Supreme Court quashes lower court ruling on termination of employment contract with a disabled worker under mandatory quota laws.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece quashed the Athens Court of Appeal's decision regarding the termination of an employment contract with a disabled employee. The lower court had declared the termination invalid because the employer failed to obtain a specific committee decision required by the law for terminating such contracts. The Supreme Court ruled that the lower court erred in applying the law, as the employee's disability percentage did not trigger the specific termination procedures mandated by the relevant statutes. Consequently, the case was remanded to the Court of Appeal for further proceedings with a different panel of judges.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1, 23, and 11 of Law 2643/1998; The termination of an employment contract with a worker hired under mandatory quota provisions for persons with disabilities does not require a prior decision by the specialized committee if the worker's disability percentage falls outside the scope of the specific termination rules applicable to those with higher disability ratings.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 74 / 2010 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 74/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, και Σαράντη Δρινέα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε", η οποία εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Κωνσταντίνο Λένη και Ιωάννα Μανιάτη.
Της αναιρεσίβλητης: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Αναστασίου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-4-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 963/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 3322/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 26-9-2008 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Σαράντης Δρινέας ανέγνωσε την από 29-9-09 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και καθένας από αυτούς, την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά το άρθρ. 1 παρ. 1 του Ν. 963/1979 "περί επαγγελματικής αποκαταστάσεως αναπήρων και εν γένει ατόμων μειωμένων ικανοτήτων", προστατευόμενα κατά την έννοια του νόμου αυτού άτομα είναι τα ηλικίας 15-65 ετών, που έχουν περιορισμένες δυνατότητες προς επαγγελματική απασχόληση λόγω οποιασδήποτε χρόνια σωματικής ή πνευματικής πάθησης ή βλάβης και τα οποία απολαμβάνουν, πέραν των υπό της κείμενης νομοθεσίας προβλεπόμενων παροχών και ενεργημάτων και της ένδικης προστασίας που θεσπίζεται με τον νόμο αυτό.
Περαιτέρω, με το άρθρ. 23 παρ. 1 του Ν. 1320/1983 ορίσθηκε ότι Δημόσιες Υπηρεσίες, ΝΠΔΔ, ΟΤΑ, Οργανισμοί Κοινής Ωφελείας, Τράπεζες και εν γένει όλοι οι φορείς του κατά το άρθρ. 6 παρ. 1 του Ν. 1256/1982 δημόσιου τομέα, υποχρεώνονται να προσλαμβάνουν χωρίς διαγωνισμό και σε αναλογία 5% κενές θέσεις, αναπήρους και γενικά άτομα με μειωμένες ικανότητες, που υπάγονται στις διατάξεις του Ν. 963/1979, με τις προϋποθέσεις που ορίζονται στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου, δηλαδή εφόσον έχουν τα απαραίτητα προσόντα που απαιτούνται για τον διορισμό τους στις συγκεκριμένες θέσεις, έχουν εγγραφεί στα οικεία μητρώα των υπηρεσιών του ΟΑΕΔ κλπ.
Στη συνέχεια, εκδόθηκε ο Ν. 1648/1986, "προστασία πολεμιστών, αναπήρων και θυμάτων πολέμου και μειονεκτούντων προσώπων", με τον οποίο καταργήθηκαν οι παραπάνω διατάξεις και ορίσθηκε κατά τρόπο ενιαίο η παρεχόμενη προστασία στα άτομα που έχουν ανάγκη, όπως πολεμιστές, ανάπηροι και θύματα πολέμου κλπ. Ειδικότερα, με το άρθρο 1 παρ. 4 αυτού, ορίσθηκε ότι προστατεύονται ανάπηρα άτομα ηλικίας 15-65 ετών, που έχουν περιορισμένη ικανότητα για επαγγελματική απασχόληση από οποιαδήποτε χρόνια σωματική ή πνευματική ή ψυχική πάθηση ή βλάβη, εφόσον είναι εγγεγραμμένοι στα μητρώα ανέργων αναπήρων του ΟΑΕΔ.
Με το άρθρ. 2 του ίδιου νόμου, καθορίσθηκαν οι επιχειρήσεις και τα ποσοστά των προστατευόμενων από τον νόμο προσώπων που υποχρεούνται να προσλαμβάνουν ανεξαρτήτως αν υπάρχουν ή όχι κενές θέσεις. Σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις μεταξύ του εργοδότη, που υπέχει υποχρέωση καλύψεως θέσης με αναπήρους κλπ και του τοποθετούμενου μισθωτή, συνάπτεται αναγκαστική για τον πρώτο σύμβαση εργασίας, η οποία τελειούται με την εμπρόθεσμη εμφάνιση του δευτέρου για ανάληψη υπηρεσίας και κατά την κατάρτιση της οποίας η δικαιοπρακτική βούληση του εργοδότη, που δεν υπάρχει, αναπληρώνεται από την απόφαση της Επιτροπής του άρθρ. 8 του Ν. 1648/1986.
Οι τοποθετούμενοι, κατ' άρθρ. 4 παρ. 2β' του Ν. 1648/1986 εξομοιώνονται πλήρως, ανάλογα με τα προσόντα τους, με το υπόλοιπο προσωπικό, ως προς τους όρους εργασίας, την αμοιβή, τις προαγωγές και γενικά τις συνθήκες εργασίας, με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων του άρθρ. 11 για την απόλυσή τους. Στο τελευταίο αυτό άρθρο, που έχει ως τίτλο "λύση σχέσης εργασίας", ορίζονται μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: "1.
Η σχέση εργασίας A) εκείνων που τοποθετούνται με τις διατάξεις του νόμου αυτού ή έχουν τοποθετηθεί σύμφωνα με τις ισχύουσες μέχρι τη δημοσίευση του νόμου αυτού διατάξεις για τους πολεμιστές και Β) των αναπήρων ατόμων της παρ. 4 του άρθρου 1 του νόμου αυτού, ανεξάρτητα αν έχουν προσληφθεί υποχρεωτικά ή όχι λύεται:
α) .... β) ... γ) Με καταγγελία ύστερα από απόφαση της Επιτροπής του άρθρου 8 του νόμου αυτού για τους εξής λόγους: αα) Για παραβάσεις που προβλέπονται από τον νόμιμα αναγνωρισμένο οργανισμό ή κανονισμό της υπηρεσίας ή επιχείρησης ή εκμετάλλευσης, για τις οποίες ορίζεται ως ποινή ή απόλυση. ββ) Για αποδεδειγμένη ανεπάρκεια ή ακαταλληλότητα στην εκτέλεση της εργασίας, που δεν οφείλεται πάντως στα τραύματα ή στην αναπηρία ή για ανάρμοστη συμπεριφορά ή για αντιπειθαρχική γενικά διαγωγή".
Με τις προαναφερθείσες διατάξεις ρυθμίστηκαν εξαντλητικά οι τρόποι λύσεως της σχέσεως εργασίας των προστατευόμενων προσώπων και οι περιπτώσεις για τις οποίες απαιτείται να προηγηθεί απόφαση της Επιτροπής του άρθρ. 8 του νόμου για τη λύση της σχέσεως εργασίας με καταγγελία. Ακόμη με το άρθρο 13 του ίδιου νόμου 1648/1986 ορίσθηκε ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται και για όσους έτυχαν προστασίας με βάση της προϊσχύουσα για τους πολεμιστές και αναπήρους νομοθεσίας.
Ακολούθως, το πρώτον με το άρθρ. 13 παρ. 2 του Ν. 2026/1992 ορίσθηκε ότι για την υπαγωγή αναπήρων ατόμων στις διατάξεις του άρθρ. 1 παρ. 4 του Ν. 1648/1986 απαιτείται κατώτατο ποσοστό αναπηρίας 40%. Έτσι, με το άρθρ. 22 του Ν.2224/1994 τροποποιήθηκε η πιο πάνω διάταξη του άρθρ. 1 παρ. 4 του Ν. 1648/1996 με την προσθήκη και της εν λόγω προϋποθέσεως ("ποσοστού αναπηρίας 40% τουλάχιστον").
Ήδη ο Ν. 1648/1986 αντικαταστάθηκε από τον Ν. 2643/1998 "μέριμνα για την απασχόληση προσώπων ειδικών κατηγοριών και άλλων διατάξεις", με τον οποίο ρυθμίζονται πλέον τα θέματα αυτά. Στο άρθ. 1 παρ. 1 του άνω νόμου ορίζονται οι κατηγορίες των προστατευόμενων προσώπων, στα οποία περιλαμβάνονται, σύμφωνα με την παρ. β' και τα άτομα με ποσοστό αναπηρίας 50% τουλάχιστον, που έχουν περιορισμένες δυνατότητες για επαγγελματική απασχόληση εξ αιτίας οποιασδήποτε χρόνιας σωματικής ή πνευματικής ή ψυχικής πάθησης ή βλάβης (άτομα με ειδικές ανάγκες), εφόσον είναι γραμμένα στα μητρώα ανέργων αναπήρων του ΟΑΕΔ.
Η τοποθέτηση των προστατευόμενων προσώπων γίνεται, κατ' άρθρ. 5 του ίδιου νόμου, από την Επιτροπή του άρθρ. 9 αυτού και είναι υποχρεωτική για τον εργοδότη. Οι τοποθετούμενοι εξομοιώνονται πλήρως, ανάλογα με τα προσόντα τους, με το υπόλοιπο προσωπικό ως προς τους όρους εργασίας, την αμοιβή, τις προσαγωγές και γενικά τις συνθήκες εργασίας, με την επιφύλαξη του άρθρ. 11 για την απόλυσή τους.
Στο άρθρο αυτό, που αναφέρεται στη λύση της σχέσεως εργασίας, ορίζονται μεταξύ άλλων τα εξής: "1. Η σχέση εργασίας των προσώπων που τοποθετούνται με τις διατάξεις του παρόντος νόμου ή των προσώπων που έχουν τοποθετηθεί σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις για τους πολεμιστές μέχρι τη δημοσίευση του νόμου αυτού ή των ατόμων με ειδικές ανάγκες του πρώτου εδαφίου της περίπτωσης β' της παραγράφου 1 του άρθρου 1 ανεξαρτήτως αν έχουν προσληφθεί αναγκαστικά ή όχι, λύεται:
α)... β) ... γ) Με καταγγελία ύστερα από απόφαση της Επιτροπής του άρθρου 9 για τους εξής λόγους: αα) Για παραβάσεις που προβλέπονται από τον αναγνωρισμένο οργανισμό ή κανονισμό της υπηρεσίας ή επιχείρησης ή εκμετάλλευσης για τις οποίες ορίζεται ως ποινή η απόλυση, ββ) Για αποδεδειγμένη ανεπάρκεια ή ακαταλληλότητα στην εκτέλεση της εργασίας, που δεν οφείλεται πάντως στα τραύματα ή στην αναπηρία ή για ανάρμοστη συμπεριφορά ή για αντικοινωνική γενικώς διαγωγή".
Οι προαναφερθείσες διατάξεις του άρθρ. 11 του Ν. 2643/1998 αποτελούν ουσιαστικά επανάληψη των αντίστοιχων ως άνω διατάξεων του άρθρ. 11 του Ν. 1648/1986 με μόνη αλλά ουσιώδη διαφορά ότι για την υπαγωγή κάποιου ατόμου με ειδικές ανάγκες στις προστατευτικές διατάξεις του άρθρ. 11 του Ν. 2643/1998 πρέπει να έχει ποσοστό αναπηρίας 50% τουλάχιστον.
Συγκεκριμένα, με αμφότερες τις νομοθετικές αυτές ρυθμίσεις ορίσθηκε ο τρόπος λύσεως των προστατευόμενων προσώπων και δη α) εκείνων που τοποθετούνται με τις διατάξεις του οικείου νόμου, β) έχουν τοποθετηθεί σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις για τους πολεμιστές μέχρι τη δημοσίευση του νόμου αυτού και γ) των ατόμων με ειδικές ανάγκες (των ανάπηρων ατόμων κατά τη διατύπωση του Ν. 1648/1986), τα οποία, όπως ελέχθη, υπό την ισχύ του Ν. 2643/1998, πρέπει να έχουν ποσοστό αναπηρίας 50% τουλάχιστον.
Έτσι, για τη λύση με καταγγελία (όταν αυτή γίνεται για τους προβλεπόμενους υπό στοιχ. αα και ββ του άρθρ. 11 παρ. 1 περ. γ' του Ν. 2643/1998 λόγους), της σχέσεως εργασίας των ατόμων αυτών, που έχουν δηλαδή ποσοστό αναπηρίας 50% τουλάχιστον, αφού μόνο αυτά εμπίπτουν, σύμφωνα με το άρθρ. 11 παρ. 1 του άνω νόμου, στην περίπτωση β του άρθρ. 1 παρ. 1 εδ.
α' αυτού, απαιτείται απόφαση της Επιτροπής του άρθρ. 9. Εάν ο νομοθέτης ήθελε να επεκτείνει την παρεχόμενη πιο πάνω προστασία και στα άτομα με ειδικές ανάγκες που τοποθετήθηκαν αναγκαστικά με τις προϊσχύουσες του Ν. 2643/1998 διατάξεις, ανεξαρτήτως ποσοστού αναπηρίας αυτών, θα το είχε διαλάβει ρητώς, όπως έκαμε για τους παλαιούς πολεμιστές, τους οποίους περιέλαβε στην προστασία του άρθρ. 11 ορίζοντας ότι "η σχέση εργασίας των προσώπων που έχουν τοποθετηθεί σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις για τους πολεμιστές μέχρι τη δημοσίευση του νόμου αυτού" λύεται σύμφωνα με όσα προβλέπονται στις διατάξεις του εν λόγω άρθρου.
Η βούληση αυτή του νομοθέτη συνάγεται με σαφήνεια και εκ του ότι στον Ν. 2643/1998 δεν περιλήφθηκε διάταξη ανάλογου περιεχομένου με εκείνο της ήδη προαναφερθείσας του άρθρ. 13 του Ν. 1648/1986, στην οποία με τον τίτλο "διατήρηση προστασίας" οριζόταν ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται και για όσους έτυχαν προστασίας με βάση την προϊσχύουσα για τους πολεμιστές και αναπήρους νομοθεσία, ενώ με το άρθρ. 15 του Ν. 2643/1998 ορίσθηκε ότι από την έναρξη ισχύος του καταργούνται οι διατάξεις του Ν. 1648/1986.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, η οποία λόγω μόνιμης σωματικής αναπηρίας (εξόρηξη αριστερού οφθαλμού) είχε εγγραφεί στα μητρώα ατόμων με ειδικές ανάγκες του ΟΑΕΔ, προσλήφθηκε από την εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα Τράπεζα με σύμβαση εργασίας την 30-7-1984 και εντάχθηκε στο προσωπικό του λογιστικού κλάδου της τράπεζας με τον βαθμό του Δοκίμου και έκτοτε εξελίχθηκε βαθμολογικά μέχρι τον βαθμό του Λογιστή Α', τον οποίο κατείχε από 1.1.1999, λαμβάνοντας κατά το μήνα Ιανουάριο 2003, μηνιαίες αποδοχές 1.187,59 ευρώ.
Η ανωτέρω καταρτιθείσα μεταξύ των διαδίκων αναγκαστική σύμβαση εργασίας ήταν ορισμένου χρόνου, αφού στο άρθρου 33 του Κανονισμού Εργασίας της αναιρεσείουσας προβλέπεται όριο ηλικίας για την αποχώρηση των υπαλλήλων της από την υπηρεσία. Η αναιρεσίβλητη υπηρέτησε σε διάφορες υπηρεσιακές μονάδες της Τράπεζας και στις 3.12.1999 τοποθετήθηκε στο Υποκατάστημα ..., όπου ασχολήθηκε στην Υπηρεσία της Καταναλωτικής Πίστης - Εθνοκάρτα.
Κατά την παραμονή της στο παραπάνω κατάστημα, με αφορμή παράπονα πελατών της τράπεζας, για την ύπαρξη ληξιπροθέσμων οφειλών τους από πιστωτικές κάρτες, χωρίς οι ίδιοι να έχουν κάμει χρήση των καρτών αυτών, διαπιστώθηκε, ύστερα από σχετική έρευνα, ότι η αναιρεσίβλητη α) χρησιμοποίησε πιστωτικές κάρτες πελατών, τις οποίες οι τελευταίοι είχαν προσκομίσει στη Μονάδα για ακύρωση, αναλαμβάνοντας με αυτές διάφορα χρηματικά ποσά, τα οποία και ιδιοποιήθηκε, β) μεθόδευσε τη χορήγηση Εθνοκαρτών και την έκδοση πιστωτικών καρτών σε ονόματα συγγενών της, χωρίς να το γνωρίζουν οι ίδιοι, ιδιοποιούμενη τα χρήματα των δανείων και των καρτών που εκδόθηκαν, και γ) ανέλαβε από λογαριασμό πελάτισσας με δανειακή σύμβαση (ανοικτό Εθνοδάνειο) όλο το ποσό του δανείου, με αποτέλεσμα, από τις ενέργειές της αυτές να ιδιοποιηθεί το συνολικό ποσό των 38.319,25 ευρώ, χρησιμοποιώντας προς τούτο ιδιαίτερα τεχνάσματα, όπως καταστροφή υπηρεσιακών εγγράφων, κατασκευή δανειακών συμβάσεων, αλλαγές των διευθύνσεων αποστολής των μηνιαίων αντιγράφων κίνησης καρτών, κλπ.
Στις 5.9.2002, παρουσία του ασκούντος χρέη Διευθυντή της Μονάδος ..., η αναιρεσίβλητη παραδέχθηκε τις ως άνω πράξεις της και υποσχέθηκε την καταβολή στους δικαιούχους του προαναφερόμενου χρηματικού ποσού, που είχε αποκομίσει κατά τον παραπάνω τρόπο, πράγμα που στη συνέχεια έπραξε. Μετά την διαπίστωση των πιο πάνω παράνομων και αντισυμβατικών ενεργειών της και κατόπιν εγκρίσεως από τον Υποδιοικητή της τράπεζας ...
της από 15-1-2003 σχετικής εισηγήσεως του Προϊσταμένου της Δ/νσης Προσωπικού, η τελευταία κατήγγειλε εγγράφως την ανωτέρω σύμβαση εργασίας της αναιρεσίβλητης, στις 29-1-2003, κοινοποιώντας σε αυτή αυθημερόν το έγγραφο της καταγγελίας, και επικαλούμενη, σύμφωνα με το άρθρο 33 παρ. 1 γ' του Κανονισμού εργασίας της τράπεζας και το άρθρο 672 ΑΚ, σπουδαίο λόγο, ο οποίος συνίστατο, σύμφωνα με την έγγραφη καταγγελία, στη βαρύτατη και υπαίτια εκ μέρους της εργαζομένης παραβίαση των συμβατικών της υποχρεώσεων απέναντι στην τράπεζα.
Δηλαδή, η καταγγελία έλαβε χώρα, χωρίς να τηρήσει η εργοδότρια την προβλεπόμενη από το άρθρο 11 του Ν. 2643/1998 διαδικασία και χωρίς να υπάρξει απόφαση της Επιτροπής του άρθρου 9 του ανωτέρω νόμου. Η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται, συνεχίζει το Εφετείο, ότι η ανωτέρω διάταξη δεν αφορά όλα ανεξαιρέτως τα άτομα με ειδικές ανάγκες, που μια επιχείρηση απασχολεί οικειοθελώς ή κατόπιν αναγκαστικής τοποθετήσεως με βάση προϊσχύσασες διατάξεις, ανεξαρτήτως δηλαδή ποσοστού αναπηρίας, αλλά αφορά μόνον εκείνους που έχουν το προβλεπόμενο από τον ανωτέρω νεότερο νόμο ελάχιστο ποσοστό αναπηρίας 50%, με αποτέλεσμα η αναιρεσίβλητη, η οποία προσλήφθηκε με βάση το Ν.963/1979 έχοντας ποσοστό αναπηρίας 35%, να μην υπάγεται στην προστασία του νέου αυτού νόμου και έτσι να μην είναι αναγκαία η τήρηση της διαδικασίας, που προβλέπει η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 11 του Ν.2643/1998.
Όμως, εφόσον α) μεταξύ των διαδίκων καταρτίσθηκε αναγκαστική σύμβαση εργασίας, με βάση τις ισχύουσες κατά το χρόνο της προσλήψεως προστατευτικές για τους αναπήρους διατάξεις του Ν.963/1979 του άρθρου 23 του Ν. 1320/1983, με επακόλουθο τον περιορισμό της συμβατικής ελευθερίας της αναιρεσείουσας ως προς την λύση της συγκεκριμένης σύμβασης, στα πλαίσια της βασικής επιδίωξης του νομοθέτη, που είναι η διασφάλιση της μονιμότητας στην απασχόληση των πιο πάνω ατόμων μειωμένων ικανοτήτων, με την παροχή σε αυτά προστασίας καθ' όλη τη διάρκεια της εργασιακής τους σχέσης και όχι μόνον κατά την έναρξη αυτής, και β) η προβλεπόμενη από τον ισχύοντα νόμο 2643/1998 προστασία καταλαμβάνει και όλους τους αναπήρους, οι οποίοι είχαν προσληφθεί αναγκαστικά, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις, ανεξαρτήτως του χρόνου, κατά τον οποίο αυτοί προσλήφθηκαν, και του ποσοστού αναπηρίας αυτών, δεδομένου ότι με την καθιέρωση ελαχίστου ποσοστού αναπηρίας (αρχικά 40% και στη συνέχεια 50%) δεν καταργήθηκε η προστασία των ατόμων εκείνων, που είχαν προσληφθεί με μικρότερο ποσοστό αναπηρίας, με βάση τις προϊσχύσασες προστατευτικές διατάξεις του Ν.963/1979, σε συνδυασμό με το άρθρο 23 του Ν.1320/1983, και του Ν.1648/1986, ήταν απαραίτητο, να τηρηθεί από την αναιρεσείουσα η διαδικασία του άρθρου 11 του Ν. 2643/1998, δηλαδή να υπάρξει απόφαση της Επιτροπής, του άρθρ. 9 του ίδιου νόμου σχετικά με την καταγγελία της συμβάσεως για τους προβλεπόμενους στην παρ.1 περ.
γ' του άρθρ. 11 λόγους. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο κατέληξε στην κρίση ότι, εφόσον δεν προηγήθηκε τέτοια απόφαση της ανωτέρω Επιτροπής, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της αναιρεσίβλητης εκ μέρους της αναιρεσείουσας είναι παράνομη και ως εκ τούτου άκυρη (άρθ. 174, 180 του ΑΚ) με αποτέλεσμα η τελευταία να καταστεί υπερήμερη και να οφείλει μισθούς υπερημερίας, αφού δε εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε αποφανθεί αντιθέτως, αναγνώρισε ότι είναι άκυρη η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της αναιρεσίβλητης και ότι η αναιρεσείουσα υποχρεούται να καταβάλει μισθούς υπερημερίας.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρ. 1 παρ. 1β, 11 παρ. 1γ και 15 του Ν.2643/1998, διότι για την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της αναιρεσίβλητης δεν απαιτείτο προηγούμενη απόφαση της Επιτροπής του άρθρ. 9, αφού αυτή με ποσοστό αναπηρίας 35% δεν μπορούσε να υπαχθεί στις προστατευτικές για τη λύση της σχέσεως εργασίας της διάταξης του άρθρ. 11 του Ν.2643/1998, με μη συμπεριλαμβανομένη στα άτομα με ειδικές ανάγκες του πρώτου εδαφίου της περίπτωσης β' της παραγράφου 1 του άρθρ. 1 του Ν.2643/1998.
Επομένως, ο μοναδικός από το άρθρ. 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται η παραπάνω πλημμέλεια, είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 3322/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση το ίδιο Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Νοεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 19 Ιανουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ