Supreme Court partially annuls appeal regarding expropriation compensation, remanding case for further examination of benefit requirements.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially annulled the Court of Appeal's decision on expropriation compensation claims. The Court found the lower court violated statutory requirements by relying solely on urban planning burdens without properly investigating whether the remaining properties actually benefited from the new street layout. Consequently, the case was remanded to the same Court of Appeal for a fresh examination of the benefit criteria under the relevant laws.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1 of Law 653/1977 and 33 of Law 2971/2001; The Court of Appeal must conduct a substantive inquiry into the existence of benefit for remaining properties, rather than relying exclusively on urban planning burdens to determine compensation entitlement.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 749 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 749/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αλεξάνδρα Αποστολάκη και Σταύρο Μάλαινο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και εν προκειμένω και από τον Συντονιστή της Αποκεντρωμένης Διοίκησης ..., που κατοικοεδρεύει στα ..., το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Βασιλείου - Τρύφων, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: Α. 1) Π. Π. (Κ. 2), 2) Π. Κ. (ΚΠ 2), 3) Π. Π. (Κ. 2), 4) Κ. Ν. (Κ. 3, 4), 5) Κ. Ε. του Η. (ΚΠ 6), 6) Σ. Δ. (ΚΠ 9), 7) Κ. Μ. του Ν. (ΚΠ 13), 8) Π. Μ. του Κ. (ΚΠ 13), 9) Κ. Χ. του Γ. (ΚΠ 14), 10) Τ. Λ. του Χ. (ΚΠ 15Α), 11) Κ. Ν. του Σ. (ΚΠ 15Β), 12) Κ. Ι. του Σ. (ΚΠ 15Β), 13) Κ. Α. του Σ. (ΚΠ 15Β), 14) Κ. Χ. του Γ. (ΚΠ 17, 22), 15) Τ. Δ. του Ι. (ΚΠ 18), 16) Τ. Β. του Ι. (ΚΠ 18), 17) Σ. Ν. του Ν. (ΚΠ 19), 18) Δ.
Ε. του Χ. (ΚΠ 19), 19) Σ. Ε. (ΚΠ 24), 20) Κ. Ι. του Β. (ΚΠ 25, 26), 21) Ε. Ε. χας Σ. (ΚΠ 2...), 22) Θ. Α. του Α. (ΚΠ 27, 30), 23) Θ. Δ. του Α. (ΚΠ 27, 30), 24) Φ. Γ. του Ν. (ΚΠ 29), 25) Κ. Σ. του Π. (ΚΠ 29Α), 26) Κ. Ν. (ΚΠ 29Α), 27) Γ. Ο. συζ. Κ. (ΚΠ 31), 28) Π. Ι. του Π. (ΚΠ 32), 29) Κ. Γ. ταυ Δ. (ΚΠ 35), 30) Τ. Φ. του Π. (ΚΠ 36), 31) Κ. Γ. του Π. (ΚΠ 37), 32) Π. Γ. του Σ. (ΚΠ 38), 33) Π. Ε. του Σ. (ΚΠ 39), 34) Π. Ε. του Σ. (ΚΠ 40), 35) Π.
Χ. του Σ. (ΚΠ 41), 36) Π. Α. συζ. Ε. (ΚΠ 43), κατοίκων ..., 37) Λ. Π. του Δ. (ΚΠ 45α), 38) Λ. Α. του Δ. (ΚΠ 45β), 39) Λ. Ε. του Δ. (ΚΠ 45γ), κατοίκων ..., 40) Π. Β. του Η. (ΚΠ 4...), 41) Π. Σ. του Δ. (ΚΠ 46β), 42) Κ. Μ. του Α. (ΚΠ 48), κατοίκων ..., 43) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Δήμος ...", που εδρεύει στα ... και εκπροσωπείται νόμιμα (ΚΠ 5, 7, 8, 49, 90, 140, 148, 149, 151, 203, 230, 306, 308, 310, 312, 318, 333, 336), 44) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ι.
Μ. Ε. Α." (ΚΠ 50), 45) Μ. Ε. του Ν., κατοίκου ...ς (ΚΠ 53), 46) Γ. Χ. του Κ. (ΚΠ 54), 47) Γ. Α. του Κ. (ΚΠ 54, 55), 48) Μ. Θ. του Α. (ΚΠ 56), 49) Μ. Θ. του Η. (ΚΠ 56), 50) Π. Ν. του Γ. (ΚΠ 57), κατοίκων ...ς, 51) Μ. Α. του Κ., κατοίκου ... (ΚΠ 58), 52) Κ. Κ. του Θ. (ΚΠ 59, 60), 53) Π. Ι. (ΚΠ 61), 54) Π. Σ. του Α. (ΚΠ ..., ..., ...), 55) Ν. Ι. του Ε. (ΚΠ 65, 69, 73), 56) Σ. Θ. του Γ. (ΚΠ 66, 67), 57) Μ. Χ. του Ε. (ΚΠ 68, 70), 58) Ν.
Ε. του Ι. (ΚΠ 71, 74), 59) Τ. Α. του Π. (ΚΠ 72), 60) Ν. Ι. του Α. (ΚΠ 75), 61) Ν. Π. του Α. (ΚΠ 76), ...) Ν. Β. του Α. (ΚΠ 77), ...) Ν. Κ./νου του Γ. (ΚΠ 78), ...) Ν. Α. του Γ. (ΚΠ 79), 65) Ζ. Μ. του Γ. (ΚΠ 80), 66) Ζ. Ν. του Γ. (ΚΠ 80), 67) Ζ. Ε. του Γ. (ΚΠ 80), 68) Ζ. Ε. του Γ. (ΚΠ 80), 69) Ζ. Κ. του Γ. (ΚΠ 80), 70) Ν. Ι. του Γ. (ΚΠ 81), 71) Δ. - Ν. Ε. (ΚΠ 82), 72) Μ. Β. του Δ.. (ΚΠ 84), 73) Χ. Κ. (ΚΠ 85), 74) Μ. Ν. (ΚΠ 86), κατοίκων ...ς, 75) Π.
Ι. του Π., κατοίκου ... (ΚΠ 87), 76) Ν. Β. του Σ. (ΚΠ 88), 77) Ν. Φ. του Σ. (ΚΠ 88), 78) Π. Σ. του Τ. (ΚΠ 89), 79) Μ. Ε. του Γ. (ΚΠ 91), 80) Τ. Σ. του Ν. (ΚΠ 92), 81) Π. Δ. (ΚΠ ..., 94, 95), 82) Γ. Ν. του Σ.υ (ΚΠ 96), 83) Γ. Γ. του Σ. (ΚΠ 96), 84) Ν. Β. του Γ. (ΚΠ 97, 100), 85) Γ. Σ. του Ν. (ΚΠ 98), 86) Ν. Γ. του Κ. (ΚΠ 99), 87) Ν. Ε. του Ε. (ΚΠ 101), 88) Λ. Θ. του Ι. (ΚΠ 102), 89) Ν. Σ. του Κ. (ΚΠ 103), 90) Σ. Ν. του Π. (ΚΠ 103), 91) Έ.
Α. του Κ. (ΚΠ 104,108), 92) Γ. Κ. (ΚΠ 106), ...) Μ. Ε. του Σ. (ΚΠ 107), 94) Ν. Ν. του Κ./νου (ΚΠ 109), 95) Δ. Ε. του Θ. (Κ. 110), 96) Δ. Γ. του Θ. (Κ. 110), 97) Δ. Μ. του Α. (Κ. 111, 112), 98) Π. Χ. του Α. (ΚΠ 113, 114), 99) Μ. Ε. του Α. (ΚΠ 115), 100) Μ. Δ. του Θ. (ΚΠ 116), 101) Ζ. Χ. (ΚΠ 117), 102) Μ. Ι. του Κ. (ΚΠ 118, 122, 123), 103) Κ. Κ./νου του Α. (ΚΠ ...), κατοίκων ...ς, 104) Μ. Ξ. του Θ., κατοίκου ... (ΚΠ 121), 105) Μ.
Σ. του Θ., κατοίκου ...ς (ΚΠ 121), 106) Σ. - Μ. Γ. του Α., κατοίκου ... (ΚΠ 124), 107) Λ. Γ. του Η. (ΚΠ 125), 108) Τ. - Μ. Γ. του Κ. (ΚΠ 126, 152), 109) Γ. Γ. του Β. (ΚΠ 127), 110) Μ. Α. του Γ. (ΚΠ 128, 129), 111) Μ. Κ./νου του Α. (ΚΠ 130, 146, 182), 112) Μ. Γ. του Κ. (ΚΠ 130), 113) Μ. - Μ. Γ. του Α., συζ. Σ. (ΚΠ 131), 114) Μ. Α. του Ν. (ΚΠ 133), 115) Χ. Ν. του Μ. (ΚΠ 134, 135), 116) Τ. - Δ. Σ. του Ε. (ΚΠ 136), 117) Μ. Δ. του Β. (ΚΠ 138), 118) Μ.
Δ. του Α. (ΚΠ 141), 119) Μ. - Ρ. Α. του Κ. (ΚΠ 142), ...) Μ. Π. συζ. Ι. (ΚΠ 143), 121) Μ. Κ. του Β. (ΚΠ 144), 122) Π. Σ. του Δ. (ΚΠ 145), 123) Τ. Η. του Κ. (ΚΠ 146), 124) Τ. Β. του Ν. (ΚΠ 147), 125) Μ. Γ. (ΚΠ 153), 126) Δ. Π. του Ν. (ΚΠ 154), 127) Δ. Κ. του Π. (ΚΠ 155), κατοίκων ..., 128) Δ. - Μ. Χ. του Π. (ΚΠ 155), 129) Λ. Ζ. του Λ., κατοίκου ... (ΚΠ 156), 130) Δ. Γ. του Χ., κατοίκου ... (ΚΠ 157, 158, 159), 131) Σ. - Δ.
Δ. του Χ., κατοίκου ... (ΚΠ 157, 159, 160), 132) Δ. - Α. Ε. του Χ., κατοίκου ... (ΚΠ 157, 159, 160), 133) Π. Α. του Χ. (ΚΠ 161), 134) Μ. Ε. του Ν. (ΚΠ 1...α), 135) Μ. Κ. του Μ. (ΚΠ 1...β), 136) Μ. Λ. του Μ. (ΚΠ 1...γ), 137) Μ. Σ. του Η. (ΚΠ 1...δ), 138) Μ. Η. του Μ. (ΚΠ 1...ε, 1...), 139) Μ. Μ. του Ι. (ΚΠ 1...), 140) Μ. Α. του Ν. (ΚΠ 165), 141) Μ. Κ. του Α. (ΚΠ 167), κατοίκων ..., 142) Π. Δ. του Λ., κάτοικου ... (ΚΠ 168), 143) Τ. - Δ.
Σ. του Ε., κατοίκου ... (ΚΠ 169), 144) Σ. Σ. συζ. Κ., κατοίκου ... (ΚΠ 170), 145) Δ. Α. του Ν., κατοίκου ... (ΚΠ 171), 146) Ζ. Λ. του Χ., κατοίκου... (ΚΠ 172), 147) Β. Μ. χας Γ., κατοίκου ... (ΚΠ 172Α), 148)Λ. Ν. του Σ., κατοίκου ... (ΚΠ 173, 174), 149) Μ. Δ., κατοίκου ... (ΚΠ 175), 150) Μ. Ε., κατοίκου ... (ΚΠ 175), 151) Κ. Α. του Π. (ΚΠ 176, 177), 152) Κ. Β. του Π. (ΚΠ 176, 177), 153) Μ. Π. του Β. (ΚΠ 178), 154) Μ.
Π. του Β. (ΚΠ 178Α), κατοίκων ..., 155) Ρ. - Λ. Α. του Σ., κατοίκου ... (ΚΠ 180), 156) Μ. Τ. του Δ., κατοίκου ... (ΚΠ 181), 157) Μ. Α. του Κ. (ΚΠ 182), 158) Π. Σ. του Δ. (ΚΠ 184, 185, 186), 159) Δ. Α. του Α. (ΚΠ 188, 191), 160) Δ. Ι. του Δ. (ΚΠ 188, 191), 161) Δ. Α. του Δ. (ΚΠ 188, 191), 1...) Δ. Χ. του Δ. (ΚΠ 188, 191), 1...) Δ. Α. του Δ. (ΚΠ 188, 191), κατοίκων ..., 1...) Μ. Χ. του Κ., κατοίκου ... (ΚΠ 190), 165) Μ. - Λ.
Α. του Φ. (ΚΠ 192, 1..., 194), 166) Λ. Χ. του Π. (ΚΠ 195), 167) Δ. Ν. του Π. (ΚΠ 197), 168) Δ. Π. του Ν. (ΚΠ 198), 169) Π. Α. (ΚΠ 199), 170) Τ. - Κ. Γ. του Ν. (ΚΠ 200), 171)Τ. Ε. του Γ. (ΚΠ 201), κατοίκων ..., 172) Τ. Δ. του Λ. (ΚΠ 202), 173) Π. Α. συζ. Ε. (ΚΠ 203Α), 174) Τ. Λ. του Ν. (ΚΠ 203Β, 203Γ), 175) Τ. Σ. του Ν. (ΚΠ 203Β, 203Γ, 219), 176) Δ. Α. του Ο. (ΚΠ 203Δ), 177) Β. Α. του Ν. (ΚΠ 203Ε), 178) Μ. Β. του Δ. (ΚΠ 203Ζ), 179) Μ.
Γ. του Η. (ΚΠ 203Η), 180) Μ. Γ. του Σ. (ΚΠ 203Θ), 181) Μ. Ν. του Β. (ΚΠ 204), 182) Π. Χ. του Κ. (ΚΠ 206, 207), 183) Φ. Κ. (ΚΠ 208, 209), 184) Β. Χ. του Γ. (ΚΠ 210), 185) Β. Λ. του Γ. (ΚΠ 210), 186) Μ. Ι. του Ν. (ΚΠ 211, 212) 187) Ε. Ν. του Φ. (ΚΠ 212), 188) Μ. Σ. (ΚΠ 213), 189) Τ. Β. του Μ. (ΚΠ 214, 219, 221), 190) Ε. Ν. του Λ. (ΚΠ 216), 191) Ν. Δ. του Κ. (ΚΠ 217), 192) Μ. Α. του Χ. (ΚΠ 218), 1...) Τ. Δ. του Κ. (ΚΠ 219), 194) Τ. Μ. του Λ. (ΚΠ 219), 195) Τ.
Α. του Κ. (ΚΠ 220), 196) Μ. Σ. (ΚΠ 220, 223), 197) Μ. Δ. του Ι. (ΚΠ 221), 198) Ε. Ι. του Ε. (ΚΠ 224, 231), 199) Π. Χ. του Κ. (ΚΠ 225), 200) Π. Α. του Κ. (ΚΠ 226), 201) Π. Ε. του Σ. (ΚΠ 227), 202) Σ. Π. του Σ. (ΚΠ 228), 203) Π. Ν. του Γ. (ΚΠ 229), 204) Μ. Ε. του Γ. (ΚΠ 229), 205) Γ. Α. συζ. Σ., το γένος Γ. Π. (ΚΠ 229), 206) Ε. Ε. του Ε. (ΚΠ 231), 207) Ε. Β. του Ε. (ΚΠ 231), 208) Ε. Γ. του Ε. (ΚΠ 231), κατοίκων ...ς, 209) Μ.
Ι. του Ν. (ΚΠ 232), 210) Π. Ι. (ΚΠ 232), 211) Π. Ό. (ΚΠ 232), 212) Π. Ε. (ΚΠ 232), 213) Μ. Ε., συζ. Μ., το γένος Γ. Π. (ΚΠ 232), 214) Γ. Α. συζ. Σ.., το γένος Γ. Π. (ΚΠ 232), 215) Π. Ι. του Ε. (ΚΠ 233), κατοίκων ..., 216) Π. Ε. του Κ., (ΚΠ 233Α), 217) Π. Ό. του Η. (ΚΠ 234), κατοίκων ...ς, 218) Γ. Α. συζ. Σ.., το γένος Γ. Π., κατοίκου ... (ΚΠ 235), 219) Μ. Ε. συζ. Μ., το γένος Γ. Π. (ΚΠ 235), 220) Μ. Σ. του Α. (ΚΠ 236, 237, 239, 244), 221) Μ.
Ε. του Α. (ΚΠ 236, 237, 239, 244), 222) Τ. Θ. του Γ. (ΚΠ 241, 242), 223) Τ. Α. του Γ. (ΚΠ 242), κατοίκων ..., 224) Μ. Γ., κατοίκου ... (ΚΠ 243), 225) Κ. Γ. του Ι., κατοίκου ... (ΚΠ 245, 247), 226) Λ. Κ. του Ε., κατοίκου ... (ΚΠ 248), 227) Τ. Ι. του Κ. (ΚΠ 249), 228) Τ. Δ. του Κ. (ΚΠ 251), 229) Κ. Ν. του Χ. (ΚΠ 252, 256, 260, 272), κατοίκων ..., 230) Τ. Γ. (ΚΠ 253), 231) Κ.?λη Α. (ΚΠ 255), 232) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Χ.
Α.Β.Ε.Ε", που εδρεύει στην ... ... και εκπροσωπείται νόμιμα (ΚΠ 257), 233) Τ. Κ. του Α. (ΚΠ 2..., 2...), 234) Τ. Ε. του Α. (ΚΠ 2..., 2...), 235) Τ. Σ. του Κ. (ΚΠ 2...), 236) Σ. Σ. του Ε. (ΚΠ 265), κατοίκων ..., 237) ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Ο. Σ. Μ. Μ. T. Η.", που εδρεύει στα ... και εκπροσωπείται νόμιμα (ΚΠ 266, 267), 238) Μ. Σ. του Γ. (ΚΠ 273), 239) Χ. Π. του Κ. (ΚΠ 275), 240) Χ. Ε. του Κ. (ΚΠ 276, 277), 241) Τ.
Θ. του Χ. (ΚΠ 278), 242) Μ. Σ. του Γ. (ΚΠ 279), κατοίκων ..., 243) Ε. Χ., του Α., κατοίκου ... (ΚΠ 280, 281), 244) Λ. Ν. του Χ. (ΚΠ 282), 245) Δ. Θ. του Λ. (ΚΠ 283), 246) Τ. Λ. του Β. (ΚΠ 284), 247) Τ. Λ. του Β. (ΚΠ 286, 290), 248) Κ. Σ. του Ν. (ΚΠ 287), 249) Κ. Α. του Μ. (ΚΠ 288), 250) Κ. Κ. του Α. (ΚΠ 291), 251) Κ. Σ. του Ν. (ΚΠ 292), 252) Δ. Δ. του Κ. (ΚΠ 294), 253) Μ. Κ. του Ι. (ΚΠ 295), 254) Κ. Θ. του Α. (ΚΠ 296), 255) Χ.
Α. του Κ. (ΚΠ 297), 256) Μ. Α. του Μ. (ΚΠ 299), 257) Κ. Γ. του Ι. (ΚΠ 300, 302), 258) Δ. Ε. του Κ. (ΚΠ 303), 259) Κ. Χ. του Ι. (ΚΠ 304), 260) Τ. Λ. του Β. (ΚΠ 305), 261) Τ. Α. του Β. (ΚΠ 305), 2...) Μ. Ν. του Ι. (ΚΠ 309), 2...) Μ. Γ. του Ι. (ΚΠ 309), 2...) Λ. Σ. του Π. (ΚΠ 311), 265) Τ. Δ. του Κ. (ΚΠ 313, 314), 266) Τ. Ι. του Κ. (ΚΠ 313, 314), 267) Μ. Κ./νου του Ι. (ΚΠ 319), 268) Τ. Β. του Λ. (ΚΠ 320), 269) Μ. Ν. του Δ. (ΚΠ 321), 270) Τ.
Δ. (ΚΠ 325), 271) Κ. Φ. του Γ. (ΚΠ 326), 272) Κ. Γ. του Ελευθερίου (ΚΠ 327), 273) Κ. Β. του Ε. (ΚΠ 328), 274) Μ. Γ. του Κ. (ΚΠ 329), 275) Μ. Σ. του Κ. (ΚΠ 329), 276) Τ. Ε. του Ν. (ΚΠ 330), 277) Σ. Ν. του Κ. (ΚΠ 331), 278) Σ. Α. του Χ. (ΚΠ 332), 279) Κ. Α. του Μ. (ΚΠ 334), 280) Κ. Ε. του Α. (ΚΠ 334Α), κατοίκων ..., 281) Π. Χ. του Θ. (ΚΠ 335), 282) Π. Ε. του Π. (ΚΠ 338), κατοίκων ..., 283) Σ. Π. του Α., κατοίκου ... (ΚΠ ..., ..., ...), 284) Κ.
Κ. του Α., κατοίκου ...ς (ΚΠ ...), 285) Α. Κ. του Π., κατοίκου ... (ΚΠ 176) και 286) Β. Κ. του Β., κατοίκου ... (ΚΠ 177).
Β. 1) Α. Δ. του Σ., συζ. Π. Β. (ΚΠ 3 και 4), 2) Σ. Π. του Γ. (ΚΠ 3 και 4), 3) Δ. Π. του Γ. (ΚΠ 3 και 4), 4) Η. Κ. του Ε. (ΚΠ 3 και 4), 5) Κ. Ν. του Χ. (ΚΠ 3 και 4), 6) Μ. Ν. του Χ., κατοίκου ... (ΚΠ 3 και 4), 7) Α. Π. του Χ. (ΚΠ 3 και 4), 8) Μ. Π. του Α., συζ. Β. Π. (ΚΠ 3 και 4), 9) Ε. Κ. του Η. (ΚΠ 6), 10) Κ. Μ. του Α. (ΚΠ 58), 11) Ε. Π. του Ν. (ΚΠ 61ζ), 12) Ν. Π. του Σ. (ΚΠ 61ζ), 13) Β. Π. του Σ. (ΚΠ 61ζ), 14) Μ.
Π. του Α., κατοίκου ... (ΚΠ 61Α), 15) Β. Π. του Α. (ΚΠ 61), 16) Χ.. Μ. του Χ. (ΚΠ 68), 17) Ε. Μ. χας Χ., το γένος Σ. Ε. (ΚΠ 68), 18) Ι. Ν. του Ε. (ΚΠ 71 και 74), 19) Μ. Ν. του Ε. (ΚΠ 71 και 74), 20) Α. Ν. του Ε. (ΚΠ 71 και 74), 21) Γ. Ζ. του Ν. (ΚΠ 80), 22) Κ. Π. του Σ., κατοίκου ... (ΚΠ 89), 23) Α. Π. του Σ. (ΚΠ 89), 24) Τ. Π. του Σ. (ΚΠ 89), 25) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "G. E. H. Α. Ε.", που εδρεύει στο ...
και εκπροσωπείται νόμιμα (ΚΠ 99), 26) Θ. Λ. του Ι. (ΚΠ 98), 27) Φ. Ν. του Σ. (ΚΠ 102), 28) Μ. Μ. του Σ. (ΚΠ 108), 29) Α. Μ. του Μ., το γένος Γ. Δ. (ΚΠ 108), 30) Ε. Μ. του Ε. (ΚΠ 107), 31) Ε. Δ. του Θ. (ΚΠ 110), 32) Κ. Κ. του Π. (ΚΠ 111), 33) Α. Γ. του Ν., συζ. Κ. Κ. (ΚΠ 111), 34) Α. Μ. του Δ. (ΚΠ 116), 35) Α. Κ. του Π. (ΚΠ 176), 36) Β. Κ. του Β. (ΚΠ 177), 37) Π. Μ. του Β. (ΚΠ 178Α), 38) Σ. Μ. του Β. (ΚΠ 178Α), 39) Π.
Μ. του Β. (ΚΠ 178), 40) Β. Μ. του Ν. (ΚΠ 178), 41) Χ. Μ. του Ν. (ΚΠ 178), 42) Έ. Μ. του Ε. (ΚΠ 239), 43) Α. Μ. του Ε. (ΚΠ 239), 44) Ν. Μ. του Ε. (ΚΠ 239), 45) Κ.-Μ.-Α. Μ.. συζ. Μ. Π. (ΚΠ 239), 46) Σ. Μ. του Κ. (ΚΠ 243), 47) Β. Κ. του Γ. (ΚΠ 245, 247, 300 και 302), 48) Ι. Κ. του Γ. (ΚΠ 245, 247, 300 και 302), 49) Β. Κ. του Ν. (ΚΠ 252, 256, 260 και 272), 50) Β. Κ. του Ι.., χας Ν. Γ. (ΚΠ 252, 256, 260 και 272), 51) Β. Σ. συζ. Σ., το γένος Π.
Κ. (ΚΠ 265), 52) Α. Μ. του Γ. (ΚΠ 273), 53) Γ. Χ. συζ. Π., το γένος Τ. Α. (ΚΠ 275), 54) Ό.. Τ. του Β. (ΚΠ 278), 55) Κ. Τ. του Β. (ΚΠ 278), 56) Β. Λ. συζ. Ν., το γένος Θ. Τ. (ΚΠ 282), 57) Ε. Δ. συζ. Λ., το γένος Φ. Μ. (ΚΠ 283), 58) Β. Τ. συζ. Λ., το γένος Α. Τ. (ΚΠ 284, 286, 290 και 305), 59) Ξ. Δ. του Α. (ΚΠ 297), 60) Κ. Μ. του Μ. (ΚΠ 299), 61) Β.?τσας Λ. συζ. Σ., το γένος Κ. Γ. (ΚΠ 311), ...) Κ. Μ. του Ι. (ΚΠ 320), ...) Δ.
Μ. του Ν. (ΚΠ 321), ...) Θ. Π. του Μ. (ΚΠ 325), 65) Α. Π. συζ. Θ., το γένος Β. Κ. (ΚΠ 325), 66) Ε. Κ. του Γ. (ΚΠ 327), 67) Λ. Μ. του Γ. (ΚΠ 328), 68) Θ. ή Θ. Σ. (ΚΠ 331), 69) Χ. Σ. του Α. (ΚΠ 332), 70) Ν. Δ. του Π. (ΚΠ 198), 71) Ε. Δ. του Π. (ΚΠ 198), 72) α. Β. χας Χ. Κ., το γένος Γ. Κ., β. Σ. Κ. συζ. Ε. Π., το γένος Χ. Κ., γ. Σ. συζ. Χ. Ν., το γένος Χ. Κ., δ. Κ. συζ. Ά. Μ., το γένος Χ. Κ., ε. Γ. Κ. του Χ., στ.
Γ. Κ. του Χ., ζ. Ε. συζ. Γ. Θ., το γένος Χ. Κ. (ΚΠ 14, 17 και 22), 73) Ν. Τ. (ΚΠ 203Β, 203Γ και 219), 74) Μ. συζ. Α. Π., το γένος Γ. Π. (ΚΠ 56), 75) Α. συζ. Κ.. Κ., το γένος Α. Γ. (ΚΠ 59α), 76) α. Π. Π. του Α., β. Π. Π. του Α. και γ. Ε. Π. του Α. (ΚΠ 91), 77) Σ. Τ. του Ν. (ΚΠ 106) και 78) Β. συζ. Δ. Τ. (ΚΠ 321).
Οι 5η, 54ος και 103ος των υπό στοιχ. Α αναιρεσιβλήτων, Κ. Ε. του Η., Π. Σ. του Α. και Κ. Κ. του Α., αντίστοιχα και η 9η των υπό στοιχ. Β αναιρεσιβλήτων Ε. Κ. του Η. (πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο με την 5η των υπό στοιχ. Α αναιρεσιβλήτων), εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Γκεσούλη.
Οι λοιποί των αναιρεσιβλήτων δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Του προσθέτως παρεμβαίνοντος: ΝΠΔΔ (ΟΤΑ β' βαθμού) με την επωνυμία "ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ ...", που εδρεύει στα ... και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Γεωργία Τατάγια.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-10-2015 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης του ήδη αναιρεσείοντος (μετά την έκδοση της 143/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου ... που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Τριμελές Εφετείο ... και συνεκδικάστηκε με την από 25-11-2015 ανταίτηση - αίτηση ορισμένων εκ των ήδη αναιρεσιβλήτων, τις προφορικώς ασκηθείσες στο ακροατήριο κύριες παρεμβάσεις, καθώς και με τις ασκηθείσες διά των προτάσεων ανταιτήσεις και παρεμβάσεις των εκεί διαδίκων.
Εκδόθηκε η 121/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου ..., την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 27-9-2018 αίτησή του, το δε προσθέτως παρεμβαίνον με το από 20-5-2021 δικόγραφο ζητεί τα εις αυτό αναφερόμενα.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σταύρο Μάλαινο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και της πρόσθετης παρέμβασης, η πληρεξούσια του προσθέτως παρεμβαίνοντος την παραδοχή αυτών, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρ. 553 παρ. 1 περ. β' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή. Έτσι η ύπαρξη ερήμην αποφάσεως, δηλαδή αποφάσεως που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (Ολ.
Α.Π. 15/2001, Α.Π. 374/2021, Α.Π. 682/2019), ενεργοποιεί αυτομάτως τη δυνατότητα ασκήσεως κατ' αυτής ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα (άρθρο 502 του Κ.Πολ.Δ.), με συνέπεια, όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, να αποκλείεται η άσκηση κατά της ερήμην αποφάσεως αιτήσεως αναιρέσεως, η οποία, αν, παρ' όλα αυτά, ασκηθεί, είναι απορριπτέα αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρο 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), αφού σε σχέση με την αναίρεση δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρ. 513 παρ. 1 εδάφ.
β' περ. β' του Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους. Αντιθέτως, δηλαδή, με την καθιερούμενη με την διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών της εφέσεως και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην αποφάσεως είναι επιτρεπτή, μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ' αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή, αναλόγως, έφεση (Ολ.
Α.Π. 17/2013, Ολ. Α.Π. 11/1998, Α.Π. 374/2021, Α.Π. 682/2019), δηλαδή, καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής ασκήσεως των προβλεπόμενων ένδικων μέσων (Α.Π. 244/2023, Α.Π. 374/2021, Α.Π. 682/2019, Α.Π. 374/2021, Α.Π. 11.../2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, αναφορικώς με την τελεσιδικία της προσβαλλόμενης, υπ' αριθμ. 121/2018, αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου ..., η οποία αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού της ασκήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως (άρθρο 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρ. 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) αυτής προκύπτει ότι εκδόθηκε ερήμην των 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12, 13, 14, 15, 16, 17, 18, 19, 20, 21, 22, 23, 24, 25, 26, 27, 28, 29, 30, 31, 32, 33, 34, 35, 36, 37, 38, 39, 40, 41, 42, 43, 44, 45, 46, 47, 48, 49, 52, 53, 57, 58, 59, 66, 73, 74, 75, 78, 81, 85, 86, 89, 90, 91, 92, ..., 96, 97, 98 100, 101, ..., 104, 105, 107, 108, 109, 110, 111, 112, 113, 114, 116, 117, 118, 119, ..., 121, 122, 123, 124, 126, 127, 128, 129, 130, 131, 132, 133, 134, 135, 136, 137, 138, 139, 140, 141, 143, 144, 146, 147, 148, 149, 150, 152, 155, 157, 158, 159, 160, 161, 1..., 1..., 1..., 168, 169, 170, 171, 172, 173, 176, 177, 178, 179, 180, 181, 182, 183, 184, 185, 186, 187, 188, 189, 190, 191, 192, 1..., 194, 196, 197, 198, 199, 200, 201, 206, 207, 208, 209, 210, 211, 215, 217, 220, 221, 222, 223, 225, 226, 229, 230, 231, 232, 233, 234, 235, 237, 238, 239, 240, 241, 243, 244, 245, 248, 249, 250, 251, 254, 255, 256, 257, 258, 261, 2..., 2..., 268, 267, 270, 274, 276, 277, 279, 280 και 281 καθών η αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, αιτούντος τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως, ήδη αντιστοίχως με α/α 1, 2, 3, 4, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12, 13, 14, 15, 16, 17, 18, 19, 20, 21, 22, 23, 24, 25, 26, 27, 28, 29, 30, 31, 32, 33, 34, 35, 36, 37, 38, 39, 40, 41, 42, 43, 44, 45, 46, 47, 48, 49, 52, 53, 57, 58, 59, 66, 73, 74, 75, 78, 81, 85, 86, 89, 90, 91, 92, ..., 96, 97, 98, 100, 101, 102, 104, 105, 107, 108, 109, 110, 111, 112, 113, 114, 116, 117, 118, 119, ..., 121, 122, 123, 124, 126, 127, 128, 129, 130, 131, 132, 133, 134, 135, 136, 137, 138, 139, 140, 141, 143, 144, 146, 147, 148, 149, 150, 152, 155, 157, 158, 159, 160, 161, 1..., 1..., 1..., 168, 169, 170, 171, 172, 173, 176, 177, 178, 179, 180, 181, 182, 183, 184, 185, 186, 187, 188, 189, 190, 191, 192, 1..., 194, 196, 197, 198, 199, 200, 201, 206, 207, 208, 209, 210, 211, 215, 217, 220, 221, 222, 223, 225, 226, 229, 230, 231, 232, 233, 234, 235, 237, 238, 239, 240, 241, 243, 244, 245, 248, 249, 250, 251, 254, 255, 256, 257, 258, 261, 2..., 2..., 268, 267, 270, 274, 276, 277, 279, 280 και 281 των αναιρεσιβλήτων και κατ' αντιμωλίαν των λοιπών διαδίκων.
Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του ως άνω δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου οι ανωτέρω αναιρεσίβλητοι και τότε καθών η αίτηση δικάσθηκαν σαν να ήταν παρόντες, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 1 σε συνδυασμό με άρθρα 20 παρ. 3 και 22 παρ. 1 του Ν. 2882/2001 (βλ. σελ. 10 επ. της προσβαλλομένης αποφάσεως).
Συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση έχει καταστεί πλέον τελεσίδικη, κατ' άρθρον 553 παρ. 1, περ. β' του Κ.Πολ.Δ., διότι στην παρούσα ειδική διαδικασία του Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (Ν. 2882/2001) δεν εφαρμόζεται η Αρχή της διαδοχικής ασκήσεως των ενδίκων μέσων, αφού σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 22 παρ. 1, εδάφ. α' του Ν. 2882/2001, κατά της αποφάσεως του Εφετείου περί καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως επιτρέπεται μόνο το ένδικο μέσο της αναιρέσεως και, συνακολούθως, όχι και εκείνο της ανακοπής ερημοδικίας του άρθρου 501 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 374/2021, Α.Π. 682/2019, Α.Π. 1259/2017).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 22 παρ. 4 του Ν. 2882/2001, όπως αυτή προστέθηκε με τη διάταξη του άρθρου 131 παρ. 2 του Ν. 4070/2012 (που εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς, κατά την έναρξη της ισχύος του παρόντος, αιτήσεις αναιρέσεως, σύμφωνα με την παρ. 10 του άρθρου 146 του ανωτέρω Ν. 4070/2012), σε περίπτωση που ο αριθμός των αναιρεσιβλήτων υπερβαίνει τους είκοσι (20), η κλήτευσή τους στη δίκη μπορεί να διενεργηθεί κατά τις διατάξεις του δευτέρου, τρίτου και τετάρτου εδαφίου της παραγράφου 4 του άρθρου 19, ήτοι η αίτηση, μαζί με την πράξη προσδιορισμού της δικασίμου, τοιχοκολλάται δεκαπέντε τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη δικάσιμο στο κατάστημα του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται και στο κατάστημα του δήμου ή της κοινότητας, στην περιφέρεια των οποίων βρίσκονται τα απαλλοτριούμενα.
Η τοιχοκόλληση πιστοποιείται με έκθεση, που συντάσσεται από το γραμματέα του δικαστηρίου ή της κοινότητας, αντιστοίχως. Η ειδοποίηση, στην οποία μνημονεύονται το δικαστήριο, στο οποίο απευθύνεται η αίτηση, η τοιχοκόλληση αυτής, η δικάσιμος, περίληψη του αιτήματος και περίληψη της απαλλοτριωτικής πράξεως, δημοσιεύεται σε τρεις ημερήσιες εφημερίδες, που εκδίδονται στην Αθήνα ή σε δύο που εκδίδονται στην Αθήνα και σε μία που εκδίδεται στη Θεσσαλονίκη, όταν η απαλλοτριούμενη έκταση ή το μεγαλύτερο μέρος αυτής βρίσκεται στα όρια του Υπουργείου Βόρειας Ελλάδας, καθώς και σε μία εφημερίδα που εκδίδεται στην πρωτεύουσα του νομού, στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται η απαλλοτριούμενη έκταση ή το μεγαλύτερο μέρος αυτής.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν κατά την συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν, όμως, την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, διάδικος κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως.
Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε αλλά όχι νομίμως, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (Α.Π. 530/2023, Α.Π. 244/2023, Α.Π. 20/2023). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4, εδάφ.
γ' και δ' του Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ' άρθρον 575 εδάφ. β' του ιδίου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως να μεταφέρει την υπόθεση στην σειρά των υποθέσεων, που θα συζητηθούν, κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως, η αναβολή της υποθέσεως και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολήν δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου. Προϋπόθεση, όμως, της εγκυρότητας της κλητεύσεως αυτής, συνεπεία της αναβολής της υποθέσεως και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο, είναι ότι ο απολιπόμενος ή μη νομίμως παριστάμενος, κατά τη μετ' αναβολήν συζήτηση, διάδικος, είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί στη δικάσιμο, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της υποθέσεως.
Διαφορετικά απαιτείται κλήτευσή του στη μετ' αναβολήν δικάσιμο (Ολ. Α.Π. 41/2005, Α.Π. 530/2023, Α.Π. 59/2023, Α.Π. 48/2023). Περαιτέρω, στην παρ. 4 του άρθρου 19 του Ν. 2882/2001, όπως είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 171 του Ν. 4512/2018 και αντικαταστάθηκε εκ νέου με το άρθρο 88 παρ. 1 του Ν. 4714/2020, ορίζεται ότι: "Όταν εκείνοι που φέρονται ως ιδιοκτήτες στον κτηματολογικό πίνακα υπερβαίνουν τους πενήντα (50), η κλήτευσή τους γίνεται σύμφωνα με την παρούσα.
Η αίτηση, μαζί με την πράξη προσδιορισμού της δικασίμου, τοιχοκολλάται δεκαπέντε (15) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο στο κατάστημα του δικαστηρίου στο οποίο απευθύνεται, στα καταστήματα των δικηγορικών συλλόγων της περιφερειακής ενότητας ή των περιφερειακών ενοτήτων και στα καταστήματα των δήμων ή των κοινοτήτων στην περιφέρεια των οποίων βρίσκονται τα απαλλοτριούμενα.
Η τοιχοκόλληση πιστοποιείται με έκθεση που συντάσσεται από τον γραμματέα του δικαστηρίου, τον γραμματέα του οικείου δικηγορικού συλλόγου και τον γραμματέα του οικείου δήμου ή της κοινότητας, αντίστοιχα. Η ειδοποίηση, στην οποία μνημονεύονται το δικαστήριο στο οποίο απευθύνεται η αίτηση, η τοιχοκόλληση αυτής, η δικάσιμος, περίληψη του αιτήματος και περίληψη της απαλλοτριωτικής πράξης, αναρτώνται στις επίσημες ιστοσελίδες του Υπουργείου Οικονομικών (Διεύθυνση Απαλλοτριώσεων) και του αρμόδιου για την απαλλοτρίωση φορέα.
Η ανάρτηση πιστοποιείται με έκθεση που συντάσσεται από τον προϊστάμενο της αρμόδιας γι' αυτήν υπηρεσίας. Εάν η συζήτηση αναβληθεί για σοβαρό λόγο, σύμφωνα με την παρ. 6, δεν απαιτείται η επανάληψη της διαδικασίας, εκτός αν ο λόγος της αναβολής οφείλεται στην πλημμελή, ατελή ή εκπρόθεσμη πραγματοποίηση των παραπάνω δημοσιεύσεων".
Η παράγραφος 4 του άρθρου 22 του Ν. 2882/2001 ισχύει αναλόγως και στη διαδικασία καθορισμού της οριστικής τιμής μονάδας της αποζημιώσεως, σύμφωνα με το άρθρο 20 του Ν. 2882/2001 και εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς, κατά την έναρξη ισχύος του ανωτέρω άρθρου, αιτήσεις καθορισμού οριστικής τιμής (Α.Π. 1168/2022, Α.Π. 455/2022, Α.Π. 447/2022, Α.Π. 1001/2021).
Περαιτέρω, κατά την παρ. 3, εδάφ. β' του άρθρου 576 του Κ.Πολ.Δ., αν στη δίκη μετέχουν περισσότεροι συνδεόμενοι με απλή ομοδικία και κάποιος από αυτούς είτε δεν κλητεύθηκε, είτε δεν εκπροσωπείται από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.
Τις κλητεύσεις επικαλούνται και αποδεικνύουν οι παριστάμενοι διάδικοι (εδάφιο β' της παραγράφου 3 του άρθρου 576 του Κ.Πολ.Δ., όπως προστέθηκε με το άρθρ. ... του ν. 4139/2013) (Α.Π. 1168/2022, Α.Π. 97/2022, Α.Π. 8/2018). Εξάλλου, το ίδιο ακριβώς περιεχόμενο με την προαναφερθείσα παρ. 3, εδάφ. β' του άρθρου 576 του Κ.Πολ.Δ. έχει και η διάταξη του άρθρου 22 παρ. 4 εδάφ.
τελ. του Ν. 2882/2001 - Κώδικας περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων, που ορίζει ότι επί αναγκαστικής απαλλοτριώσεως δεν εφαρμόζεται η παρ. 3 του άρθρου 576 του Κ.Πολ.Δ. και η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αιτήσεως χωρεί νομίμως ως προς όσους έχουν κλητευθεί. Με το περιεχόμενο αυτό η εν λόγω διάταξη αφορούσε την παρ. 3 εδάφ.
β' του άρθρου 576 του Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με το άρθρο ... του Ν. 4139/2013, μετά, όμως, την αντικατάστασή της και οι δύο διατάξεις (παρ. 3 εδάφ. β' του άρθρου 576 του Κ.Πολ.Δ. και άρθρου 22 παρ. 4 εδάφ. τελ. του Ν. 2882/2001) έχουν τις ίδιες συνέπειες (Α.Π. 1168/2022). Περαιτέρω, με το άρθρο 83 παρ. 2 του Ν. 4790/2021 "Κατεπείγουσες ρυθμίσεις για την προστασία της δημόσιας υγείας από τις συνεχιζόμενες συνέπειες της πανδημίας του κορωνοϊού COVID-19, την ανάπτυξη, την κοινωνική προστασία και την επαναλειτουργία των δικαστηρίων και άλλα ζητήματα" ορίζεται ότι "2.
Σε περίπτωση που η συζήτηση υπόθεσης οποιουδήποτε βαθμού δικαιοδοσίας και οποιασδήποτε διαδικασίας ματαιώθηκε διαρκούσης της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων λόγω των έκτακτων μέτρων προστασίας της δημόσιας υγείας από την πανδημία του κορωνοϊού COVID-19, ορίζεται αυτεπαγγέλτως, με πράξη του προέδρου του τμήματος ή του προϊσταμένου του δικαστηρίου, νέα ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο στη συντομότερη διαθέσιμη δικάσιμο.
Η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ή έκθεμα, το οποίο μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά, γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προς ενημέρωση των διαδίκων, και πάντως όχι επί ποινή ακυρότητας, η νέα δικάσιμος γνωστοποιείται από το γραμματέα στο δικηγορικό σύλλογο της έδρας του δικαστηρίου.
Στις υποθέσεις με διάδικο το Ελληνικό Δημόσιο, ο γραμματέας του δικαστηρίου γνωστοποιεί στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους τη νέα δικάσιμο με το οικείο πινάκιο ή έκθεμα. Με πρωτοβουλία επίσης του γραμματέα μπορεί να γνωστοποιείται η νέα δικάσιμος με αποστολή ηλεκτρονικού μηνύματος στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των διαδίκων ή με ανάρτηση στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων solon.gov.gr για όσα δικαστήρια και διαδικασίες έχουν ενταχθεί στο εν λόγω σύστημα".
Με την προαναφερόμενη διάταξη, προβλέπεται μεν ο αυτεπάγγελτος επαναπροσδιορισμός της συζητήσεως των υποθέσεων, που ματαιώθηκαν κατά το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων λόγω της πανδημίας του κορωνοϊού COVID-19, πλην όμως, σε περίπτωση ερημοδικίας κάποιου διαδίκου κατά την ορισθείσα νέα δικάσιμο, προκειμένου να ισχύσει η με πρωτοβουλία του γραμματέα εγγραφή της υποθέσεως στο οικείο πινάκιο ή έκθεμα, ως κλήτευση κατ' αυτή του απολειπομένου διαδίκου, απαιτείται ως προϋπόθεση ο εν λόγω διάδικος, είτε να είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ο ίδιος, είτε να είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για τη δικάσιμο, κατά την οποία η συζήτηση της υποθέσεως ματαιώθηκε, λόγω της αναστολής.
Σε αντίθετη περίπτωση, η εγγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο για τη νέα δικάσιμο, δεν ισχύει ως κλήτευσή του κατ' αυτή και απαιτείται η νόμιμη κλήτευσή του.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη, από 27-9-2018 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως .../2018), αίτηση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου διώκεται η αναίρεση της υπ' αριθμ. 121/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου ..., της οποίας, με πράξη της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος του Δικαστηρίου τούτου, ορίσθηκε αρχική δικάσιμος, για τη συζήτηση της υποθέσεως, η 5-3-2021, κατά την οποία η συζήτηση ματαιώθηκε λόγω της πανδημίας, επαναπροσδιορίστηκε δε αυτή αυτεπαγγέλτως για την δικάσιμο της 19-11-2021, οπότε αναβλήθηκε για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, με πράξη της Προέδρου του Δ' Τμήματος, και γράφτηκε στο οικείο πινάκιο, σύμφωνα με το άρθρο με το άρθρο 83 παρ. 2 του Ν. 4790/2021.
Όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, οι 1, 2, 3, 4, 6 έως 53, 55 έως 102 και 104 έως 286 των υπό στοιχείο Α αναιρεσιβλήτων και οι 1 έως 8 και 10 έως 78 των υπό στοιχείο Β αναιρεσιβλήτων δεν παρέστησαν στο ακροατήριο κατά την σημερινή δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε υποβλήθηκε η κατ' άρθρον 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
δήλωση. Τη συζήτηση της κρινομένης αιτήσεως επισπεύδει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, κατά τη διαδικασία του άρθρων 19 παρ. 4 του Ν. 2882/2001, αφού οι αναιρεσίβλητοι υπερβαίνουν τους 50. Το αναιρεσείον προσάγει και επικαλείται την από 21-1-2021 έκθεση τοιχοκολλήσεως της Ε. Μ., υπαλλήλου του Αρείου Πάγου, περί τοιχοκολλήσεως στον πίνακα δημοσιεύσεων του Αρείου Πάγου επικυρωμένου αντιγράφου της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως, το υπ' αριθμ.
πρωτ. .../2021 έγγραφο του Δήμου ..., περί τοιχοκολλήσεως επικυρωμένου αντιγράφου της αιτήσεως αναιρέσεως στον πίνακα δημοσιεύσεων του ανωτέρω Δήμου από τον υπάλληλο αυτού Α. Π., την από 1-2-2021 έκθεση τοιχοκολλήσεως της υπαλλήλου του Δικηγορικού Συλλόγου ... Α. Κ., περί τοιχοκολλήσεως επικυρωμένου αντιγράφου της αιτήσεως αναιρέσεως στον πίνακα δημοσιεύσεων του ανωτέρω Δικηγορικού Συλλόγου και το υπ' αριθμ.
πρωτ. .../2021 έγγραφο της Αποκεντρωμένης Διοικήσεως ..., περί αναρτήσεως ειδοποιήσεως στην επίσημη ιστοσελίδα της, της από 2-12-2021 ειδοποιήσεως - κλήσεως και ανάρτηση ειδοποιήσεως στον Ιστότοπο του Υπουργείου Οικονομικών. Από τα παραπάνω προκύπτει νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση των απόντων αναιρεσιβλήτων για την αρχική δικάσιμο της 5-3-2021.
Συνεπώς, ενόψει του ότι οι ως άνω αναιρεσίβλητοι είχαν νομίμως κλητευθεί να παραστούν για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 5-3-2021, η δε αναβολή της υποθέσεως και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο της αναφερόμενης στην αρχή της παρούσας μετ' αναβολήν δικασίμου (17-3-2023), ισχύει, κατά τα προαναφερθέντα, ως κλήτευσή τους για την τελευταία αυτή δικάσιμο, πρέπει να δικασθούν ερήμην και να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως σαν να ήταν και αυτοί παρόντες.
Η κρινόμενη, από 27-9-2018 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως .../2018), αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 121/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου ..., η οποία εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία του Ν. 2882/2001 - Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (ΚΑΑΑ), ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως, κατ' άρθρον 22 παρ. 1 του νόμου αυτού (ΚΑΑΑ), ήτοι εντός ενός έτους από την δημοσίευση της προσβαλλομένης αποφάσεως του Εφετείου, δεδομένου ότι, από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας, δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται, ότι έλαβε χώρα επίδοση της ανωτέρω αποφάσεως.
Συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του Κ.Πολ.Δ.).
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 80 του Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι "Αν σε δίκη που εκκρεμεί μεταξύ άλλων, τρίτος έχει έννομο συμφέρον να νικήσει κάποιος διάδικος, έχει δικαίωμα έως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση για να υποστηρίξει το διάδικο αυτόν", προκύπτει ότι η πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να ασκηθεί για πρώτη φορά και ενώπιον του Αρείου Πάγου.
Περαιτέρω, σύμφωνα με την ίδια διάταξη, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 68 του Κ.Πολ.Δ., αναγκαίος όρος για την άσκηση προσθέτου παρεμβάσεως είναι η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο του παρεμβαίνοντος. Άμεσο έννομο συμφέρον για την άσκηση παρεμβάσεως υφίσταται, όταν με αυτή μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η εις βάρος αυτού δημιουργία νομικής υποχρεώσεως.
Πρέπει, όμως, αυτά είτε να απειλούνται από το δεδικασμένο ή την εκτελεστότητα της αποφάσεως, που θα εκδοθεί είτε να τίθενται σε διακινδύνευση από άλλες αντανακλαστικές συνέπειες αυτής. Ως εκ τούτου, για την άσκηση προσθέτου παρεμβάσεως δεν αρκεί το ότι σε δίκη, εκκρεμή μεταξύ άλλων, πρόκειται να λυθεί νομικό ζήτημα, που θα ωφελήσει ή θα βλάψει τον προσθέτως παρεμβαίνοντα, επειδή υφίσταται ή ενδέχεται να ανακύψει σε δίκη μεταξύ αυτού και κάποιου από τους διαδίκους ή τρίτου, αλλά απαιτείται η έκβαση της δίκης, στην οποία παρεμβαίνει, να θίγει ευθέως, από την άποψη του πραγματικού και νομικού ζητήματος, τα έννομα συμφέροντά του (Ολ.
Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 3/2021, Ολ. Α.Π. 1/2021).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 20-5-2021 πρόσθετη παρέμβασή του, η οποία ασκήθηκε νομοτύπως, με την κατάθεση του οικείου δικογράφου ενώπιον του Αρείου Πάγου με αριθμ. καταθέσεως .../2021 και η οποία κοινοποιήθηκε νομοτύπως στους διαδίκους (βλ. την υπ' αριθμ. .../2021 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου ..., με έδρα το Πρωτοδικείο ..., Σ. - Π.
Κ., περί επιδόσεως της προσθέτου παρεμβάσεως στο αναιρεσείον - υπέρ ου η πρόσθετη παρέμβαση Ελληνικό Δημόσιο, τα από 16-9-2021 αποδεικτικά τοιχοκολλήσεως, περί τοιχοκολλήσεως της προσθέτου παρεμβάσεως στο Κατάστημα του Δήμου ... και στον Δικηγορικό Σύλλογο ..., τα από 17-9-2021 αποδεικτικά τοιχοκολλήσεως περί τοιχοκολλήσεως της προσθέτου παρεμβάσεως στη Δημοτική Κοινότητα ..., τα από 20-9-2021 αποδεικτικά τοιχοκολλήσεως, περί τοιχοκολλήσεως της προσθέτου παρεμβάσεως στις Δημοτικές Κοινότητες ...ς, ... - Οικισμός ...., ...
και ... του Δήμου ..., την από 23-9-2021 έκθεση τοιχοκολλήσεως του Ι. Π., υπαλλήλου του Αρείου Πάγου και την υπ' αριθμ. πρωτ. .../2021 έκθεση αναρτήσεως ειδοποιήσεως της Περιφέρειας ...), παρενέβη προσθέτως, υπέρ του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και κατά των αναιρεσιβλήτων, το Ν.Π.Δ.Δ., με την επωνυμία "ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ ...", Ο.Τ.Α.
β' βαθμού, εκθέτοντας ότι είναι ο κύριος του έργου, που αφορά τα απαλλοτριωθέντα επίδικα ακίνητα και υπόχρεο στην καταβολή της αποζημιώσεως, επικαλούμενο δε έννομο συμφέρον, ζητεί να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου. Τα εκτιθέμενα ανωτέρω συγκροτούν την έννοια του εννόμου συμφέροντος, όπως αυτή έχει διατυπωθεί.
Πρέπει, επομένως, να γίνει δεκτή ως παραδεκτή η κρινόμενη πρόσθετη παρέμβαση.
Από την κατ' άρθρον 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου ... αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου ... ασκήθηκε η από 27-10-2015 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως .../2015) αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος κατά των καθών η αίτηση και ήδη αναιρεσιβλήτων, για καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας απαλλοτριώσεως ακινήτων, ιδιοκτησίας των τελευταίων, τα οποία απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικώς, για λόγους δημοσίας ωφελείας, με υπόχρεο αποζημιώσεως το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο και τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημιώσεως για εναπομείναντα τμήματα των απαλλοτριωθέντων ακινήτων μερικών εξ αυτών.
Επίσης, ενώπιον του ιδίου, ως άνω, Δικαστηρίου, ασκήθηκε η από 25-11-2015 αίτηση - ανταίτηση ορισμένων εκ των καθών η πρώτη αίτηση, αφορώσα την ίδια απαλλοτριωθείσα έκταση, για καθορισμό οριστικής τιμής αποζημιώσεως των απαλλοτριωθέντων ακινήτων των αιτούντων - ανταιτούντων και καθών η πρώτη αίτηση, καθορισμό ιδιαίτερης αποζημιώσεως για εναπομείναντα τμήματα των απαλλοτριωθέντων ακινήτων ορισμένων εξ αυτών και για την άρση του τεκμηρίου ωφελείας των απαλλοτριωθέντων ακινήτων.
Επί των αιτήσεων αυτών, οι οποίες συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 121/2018, απόφαση του Τριμελούς Εφετείου ..., με την οποία οι εν λόγω αιτήσεις έγιναν εν μέρει δεκτές ως βάσιμες κατ' ουσίαν.
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 8 εδάφ. β' του Κ.Πολ.Δ., ο αναιρετικός λόγος από τη διάταξη αυτή ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπ' όψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός, για μη λήψη υπ' όψη προταθέντος ουσιώδους πράγματος, προϋποθέτει πράγμα παραδεκτώς προταθέν, αφού διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν επιτρέπεται να το λάβει υπ' όψη (Ολ.
Α.Π. 2/2001, Α.Π. 20/2023). Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ως "πράγματα", των οποίων η μη λήψη υπ' όψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι παραδεκτώς προβαλλόμενοι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (Ολ.
Α.Π. 22/2005), δηλαδή οι ισχυρισμοί οι οποίοι, κατά το νόμο, διαμόρφωσαν ή, αναλόγως, ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως (Ολ. Α.Π. 14/2011, Ολ. Α.Π. 2/1989, Α.Π. 20/2023, Α.Π. 523/2018, Α.Π. 7.../2015), όχι, όμως και οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων και που δεν έχουν αυτοτέλεια (Ολ.
Α.Π. 14/2011, Α.Π. 20/2023, Α.Π. 150/2015). Σε περίπτωση, δηλαδή, παραλείψεως του δικαστηρίου να λάβει υπ' όψη κάποιον πραγματικό ισχυρισμό, για την ίδρυση του ως άνω αναιρετικού λόγου, πρέπει ο αγνοηθείς ισχυρισμός να είναι ουσιώδης και πρόσφορος να επηρεάσει ευνοϊκώς για τον αναιρεσείοντα το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως.
Συνεπώς, εάν ο προβληθείς ισχυρισμός είναι μη νόμιμος ή αόριστος, δηλαδή επουσιώδης, δεν ιδρύεται ο προβλεπόμενος, από την ανωτέρω διάταξη, λόγος αναιρέσεως (Α.Π. 20/2023, Α.Π. 246/2020, Α.Π. 447/2020, Α.Π. 558/2018, Α.Π. 1447/2017).
Με τον πρώτο και τον τρίτο των αναιρετικών λόγων, υπό την επίκληση του αριθμού 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., το αναιρεσείον μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι δεν έλαβε υπ' όψη, αφενός μεν, τον προβληθέντα ισχυρισμό του, ότι είναι εσφαλμένος ο υπολογισμός των αντικειμενικών αξιών για γη εκτός σχεδίου με υφιστάμενα κτίρια εμβαδού μεγαλύτερου των 15m2 στα σχετικά έντυπα ΑΑ-Γης της από 25-1-2017 2ης τροποποιητικής εκθέσεως εκτιμήσεως αξίας ακινήτων (πρώτος λόγος), αφετέρου δε, το περιεχόμενο της καταθέσεως του, προταθέντος από αυτό (αναιρεσείον), μάρτυρα Ι.
Γ., αναφορικώς με τον προαναφερθέντα υπολογισμό και με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτό το αντίθετο, από όσα κατέθεσε ο εν λόγω μάρτυρας (τρίτος λόγος). Οι αναιρετικοί λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, καθόσον όλα τα ανωτέρω, που επικαλείται το αναιρεσείον ότι δεν λήφθηκαν υπ' όψη από το Εφετείο, δεν συνιστούν, σύμφωνα με τα αναφερθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, "πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμός 8 του Κ.Πολ.Δ., ώστε να δύναται να ιδρυθεί ο, από τον αριθμό αυτόν του ως άνω άρθρου, λόγος αναιρέσεως.
Σε κάθε περίπτωση, οι λόγοι αυτοί, κατά το ανωτέρω μέρος τους, είναι απαράδεκτοι, δεδομένου ότι, στην πραγματικότητα, το αναιρεσείον δεν αιτιάται τη μη λήψη υπ' όψη "πραγμάτων", κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμός 8 του Κ.Πολ.Δ, αλλά την παραγνώριση της αξίας αποδεικτικών μέσων.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 2 του Συντάγματος, όπως ισχύει μετά την αναθεώρησή του, "Κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση, που να ανταποκρίνεται στην αξία την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της συζήτησης στο δικαστήριο για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης.
Αν ζητηθεί απευθείας ο οριστικός προσδιορισμός της αποζημίωσης, λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της σχετικής συζήτησης στο δικαστήριο. Αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, τότε για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό".
Τα ίδια ορίζονται και στο άρθρο 13 παρ. 1 εδάφ. α' και β' του Ν. 2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.), στο οποίο, περαιτέρω, ορίζεται, στο εδάφιο γ', ότι "Ως κριτήριο για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου λαμβάνονται υπόψη, ιδίως, η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, που προσδιορίζεται κυρίως από την αντικειμενική αξία, τα τιμήματα σε συμβόλαια μεταβίβασης κυριότητας ακινήτων, τα οποία συντάχθηκαν κατά το χρόνο της κήρυξης της απαλλοτρίωσης, καθώς και η πρόσοδος του απαλλοτριωμένου".
Περαιτέρω, με το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως, για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε (μαζί με τη Σύμβαση) με το Ν.Δ. 57/1974 και έχει αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος), ορίζεται ότι "Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.
Κανένας δεν μπορεί να στερηθεί της περιουσίας του, ει μη δια λόγους δημόσιας ωφέλειας και υπό τους προβλεπόμενους από το νόμο και τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου όρους. Οι προαναφερόμενες διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε κράτους να θέσει σε ισχύ νόμους τους οποίους ήθελε κρίνει αναγκαίους για ρύθμιση της χρήσεως αγαθών σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον ή για εξασφάλιση της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων".
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι, για τον υπολογισμό της αξίας των απαλλοτριωμένων ακινήτων λαμβάνεται υπ' όψη η αξία αυτών κατά το χρόνο συζητήσεως για τον οριστικό προσδιορισμό στο Εφετείο, αν η συζήτηση αυτή διεξαχθεί μετά από ένα έτος από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημιώσεως και ότι τα δικαστήρια, κατά τον καθορισμό τιμής μονάδας αποζημιώσεως ακινήτου, που εμπίπτει στο ισχύον σύστημα αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας του, υποχρεούνται να λαμβάνουν υπ' όψη και την αντικειμενική αξία αυτού, καθώς και των όμορων και ομοειδών προς αυτό ακινήτων, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ως ασφαλές και αντικειμενικό μέτρο κρίσεως για την εξεύρεση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου, η οποία, πάντως, σε καμιά περίπτωση δεν δεσμεύει την δικαστική κρίση για την πραγματική αξία του.
Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, τα διαγραφόμενα κριτήρια δεν είναι αποκλειστικά και υποχρεωτικά για το δικαστήριο για τη διάγνωση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριωμένου, κατά τον κρίσιμο χρόνο, έτσι ώστε να θεωρείται ότι παραβιάζεται, στην περίπτωση που το δικαστήριο δεν τα λάβει υπ' όψη του ή θα λάβει υπ' όψη άλλα τέτοια.
Το δικαστήριο μπορεί να στηρίζει την κρίση του για την πραγματική αξία του απαλλοτριουμένου ακινήτου, ενόψει της χρησιμοποιούμενης στην παραπάνω διάταξη λέξεως "ιδίως", σε κάθε πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο, αφού το αξιολογήσει καταλλήλως. Η σχετική, για το πρόσφορο ή όχι του συγκριτικού στοιχείου, κρίση του δικαστηρίου ανάγεται στην εκτίμηση πραγμάτων και, ως εκ τούτου, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. ...5/2020, Α.Π. 1554/2017, Α.Π. ...5/2017, Α.Π. 1175/2015, Α.Π. 1021/2015, Α.Π. 844/2015, Α.Π. 418/2014).
Επίσης, κατά το τελευταίο εδάφιο της παρ. 6 του άρθρου 15 του ιδίου νόμου 2882/2001, που προστέθηκε με την παρ. 8 του άρθρου 76 του Ν. 4146/2013 (Φ.Ε.Κ. Α' 90/ 18.4.2013) και εφαρμόζεται και στις κηρυχθείσες απαλλοτριώσεις, για τις οποίες δεν έχει συζητηθεί η αίτηση καθορισμού προσωρινής ή οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως (άρθρο 76 παρ. 8 του Ν. 4146/2013), "Το δικαστήριο υποχρεούται να αιτιολογεί ειδικά την τυχόν απόκλιση της προσδιοριζομένης από το ίδιο αξίας του ακινήτου τόσο από την προκύπτουσα κατά το αντικειμενικό σύστημα αξία του όσο και από την προκύπτουσα από την έκθεση της εκτιμητικής επιτροπής της παραγράφου 1 του παρόντος ή του ανεξάρτητου εκτιμητή της παρούσας παραγράφου" (Α.Π. 174/2022, Α.Π. 125/2021, Α.Π. 872/2020, Α.Π. ...5/2020, Α.Π. 1554/2017, Α.Π. 1053/2017, Α.Π. ...5/2017, Α.Π. 1021/2015, Α.Π. 844/2015).
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η έκθεση της εκτιμητικής επιτροπής (ή του ανεξάρτητου εκτιμητή), εφόσον καταρτίστηκε, συνεκτιμάται μαζί με τα υπόλοιπα στοιχεία που προαναφέρθηκαν, ακόμη και αν η αναγραφόμενη αξία είναι κατώτερη ή ανώτερη της αντικειμενικής αξίας, η οποία δεν δεσμεύει υποχρεωτικώς την δικαστική κρίση για την πραγματική αξία του απαλλοτριωμένου (Α.Π. 174/2022, Α.Π. 125/2021, Α.Π. 872/2020, Α.Π. ...5/2020, Α.Π. ...5/2017, Α.Π. 1329/2013).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, η οποία στοιχειοθετεί τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα, που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόστηκε.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της αποφάσεως δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως (Ολ.
Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 6/2006, Α.Π. 671/2020). Από την ανωτέρω διάταξη, η οποία αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου ... παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως, για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ. Α.Π. 2/2019, Α.Π. 736/2021). Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και, γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.
Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 15/2006). Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της ερευνώμενης διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα, μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς, επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Α.Π. 736/2021, Α.Π. 551/2021, Α.Π. 1.../2020, Α.Π. 169/2019, Α.Π. 1339/2017).
Με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ήτοι της ελλείψεως νομίμου βάσεως σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας και, συγκεκριμένα, διότι δεν αιτιολογεί, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 15 παρ. 6 εδάφ. δ' του Ν. 2882/2001, την απόκλιση των επιδικασθέντων αξιών των επιδίκων ακινήτων από εκείνες των αντικειμενικών και δεν παραθέτει τους παράγοντες ή συνθήκες και με ποιο τρόπο επέδρασαν αυξητικά στην αντικειμενική αξία των απαλλοτριουμένων ακινήτων.
Από την επιτρεπτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, προκειμένου να προβεί στον οριστικό προσδιορισμό της τιμής μονάδας αποζημιώσεως των ακινήτων των αιτούντων - καθών η αίτηση, που απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικώς για λόγους δημοσίας ωφελείας, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, κατά το μέρος που ενδιαφέρει την παρούσα δίκη, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με την υπ' αριθμ. .../2012 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης ..., η οποία δημοσιεύθηκε στο 306/5-10-2012 τεύχος ΑΑ&ΠΘ ΦΕΚ, κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση, για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για τη βελτίωση της επαρχιακής οδού 1α από τον κόμβο ... - ... - Ε.Ο. ... - ..., στη Δημοτική Ενότητα ...ς του Δήμου ...
της Περιφερειακής Ενότητας ..., έκτασης συνολικού εμβαδού 44.306,70 τ.μ., που βρίσκεται στη Δημοτική Ενότητα ...ς του Δήμου .... Η έκταση αυτή απεικονίζεται με κλίμακα 1:500 στα ανασυνταγμένα από 21-12- 2015 κτηματολογικά διαγράμματα με αρ. σχ. Κ.1, Κ.2, Κ.3, Κ.4, Κ.5, Κ.6, Κ.7, Κ.8, Κ.9, Κ.10, Κ.11, Κ.12, Κ.13, Κ.14, Κ.15 και Κ.16 και στον αντίστοιχο από Δεκέμβριο του 2015 ανασυνταγμένο κτηματολογικά πίνακα της Διεύθυνσης Τεχνικών Έργων της Περιφερειακής Ενότητας ..., τα οποία έχουν συνταχθεί από τη σύμπραξη Γραφείων Μελετών:
Δ. Δ. - Κ.. Τ. και Σ. Ε.Τ.Ε., "Σ. Ε.Τ.Ε.", έχουν ελεγχθεί από τον Ι. Γ. πολιτικό μηχανικό Π.Ε. της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών της Περιφέρειας ... και έχουν θεωρηθεί από την Αναπληρώτρια Διευθύντρια της Διεύθυνσης Τεχνικών Έργων της Περιφέρειας ... στις 21-12-2015. Η ανωτέρω απαλλοτρίωση κηρύχθηκε υπέρ και με δαπάνη του αιτούντος Ελληνικού Δημοσίου, που θα καλυφθεί από τις πιστώσεις του ΕΣΠΑ μετά την ένταξη του έργου "Βελτίωση της επαρχιακής οδού 1α από τον κόμβο ... - ... - Ε.Ο. ... - ..." στο Επιχειρησιακό Πρόγραμμα "..." με κωδικό ...
και με πίστωση 12.200.000,00 ευρώ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του ν. 653/1977, όπως ισχύουν. Η απαλλοτριωθείσα έκταση βρίσκεται στις κτηματικές περιφέρειες των τοπικών διαμερισμάτων ..., ...ς, ... - ...., ... - ... του Δήμου .... Η Εκτιμητική Επιτροπή του άρθρου 15 του Ν. 2882/2001 προσδιόρισε στην από 25-1-2017 σχετική έκθεση εκτίμησης Αξίας Απαλλοτριωμένων Ακινήτων (2η τροποποιητική της από 12-6-2013 έκθεσης εκτίμησης), με βάση την 4η ανασύνταξη (Δεκέμβριος 2015) των κτηματολογικών στοιχείων της ανωτέρω απαλλοτρίωσης σύμφωνα με την υπ' αριθμ. .../2015 απόφαση της Διεύθυνσης Τεχνικών Έργων της Περιφέρειας ..., την αξία ενός εκάστου απαλλοτριούμενού ακινήτου, σύμφωνα με την από 16-9-2016 έκθεση εκτίμησης προσδιορισμού αξίας ακινήτων της Περιφερειακής Διεύθυνσης Δημόσιας Περιουσίας ...-..., που συνοδεύεται από τα σχετικά φύλλα υπολογισμού αξίας ακινήτων ως ακολούθως: 1) Για τις ιδιοκτησίες που βρίσκονται στην κτηματική περιφέρεια του Δ.Δ ...
και ειδικότερα: α) για αγρούς αρδευομένους μονοετούς καλλιέργειας με πρόσοψη σε Επαρχιακή οδό σε 14,43 ευρώ ανά τ.μ. β) για αγρούς αρδευομένους μονοετούς καλλιέργειας με πρόσοψη σε Επαρχιακή οδό με κτίσμα (αγροτικό-κτηνοτρ.) σε 30,03 ευρώ ανά τ.μ. και γ) για τα οικόπεδα σε 166,80 ευρώ ανά τ.μ. 2) Για τις ιδιοκτησίες που βρίσκονται στην κτηματική περιφέρεια του Δ.Δ. ...ς και ειδικότερα:
α) για αγρούς αρδευομένους μονοετούς καλλιέργειας με πρόσοψη σε Επαρχιακή οδό σε 9,80 ευρώ ανά τ.μ., β) για αγρούς μη αρδευομένους με πρόσοψη σε Επαρχιακή οδό σε 6,89 ευρώ ανά τ.μ., γ) για αγρούς αρδευομένους μονοετούς καλλιέργειας με πρόσοψη σε Επαρχιακή οδό με κτίσμα (αγροτικό-κτηνοτρ.) σε 22,80 ευρώ ανά τ.μ. και δ) για αγρούς αρδευομένους με κτίσμα (κατοικία) με πρόσοψη σε Επαρχιακή οδό σε 74,80 ευρώ ανά τ.μ. 3) Για τις ιδιοκτησίες που βρίσκονται στην κτηματική περιφέρεια του Δ.Δ. ...
και ειδικότερα: α) για αγρούς αρδευομένους μονοετούς καλλιέργειας με πρόσοψη σε Επαρχιακή οδό σε 7,57 ευρώ ανά τ.μ., β) για αγρούς μη αρδευομένους χέρσους με πρόσοψη σε Επαρχιακή οδό σε 5,07 ευρώ ανά τ.μ., γ) για αγρούς με κτίριο επαγγελματικής στέγης με πρόσοψη σε επαρχιακή οδό σε 54,37 ευρώ ανά τ.μ., δ) για αγρούς με κτίριο (βιοτεχνικό-βιομηχανικό) με πρόσοψη σε Επαρχιακή οδό σε 30,97 ευρώ ανά τ.μ., ε) για αγρούς αρδευόμενους με κτίσμα (αγροτικό-κτηνοτρ.) σε 15,37 ευρώ ανά τ.μ., στ) για αγρούς αρδευομένους με κτίσμα (κατοικία) με πρόσοψη σε Επαρχιακή οδό σε 46,57 ευρώ ανά τ.μ.
και ζ) για τα οικόπεδα σε 75,25 ευρώ ανά τ.μ. 4) Για τις ιδιοκτησίες που βρίσκονται στην κτηματική περιφέρεια του Δ.Δ. ... - Οικισμός .... και ειδικότερα: α) για αγρούς αρδευομένους μονοετούς καλλιέργειας με πρόσοψη σε Επαρχιακή οδό σε 7,57ευρώ ανά τ.μ , β) για αγρούς μη αρδευομένους με πρόσοψη σε Επαρχιακή οδό σε 5,07 ευρώ ανά τ.μ., γ) για τα οικόπεδα σε 52,68 ευρώ ανά τ.μ. 5) Για τις ιδιοκτησίες που βρίσκονται στην κτηματική περιφέρεια του Δ.Δ. ...
και ειδικότερα: α) για αγρούς αρδευομένους μονοετούς καλλιέργειας με πρόσοψη σε Επαρχιακή οδό σε 7,57 ευρώ ανά τ.μ. και β) για αγρούς μη αρδευομένους με πρόσοψη σε Επαρχιακή οδό σε 5,07 ευρώ ανά τ.μ. 6) Για τις ιδιοκτησίες που βρίσκονται στην κτηματική περιφέρεια του Οικισμού ... και ειδικότερα για τα οικόπεδα α) με αριθμούς 330, 332 και 335 σε 48,31 ευρώ το τ.μ.
β) με αριθμό 329 σε 39,75 ευρώ ανά τ.μ. γ) με αριθμό 328 σε 46,76 ευρώ ανά τ.μ., γ) με αριθμό 334 σε 46,49 ευρώ ανά τ.μ., δ) με αριθμό 334Α σε 46,10 ευρώ ανά τ.μ., ε) με αριθμό 331 σε 45,99 ευρώ ανά τ.μ., στ) με αριθμό 326 σε 41,11 ευρώ ανά τ.μ., ζ) με αριθμό 327 σε 47,65 ευρώ ανά τ.μ. και η) με αριθμό 338 σε 38,33 ευρώ ανά τ.μ. Από τα απαλλοτριούμενα ακίνητα αυτά που βρίσκονται στην περιοχή του Δ.Δ. ...
και ... απέχουν από την πόλη των ... τέσσερα (4) χιλιόμετρα περίπου, αυτά που βρίσκονται στην περιοχή ... απέχουν οκτώ (8) χιλιόμετρα περίπου, αυτά που βρίσκονται στην ... απέχουν έντεκα (11) χιλιόμετρα περίπου και αυτά που βρίσκονται στην ... απέχουν δέκα τέσσερα (14) χιλιόμετρα περίπου. Από τα ακίνητα αυτά τα περισσότερα αποτελούν αγροτεμάχια, εκτός σχεδίου πόλης, αρδευόμενα και μη και ορισμένα οικόπεδα, όλα δε έχουν πρόσοψη στην επαρχιακή οδό, της οποίας γίνεται η διαπλάτυνση.
Από το γεγονός ότι τα ακίνητα που βρίσκονται στην κτηματική περιφέρεια ... και ..., βρίσκονται σε μικρή απόσταση από την πόλη των ... καθιστά και αυτά, τα οποία χαρακτηρίζονται ως αγροτεμάχια, αξιοποιήσιμα για ανέγερση κατοικιών και άλλων χρήσεων, με αποτέλεσμα παρά τον αγροτικό τους χαρακτήρα να έχουν οικοπεδική αξία.
Τα απαλλοτριούμενα δε ακίνητα που βρίσκονται στις υπόλοιπες κτηματικές περιφέρειες μειονεκτούν κατά ένα μέρος σε σχέση με τα προηγούμενα ακίνητα, καθώς βρίσκονται σε μεγαλύτερη απόσταση από την πόλη των ... και έχουν περισσότερο αγροτικό χαρακτήρα. Παρά το γεγονός όμως αυτό βρίσκονται σε περιοχές που έχουν ανεγερθεί κατοικίες και μπορούν να αξιοποιηθούν και οικοδομικά για την ανέγερση κατοικιών ή άλλων χρήσεων βοηθητικού χαρακτήρα.
Επίσης τα παραπάνω ακίνητα εξυπηρετούνται από τα δίκτυα κοινής ωφέλειας (ηλεκτρικό ρεύμα, νερό). Ο μάρτυρας του αιτούντος Ελληνικού Δημοσίου Ι. Γ., πολιτικός μηχανικός, εξεταζόμενος στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου, επικαλούμενος τις επικρατούσες στην τοπική κτηματαγορά συνθήκες, επιβεβαίωσε το περιεχόμενο της ως άνω έκθεσης της εκτιμητικής επιτροπής και τόνισε ότι οι περιεχόμενες σ' αυτή τιμές είναι εύλογες και ανταποκρινόμενες πλήρως στην πραγματικότητα.
Ο μάρτυρας των παριστάμενων καθ' ων και των παρεμβαινόντων Α. Κ., πολιτικός μηχανικός, επιβεβαίωσε ενόρκως ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου την τεχνική του έκθεση που προσκομίζεται και κατέθεσε ότι οι τιμές για τα απαλλοτριωθέντα ακίνητα ανέρχονται για τα οικόπεδα στην ... που βρίσκονται στην πλαγιά και έχουν θέα σε 300 ευρώ ανά τ.μ., γι' αυτά που βρίσκονται πιο κάτω με πρόσοψη στην επαρχιακή οδό και γύρω από το στρατόπεδο ...ς σε 150 ευρώ ανά τ.μ., για τα ακίνητα στην ...
σε 100 ευρώ ανά τ.μ. και αυτά στην ... σε 80 ευρώ ανά τ.μ., ενώ για τα ακίνητα που βρίσκονται στην ... σε 60 ευρώ για τα αγροτεμάχια και σε 80 ευρώ για τα οικόπεδα. Από άποψη πρόσφορων συγκριτικών στοιχείων το αιτούν προσκομίζει: α) την .../2014 δήλωση μεταβίβασης αρδευομένου αγροτεμαχίου μονοετούς καλλιέργειας έκτασης 3.367 τ.μ.
που βρίσκεται στο Δ.Δ. ..., το οποίο πωλήθηκε αντί τιμήματος 3.300 ευρώ, ενώ η αντικειμενική του αξία ανέρχεται στο ποσό των 16.969 ευρώ, β) την 52772014 δήλωση μεταβίβασης αγροτεμαχίου έκτασης 2.543,56 τ.μ. που βρίσκεται στο Δ.Δ. ..., το οποίο πωλήθηκε αντί τιμήματος 12.000 ευρώ, ενώ η αντικειμενική του αξία ανέρχεται στο ποσό των 12.809,56 ευρώ και γ) την .../2014 δήλωση μεταβίβασης αρδευομένου αγροτεμαχίου μονοετούς καλλιέργειας έκτασης 10.450,07 τ.μ., που βρίσκεται εκτός του οικισμού ..., εντός ...
και εντός ..., πωλήθηκε αντί τιμήματος 40....9 ευρώ όση, δηλαδή, και η αντικειμενική του αξία. Επίσης οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται ως συγκριτικά στοιχεία 1) την υπ' αριθ. 114/2007 απόφαση του Εφετείου ..., με την οποία καθορίστηκε οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης για ακίνητα στο δήμο ... από 12 ευρώ έως 7 ευρώ ανά τ.μ.
με κρίσιμο χρόνο τον Φεβρουάριο του 2007, 2) την υπ' αριθ. 15/2010 απόφαση του Εφετείου ..., με την οποία καθορίστηκε οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης για ακίνητα στα δ. δ. Β. και ... Δήμου ... από 25 ευρώ έως 29 ευρώ ανά τ.μ. και στα δ.δ. ... Δήμου ... από 20 ευρώ έως 24 ευρώ ανά τ.μ., με κρίσιμο χρόνο το Μάιο του 2009, 3) την υπ' αρ. 2.../2010 απόφαση του Εφετείου ..., με την οποία καθορίστηκε οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης για ακίνητα στην κτηματική περιφέρεια των Δ.Δ. ...
του Δήμου Α. Ζ. και Κ. Δήμου ... από 14 ευρώ έως 18,50 ευρώ ανά τ.μ., με κρίσιμο χρόνο τον Μάρτιο 2010, 4) την υπ' αρ. 3.../2010 απόφαση του Εφετείου ..., με την οποία καθορίστηκε οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης για ακίνητα στις κτηματικές περιφέρειες ..., ..., ... και ... από 80 ευρώ έως 110 ευρώ ανά τ.μ., με κρίσιμο χρόνο τον Σεπτέμβριο του 2010, 5) την υπ' αρ. 161/2013 απόφαση του Εφετείου ..., με την οποία καθορίστηκε οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης για ακίνητα στα δ.δ. ...
του Δήμου ... από 19 έως 28 ευρώ ανά τ.μ., με κρίσιμο χρόνο τον Μάρτιο του 2013, 6) την υπ' αριθ. 71/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... με την οποία καθορίστηκε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης για ακίνητα στην κτηματική περιφέρεια ... από 17 ευρώ έως 23 ευρώ ανά τ.μ. με κρίσιμο χρόνο τον Οκτώβριο του 2013, 7) την υπ' αριθ. 401/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ...
με την οποία καθορίστηκε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης για ακίνητα στην κτηματική περιφέρεια Δήμου ... από 5 ευρώ έως 18 ευρώ ανά τ.μ. με κρίσιμο χρόνο τον Απρίλιο του 2013, 8) την υπ' αριθ. 99/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... με την οποία καθορίστηκε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης για ακίνητα στην κτηματική περιφέρεια του δ.δ. ...
από 25 έως 28 ευρώ ανά τ.μ., του δ.δ. ... από 60 ευρώ έως 70 ευρώ ανά τ.μ., του δ.δ. ... σε 50 ευρώ ανά τ.μ., του δ.δ. ... σε από 40 ευρώ έως 140 ευρώ ανά τ.μ. και στο δ.δ. ... από 25 ευρώ έως 28 ευρώ ανά τ.μ., με κρίσιμο χρόνο το Μάιο του 2009, από 5 ευρώ έως 18 ευρώ ανά τ.μ. με κρίσιμο χρόνο τον Σεπτέμβριο του 2011. Οι υπόλοιπες προσκομιζόμενες από τους καθ' ων αποφάσεις δεν κρίνονται πρόσφορα συγκριτικά στοιχεία ενόψει του χρόνου υπολογισμού της αξίας των ακινήτων που αναφέρονται σ' αυτές, κατά τον οποίο ήταν διαφορετικές οι οικονομικές συνθήκες στη χώρα, αλλά και των περιοχών που αφορούν οι οποίες βρίσκονται μακράν των επίδικων ακινήτων.
Το Μονομελές Εφετείο ... μετά από αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου και μετά από ανταιτήσεις-κύριες παρεμβάσεις των καθ' ων, που συζητήθηκαν στις 5-11-2014, με την 143/2014 απόφασή του καθόρισε την προσωρινή τιμή μονάδος απαλλοτρίωσης των απαλλοτριωθέντων ως ακολούθως: 1) Για τις ιδιοκτησίες που βρίσκονται στην κτηματική περιφέρεια του Δ.Δ. ...
και ειδικότερα α) για αγρούς αρδευομένους μονοετούς καλλιέργειας με πρόσοψη σε επαρχιακή οδό σε 35 ευρώ ανά τ.μ. και β) για τα οικόπεδα σε 280 ευρώ ανά τ.μ. 2) για τις ιδιοκτησίες που βρίσκονται στην κτηματική περιφέρεια του Δ.Δ. ... και ειδικότερα α) για αγρούς αρδευομένους μονοετούς καλλιέργειας με πρόσοψη σε επαρχιακή οδό σε 28 ευρώ ανά τ.μ., β) για αγρούς μη αρδευομένους χέρσους με πρόσοψη σε επαρχιακή οδό σε 24 ευρώ ανά τ.μ.
γ) για τα οικόπεδα σε 180 ευρώ ανά τ.μ. 3) για τις ιδιοκτησίες που βρίσκονται στην κτηματική περιφέρεια του Δ.Δ. ... και ειδικότερα α) για αγρούς αρδευομένους μονοετούς καλλιέργειας με πρόσοψη σε επαρχιακή οδό σε 22 ευρώ ανά τ.μ., β) για αγρούς μη αρδευομένους χέρσους με πρόσοψη σε επαρχιακή οδό σε 18 ευρώ ανά τ.μ., γ) για τα οικόπεδα σε 100 ευρώ ανά τ.μ., 4) για τις ιδιοκτησίες που βρίσκονται στην κτηματική περιφέρεια του Δ.Δ. ... - Οικισμός ....
και ειδικότερα: α) για αγρούς αρδευομένους μονοετούς καλλιέργειας με πρόσοψη σε επαρχιακή οδό σε 22 ευρώ ανά τ.μ., β) για αγρούς μη αρδευομένους χέρσους με πρόσοψη σε επαρχιακή οδό σε 18 ευρώ ανά τ.μ., γ) για τα οικόπεδα σε 80 ευρώ ανά τ.μ. 5) για τις ιδιοκτησίες που βρίσκονται στην κτηματική περιφέρεια του Δ.Δ. ...
και ειδικότερα: α) για αγρούς αρδευομένους μονοετούς καλλιέργειας με πρόσοψη σε επαρχιακή οδό σε 22 ευρώ ανά τ.μ., β) για αγρούς μη αρδευομένους χέρσους με πρόσοψη σε επαρχιακή οδό σε 18 ευρώ ανά τ.μ. 6) για τις ιδιοκτησίες που βρίσκονται στην κτηματική περιφέρεια του Οικισμού ... και ειδικότερα για τα οικόπεδα α) με αριθμούς 329,330, 332 και 335 σε 65 ευρώ ανά τ.μ., β) με αριθμό 331 σε 61 ευρώ ανά τ.μ., γ) με αριθμό 334 σε ...,50 ευρώ ανά τ.μ., δ) με αριθμό 334Α σε 61,50 ευρώ ανά τ.μ., ε) με αριθμό 338 σε 53 ευρώ ανά τ.μ., στ) με αριθμό 326 σε 56 ευρώ ανά τ.μ., ζ) με αριθμό 327 σε ...,50 ευρώ ανά τ.μ., η) με αριθμό 328 σε ...,50 ευρώ ανά τ.μ.
Από τη συνεκτίμηση όλων των προαναφερόμενων αποδεικτικών μέσων και των μη ειδικά αναφερόμενων, το Δικαστήριο οδηγείται στην κρίση ότι, κατά τον εν προκειμένω κρίσιμο χρόνο, που είναι αυτός της 15 Νοεμβρίου 2017, δηλαδή της συζήτησης ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου των ένδικων αιτήσεων, δεδομένου ότι η συζήτηση αυτή διεξήχθη μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης, που έλαβε χώρα στις την 5-11-2014, η πραγματική αξία των απαλλοτριωμένων ακινήτων με βάση τις υπάρχουσες οικονομικές και νομισματικές συνθήκες, λαμβανομένης υπόψη και της οικονομικής κρίσης που έχει ενσκύψει στη χώρα και που έχει επιδράσει μειωτικά στις αξίες των ακινήτων λόγω της έλλειψης αγοραστικού ενδιαφέροντος στην κτηματαγορά, χωρίς να υπολογισθεί η τυχόν ανατίμηση ή υποτίμηση που επέρχεται λόγω της εξαγγελίας της απαλλοτρίωσης, και κατά συνέπεια η πλήρης οφειλόμενη για την ίδια έκταση αποζημίωση, δηλαδή εκείνη με την οποία οι δικαιούχοι μπορούν ν' αντικαταστήσουν τα απαλλοτριούμενα με άλλα ισάξια ακίνητα, ...
ανέρχονται στα ποσά που εκτίθενται ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας". Με τις ως άνω παραδοχές δέχθηκε εν μέρει τις ως άνω αιτήσεις του Ελληνικού Δημοσίου και των δικαιούχων της αποζημιώσεως (αναιρεσιβλήτων) ως βάσιμες κατ' ουσίαν και καθόρισε την οριστική τιμή μονάδας αποζημιώσεως των απαλλοτριούμενων ακινήτων στα προαναφερόμενα ποσά.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του, ως προς το ζήτημα του καθορισμού της αξίας των απαλλοτριουμένων ακινήτων των αιτούντων - αναιρεσιβλήτων, πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, ενώ αιτιολογεί ειδικώς την απόκλιση της ως άνω οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως από την προκύπτουσα κατά το αντικειμενικό σύστημα αξία του, όπως αυτή περιέχεται στην έκθεση της Εκτιμητικής Επιτροπής, οι αιτιολογίες δε αυτές καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των αναφερομένων στη νομική σκέψη εφαρμοσθεισών διατάξεων και έτσι αυτή δεν στερείται νομίμου βάσεως, όπως το αναιρεσείον αβασίμως ισχυρίζεται.
Ειδικότερα, με σαφήνεια αναφέρει τα χαρακτηριστικά των περιοχών, στις οποίες βρίσκονται τα απαλλοτριούμενα ακίνητα, την απόστασή τους από την πόλη των ..., τον χαρακτήρα τους και τον τρόπο αξιοποιήσεώς τους. Αναφέρει, επίσης και αξιολογεί όλα τα συγκριτικά στοιχεία, που προσκόμισαν τα διάδικα μέρη ενώπιόν του.
Συνεκτιμώντας δε και τις καταθέσεις των ενώπιόν του (Εφετείου) εξετασθέντων μαρτύρων των διαδίκων, την έκθεση της Επιτροπής του άρθρου 15 του Ν. 2882/2001 και την τροποποιητική αυτής, χωρίς να είναι υποχρεωτική, όπως προηγουμένως έχει αναπτυχθεί, η κρίση της εκτιμητικής επιτροπής, τις υφιστάμενες οικονομικές και νομισματικές συνθήκες, προσδιόρισε την οριστική τιμή μονάδας αποζημιώσεως των επιδίκων ακινήτων στα, αναφερόμενα στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, ποσά, αξιολογώντας και αιτιολογώντας ειδικώς την απόκλιση της εν λόγω αξίας από την αξία αυτών που προκύπτει κατά το αντικειμενικό σύστημα.
Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 του Ν. 2882/2001, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 128 παρ. 2 του Ν. 4070/2012 (ΦΕΚ 82/Α/10-4-2012) και εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς, κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, απαλλοτριώσεις (άρθρο 146 παρ. 9 του εν λόγω νόμου), "Εάν απαλλοτριωθεί τμήμα ακινήτου με αποτέλεσμα η αξία του τμήματος που απομένει στον ιδιοκτήτη να μειωθεί σημαντικά σε σχέση με την κύρια ή αποδεδειγμένως υφιστάμενη δευτερεύουσα κατά προορισμό χρήση, μπορεί να προσδιορίζεται με την απόφαση καθορισμού της αποζημίωσης και ιδιαίτερη αποζημίωση για το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη και η οποία καταβάλλεται μαζί με την αποζημίωση για το απαλλοτριούμενο.
Για τον προσδιορισμό της ιδιαίτερης αποζημίωσης λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο, ιδίως, η κατάσταση του ακινήτου πριν και μετά την απαλλοτρίωση, η σημαντική επιδείνωση των γεωμετρικών στοιχείων και της οικονομικής και εμπορικής εκμεταλλεύσεως αυτού, όπως επίσης ότι η ζημία του απομένοντος θα επέλθει μετά βεβαιότητας μετά την απότμηση του απαλλοτριούμενου τμήματος".
Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 2 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, συνάγεται ότι, για να είναι πλήρης η αποζημίωση, η οποία οφείλεται ως αντάλλαγμα για την στέρηση της ιδιοκτησίας, πρέπει να περιλαμβάνει, όχι μόνο την αξία του απαλλοτριούμενου τμήματος του ακινήτου, αλλά και τη ζημία, την οποία υφίσταται ο ιδιοκτήτης, επειδή το τμήμα που του απομένει μετά την απαλλοτρίωση, καθίσταται άχρηστο ή μειώνεται σημαντικά η αξία του.
Στην περίπτωση αυτή, κατά την οποία το τμήμα που απομένει, υφίσταται σημαντική μείωση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο, ο ιδιοκτήτης του δικαιούται να ζητήσει τον καθορισμό και την παροχή ιδιαίτερης αποζημιώσεως, είτε κατά τη δίκη του προσωρινού καθορισμού, είτε κατ' αυτήν του οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως, για το τμήμα που απαλλοτριώθηκε, η αποζημίωση δε αυτή καλύπτει, όχι μόνον την εκ της απαλλοτριώσεως και μόνον της εκτάσεως του όλου ακινήτου ζημία, αλλά και εκείνη που επήλθε από την εκτέλεση του έργου, για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση του μέρους του ακινήτου (Ολ.
Α.Π. 14/2011, Ολ. Α.Π. 31/2005). Η αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, για την επιδίκαση ιδιαίτερης αποζημιώσεως, θεωρείται ανεπαρκής αν: α) δεν ενέχει προσδιορισμό των τμημάτων που εναπέμειναν, ήτοι αναφορά για το εμβαδόν τους και τα λοιπά προσδιοριστικά τους στοιχεία και β) δεν αναφέρει την κατά προορισμόν χρήση των τμημάτων που απομένουν και, περαιτέρω, την μετά την αναγκαστική απαλλοτρίωση δυνατότητα ή μη της πραγματοποιήσεως της χρήσεως αυτής και με ποιες προϋποθέσεις (Α.Π. 781/2022, Α.Π 1297/2021, Α.Π. 1554/2017, Α.Π. 251/2017).
Εξάλλου, για τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημιώσεως, κατά την παραπάνω διάταξη, αν το ακίνητο, τμήμα του οποίου απαλλοτριώθηκε, είχε πριν από την απαλλοτρίωση, έστω και δευτερευόντως, ως προορισμό την οικοδόμηση, πρέπει, για την ευδοκίμηση του σχετικού αιτήματος, για τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημιώσεως λόγω μειώσεως της αξίας του τμήματος αυτού που απομένει, να αποδεικνύεται, σωρευτικώς, ότι το εν λόγω ακίνητο πληρούσε, κατά τις διατάξεις που ισχύουν, τους όρους δομήσεως κατά κανόνα ή κατά παρέκκλιση και ότι το τμήμα αυτού που απομένει, μετά την απαλλοτρίωση, δεν είναι πλέον άρτιο ούτε κατά παρέκκλιση ή είναι μεν άρτιο αλλά όχι οικοδομήσιμο (Α.Π. 1554/2017, Α.Π. 251/2017, Α.Π. 205/2017, Α.Π. 96/2015, Α.Π. 1290/2009).
Με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 2 περ. γ' του π.δ/τος της 24-5-1985 (ΦΕΚ 270Δ/31-5-1985) ορίζεται, ότι: "Άρτια και οικοδομήσιμα γήπεδα, που απομειούνται συνεπεία απαλλοτριώσεων ή διανοίξεως διεθνών, εθνικών ή επαρχιακών οδών, θεωρούνται άρτια και οικοδομήσιμα, εφόσον μετά την απομείωση αυτή έχουν τα όρια αρτιότητας και τις λοιπές προϋποθέσεις των γηπέδων των προηγούμενων περιπτώσεων α και β".
Περαιτέρω, κατά τις περιπτώσεις αυτές (α, β) θεωρούνται άρτια και οικοδομήσιμα τα γήπεδα, που δημιουργήθηκαν πριν από την 12-11-19... και έχουν ελάχιστο εμβαδόν 750 τ.μ., ελάχιστο βάθος 15 μ. και ελάχιστο πρόσωπο 10 μ. Επίσης, θεωρούνται άρτια και οικοδομήσιμα τα γήπεδα, που είχαν δημιουργηθεί πριν από την 17-9-19... και έχουν ελάχιστο εμβαδόν 1.200 τ.μ., ελάχιστο πρόσωπο 20 μ.
και ελάχιστο βάθος 35 μ. Επίσης, θεωρούνται άρτια και οικοδομήσιμα όσα γήπεδα είχαν δημιουργηθεί πριν την 17-10-1978 και έχουν ελάχιστο εμβαδόν 2.000 τ.μ., ελάχιστο πρόσωπο 25 μ. και ελάχιστο βάθος 40 μ. Με βάση τις διακρίσεις αυτές: 1) Εάν το μη απαλλοτριωθέν τμήμα του αρχικού γηπέδου είναι τουλάχιστον 4.000 τ.μ. δεν υπάρχει καμία απομείωση του απομένοντος τεμαχίου. 2) Εάν το μη απαλλοτριωθέν τμήμα είναι κάτω από 4.000 τ.μ.
πρέπει να ερευνηθεί ο χρόνος δημιουργίας του αρχικού γηπέδου, ώστε: α) εάν είχε δημιουργηθεί πριν από την 12-11-19... θεωρείται άρτια και δομήσιμη ακόμη και έκταση 750 τ.μ., εφόσον συντρέχουν και οι πιο πάνω όροι δόμησης, β) εάν είχε δημιουργηθεί πριν από την 12-9-19... για την αρτιότητα αρκεί και έκταση ...0 τ.μ. με τους λοιπούς ως άνω όρους δόμησης, γ) εάν είχε δημιουργηθεί πριν από την 17-10-1978 αρκεί επιφάνεια 2.000 τ.μ., με τους πιο πάνω όρους δόμησης.
Περαιτέρω, με τις διατάξεις της παρ. 5 του ίδιου άρθρου ορίζονται οι αποστάσεις του κτιρίου από τα όρια του γηπέδου σε 15 μ. τουλάχιστον, κατά παρέκκλιση δε οι πλάγιες ή οπίσθιες αποστάσεις των κατά παρέκκλιση αρτίων ή οικοδομήσιμων γηπέδων της περ. Β υποπερ. αα ορίζονται σε 2,5 μ. υπό την προϋπόθεση ότι τα μήκη προσώπου ή βάθους του γηπέδου είναι μικρότερη των 20 μ.
για το πρόσωπο ή των 35 μ. για το βάθος. Τέλος, με το άρθρο 2 παρ. 1β' του Π.Δ. 209/1998 (ΦΕΚ 169 Α/98) ορίζεται ότι η ελάχιστη απόσταση των κτιρίων από τους άξονες των οδών ή τα όριά τους σε όσες περιπτώσεις προβλέπεται, τα οποία κτίρια βρίσκονται σε εκτός εγκεκριμένου σχεδίου περιοχές και εκτός ορίων οικισμών στο Βασικό Εθνικό Οδικό Δίκτυο, είναι 60 μ.
από τον άξονα της οδού ή όχι λιγότερο των 40 μ. από το όριο αυτής και για κτίρια τα οποία βρίσκονται σε περιοχές μέσα στα όρια οικισμών προϋφισταμένων του 1923, χωρίς εγκεκριμένο σχέδιο πόλης ή μέσα στα όρια οικισμών, κάτω των 2.000 κατοίκων, οριοθετημένων σύμφωνα με το από 24-4-85 Π.Δ. (ΦΕΚ 181/Δ/85) όπως ισχύει στο Βασικό Εθνικό Οδικό Δίκτυο, 30 μ.
από τον άξονα της οδού και όχι λιγότερο των 20 μ. από το όριο αυτής. Κριτήριο, συνεπώς, για την αρτιότητα ή μη ενός ακινήτου που απομένει εκτός απαλλοτριώσεως και για την εξ αυτής κρίση περί της απομειώσεως της αξίας αυτού, αποτελεί, προεχόντως, ο χρόνος δημιουργίας του αρχικού γηπέδου, ο οποίος θα προσδιορίσει το άρτιο και οικοδομήσιμο του εναπομένοντος εκτός απαλλοτριώσεως τμήματος με βάση τα προεκτεθέντα κριτήρια του νόμου (Α.Π. 1.554/2017, Α.Π. 1619/2010, Α.Π. 1555/2005).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του Ν. 653/1977 "Περί υποχρεώσεως των παρόδιων ιδιοκτητών για τη διάνοιξη εθνικών οδών κ.λπ.", όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο ... παρ. 9 και 10 του Ν. 947/1979 αναφορικά με την εφαρμογή αυτών και στις περιπτώσεις των προς βελτίωση των υφιστάμενων οδών πραγματοποιούμενων νέων χαράξεων ή διαπλατύνσεων αυτών ή τμημάτων, καθώς και επί των επαρχιακών οδών για το μέχρι 20 μέτρων πλάτους αυτών, προκειμένου περί διανοίξεως εκτός σχεδίου πόλεων εθνικών οδών πλάτους καταλήψεως 30 μέτρων, οι ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες κάθε πλευράς υποχρεούνται σε αποζημίωση ζώνης πλάτους 15 μέτρων με τη συμμετοχή τους στις δαπάνες της απαλλοτριώσεως των καταλαμβανόμενων από τις οδούς αυτές ακινήτων.
Με την παράγραφο 3 του ως άνω άρθρου ορίστηκε ότι ως ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες για την εφαρμογή του θεωρούνται εκείνοι των οποίων τα ακίνητα αποκτούν πρόσωπο επί των διανοιγόμενων οδών, ενώ κατά την παρ. 4 του ίδιου άρθρου όταν οι δικαιούχοι της απαλλοτριώσεως για την απαλλοτρίωση είναι υπόχρεοι για την πληρωμή αυτής, επέρχεται συμψηφισμός δικαιωμάτων και υποχρεώσεων.
Οι προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 1, παράγραφοι 1, 3 και 4 του Ν. 653/1977 αντίκεινται στο άρθρο 1 του πρώτου (πρόσθετου) πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως δικαιωμάτων του ανθρώπου (ΕΣΔΑ) που, μετά την επικύρωσή της με το Ν.Δ. 53/1974, αποτελεί εσωτερικό δίκαιο και υπερισχύει από κάθε άλλη διάταξη του ημεδαπού δικαίου, άρα και της πιο πάνω διατάξεως του Ν. 653/1977 (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος).
Το τεκμήριο ισχύει ως μαχητό και ο ισχυριζόμενος ότι το απομένον τμήμα του ακινήτου του δεν ωφελείται, αλλά, αντιθέτως, ζημιώνεται από την απαλλοτρίωση, μπορεί, αποδεικνύοντας το αντίθετο της τεκμαιρόμενης ωφέλειας, δηλαδή τη ζημία του που επικαλείται και ανατρέποντας το ως άνω μαχητό τεκμήριο, να αποζημιωθεί και για την αυτοαποζημιούμενη έκτασή του και να ζητήσει τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως και γι' αυτή.
Τέλος, κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 33 του ν. 2971/19.12.2001, "Το τεκμήριο της ωφέλειας των ιδιοκτητών κατά τις διατάξεις του Ν. 653/1977, είναι μαχητό και κρίνεται μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης, από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης Εφετείο, κατά την ειδική διαδικασία του παρόντος άρθρου".
Κατά την παράγραφο 2 του ίδιου ως άνω άρθρου "Ο εικαζόμενος ιδιοκτήτης ή ο αξιών δικαιώματα επί του απαλλοτριωμένου, εφόσον θεωρεί ότι δεν υφίσταται το τεκμήριο της ωφέλειας, μπορεί με αίτησή του να ζητήσει από το φορέα του έργου τη διόρθωση του κτηματολογικού πίνακα κήρυξης της απαλλοτρίωσης. Η υποβολή της αίτησης δεν αναστέλλει τις διαδικασίες της απαλλοτρίωσης".
Κατά την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου "Η αίτηση υποβάλλεται εντός ανατρεπτικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έκδοση της απόφασης περί προσωρινού ή απευθείας οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης και παραπέμπεται μετά τη λήξη της προθεσμίας προς εξέταση σε τριμελή Επιτροπή...". Με το άρθρο 37 του ίδιου ως άνω άρθρου, ορίζεται ότι "Η ισχύς του παρόντος νόμου αρχίζει:
α) Των διατάξεων του άρθρου 33 μετά την πάροδο ενός (1) μηνός από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και εφαρμόζεται και για τις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που δεν έχουν μέχρι της ισχύος του συντελεσθεί. Στις περιπτώσεις που κατά την έναρξη ισχύος του ίδιου αυτού άρθρου έχει παρέλθει η ανατρεπτική προθεσμία της παραγράφου 3 αυτού, η ανατρεπτική αυτή προθεσμία παρατείνεται για δύο (2) μήνες από την έναρξη ισχύος του".
Με το ανωτέρω άρθρο 33 του Ν. 2971/2001 θεσπίστηκε και νομοθετικά αυτό που είχε μόνο νομολογιακώς αναγνωρισθεί, λόγω αντιθέσεως του νόμου προς υπερνομοθετικούς κανόνες δικαίου (Σύνταγμα και ΕΣΔΑ), δηλαδή ότι το τεκμήριο είναι μαχητό και από το συνδυασμό των διατάξεων αυτού και του άρθρου 37 σαφώς συνάγεται ότι οι διατάξεις του πρώτου από αυτά εφαρμόζονται για τις απαλλοτριώσεις, οι οποίες κηρύσσονται μετά την έναρξη της ισχύος του, καθώς και γι' αυτές οι οποίες κηρύχθηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος του, αλλά δεν είχε ολοκληρωθεί η συντέλεσή τους μέχρι αυτή (έναρξη ισχύος), δεν εφαρμόζονται δε για τις απαλλοτριώσεις η συντέλεση των οποίων είχε ολοκληρωθεί πριν από την έναρξη ισχύος των ανωτέρω διατάξεων (Ολ.
Α.Π. 7/2013, Ολ. Α.Π. 12/2011, Α.Π. 150/2018, Α.Π. 1129/2014), στις οποίες δεν ισχύει η προαναφερθείσα ανατρεπτική προθεσμία των δύο μηνών για την αντίστοιχη αγωγή, η οποία εκδικάζεται από το αρμόδιο καθ' ύλην δικαστήριο κατά την τακτική διαδικασία. Επίσης, από το συνδυασμό των διατάξεων των παραγράφων 1 και 4 του άρθρου 33 του Ν. 2971/2001 προκύπτει ότι τα στοιχεία για την ωφέλεια ή μη του ακινήτου διευρύνονται και εκτός από την πρόσοψη επί της διανοιγόμενης οδού, που προέβλεπε ο νόμος 653/1977, ορίζονται, ενδεικτικά και η δυνατότητα προσβάσεως του ακινήτου στο έργο ή στα έργα που περιλαμβάνονται στη ζώνη απαλλοτριώσεως, η δημιουργία επιπτώσεων στις χρήσεις του ακινήτου και η, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, αρτιότητα και οικοδομησιμότητα του ακινήτου (Α.Π. 150/2018, Α.Π. 410/2015).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
Α.Π. 1/2022, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 1/2016, Ολ. Α.Π. 2/2013). Με τον ως άνω λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.
Α.Π. 1/2022, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 5/2020, Ολ. Α.Π. 3/2020). Στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται, ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το Δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως αυτός, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το Δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, μολονότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, αν και τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.
Α.Π. 2/2022, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 7/2006).
Με τον τέταρτο αναιρετικό λόγο, υπό την επίκληση του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., το αναιρεσείον μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι στερείται νομίμου βάσεως και δη, ότι περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς τον καθορισμό ιδιαιτέρας αποζημιώσεως για τα με αριθμούς ..., ..., ..., ... και ... απαλλοτριωθέντα ακίνητα. Τέλος, με τον πέμπτο αναιρετικό λόγο, από τους αριθμούς 1, 8 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αιτιάσεις ότι, ως προς την άρση του τεκμηρίου ωφελείας των παρόδιων ακινήτων, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 1 του Ν. 653/1977 και 33 του Ν. 2.971/2001, επειδή διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες, οι οποίες δεν επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την άρση του τεκμηρίου ωφελείας των παραπάνω ακινήτων, αφού έκρινε ότι τα επίδικα ακίνητα δεν υφίσταται ωφέλεια, μόνο επειδή θίγονται πολεοδομικά, χωρίς να λάβει υπ' όψιν τους προταθέντες αντίθετους ισχυρισμούς του.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκανε δεκτή την αίτηση ορισμένων αναιρεσιβλήτων, περί επιδικάσεως ιδιαιτέρας αποζημιώσεως για τα εναπομείναντα τμήματα αυτών, μετά την απότμησή τους καθώς και περί άρσεως του τεκμηρίου ωφέλειας ως προς τα ακίνητα αυτών. Κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας έγιναν δεκτά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σχετικά με το ενδιαφέρον εν προκειμένω, άνω ζήτημα: "Περαιτέρω, ως προς το αίτημα όλων των αιτούντων της από 25-11- 2015 (αριθ.
έκθ. κατάθ. 5.../2015) αίτησης για ιδιαίτερη αποζημίωση των τμημάτων των ιδιοκτησιών τους που απομένουν μετά την απαλλοτρίωση και για ανατροπή του τεκμηρίου ωφελείας αποδείχθηκαν, τα ακόλουθα: 1) Οι με αριθμό κτηματολογικού πίνακα ..., ... και ... ιδιοκτησίες, με φερόμενο ιδιοκτήτη τον Σ. Π., αποτελούν ένα ενιαίο ακίνητο, συνολικής έκτασης 4.000 τ.μ., από το οποίο απαλλοτριώνεται τμήμα εμβαδού 259,20 τ.μ.
και απομένει τμήμα εμβαδού 3.740,80 τ.μ. Το εν λόγω ενιαίο ακίνητο, το οποίο βρίσκεται εκτός σχεδίου, πριν από την απαλλοτρίωση ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο κατά παρέκκκλιση σύμφωνα με το ν. 3...7/2011, ενώ μετά την απαλλοτρίωση το εναπομείναν τμήμα αυτού καθίσταται μη άρτιο και οικοδομήσιμο, καθώς η ελάχιστη έκταση που απαιτείται για την ανοικοδόμηση του ακινήτου αυτού είναι τα 4.000 τ.μ. (βλ.
την από Αύγουστο 2014 τεχνική έκθεση του Αρχιτέκτονα Μηχανικού Δ. Κ.). Σύμφωνα με την από 14-10-2014 έκθεση της εκτιμητικής επιτροπής η αξία του απομένοντος τμήματος μειώνεται σε ποσοστό 10%, κατά την κρίση όμως του Δικαστηρίου η αξία του μειώνεται σε ποσοστό 60%. Περαιτέρω το εναπομείναν τμήμα της ως άνω ιδιοκτησίας θίγεται ως προς την αρτιότητα και την ικανότητα δόμησής του από την απαλλοτρίωση, αφού αυτό καθίσταται μη άρτιο και οικοδομήσιμο.
Συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτό το αίτημα του ως άνω αιτούντος και να αναγνωριστεί ότι δεν υφίσταται για την ως άνω ιδιοκτησία του τεκμήριο ωφελείας, καθώς επίσης και να διαταχθεί η διόρθωση του κτηματολογικού πίνακα, κατά μέρος που αυτός φέρεται ως υπόχρεος αυτοαποζημίωσης. 2) Από την με αριθμό κτηματολογικού πίνακα ... ιδιοκτησία με φερόμενο ιδιοκτήτη τον Κ. Κ., αρχικής έκτασης 4.077,10 τ.μ., απαλλοτριώνεται τμήμα εμβαδού 243 τ.μ. και απομένει τμήμα εμβαδού 3.834,10 τ.μ. Πρόκειται για ακίνητο το οποίο πριν την απαλλοτρίωση ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο, ενώ μετά τη απαλλοτρίωση το εναπομείναν τμήμα αυτού καθίσταται μη άρτιο και οικοδομήσιμο, τόσο κατά κανόνα όσο και κατά παρέκκλιση, σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ. 2 του ν. 3...7/2011, καθώς η ελάχιστη έκταση που απαιτείται για την ανοικοδόμηση του ακινήτου αυτού είναι τα 4.000 τ.μ.(βλ την από Αύγουστο 2014 τεχνική έκθεση του Πολιτικού Μηχανικού Α. Κ.). Σύμφωνα με την από 14-10-2014 έκθεση της εκτιμητικής επιτροπής η αξία του απομένοντος τμήματος μειώνεται σε ποσοστό 60%, κατά την κρίση όμως του Δικαστηρίου η αξία του μειώνεται σε ποσοστό 80%. Περαιτέρω το εναπομείναν τμήμα της ως άνω ιδιοκτησίας θίγεται ως προς την αρτιότητα και την ικανότητα δόμησής του από την απαλλοτρίωση, αφού αυτό καθίσταται μη άρτιο και οικοδομήσιμο.
Συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτό το αίτημα του ως άνω αιτούντος και να αναγνωριστεί ότι δεν υφίσταται για την ως άνω ιδιοκτησία του τεκμήριο ωφελείας, καθώς επίσης και να διαταχθεί η διόρθωση του κτηματολογικού πίνακα, κατά μέρος που αυτός φέρεται ως υπόχρεος αυτοαποζημίωσης ... 5) Από την με αριθμό κτηματολογικού πίνακα ... ιδιοκτησία με φερόμενο ιδιοκτήτη την Ε. Κ. του Η., αρχικής έκτασης 2.000 τ.μ., απαλλοτριώνεται τμήμα εμβαδού 67 τ.μ. και απομένει τμήμα εμβαδού 1....3 τ.μ. Πρόκειται για ακίνητο το οποίο πριν την απαλλοτρίωση ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο και μπορούσε να κατατμηθεί σε δύο άρτια και οικοδομήσιμα οικόπεδα, λόγω του ότι το όριο κατάτμησης, σύμφωνα με τους όρους δόμησης της περιοχής είναι τα 1.000 τ.μ. Μετά την απαλλοτρίωση το εναπομείναν τμήμα αυτού εξακολουθεί να είναι άρτιο και οικοδομήσιμο πλην όμως δεν μπορεί να κατατμηθεί σε δύο άρτια και οικοδομήσιμα οικόπεδα. Σύμφωνα με την από 25-1-2017 έκθεση της εκτιμητικής επιτροπής η αξία του απομένοντος τμήματος μειώνεται σε ποσοστό 3,5%, κατά την κρίση όμως του Δικαστηρίου η αξία του μειώνεται σε ποσοστό 30%. Περαιτέρω το εναπομείναν τμήμα της ως άνω ιδιοκτησίας λόγω της μη δυνατότητας κατάτμησής του σε δύο άρτια και οικοδομήσιμα οικόπεδα θίγεται πολεοδομικά από την απαλλοτρίωση και υπέστη μείωση της αξίας του.
Συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτό το αίτημα του ως άνω αιτούντος και να αναγνωριστεί ότι δεν υφίσταται για την ως άνω ιδιοκτησία του τεκμήριο ωφελείας, καθώς επίσης και να διαταχθεί η διόρθωση του κτηματολογικού πίνακα, κατά μέρος που αυτός φέρεται ως υπόχρεος αυτοαποζημίωση". Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες επί του ουσιώδους ζητήματος του καθορισμού ιδιαίτερης αποζημιώσεως για τα εναπομείναντα, μετά την απότμηση των απαλλοτριωθέντων, τμήματα των ως άνω με αριθμούς ..., ..., ..., ...
και ..., ιδιοκτησιών των αιτούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, λόγω μειώσεως της αξίας τους. Ειδικότερα, πλην του ελάχιστου εμβαδού, δεν διευκρινίζει: α) τα πολεοδομικά δεδομένα της περιοχής των ως άνω ακινήτων των αιτούντων, δηλαδή τις ελάχιστες διαστάσεις (βάθους, μήκους προσώπου σε οδό κ.λπ.) και τις θεσπισμένες δυνατότητες χρήσεως των εν λόγω ακινήτων, β) τις διαστάσεις (βάθους, μήκους προσώπου) των ακινήτων πριν και μετά την απαλλοτρίωση από το όριο της απαλλοτριώσεως και από τον άξονα της οδού.
Ακόμη, δεν προσδιορίζει τον χρόνο δημιουργίας των αρχικών γηπέδων, ο οποίος, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, θα προσδιορίσει το άρτιο και οικοδομήσιμο των ως άνω εναπομεινάντων τμημάτων, με βάση τα κριτήρια του π.δ/τος 24/1985 και, συνακολούθως, τη μείωση ή μη της αξίας τους. Περαιτέρω, δεν προσδιορίζεται το είδος των αγροτεμαχίων ως ποτιστικών ή ξερικών μετά την απότμηση, ώστε να κριθεί αν πράγματι τα τμήματα που απέμειναν, εξακολουθούν να είναι ή όχι επιδεκτικά καλλιέργειας και έχουν ή όχι την ίδια αποδοτικότητα, που είχαν πριν από την απαλλοτρίωση και τον τρόπο με τον οποίο θα γίνεται στο μέλλον η καλλιέργεια των τμημάτων που απέμειναν, με ειδικότερο προσδιορισμό σε τι συνίσταται η προς το χειρότερο γεωργική εκμετάλλευσή τους.
Εξαιτίας των συγκεκριμένων ελλείψεων καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερομένων διατάξεων ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν, τις οποίες παραβίασε εκ πλαγίου. Επομένως, ο τέταρτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος.
Εξάλλου, από τις προεκτεθείσες πάνω παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, σύμφωνα με τις οποίες για τα ανωτέρω ακίνητα δεν υφίσταται τεκμήριο ωφελείας, προκύπτει ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 1 του Ν. 653/1977 και 33 του Ν. 2.971/2001, καθόσον αρκέσθηκε σε λιγότερα, από όσα απαιτεί ο νόμος, αφού ως μόνη αιτιολογία παραθέτει την πολεοδομική επιβάρυνση των εν λόγω ιδιοκτησιών μετά την απότμησή τους, χωρίς άλλη έρευνα για τη συνδρομή ή όχι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, των στοιχείων του πραγματικού των ως άνω διατάξεων, για την ωφέλεια ή μη των εναπομεινάντων εκτός απαλλοτριώσεως ακινήτων.
Συγκεκριμένα, το Εφετείο δεν αποφάνθηκε ότι δεν προέκυψε τέτοια ωφέλεια, με τις προϋποθέσεις του άρθρου 1 παρ. 3 του Ν. 653/1977, δηλαδή αν προκύπτει ότι τα επίδικα ακίνητα απέκτησαν πρόσωπο επί της οδού που διανοίχτηκε, σε περίπτωση συνδρομής της οποίας και μόνο θα έπρεπε να εξετασθούν και άλλα στοιχεία προς για την διαπίστωση της υπάρξεως ωφελείας τους, αλλά αρκέσθηκε μόνο στην πολεοδομική επιβάρυνσή τους μετά την απότμηση τμημάτων τους.
Συνεπώς, ο πέμπτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι βάσιμος, παρελκούσης της έρευνας του σκέλους του ιδίου λόγου από τον αριθμό 8 του ανωτέρω λόγου, αφού η κατάφασή του οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα. Μετά από αυτά, αφού η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως γίνει εν μέρει δεκτή, κατά παραδοχήν ως βασίμων των παραπάνω λόγων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, κατά τα κεφάλαια που αναφέρονται στο σκεπτικό της παρούσας και ως προς τους διαδίκους της δίκης αυτής και, ακολούθως, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά τα ανωτέρω αναιρούμενα κεφάλαιά της, στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.). Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρ. 176, 183, 189 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), μειωμένα, όμως, κατ' άρθρον 22 παρ. 1 του Ν. 36.../1957 (που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμ. 18 του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ.), σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και αριθμ. 2 της 134423 οικ/8-12-1992 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ 11/Β/20-1-19...), κατά τα, ειδικότερα, αναφερόμενα στο διατακτικό της παρούσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 121/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου ..., και δή κατά τα διαλαμβανόμενα στο σκεπτικό της παρούσας κεφάλαια, ως προς τις ιδιοκτησίες: α)..., ... και ..., με φερόμενο ιδιοκτήτη τον Σ. Π., β)... με φερόμενο ιδιοκτήτη τον Κ./νο Κ. και γ)... με φερόμενη ιδιοκτήτρια την Ε. Κ. του Η..
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος της προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων ευρώ (300€).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Νοεμβρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Μαΐου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ