Appeal dismissed for vagueness; third ground fails to cite necessary factual assumptions or violated laws.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the municipal water company against a first-instance judgment. The appellant argued the lower court lacked sufficient reasoning regarding wage reductions, but the court found the third ground of appeal vague as it failed to state the specific factual assumptions or cite the violated laws. Consequently, the appeal was rejected entirely, and the appellant was ordered to pay the defendants' legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 para. 19 of the Code of Civil Procedure; Art. 176, 183, 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure: An appeal ground is inadmissible if it fails to specify the critical factual assumptions underlying the lower court's decision or to identify the specific legal provisions allegedly violated.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 749 / 2021 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 749/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Λουκά Μόρφη, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου-Εισηγήτρια και Θεόδωρο Μαντούβαλο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΥΔΡΕΥΣΗΣ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΗΣ ΠΕΛΛΑΣ" (Δ.Ε.Υ.Α. Πέλλας), που εδρεύει στα Γιαννιτσά και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Ξυνίδη, που κατέθεσε έγγραφες
Των αναιρεσιβλήτων: 1)… και 35), απάντων κατοίκων ….
Ο 10ος (Δ. Τ.) δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και οι λοιποί εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπύρο Μπαλατσούκα, o oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/4/2014 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Γιαννιτσών, επί της οποίας εκδόθηκε η 422/2017 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της απόφασης αυτής ζητεί το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο με την από 8/12/2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την 8186Β/8-4-2019 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Κοζάνης Π. Μ., με επιμέλεια του αναιρεσείοντος Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΥΔΡΕΥΣΗΣ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΗΣ ΠΕΛΛΑΣ (Δ.Ε.Υ.Α. Πέλλας)", επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου καθώς και κλήση για συζήτηση για την παρούσα δικάσιμο (24-9-2019) στον δικηγόρο Κοζάνης Σπύρο Μπαλατσούκα, ως πληρεξούσιο και αντίκλητο και του δέκατου των αναιρεσιβλήτων (ΚΠΟΛΔ 143 παρ.1, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο πρώτο παρ.2 του άρθρου 1 του ν.4335/2015) ο οποίος, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη 422/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γιαννιτσών, είχε εκπροσωπήσει τους αναιρεσίβλητους κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο δικαστήριο αυτό.
Επομένως, αφού ο δέκατος αναιρεσίβλητος Δ. Τ., δεν εμφανίστηκε κατά την παραπάνω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου πρέπει να δικασθεί ερήμην, αλλά η συζήτηση της υπόθεσης θα προχωρήσει σαν να ήταν και αυτός παρών κατ' άρθρα 576 παρ. 1 και 2, 568 παρ. 4 ΚΠολΔ (ΑΠ 4/2019, ΑΠ 226/2018, ΑΠ 318/2017).
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθ. 422/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γιαννιτσών, η οποία έκανε εν μέρει δεκτή ως προς την επικουρική της βάση την από 14-4-2014 (αριθ.κατ.252/2014) αγωγή των εναγουσών, ήδη αναιρεσιβλήτων, κατά του εναγομένου, ήδη αναιρεσείοντος ΝΠΙΔ, με την επωνυμία "ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΥΔΡΕΥΣΗΣ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΗΣ ΠΕΛΛΑΣ (Δ.Ε.Υ.Α.
Πέλλας)", υποχρέωσε το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον νομικό πρόσωπο να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων καταβάλλοντας τις αποδοχές τους, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί κατά τον τελευταίο μήνα μισθοδοσίας τους του μηνός Οκτωβρίου 2012, ενώ απέρριψε ως αόριστη την κύρια βάση της αγωγής.
Η προσβαλλόμενη, όπως ισχυρίζονται και οι αναιρεσίβλητοι με τις προτάσεις τους ενώπιον του Αρείου Πάγου, επιδόθηκε στο αναιρεσείον από τους αναιρεσίβλητους στις 11-10-2017 με την 4188Β/11-10-2017 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Θεσσαλονίκης Ε. Α., το δε αναιρεσείον δεν άσκησε έφεση κατ` αυτής εντός της κατά το άρθρο 518 παρ 1 ΚΠΟΛΔ προθεσμίας των τριάντα ημερών από την επίδοσή της σύμφωνα με το με αριθμό 250/14-11-2017 πιστοποιητικό του γραμματέα του Πρωτοδικείου Γιαννιτσών, με συνέπεια την τελεσιδικία της προσβαλλόμενης την 12-11-2017.
Επομένως η κρινόμενη αναίρεση, που ασκήθηκε με την κατάθεσή της στην γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γιαννιτσών την 8-12-2017, έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 552, 553, 556, 558, 564 και 566 ΚΠολΔ. Πρέπει, συνεπώς, κατά την διάταξη του άρθρου 577 παρ. 3 ιδίου Κώδικος να εξετασθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.
Ο προβλεπόμενος με το άρθρο 559 αρ. 10 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης, μετά την κατάργηση, με το άρθρο 17 παρ. 2 του ν. 2915/2001, της δεύτερης περίπτωσης, που προέβλεπε τη δυνατότητα αναίρεσης, αν το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά "χωρίς να διατάξει περί αυτών απόδειξη" , όπως και μετά την κατάργηση, με το άρθρο 14 παρ. 1 του ίδιου νόμου της διάταξης του άρθρου 341 Κ.Πολ.Δ για τη δυνατότητα έκδοσης προδικαστικής απόφασης και την εφαρμογή του άρθρου 270 Κ.Πολ.Δ. σε όλες τις υποθέσεις, έχει περιορισμένη εφαρμογή στην περίπτωση που "το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη", δηλαδή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη ή δεν έχει προσαχθεί καμιά απόδειξη (ΑΠ 467/2018,Α.Π. 148/1991, 311/1985). Ο όρος "πράγματα" στην παρούσα περίπτωση είναι ταυτόσημος με τον αντίστοιχο όρο του αριθμ. 8 του ίδιου άρθρου, νοούνται δηλαδή ως πράγματα ουσιώδεις και γι' αυτό ασκούντες επίδραση στην έκβαση της δίκης νόμιμοι και παραδεκτά προταθέντες πραγματικοί ισχυρισμοί, θεμελιωτικοί αγωγής, ανταγωγής, ένστασης κλπ (ΑΠ 1209/2010). Ως πράγματα λοιπόν νοούνται τα θεμελιωτικά περιστατικά της αγωγής (ΑΠ 223/2006). Ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά (ΑΠ 97/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο, από το άρθρο 559 αρ. 10 του Κ.Πολ.Δ, λόγο αναίρεσης, το αναιρεσείον αιτιάται το Μονομελές Πρωτοδικείο Γιαννιτσών ότι εσφαλμένα έκρινε ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι υπέστησαν μειώσεις στις αποδοχές τους κατ` εφαρμογή των διατάξεων των νόμων Ν. 3833/2010, ν.4024/2011 και 4093/2012, εφόσον στην αγωγή δεν αναφέρεται το ύψος των αποδοχών τους πριν την άσκηση της αγωγής, το ύψος των περικοπών, το ύψος των αποδοχών τους μετά τις τυχόν επιβληθείσες μειώσεις και το ύψος των αποδοχών τους κατά τον Οκτώβριο του 2012, δεχόμενο πράγματα που έχουν επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, άλλως δεν διέταξε απόδειξη για τις περικοπές. Ο λόγος αυτός, πέραν του ότι είναι απαράδεκτος, διότι πλέον δεν προβλέπεται η δυνατότητα έκδοσης προδικαστικής απόφασης, είναι και αβάσιμος. Και αυτό διότι, το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον δεν ισχυρίζεται στην αναίρεσή του ότι αμφισβήτησε τις περικοπές, όπως δε από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, το Μονομελές Πρωτοδικείο Γιαννιτσών σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη τα νόμιμα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα των διαδίκων είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε ως δικαστικά τεκμήρια. Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έκρινε χωρίς απόδειξη εν μέρει ως ουσία βάσιμη την επικουρική βάση της αγωγής.
Η νομική αοριστία της αγωγής στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή.
Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 ή 14 του ΚΠολΔ.
Ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος ιδρύεται, αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωση της γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτήν ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή παραγνωρίζοντας αναγκαία για τη θεμελίωση της γεγονότα που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 §2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, και γ) για ισχυρισμό, που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός, που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως (ΑΠ 199/2017, ΑΠ 183/2014, ΑΠ 2219/2014, ΑΠ 114/2009, ΑΠ 760/2004). Πρέπει δηλαδή να παρατίθεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός περί αοριστίας προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται ο χρόνος και τρόπος προβολής του ή επαναφοράς του στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ώστε να κριθεί με βάση το αναιρετήριο εάν η προβολή του ήταν παραδεκτή και νόμιμη (ΑΠ 1389/2018, ΑΠ 183/2014, ΑΠ 114/2009).
Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης από τους αρ. 8 και 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, το αναιρεσείον αιτιάται το Μονομελές Πρωτοδικείο Γιαννιτσών ότι έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και δεν κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή λόγω αοριστίας, εφόσον σε αυτή οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι δεν αναφέρουν το ύψος των αποδοχών τους πριν την άσκηση της αγωγής, το ύψος των περικοπών, το ύψος των αποδοχών τους μετά τις τυχόν επιβληθείσες μειώσεις και το ύψος των αποδοχών τους κατά τον Οκτώβριο του 2012. Ο λόγος αυτός κατά τα δύο μέρη του είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται ότι ο ισχυρισμός περί αοριστίας είχε νομότυπα προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο.
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.
ΑΠ 15/2006). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του Δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠΟΛΔ εξ αιτίας του ότι το Δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην της αναφοράς στη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, του προταθέντος ουσιώδους αυτοτελούς ισχυρισμού και των θεμελιούντων αυτόν πραγματικών περιστατικών, το μεν να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, το δε να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (Ολ.
ΑΠ 20/2005, ΑΠ 533/2018, ΑΠ 1184/2015). Συνακόλουθα η παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ) οσάκις το Δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ` ουσία, και η έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης απόφασης για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες πρέπει να προκύπτουν από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης του Δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το Δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν κατά τα ήδη προεκτεθέντα στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης (Ολ.
ΑΠ 27/1998). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια εκ του αρ.19 του άρθρου 559 ΚΠΟΛΔ και ειδικότερα ότι "... δεν έχει καθόλου αιτιολογίες άλλως ανεπαρκείς αιτιολογίες στα ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και τα ζητήματα αυτά ιδίως είναι:
α)εάν πράγματι επιβλήθηκαν μειώσεις και σε ποιο ποσοστό επί των αποδοχών των εναγόντων, β) ποια η πραγματική μισθολογική κατάσταση αυτών σε πραγματικούς αριθμούς κατά τον Οκτώβριο του 2012 και γ) ποια η πραγματική μισθολογική κατάσταση των εναγόντων κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής, δηλ. ζητήματα που θα μπορούσαν να αποδείξουν την μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής σύμβασης, όπως δέχεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση στη σελίδα 16 αυτής δηλ. "...εν όψει των προεκτεθέντων ...ότι οι ως άνω ρυθμίσεις επιφέρουν μονομερώς μείωση των καταβαλλομένων αποδοχών, χωρίς αντίστοιχη μείωση της παροχής εργασίας συνιστούν κατ` αρχήν μονομερώς βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής σύμβασης..."." Με το περιεχόμενο αυτό ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι προεχόντως απορριπτέος ως αόριστος, αφού δεν αναφέρονται οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης στο σύνολό τους, παρά μόνο αποσπασματικά, ώστε να κριθεί εάν πράγματι στερείται νομίμου βάσης, ως έχουσα αντιφατικές αιτιολογίες και επιπλέον δεν αναφέρονται και οι διατάξεις που φέρεται ότι παραβιάσθηκαν.
Επομένως, εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αναιρεσείον, που ηττήθηκε, στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8.12.2017 αίτηση για αναίρεση της 422/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γιαννιτσών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 24 Μαρτίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 7 Ιουνίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ