Legislator Case Law & Legislation
74/2006 AI generated

Supreme Court allows appeal due to lower court considering unproposed argument of fictitious buyer status under Civil Code.

Case Number 74/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision to dismiss the plaintiff's claim. The plaintiff argued that the lower court erred by considering the argument that the buyer was fictitious, despite the defendants never having formally proposed this specific defense in their submissions. The court ruled that the appellate court committed a procedural error by taking into account an unproposed legal ground, thereby violating the principle of adversarial proceedings.

Legislator headnote

AI generated

Articles 138 and 139 of the Civil Code; The appellate court erred by considering an unproposed argument of fictitious buyer status, violating the requirement that only proposed matters may be examined.

Keywords

AI generated
fictitious buyer status unproposed argument adversarial proceedings appellate review procedural error Civil Code legal representation

Cited Legislation

AI generated
Article 559, paragraph 8, item a of the Code of Civil Procedure
Article 138 of the Civil Code
Article 139 of the Civil Code
Article 580, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court of Greece, Case 3/1997
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 74 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 74/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Γκιάφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αλέξανδρο Κασιώλα, Γεώργιο Φώσκολο, Βασίλειο Νικόπουλο και Γεώργιο Καπερώνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Οκτωβρίου 2005, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Β. Μ. του Α., κατοίκου…, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παρασκευά Κουτουρούσιου.

Των αναιρεσίβλητων: 1)Ν. Μ. του Α., 2)Α. Μ. του Ν., κατοίκων…, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Νίκα, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-10-1998 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 19171/1999 του ίδιου Δικαστηρίου η οποία παρέπεμψε την υπόθεση στο Μονομελές Πρωτοδικείο λόγω αρμοδιότητας, 30266/2000 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και 3017/2002 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2-4-2003 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καπερώνης ανέγνωσε την από 7-10-2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη των αντιδίκων στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. α' ΚΠολΔ, συνάγεται ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ότι ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακολούθηση του ασκούμενου με την αγωγή ή ένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 3/1997) και ότι ως μη πρόταση των "πραγμάτων" νοείται είτε το ότι αυτά δεν προτάθηκαν είτε το ότι αυτά προτάθηκαν μεν αλλά δικονομικά απαραδέκτως, όπως συμβαίνει όταν αυτά κατά την πρότασή τους αναφέρθηκαν με αοριστία, το δε δικαστήριο τα έλαβε υπόψη ως αναφερόμενα χωρίς αοριστία.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 138 και 139 ΑΚ, οι οποίες ορίζουν η μεν πρώτη ότι "Δήλωση βούλησης που δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά (εικονική) είναι άκυρη. Άλλη δικαιοπραξία που καλύπτεται κάτω από την εικονική είναι έγκυρη αν τα μέρη την ήθελαν και συντρέχουν οι όροι που απαιτούνται για τη σύστασή της", η δε δεύτερη ότι "Η εικονικότητα δεν βλάπτει εκείνον που συναλλάχθηκε αγνοώντας την", συνάγεται ότι σε περίπτωση εικονικότητας της σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης κατά κυριότητα ακινήτου ή του προσυμφώνου τέτοιας πώλησης και μεταβίβασης, η οποία εικονικότητα αφορά στο πρόσωπο του αγοραστή, για να ισχύει η σύμβαση και το προσύμφωνο όχι για τον φαινομενικά εμφανιζόμενο ως αγοραστή, αλλά για το καλυπτόμενο από εκείνον πρόσωπο, ήτοι τον πραγματικό αγοραστή, απαιτείται γνώση και αντίστοιχη συμφωνία όλων των εμπλεκομένων, δηλαδή του πωλητή, του φαινομενικού αγοραστή και του πραγματικού αγοραστή, ότι η σύμβαση ή το προσύμφωνο καταρτίζεται όχι με τον φαινομενικό αλλά με τον πραγματικό αγοραστή.

Εξάλλου, καμία επιρροή δεν ασκεί επί του κύρους της έτσι καταρτιζόμενης συμβάσεως ή προσυμφώνου το αν το τίμημα οφείλεται εισέτι ή καταβλήθηκε στον πωλητή είτε από τον φαινομενικό αγοραστή είτε από τον πραγματικό αγοραστή είτε από τρίτον. Τέλος, όταν η εικονικότητα στη σύμβαση ή το προσύμφωνο αναφέρεται στο πρόσωπο του αγοραστή, η σύμβαση ή το προσύμφωνο είναι άκυρη και γι'αυτό θεωρείται σαν να μην έγινε ως προς τον φαινομενικό αγοραστή, ισχύοντας αντίστοιχα για τον πραγματικό αγοραστή, η ακυρότητα δε αυτή είναι απόλυτη, δηλαδή μπορεί να προταθεί από καθέναν που έχει έννομο συμφέρον, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 180 ΑΚ και 68 και 70 ΚΠολΔ.

Συνακόλουθα, για να είναι ορισμένη και άρα να προτείνεται παραδεκτά η ένσταση περί εικονικότητας μιας συμβάσεως πωλήσεως και μεταβιβάσεως κατά κυριότητα ακινήτου ή του αντίστοιχου προσυμφώνου, ως προς το πρόσωπο του αγοραστή, πρέπει να μνημονεύεται σ' αυτήν εκτός άλλων, ότι υπήρξε σχετική συμφωνία μεταξύ του πωλητή, του φαινομενικού αγοραστή και του πραγματικού αγοραστή.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα: "Ακόμη ο κληρονομούμενος, κατά το χρόνο του θανάτου του είχε στη νομή και κατοχή του και ένα διαμέρισμα μικτού εμβαδού 57 τ.μ., που βρίσκεται στον πρώτο όροφο οικοδομής, κειμένης στη Θεσσαλονίκη επί της οδού ... αρ. 14. Το εν λόγω διαμέρισμα είχε περιέλθει στη νομή και κατοχή του, δυνάμει του ...

προσυμφώνου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Γεωργίου Βασιλάκη, με το οποίο είχε προσυμφωνήσει την αγορά του από την ιδιοκτήτριά του Α. Δ., αντί τιμήματος 100.000 δραχμών, το οποίο και εξώφλησε πλήρως, με δικά του χρήματα. Βέβαια στο πιο πάνω συμβολαιογραφικό προσύμφωνο αναγράφηκε ότι ο κληρονομούμενος προσυμφώνησε την αγορά του διαμερίσματος "ενεργών κατ' εντολήν, δια λογαριασμόν και δια χρημάτων του ενάγοντος γιού του Β.

Μ., πλην όμως το προσύμφωνο αυτό είναι εικονικό ως προς το πρόσωπο του αγοραστή του διαμερίσματος (άρθρ. 138 παρ. 1 ΑΚ), αφού αποδείχθηκε ότι αληθινός αγοραστής του διαμερίσματος ήταν ο ίδιος ο κληρονομούμενος και ότι η δήλωση βουλήσεως αυτού, ότι συμβάλλεται ως αντιπρόσωπος του ενάγοντος γιού του δεν έγινε στα σοβαρά, παρά μόνο φαινομενικά, πράγμα που γνώριζαν τόσο η αντισυμβαλλόμενή του πωλήτρια του διαμερίσματος, όσο ο και ο ενάγων γιός του, που φέρεται ότι εκπροσωπήθηκε από αυτόν κατά την κατάρτιση του προσυμφώνου.

Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι ο κληρονομούμενος προσυμφώνησε την αγορά του διαμερίσματος αυτού με δικά του χρήματα και αποκλειστικά για τον εαυτό του, με σκοπό να το χρησιμοποιεί ο ενάγων γιός του, ως κατοικία της οικογένειάς του και μετά το θάνατό του να περιέλθει στην κυριότητα του ενάγοντος. Γι' αυτό με την κατάρτιση του ανωτέρω προσυμφώνου παρέλαβε από την πωλήτρια τη νομή και κατοχή του διαμερίσματος και ακολούθως παραχώρησε, χωρίς αντάλλαγμα, τη χρήση αυτού στον ενάγοντα, ο οποίος και διαμένει έκτοτε σ' αυτό με την οικογένειά του".

Από την επισκόπηση, όμως, των προτάσεων των αναιρεσιβλήτων στον πρώτο και δεύτερο βαθμό και του δικογράφου της εφέσεώς τους προκύπτει ότι ουδέποτε αυτοί προέβαλαν, ορισμένως και άρα παραδεκτώς τη στη διάταξη του άρθρου 138 ΑΚ θεμελιουμένη ένσταση της εικονικότητας του ... συμβολαιογραφικού προσυμφώνου ως προς το πρόσωπο του αγοραστή.

Ειδικότερα οι αναιρεσίβλητοι, αρχικώς εναγόμενοι και στη συνέχεια εκκαλούντες, ουδέποτε ισχυρίστηκαν ότι το ανωτέρω προσύμφωνο ήταν εικονικό ως προς το πρόσωπο του αγοραστή και ότι είχαν γνώση της εικονικότητας και προέβησαν σε αντίστοιχη συμφωνία τόσο οι σ'αυτό συμβαλλόμενοι (πωλήτρια και αντιπρόσωπος του αγοραστή - πατέρας του αναιρεσείοντος και πραγματικός αγοραστής, όσο και ο φαινομενικός αγοραστής (ήτοι ο ενάγων - αναιρεσείων).

Πράγματι οι αναιρεσίβλητοι υποστήριξαν απλώς στα παραπάνω δικόγραφα ότι το τίμημα για την προσυμφωνηθείσα αγορά του διαμερίσματος εξοφλήθηκε με χρήματα του πατέρα του αναιρεσείοντος και όχι με χρήματα του τελευταίου και ότι, σύμφωνα με το προαναφερόμενο προσύμφωνο, η αγορά για λογαριασμό του αναιρεσείοντος τελούσε υπό την αίρεση της εγκρίσεώς της από αυτόν (αναιρεσείοντα), ο οποίος ουδέποτε προέβη στην έγκριση αυτή.

Επομένως, το Εφετείο, με το να δεχθεί την προαναφερόμενη "ένσταση" και στη συνέχεια να απορρίψει την ένδικη αγωγή, υπέπεσε στην πλημμέλεια, που προβλέπεται από τον αριθ. 8 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, της παρά το νόμο λήψεως υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν. Συνακόλουθα, πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος ο επ' αυτής της πλημμέλειας στηριζόμενος δεύτερος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως, κατά το αντίστοιχο μέρος του, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Εφετείο προς περαιτέρω εκδίκαση, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 3017/2002 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα αποτελείται από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500,00) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Δεκεμβρίου 2005.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Ιανουαρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ