Supreme Court dismisses appeal for failure to cite specific legal grounds and assumptions in the appeal petition.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Court of First Instance's judgment regarding a lease dispute. The appellant argued that the lower court erred in law and fact but failed to specify the exact legal provisions violated or the specific assumptions made in its reasoning. The court ruled that the appeal petition was invalid because it did not meet the statutory requirements for citing specific grounds and assumptions under the Code of Civil Procedure.
Legislator headnote
AI generatedArticles 118, 559, 566, 577 of the Code of Civil Procedure: An appeal petition must explicitly cite the specific legal provisions violated and the exact assumptions of the challenged decision; failure to do so renders the appeal inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 74 / 2008 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 74/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο, Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Γεώργιο Πετράκη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο και Γεωργία Λαλούση, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΣΤΕΛΙΟΣ ΣΥΚΙΑΝΑΚΗΣ ΒΙΟΤΕΧΝΙΚΗ - ΕΜΠΟΡΙΚΗ - ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", που εδρεύει στη Λαμία και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Δημητρακόπουλο, ο οποίος δήλωσε ότι ανακαλεί την από 31-10-2007 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και παρίσταται.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)....., 2) ...... και 3) ......, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ανδρέα Αθανασιάδη, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-1-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και με την από 24-2-2005 ανταγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε με τις προτάσεις της στο ίδιο δικαστήριο και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2162/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 3226/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11-10-2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Γεωργία Λαλούση, διάβασε την από 9-10-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 126 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ η επίδοση γίνεται α) προσωπικά σε εκείνον, στον οποίο απευθύνεται το έγγραφο, β) για πρόσωπα που δεν έχουν ικανότητα δικαστικής παράστασης, στο νόμιμο αντιπρόσωπό τους, γ) για νομικά πρόσωπα ή άλλες ενώσεις προσώπων, στον εκπρόσωπό τους, σύμφωνα με το νόμο ή το καταστατικό, δ) για το δημόσιο σε εκείνους που το εκπροσωπούν σύμφωνα με το νόμο, και κατά την παράγραφο 2 αν υπάρχουν περισσότεροι νόμιμοι αντιπρόσωποι, αρκεί η επίδοση σε έναν από αυτούς.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 124 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ η επίδοση επιτρέπεται οπουδήποτε βρεθεί το πρόσωπο προς το οποίο πρόκειται να γίνει, και κατά την παράγραφο 2 αν το πρόσωπο έχει στον τόπο όπου πρόκειται να γίνει η επίδοση κατοικία, κατάστημα, γραφείο ή εργαστήριο, είτε μόνο του είτε με άλλον ή εργάζεται εκεί ως υπάλληλος, εργάτης ή υπηρέτης, η επίδοση σε άλλο μέρος δεν μπορεί να γίνει χωρίς τη συναίνεσή του.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 129 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ αν ο παραλήπτης της επίδοσης δεν βρίσκεται στο κατάστημα, το γραφείο ή το εργαστήριο, που προβλέπει το άρθρο 124 παράγραφος 2, το έγγραφο παραδίδεται στα χέρια του διευθυντή του καταστήματος, του γραφείου ή του εργαστηρίου ή σε έναν από τους συνεταίρους, συνεργάτες, υπαλλήλους ή υπηρέτες, εφόσον έχουν συνείδηση των πράξεών τους και δεν συμμετέχουν στη δίκη ως αντίδικοι του παραλήπτη της επίδοσης, και κατά την παράγραφο 2 αν κανένα από τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 δεν βρίσκεται στο κατάστημα, στο γραφείο ή στο εργαστήριο, εφαρμόζονται όσα ορίζονται στο άρθρο 128 παράγραφος 1.
Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων σαφώς προκύπτει ότι προκειμένου να γίνει επίδοση εγγράφου σε ανώνυμη εταιρία, που αποτελεί νομικό πρόσωπο, αυτή γίνεται προς τον κατά το νόμο ή το καταστατικό νόμιμο εκπρόσωπό της είτε στην κατοικία του είτε στο κατάστημα, γραφείο ή εργαστήριο του νομικού προσώπου, όταν δε ο νόμιμος εκπρόσωπος δεν βρίσκεται στην κατοικία του το έγγραφο εγχειρίζεται σε συνοικούντα με αυτόν συγγενή ή υπηρέτη και σε περίπτωση απουσίας τους σε έναν από τους λοιπούς συνοίκους, ενώ στην περίπτωση που ο νόμιμος εκπρόσωπος δεν βρίσκεται στο κατάστημα, γραφείο ή εργαστήριο του νομικού προσώπου, το έγγραφο εγχειρίζεται στο διευθυντή ή σε κάποιον από τους υπηρέτες ή υπαλλήλους του καταστήματος.
Με τον τρόπο αυτό εξασφαλίζεται η δυνατότητα γνώσεως του επιδιδόμενου εγγράφου εκ μέρους του νομίμου εκπροσώπου του νομικού προσώπου. Δεν έχει σημασία ο τόπος ο οποίος κατά το καταστατικό φέρεται ως έδρα της εταιρίας, αλλά σημασία έχει ο τόπος της εργασίας ή κατοικίας του εκπροσωπούντος το νομικό πρόσωπο φυσικού προσώπου που δεν είναι κατά νόμο απαραίτητο να βρίσκεται στον τόπο της κατά το καταστατικό έδρας της εταιρίας.
Συνεπώς, είναι κατά νόμο δυνατό το γραφείο του νομίμου εκπροσώπου να είναι σε διαφορετικό τόπο από τον αναφερόμενο στο καταστατικό τόπο ως έδρα της εταιρίας. Εξάλλου, από τα ανωτέρω μνημονευόμενα άρθρα σε συνδυασμό με τα άρθρα 159, 544 και 559 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι για την τήρηση του τύπου που διαγράφεται από τις διατάξεις αυτές δεν προβλέπεται ακυρότητα, ούτε δίδεται αναψηλάφηση ή αναίρεση, αλλά για να απαγγελθεί ακυρότητα, πρέπει να επήλθε σ' αυτόν που προτείνει την παράβαση βλάβη που δεν μπορεί να ανορθωθεί αλλιώς παρά μόνο με την απαγγελία ακυρότητας.
Το δικαστήριο δε έχει εξουσία να δεχθεί ή να απορρίψει την ύπαρξη του προτεινόμενου πραγματικού γεγονότος της βλάβης από τα στοιχεία της δικογραφίας χωρίς να είναι υποχρεωμένο να διατάξει γι' αυτό απόδειξη. Η κρίση του αυτή για τη βλάβη, αναγόμενη στα πράγματα δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση η προσβαλλόμενη με την αναίρεση 3226/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών δέχθηκε ότι η έφεση έχει ασκηθεί νομότυπα με την επίδοση της εφέσεως στον υπάλληλο του μη ανευρεθέντος στο κατάστημα Χαλανδρίου νομίμου εκπροσώπου της εφεσίβλητης, απορρίπτοντας ισχυρισμό της εφεσίβλητης (που είχε προταθεί και στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο) για απαράδεκτο της συζήτησης, επειδή η επίδοση της έφεσης, αλλά και της αγωγής δεν είναι νόμιμη αφού δεν είχε γίνει στην έδρα της όπου βρίσκεται και ο νόμιμος εκπρόσωπός της αλλά στο υποκατάστημά της (επίδικο μίσθιο).
Η αναιρεσείουσα-εναγομένη-εφεσίβλητη ανώνυμη εταιρία με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης προσβάλλει την προαναφερόμενη απόφαση διότι παρά το νόμο δεν κήρυξε ακυρότητα για το λόγο ότι η επίδοση της έφεσης αλλά και της αγωγής δεν έγινε στην έδρα της στη Λαμία (Ο.Τ.4α-ΒΙΠΕ Λαμίας), όπου βρίσκεται και ο νόμιμος εκπρόσωπος αυτής, αλλά στο Υποκατάστημά της στο Χαλάνδρι και ζητεί την ακύρωσή της για να επαναληφθεί η κλήση.
Το Εφετείο όμως, σύμφωνα με όσα εκτίθενται παραπάνω, ορθά έκρινε ότι η επίδοση της έφεσης και της αγωγής έγινε νομίμως στο κατάστημα της εφεσίβλητης-αναιρεσείουσας, η οποία, άλλωστε, όπως δέχθηκε νοηματικά το Εφετείο, έλαβε γνώση των δικογράφων και υπερασπίστηκε την υπόθεση και δεν επικαλείται κάποια συγκεκριμένη δικονομική βλάβη.
Ο λόγος αυτός της αναίρεσης, κατ' ακολουθίαν, είναι αβάσιμος.
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν ουσιαστικό ή δικονομικό δικαίωμα, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση (ΟλΑΠ 3/1997).
Δεν είναι "πράγματα", όμως με την πιο πάνω έννοια η άρνηση της αγωγής ή ένστασης, αιτιολογημένη ή όχι, τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 469/1984). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 574, 575 και 576 ΑΚ που εφαρμόζονται και στις εμπορικές μισθώσεις, προκύπτει ότι με τη σύμβαση της μίσθωσης ο εκμισθωτής υποχρεούται να παραχωρήσει στο μισθωτή το μίσθιο κατάλληλο για τη συμφωνηθείσα χρήση και να το διατηρεί κατάλληλο για τη χρήση αυτή καθόλη τη διάρκεια της σύμβασης, ο δε μισθωτής υποχρεούται σε αντάλλαγμα για την παρεχόμενη δυνατότητα χρήσης του μισθίου να καταβάλει στον εκμισθωτή το μίσθωμα που συμφωνήθηκε.
Αν όμως, κατά το χρόνο παράδοσης του μισθίου αυτό έχει ή κατά τη διάρκεια της μίσθωσης εμφανίσει ελάττωμα που εμποδίζει μερικά ή ολικά τη συμφωνημένη χρήση, ο μισθωτής έχει δικαίωμα μείωσης ή μη καταβολής του μισθώματος. Επομένως, η ανωτέρω υποχρέωση του εκμισθωτή γεννά αντίστοιχο δικαίωμα του μισθωτή να μην καταβάλει το συμφωνημένο μίσθωμα, αν η χρήση του μισθίου παρακωλύθηκε ολικά ή μερικά εξαιτίας του ελαττώματος και για όσο χρόνο διαρκεί η κατάσταση αυτή ή να ζητήσει ανάλογη μείωση του μισθώματος, εκτός αν ο μισθωτής, παρά την ύπαρξη του πραγματικού ελαττώματος έκανε χρήση του μισθίου, οπότε έχει υποχρέωση να καταβάλει το μίσθωμα που οφείλεται σε αντάλλαγμα της χρήσης που έγινε.
Τόσο δε στην περίπτωση ολικής, όσο και μερικής παρακώλυσης, ο μισθωτής έχει δικαίωμα να μην καταβάλει ή να καταβάλει μειωμένο μίσθωμα, προβάλλοντας το δικαίωμά του και κατ' ένσταση (ΟλΑΠ 50/2005). Στη συγκεκριμένη περίπτωση οι αναιρεσίβλητοι-ενάγοντες με την από 12-1-2005 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επικαλούμενοι ενεργό σύμβαση μίσθωσης για το χρονικό διάστημα από 1-7-2004 μέχρι 30-6-2010, μεταξύ αυτών και της αναιρεσείουσας-εναγομένης εταιρίας, ενός καταστήματος, το οποίο περιγράφουν, ζήτησαν να υποχρεωθεί η μισθώτρια να τους καταβάλει το μίσθωμα (3.629,44 ευρώ) για το μήνα Ιανουάριο 2005, την καταβολή του οποίου καθυστερούσε.
Η αναιρεσείουσα, αμυνόμενη κατά της αγωγής, ισχυρίστηκε, ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ότι εμφανίστηκε πραγματικό ελάττωμα το οποίο αποκλείει ολοκληρωτικά τη χρήση του μισθίου και ότι ασκεί το δικαίωμά της για μη καταβολή του μισθώματος για όσο χρόνο υφίσταται το ελάττωμα. Ειδικότερα, ισχυρίστηκε ότι κατά τη διάρκεια νεροποντής που συνέβη στις 18-12-2004 πλημμύρισε η υπόγεια αίθουσα του μισθίου καταστήματος, ότι η είσοδος των υδάτων οφειλόταν στην ακαταλληλότητα του φρεατίου για την απορροή που υπήρχε στο τέλος της ράμπας που οδηγούσε στην υπόγεια αίθουσα και ότι το πρόβλημα επιτάθηκε από ανεπάρκεια της στεγανότητας της θύρας του υπογείου.
Οι αναιρεσίβλητοι αρνήθηκαν την ύπαρξη κατασκευαστικού ελαττώματος στο φρεάτιο και αμυνόμενοι κατά της ένστασης για το ελάττωμα, με την προσθήκη των προτάσεων ισχυρίστηκαν δε ακόμη ότι "η αντικατάσταση της μεταλλικής πόρτας του υπογείου έγινε πιθανότατα από το προηγούμενο μισθωτή Πολ. Μηχανικό ......
με δική τους συμφωνία μετά τη σύμβαση της μίσθωσης και δεν μας αφορά, διότι ως προς αυτή είμαστε τρίτοι. Εμείς παραδώσαμε σύμφωνα με τους όρους του μισθωτηρίου το μίσθιο, η μισθώτρια το ήλεγξε και το βρήκε κατάλληλο και το παρέλαβε χωρίς καμία επιφύλαξη" και σε άλλο σημείο επίσης της προσθήκης ότι "εάν είχε υποστεί η αντίδικος οποιαδήποτε ζημία αυτή έχει προέλευση τη δική της αποκλειστική υπαιτιότητα, άλλως συνυπαιτιότητα της ιδίας και των προστηθέντων από αυτήν προσώπων, εάν ο Πολ.
Μηχανικός ......, στον οποίο, ως διατείνεται εμμέσως πλην σαφώς, ότι ανέθεσε να της αλλάξει την μεταλλική πόρτα του υπογείου προς τη ράμπα του υπογείου, τότε η εναγομένη και οι από αυτήν προστηθέντες έχουν τη σχετική ευθύνη". Τα ανωτέρω εκτιθέμενα στην προσθήκη των προτάσεων δεν θεμελιώνουν αντένσταση επί της ενστάσεως της εναγομένης για ύπαρξη ελαττωμάτων, αλλά αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση των περιστατικών αυτής (δεν υπήρχε ελάττωμα και επιπλέον η αλλαγή της πόρτας έγινε μετά την παραλαβή του μισθίου), έτσι ώστε δεν θεμελιώνεται λόγος αναίρεσης από την παράγραφο 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο οι αναιρεσείοντες αιτιώνται το Εφετείο γιατί έλαβε υπόψη τα άνω περιστατικά, που, κατ'αυτούς, συνιστούν αντένσταση, χωρίς να έχει προβληθεί από τους αναιρεσιβλήτους η τελευταία και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αρ. 8 της ΚΠολΔ 559, κατ' ακολουθίαν, είναι προεχόντως απαράδεκτος.
Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος του που πλήττει την αναιρεσιβαλλομένη για κακή εκτίμηση των αποδείξεων, όσον αφορά την απόρριψη της άνω ένστασης της αναιρεσείουσας, είναι απαράδεκτος κατά την ΚΠολΔ 561 παρ.1.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Στη συγκεκριμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο ζητείται η αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης επειδή έχει υποπέσει στην ανωτέρω περιγραφόμενη πλημμέλεια λαμβάνοντας απαραδέκτως υπόψη τον ισχυρισμό περί κατασκευής της πόρτας που αναφέρεται στον προηγούμενο λόγο από την αναιρεσείουσα ως εκ του ότι ο ισχυρισμός αυτός προβλήθηκε για πρώτη φορά στο Εφετείο με την έφεση των αναιρεσιβλήτων. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, όπως προλέχθηκε αμέσως παραπάνω, τα περιστατικά αυτά νομίμως προβλήθηκαν με την προσθήκη των προτάσεων του πρώτου βαθμού των αναιρεσιβλήτων ως απάντηση στην ένσταση που προέβαλε η αναιρεσείουσα για ύπαρξη ελαττωμάτων στο μίσθιο και έτσι παραδεκτώς επαναφέρθηκαν από τους αναιρεσιβλήτους με λόγος της έφεσής τους ενώπιον του Εφετείου σύμφωνα με τα άρθρα 520 παρ.1, 522 και 527 ΚΠολΔ.
Ο από το άρθρο 559 αριθ. 10 λόγος αναίρεσης, κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο την ουσιαστική του κρίση σχημάτισε από τα μνημονευόμενα στην απόφαση αυτή αποδεικτικά μέσα. Στη συγκεκριμένη περίπτωση από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι αυτή σχημάτισε την ουσιαστική της κρίση και κατέληξε στο αποδεικτικό της πόρισμα, όσον αφορά τον άνω αρνητικό ισχυρισμό των αναιρεσιβλήτων, αφού έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των μαρτύρων ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, όλα τα έγγραφα και τις φωτογραφίες που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, καθώς και τις ένορκες βεβαιώσεις που αναφέρει. Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν δέχθηκε παρά το νόμο πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και γι' αυτό ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος κατά το δεύτερο σκέλος με το οποίο πλήττεται η ουσιαστική και ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου περί τα πράγματα είναι απαράδεκτος (ΚΠολΔ 561 παρ.1).
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 20 παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν το δικαστήριο, από εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου, δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, όχι δε και όταν το δικαστήριο εξετίμησε απλώς το περιεχόμενο του εγγράφου, ακριβώς όπως έχει, ύστερα από ορθή ανάγνωση (ΟλΑΠ 1/1999).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση με το πέμπτο λόγο της αναίρεσης η αναιρεσείουσα εκθέτοντας ότι από τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισε αυτή δεν αποδεικνύεται ο αναφερόμενος στους προηγούμενους λόγους ισχυρισμός και "με δεδομένο ότι δεν υπήρξε δήθεν ομολογία μας για τον ισχυρισμό αυτό των αντιδίκων, αλλά αντίθετα εμείς επικαλεστήκαμε ότι ήταν δική τους κατασκευή μέσω του .........
και τα μόνα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν για το εν λόγω ζήτημα είναι τα προαναφερόμενα και μάλιστα από εμάς, που αποδεικνύουν την αλήθεια του δικού μας ισχυρισμού, αν θεωρηθεί ότι υπήρξε απόδειξη για το εν λόγω ζήτημα, θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι το Δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των πιο πάνω εγγράφων (μαρτυρικές καταθέσεις των μαρτύρων της αντιδίκου και των δικών μας) με το να δεχθεί στο φύλλο 4 όπισθεν της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης ότι "οι ενάγοντες απέδωσαν, όπως και οι μάρτυρές τους, την είσοδο των υδάτων στο υπόγειο...
στη μη στεγανή κατασκευή από την ίδια τη μισθώτρια της παραπλεύρως της ράμπας μπαλκονόπορτας", διατείνονται ότι το εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ. Η ανωτέρω αιτίαση δεν αποτελεί παραμόρφωση εγγράφου, αλλά υπό την επίφαση της επίκλησής της πλήττεται η μη ελεγχόμενη αναιρετικώς αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων από το Εφετείο και γι' αυτό ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος (ΚΠολΔ 561 παρ.1).
Από το άρθρο 553 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν γίνει δεκτή κατά τύπους η έφεση και απορριφθεί κατ' ουσίαν ή αν γίνει δεκτή κατ' ουσίαν και εξαφανιστεί η πρωτόδικη απόφαση, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η εφετειακή απόφαση, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη, διότι με αυτή περατώνεται οριστικά η δίκη (ΟλΑΠ 40/1996).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση με τον έκτο λόγο του αναιρετηρίου η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην πλημμέλεια του ανωτέρω άρθρου διότι "στηρίζει εν πολλοίς την κρίση της για το ότι το φρεάτιο ήταν κατάλληλο για την απορροή των υδάτων και σωστά κατασκευασμένο (κάτι για το οποίο εμείς είχαμε εκφράσει την αντίθετη γνώμη και θεωρούσαμε ως βασικό λόγο της πλημμύρας), στην από .....
τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού ........ Το έγγραφο όμως αυτό δεν επικαλούνται οι αντίδικοι με τις προτάσεις τους του α' βαθμού, με αναφορά στην ημερομηνία, στο συντάκτη ή στο περιεχόμενό του και επομένως δεν λήφθηκε υπόψη νόμιμα από το Δικαστήριο". Ο άνω λόγος, όμως, είναι απαράδεκτος διότι με αυτόν πλήττεται η πρωτόδικη απόφαση, η οποία έχει εξαφανιστεί από την απόφαση του Εφετείου και έχει ενσωματωθεί σ' αυτήν.
Με τον έβδομο λόγο της αναίρεσης η αναιρείουσα αναφερόμενη στη λήψη υπόψη από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση της από ...... τεχνικής έκθεσης του πολιτικού μηχανικού ........ που προσκόμισαν οι αντίδικοί τους και της από ..... τεχνικής έκθεσης του πολιτικού μηχανικού ...... που προσκόμισαν αυτοί, ισχυρίζεται ότι ιδρύονται αναιρετικοί λόγοι από τους αριθμούς 10, 11, 12 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Ο λόγος κατά το μέρος που αποδίδει στην απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 10 και 11 του ανωτέρω άρθρου είναι απαράδεκτος διότι υπό την πρόφαση της επίκλησης των αναιρετικών πλημμελειών των διατάξεων αυτών πλήττεται η περί πραγματικών γεγονότων εκτίμηση του δικαστηρίου, η οποία είναι ανέλεγκτη. Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος που αποδίδει στην απόφαση πλημμέλειες από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι επίσης απαράδεκτος, διότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται στις υποθέσεις των ειδικών διαδικασιών, όπως αυτή των άρθρων 648 επ.
ΚΠολΔ, κατά την οποία δίκασε το Εφετείο, όπου το δικαστήριο, λαμβάνει υπόψη και αποδεικτικά μέσα, που δεν πληρούν τους όρους του νόμου (άρθρο 650 παρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ), δεν έχουν δε διαφορετική αποδεικτική δύναμη τα διάφορα αποδεικτικά μέσα και μάλιστα οι προαναφερόμενες ιδιωτικές γνωμοδοτήσεις προσώπων με ειδικές γνώσεις (ΚΠολΔ 390), αλλά ισχύει ο γενικός κανόνας του άρθρου 340 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο το δικαστήριο κρίνει αυτά ελεύθερα (πλην του όρκου και της δικαστικής ομολογίας που και στην ειδική διαδικασία αποτελούν πλήρη απόδειξη).
Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος που αποδίδει πλημμέλειες από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αόριστος, διότι δεν αναφέρεται σ'αυτόν από ποιες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ασάφεια ή αντιφατικότητα, ούτε καθορίζεται σε τι συνίσταται η ασάφεια ή η αντίφαση (ΟλΑΠ 20/2005).
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔ επί παραπόνου για λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας αποδεικτικών μέσων που δεν προσκομίστηκαν, ή δεν προσκομίστηκαν παραδεκτώς, πρέπει να προσδιορίζονται ποια ήσαν αυτά και ποιος ήταν ο ισχυρισμός για την απόδειξη του οποίου λήφθηκαν υπόψη. Πρέπει επίσης να αναφέρεται στο αναιρετήριο, εκτός από άλλα, ότι ο ισχυρισμός περί απαραδέκτου του αποδεικτικού μέσου προβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ στις οποίες δεν απαιτείται η προβολή του ισχυρισμού αυτού, ο λόγος για τον οποίο δεν έπρεπε να εκτιμηθούν για την απόδειξη του ισχυρισμού αυτού και τέλος η επίδραση του ισχυρισμού αυτού στο διατακτικό της απόφασης.
Με τον όγδοο λόγο της αναίρεσης η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι έλαβε υπόψη και στηρίζει κατά ένα μέρος τις εκτιμήσεις της στην υπ' αρ. 4080/28-2-2005 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών που προσκομίστηκε από τους αναιρεσιβλήτους, παρότι έχει ληφθεί πρωτοδίκως κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 649 παρ. 1 σε συνδυασμό με το άρθρο 650 παρ. 1 εδ δ' ΚΠολΔ, δηλαδή έχει ληφθεί μετά τη συζήτηση στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και εκτός της ώρας που δηλώθηκε και καταγράφηκε στα πρακτικά του ανωτέρω δικαστηρίου.
Σύμφωνα με όσα εκτίθενται παραπάνω ο λόγος αυτός είναι αόριστος διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι προβλήθηκε στο Εφετείο το απαράδεκτο για την ανωτέρω ένορκη βεβαίωση.
Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, η οποία συνίσταται στην εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τους που υπάρχει όταν εφαρμόζεται κανόνας ουσιαστικού δικαίου αν και δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις του ή στην αντίθετη περίπτωση όταν δεν εφαρμόζεται κανόνας δικαίου ενώ υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις του, σύμφωνα με όσα ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας.
Περαιτέρω, κατά το ίδιο άρθρο λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύεται μόνον όταν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτόν των πραγματικών περιστατικών που αποτελούν τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, όταν δηλαδή το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να ανεύρει με βάση αυτά την αληθινή έννοια κανόνα δικαίου ή για να υπαγάγει ή μη τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς στον κανόνα αυτό, δεν δημιουργείται δε ο λόγος αυτός όταν έγινε χρήση τούτων κατά την υπό του δικαστηρίου της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων.
Για την πληρότητα, όμως, του προβλεπόμενου από την προαναφερθείσα διάταξη σχετικού λόγου αναιρέσεως πρέπει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμ. 4 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ να αναφέρεται στο αναιρετήριο, στην περίπτωση μεν της παραβιάσεως κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, ο κανόνας αυτός που φέρεται ότι παραβιάστηκε, οι σχετικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας και το υπαγωγικό σφάλμα αυτού, στην περίπτωση δε της παραβάσεως των διδαγμάτων της κοινής πείρας, ποια είναι τα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβιάστηκαν, καθώς και ο κανόνας δικαίου την ερμηνεία και εφαρμογή του οποίου τα διδάγματα αυτά αφορούν, γιατί αλλιώς καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος και ο σχετικός λόγος απορρίπτεται ως αόριστος.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση με τον ένατο λόγο της αναίρεσης η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου και τα διδάγματα της κοινής πείρας σχετικά με την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, υποπίπτοντας έτσι στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ 1 ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, εκθέτουν στο λόγο ότι η απόφαση "δέχθηκε ότι για την πρώτη είσοδο υδάτων τον Αύγουστο 2004 λόγω κακής λειτουργίας του WC ο πρώτος ενάγων-αντίδικος ήλεγξε το WC και δεν διαπίστωσε πρόβλημα, ωστόσο επειδή ήταν αρχή της μισθώσεως, δήθεν αναγκάστηκε να επισκευάσει το πάτωμα που είχε πάθει βλάβη, ενώ εμείς αρνηθήκαμε να καταβάλουμε το μίσθωμα Σεπτεμβρίου 2004, το οποίο ζήτησαν δικαστικά οι αντίδικοι, κάτι που έχει γίνει δεκτό με την υπ' αριθμ 3031/2005 απόφαση του ΜΠΑ.
Με τον τρόπο αυτό το Δικαστήριο ερμήνευσε την επισκευή εκ μέρους του πρώτου αντιδίκου ως απόρροια της καλής συναλλακτικής του συμπεριφοράς και όχι ως συμμόρφωση στις νόμιμες υποχρεώσεις του, παραβιάζοντας τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών και τα διδάγματα της κοινής πείρας". Ο λόγος αναιρέσεως είναι αόριστος, αφού δεν αναφέρονται, κατά τα ανωτέρω, στο αναιρετήριο, για την πληρότητά του οι διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκαν και τα αποδιδόμενα στο Εφετείο σφάλματα περί την ερμηνεία και εφαρμογή αυτών, ποια είναι τα διδάγματα της κοινής πείρας που εσφαλμένα χρησιμοποιήθηκαν, καθώς και οι κανόνες δικαίου την ερμηνεία και εφαρμογή των οποίων αφορούν αυτά.
Για τους ίδιους λόγους που αναφέρονται παραπάνω στον ένατο λόγο της αναίρεσης και ο δέκατος λόγος αυτής είναι αόριστος κατά το μέρος που αποδίδει πλημμέλειες στην προσβαλλόμενη απόφαση διότι παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου και τα διδάγματα της κοινής πείρας σχετικά με την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, αφού σ' αυτόν εκτίθενται μόνο οι ανωτέρω φράσεις και τίποτε πέραν αυτού.
Με τον ίδιο λόγο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμού 8 και 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ εκθέτοντας ότι "δεν έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό μου ότι οι αντίδικοι ουσιαστικά αποδέχθηκαν την ανεπάρκεια του φρεατίου για την απορροή των υδάτων (βασικός λόγος της πλημμύρας κατά τα εκτιθέμενα στις προτάσεις-ανταγωγή μου, και με βάση την τεχνική έκθεση και τις καταθέσεις των μαρτύρων μου) και συμφώνησαν να καταβάλουν μέρος της αξίας επισκευής του σύμφωνα με την τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού ........., όπως προκύπτει από το προσκομισθέν και επικαλούμενο υπ' αρ. 26 σχετικό μου (βεβαίωση του διαχειριστή της πολυκατοικίας ότι οι ιδιοκτήτες ζήτησαν άδεια να προβούν οι ίδιοι στην επισκευή) και σχετικές εξώδικες γνωστοποιήσεις που μας έχουν επιδώσει με ημερομηνίες ......
και ......., εκ των οποίων το πρώτο προσεκόμισε ο αντίδικος". Τα ανωτέρω δεν μπορούν να ιδρύσουν λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι δεν θεμελιώνουν αυτοτελή ισχυρισμό, αλλά αποτελούν επιχειρήματα που αντλεί η αναιρεσείουσα από την εκτιθέμενη συμπεριφορά των αναιρεσιβλήτων. Επομένως, σύμφωνα και με τις σκέψεις που αναπτύσσονται για τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης, ο λόγος είναι απαράδεκτος.
Αλλά ούτε και λόγο αναίρεσης από τον αριθ. 11 του ίδιου άρθρου ιδρύουν τα ανωτέρω, διότι από τη σχετική βεβαίωση του Εφετείου αλλά και από όλο το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης προκύπτει κατά τρόπον αδιστάκτως βέβαιο, ότι το Δικαστήριο εκείνο έλαβε υπόψη όλα τα προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα και επομένως και αυτά που αναφέρονται στον ανωτέρω λόγο.
Συνεπώς για τους λόγους που αναπτύσσονται για τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.
Με τον ενδέκατο λόγο της αναίρεσης η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη της πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, παραβίασε κανόνα του ουσιαστικού δικαίου δηλαδή το άρθρο 581 ΑΚ, και παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, υποπίπτοντας έτσι στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ. 1, 8, και 20 ΚΠολΔ.
Ο λόγος αυτός κατά το μέρος που αποδίδει πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι το δικαστήριο με το να καταλήξει, εκτιμώντας όλα τα αποδεικτικά μέσα, στο συμπέρασμα ότι "δεν αποδεικνύεται ότι υπήρχε κατασκευαστικό ελάττωμα (ή ότι εμφανίστηκε τέτοιο ελάττωμα) όπως υποστηρίζει η εναγόμενη-αντενάγουσα και δεν εμποδίστηκε στη χρήση του μισθίου, το οποίο το βρήκε κατάλληλο για τη χρήση που το προόριζε μετά από έλεγχο, όπως αναφέρεται στο μισθωτήριο", δεν εφάρμοσε το άρθρο 581 ΑΚ, όπως υπολαμβάνει η αναιρεσείουσα.
Και τούτο διότι μετά την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων το δικαστήριο δέχθηκε ότι η κατασκευή του φρεατίου στο τέλος της ράμπας δεν ήταν ελαττωματική και ότι η εισροή των υδάτων οφείλεται στην ελαττωματική κατασκευή της πόρτας του υπογείου, δεχόμενο τον αιτιολογημένο αρνητικό της ένστασης για ελαττώματα ισχυρισμό ότι αυτή αντικαταστάθηκε από την ίδια την μισθώτρια (αναιρεσείουσα) μετά την παραλαβή του μισθίου.
Ο ίδιος λόγος δεν μπορεί να ιδρύσει παράβαση του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου διότι τα επικαλούμενα δεν θεμελιώνουν ένσταση ή αντένσταση, αλλά αποτελούν επιχειρήματα και ανάλυση των αποδείξεων. Εξάλλου, ούτε πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του ίδιου άρθρου ιδρύεται, διότι το δικαστήριο κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα από τη συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων και όχι αποκλειστικά από το μισθωτήριο και ο προαναφερόμενος λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο μόρφωσε την κρίση του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο.
Ο ενδέκατος λόγος επομένως είναι απορριπτέος στο σύνολό του.
Με τον δωδέκατο λόγο της αναίρεσης η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη της προταθέντα ισχυρισμό, που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, υποπίπτοντας έτσι στην πλημμέλεια των αρ. 8 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη της τον ισχυρισμό της ότι ο προηγούμενος μισθωτής .........., ενήργησε ως αντιπρόσωπος των εκμισθωτών (των οποίων ήταν μισθωτής), καθώς αυτός διεξήγαγε τις διαπραγματεύσεις για τη μίσθωση και οι αντίδικοι απλώς υπέγραψαν το μισθωτήριο, όπως αποδεικνύεται και από τις προσκομιζόμενες μαρτυρικές καταθέσεις. Ο λόγος κατά το σκέλος που αποδίδει πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, γιατί αναφέρεται στη μη λήψη υπόψη όχι "πράγματος" κατά την έννοια του άρ. 8 της ΚΠολΔ 559, αλλά πραγματικού επιχειρήματος προς στήριξη, αποδεικτικώς, της άνω ένστασης της αναιρεσείουσας περί πραγματικού ελαττώματος του μισθίου. Και κατά το σκέλος που αποδίδει πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του ίδιου άρθρου είναι αόριστος, διότι δεν αναφέρεται σ' αυτόν κάποιο έγγραφο του οποίου το περιεχόμενο παραμόρφωσε το δικαστήριο.
Ο δέκατος τρίτος λόγος της αναίρεσης, από τον αριθμό 11 της ΚΠολΔ 559, είναι αβάσιμος, διότι από τη βεβαίωση του Δικαστηρίου προκύπτει ότι το δικαστήριο, εκτός από όλα τα άλλα αποδεικτικά μέσα, έλαβε υπόψη και την υπ' αριθμόν 1316/23-2-2005 ένορκη βεβαίωση που είχε επικαλεστεί και προσκομίσει η αναιρεσείουσα. Η αναφορά του Δικαστηρίου εκείνου ότι η προαναφερόμενη ένορκη βεβαίωση λήφθηκε ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών και όχι ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Πραχάλη, οφείλεται σε προφανή παραδρομή και δεν δημιουργεί αμφιβολία ότι πρόκειται για την ένορκη βεβαίωση που προσκόμισε η αναιρεσείουσα.
Με τον δέκατο τέταρτο λόγο της αναίρεσης η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη της πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και παραβίασε-ερμήνευσε εσφαλμένα τις ουσιαστικές διατάξεις και διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες, υποπίπτοντας έτσι στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ. 1, 8 και 19 ΚΠολΔ, και ειδικότερα ότι δεν έλαβε υπόψη της, άλλως με εσφαλμένη αιτιολογία απέρριψε τους προταθέντες ισχυρισμούς της, ότι το μίσθωμα δεν είχε υποχρέωση να το καταβάλει για τους λόγους που αναφέρει.
Ο λόγος κατά το σκέλος που αποδίδει πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, σύμφωνα και με τις σκέψεις που αναπτύσσονται για τον δέκατο λόγο της αναίρεσης, είναι αόριστος, διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο ο ουσιαστικός κανόνας δικαίου που παραβιάστηκε, οι σχετικές παραδοχές της απόφασης και το υπαγωγικό σφάλμα αυτής.
Ο λόγος και κατά το σκέλος που αποδίδει πλημμέλεια από το άρθρο 19 του ίδιου άρθρου είναι επίσης αόριστος, διότι δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο πλήρεις οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ούτε καθορίζεται σε τι συνίσταται η ασάφεια ή η αντίφαση και από ποια μέρη της αιτιολογίας προκύπτουν (ΟλΑΠ 20/2005).
Ο λόγος κατά το σκέλος που αποδίδει πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του ίδιου άρθρου είναι αβάσιμος, διότι από τις παραδοχές της απόφασης προκύπτει ότι ο ισχυρισμός έχει ληφθεί υπόψη, αλλά το δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν συντρέχει περίπτωση ύπαρξης πραγματικού ελαττώματος και κατόπιν τούτου υφίσταται υποχρέωση καταβολής του μισθώματος.
Τα αναφερόμενα στη συνέχεια του λόγου αυτού αποτελούν επιχειρήματα και πλήττουν την ανέλεγκτη ουσιαστική εκτίμηση των αποδείξεων.
Ο δέκατος πέμπτος και τελευταίος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο διατυπώνεται αιτίαση από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 και 19, είναι αόριστος, αφού, κατ' αντίθεση με τη ρύθμιση των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, δεν γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης, με τις οποίες απορρίφθηκε ο από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ ισχυρισμός της αναιρεσείουσας, με επισήμανση, συγχρόνως, των σχετικών σ'αυτές πλημμελειών, που συνιστούν παραβίαση, ευθεία και εκ πλαγίου, της ΑΚ 281. Τέλος, δικαστική δαπάνη υπέρ των αναιρεσιβλήτων δεν θα επιδικαστεί, ελλείψει σχετικού αιτήματος από τους τελευταίους (ΚΠολΔ 106 και 191 παρ.2), αφού παραστάθηκαν κατά τη συζήτηση με δήλωση κατά την ΚΠολΔ 242 παρ.2 και δεν υπέβαλαν προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11-10-2006 αίτηση της εταιρίας με την επωνυμία "Στέλιος Συκιανάκης Βιοτεχνική-Εμπορική-Εισαγωγική Ανώνυμη Εταιρία" για αναίρεση της 3226/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Δεκεμβρίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 9 Ιανουαρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ