότερα, αυτός, εκτός των άλλων, εργάσθηκε (α) κατά το χρονικό διάστημα από 22-5-2000 έως 10-10-2000 επί 10 Κυριακές και δη και την 5, 12 και 19 Αυγούστου και (β) κατά το χρονικό διάστημα από 9-5-2001 έως 24-11-2001 επί 15 Κυριακές και συγκεκριμένα, πέραν των άλλων, και την 6, 13 και 27 Αυγούστου, με βάση δε τις παραδοχές αυτές επεδίκασε στον αναιρεσίβλητο ενάγοντα τ' αναφερόμενα εκεί ποσά για τις σχετικές αξιώσεις του.

Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης και με το με αριθ. 2 σκέλος του κατά το πρώτο μέρος του από τον αριθ. 1 του αρθ. 559 ΚΠολΔ προβάλλεται, ότι η επιδίκαση αυτή δεν είναι νόμιμη, διότι, όπως προκύπτει από το ημερολόγιο, οι ανωτέρω ημερομηνίες δεν αντιστοιχούν σε Κυριακή αλλά σε ημέρα Σάββατο. Ο λόγος αυτός κατά το ως άνω σκέλος και μέρος του πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι αφορά την μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας (αρθ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) και δη την συγκεκριμενοποίηση και εξειδίκευση των Κυριακών, κατά τις οποίες παρασχέθηκε εργασία από τον ενάγοντα, λαμβανομένου υπόψη ότι έννομη σημασία έχει ο αριθμητικός (ποσοτικός) και όχι ημερολογιακός προσδιορισμός των ημερών αυτών.

Περαιτέρω, με τον ως άνω δεύτερο λόγο αναίρεσης κατά το με αριθ. 2 σκέλος του και δεύτερο μέρος αυτού προβάλλεται, ότι η αναιρεσιβαλλομένη δέχθηκε ότι ο ενάγων εργάσθηκε κατά τις Κυριακές χωρίς να του παρασχεθεί άλλη ημέρα ανάπαυσης, ο ενάγων όμως με την αγωγή του ισχυρίσθηκε ότι του είχε χορηγηθεί ανάπαυση και δεν είχε εργασθεί κατά τις προσδιοριζόμενες εκεί αριθμητικά ημέρες κατά τους αναφερόμενους σ' αυτήν μήνες, ως εκ τούτου δε με την ως άνω παραδοχή το Εφετείο έλαβε υπόψη ισχυρισμό που δεν προτάθηκε και δεν έλαβε υπόψη τους σχετικούς με τις ήμερες ανάπαυσης ισχυρισμούς του ενάγοντος και σε κάθε περίπτωση δεν έλαβε υπόψη τις ανωτέρω δικαστικές ομολογίες του αναιρεσιβλήτου που η αναιρεσείουσα είχεν επικαλεσθεί με τις προτάσεις της στο Εφετείο, υπέπεσε δηλ.

στις πλημμέλειες από τους αριθμούς 8 και 11 του αρθ. 559 ΚΠολΔ. Από την παραδεκτή επισκόπηση του περιεχομένου της ένδικης αγωγής (αρθ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει, ότι σ' αυτήν ο αναιρεσίβλητος ενάγων εξέθετε σχετικά μόνον ότι κατά το επίδικο χρονικό διάστημα εργαζόταν επί έξι ή επτά ημέρες την εβδομάδα, συμπεριλαμβανομένου του Σαββάτου και της Κυριακής, και ότι κατ' εξαίρεση παραχωρούνταν σ' αυτόν τρεις ημέρες το μήνα για την ανάπαυση του.

Ενόψει αυτού και του γεγονότος ότι στο σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας παρεχομένης, όπως στην προκειμένη περίπτωση κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, από Δευτέρα έως και Παρασκευή, προβλέπονται μία ημέρα υποχρεωτικής ανάπαυσης (Κυριακή) και μία ημέρα μη παροχής εργασίας (Σάββατο), ο ως άνω λόγος αναίρεσης κατά το ερευνώμενο εδώ μέρος του πρέπει ν' απορριφθεί ως αλυσιτελής.

ΙΙΙ. Κατά την διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ "Η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος". Κατά την έννοια αυτής μόνη η αδράνεια του δικαιούχου για την άσκηση του δικαιώματος επί χρόνο μικρότερο από τον απαιτούμενο για την παραγραφή, καθώς και η καλόπιστη πεποίθηση του υπόχρεου ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα κατ' αυτού ή ότι δεν πρόκειται τούτο να ασκηθεί εναντίον του, έστω και αν αυτή δημιουργήθηκε από την αδράνεια του δικαιούχου, δεν αρκεί καταρχήν να καταστήσει καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος.

Αν όμως η αδράνεια συνοδεύεται από ειδικές περιστάσεις που συνδέονται με προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, και ο ίδιος μεταβάλλοντας την στάση του, επιχειρεί εκ των υστέρων ανατροπή της κατάστασης που ήδη έχει διαμορφωθεί και παγιωθεί, δεν είναι απαραίτητο να προκαλούνται αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες αλλ' αρκεί να επέρχονται δυσμενείς απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεις.

Στην περίπτωση αυτή η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και συνεπώς καταχρηστική και απαγορευμένη. Εξάλλου, ο από τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι αυτοτελείς, νόμιμοι και παραδεκτοί πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης.

Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι, εάν για την στήριξη ένστασης από το άρθρο 281 ΑΚ προβάλλονται περισσότερα αυτοτελή πραγματικά, τα οποία, συνολικά (αθροιστικά) εκτιμώμενα, καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του καταγόμενου σε δίκη δικαιώματος, κάθε ένα απ' αυτά αποτελεί "πράγμα", κατά την προαναφερθείσα έννοια, και επομένως η μη λήψη υπόψη και αυτού από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον προαναφερόμενο λόγο αναίρεσης, εφόσον με τον συνδυασμό (προσθήκη) όλων των επιμέρους αυτών περιστατικών ο σχετικός ισχυρισμός καθίσταται νόμιμος, πληροί δηλ.

το πραγματικό της διάταξης του αρθ. 281 ΑΚ. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του απέρριψε (ως μη νόμιμη) την ένσταση της εναγομένης (αναιρεσείουσας) περί καταχρηστικής άσκησης της ένδικης αγωγής με την (ορθή και επαρκή) αιτιολογία, ότι μόνη η προβληθείσα πάροδος ικανού χρονικού διαστήματος από την γένεση των επιδίκων αξιώσεων του ενάγοντος (αναιρεσιβλήτου) μέχρι την άσκηση αυτής δεν αρκεί να καταστήσει καταχρηστική την άσκησή της.

Με τον τρίτο, και τελευταίο, λόγο της κρινόμενης αίτησης η αναιρεσείουσα προβάλλει, ότι την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του επιδίκου δικαιώματος δεν στήριξε μόνο στην πάροδο μακρού χρόνου από την γένεσή του μέχρι την άσκηση της αγωγής, αλλά στον συνδυασμό των εξής, κρισίμων για την εφαρμογή του αρθ. 281 ΑΚ, περιστατικών και ειδικότερα ότι (α) η αδιαμαρτύρητη και ανεπιφύλακτη εξακολούθηση της εργασιακής σχέσης καθόλο το διάστημα από την πρόσληψη (1995) μέχρι την γένεση των ενδίκων αξιώσεων (2000) και στην συνέχεια μέχρι την μη ανανέωση των διαδοχικών συμβάσεων (2004) και η απόκρυψη από τον ενάγοντα της πρόθεσης του να προβάλει αξιώσεις για υπερεργασία, υπερωρίες κλπ.

δημιούργησε στην εναγομένη την πεποίθηση ότι δεν θα προβληθούν τέτοιες απαιτήσεις, εάν, όμως, ο αναιρεσίβλητος είχε εκδηλώσει εντός του ως άνω χρονικού διαστήματος τέτοια πρόθεση, η αναιρεσείουσα θα είχε λάβει τα αναγκαία μέτρα, ώστε να μην τον απασχολεί πέραν του νομίμου ωραρίου αλλά και να καταγράφει τις τυχόν πέραν του ωραρίου αυτού ώρες εργασίας του και (β) ενόψει του ύψους των αποδοχών του, που υπερβαίνουν κατά 60% μέχρι πέραν του 100% τις νόμιμες, των λοιπών σε είδος παροχών και του γεγονότος ότι προέβαλε μετά την αποχώρησή του τις απαιτήσεις του, που προηγουμένως απέκρυπτε, η εκ των υστέρων και αφού κατέστη εκ των πραγμάτων αδύνατος πλέον ο έλεγχος και η εξακρίβωση των ισχυρισμών του, ανατροπή της εύλογης πεποίθησης της αναιρεσείουσας ότι δεν υφίσταται θέμα αξιώσεων του αναιρεσιβλήτου σχετικών με τον χρόνο παροχής εργασίας, έχει για την αναιρεσείουσα δυσμενείς επιπτώσεις και σε κάθε περίπτωση η άσκηση των ενδίκων αξιώσεων υπό τις συνθήκες αυτές αντίκειται στην καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον οικονομικό και κοινωνικό σκοπό του δικαιώματος.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος, κατά μεν το α' σκέλος του από τον αριθ. 1 του αρθ. 559 ΚΠολΔ περί εσφαλμένης μη εφαρμογής του αρθ. 281 ΑΚ, αν και συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, και δη περί εσφαλμένης υπαγωγής των ως άνω παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης σε σχέση με την παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη ως αβάσιμος, κατά δε το β' σκέλος του, κατ' ορθή εκτίμηση αυτού, περί μη λήψεως υπόψη και των άλλων ως άνω πραγματικών περιστατικών για την στήριξη της ένστασης αυτής της αναιρεσείουσας, τα οποία πραγματικά προτάθηκαν απ' αυτήν τόσον ενώπιον του Πρωτοδικείου όσο και ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου (όπως προκύπτει από τις αντίστοιχες προτάσεις της, αρθ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), αληθώς από τον αριθμό 8 (και όχι 19, όπως φέρεται) του αρθ. 559 ΚΠολΔ, ως αλυσιτελής και ερειδόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον τα φερόμενα ως μη ληφθέντα υπόψη περιστατικά αθροιστικά εκτιμώμενα με την (ληφθείσα υπόψη) πάροδο ικανού χρονικού διαστήματος από την γένεση των επιδίκων αξιώσεων μέχρι την δικαστική επιδίωξή τους, δεν καθιστούν καταχρηστική την άσκηση της ένδικης αγωγής.

Σύμφωνα με όλα τα προαναφερθέντα πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4-7-2008 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "CLUB MEDITERANNEE ΕΛΛΑΣ Α.Ε. - ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΚΕΝΤΡΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ" για αναίρεση της 4027/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Νοεμβρίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Ιανουαρίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ