Supreme Court partially allows appeal against labor court judgment for exceeding claim scope and procedural defects.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against a first-instance labor court judgment that exceeded the appellant's claimed relief. The appellant argued the lower court erred by ruling on supplementary claims for termination compensation that were not explicitly requested. The court found the lower court violated procedural rules by examining these supplementary bases despite the primary claim of invalidity being accepted, leading to a remand for further examination.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(8) and 559(9)(b) of the Code of Civil Procedure; The court must not examine supplementary claims or bases if the primary claim is accepted as valid, as such examination exceeds the scope of the request and violates procedural limits.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 749 / 2020 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 749/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Λουκά Μόρφη, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου και Κωνσταντίνα Αλεβιζοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 26 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: επιστημονικού σωματείου με την επωνυμία "Εταιρεία Ψυχοκοινωνικής - Κινητικής Αποκατάστασης και Μέριμνας Υγείας", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Ανυφαντή, που δεν κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Ε. Χ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/03/2014 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2644/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 4923/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον σωματείο με την από 27/11/2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το άρθρο 576 παρ.1 και 2 του Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως" αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζεται αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, διαφορετικά η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς το διάδικο που απολείπεται (ΑΠ 908/2019, ΑΠ 1388/2019, ΑΠ 401/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το οικείο πινάκιο κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, η αναιρεσίβλητη Ε. Χ. δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, καίτοι κλητεύτηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. ...'/26-02-2019 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Μ. Δ., που προσκομίζει η αναιρεσείουσα, που επισπεύδει και τη συζήτηση. Επομένως, πρέπει να δικασθεί ερήμην, πλην όμως να χωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης, σαν να ήταν παρούσα.
Κατά το άρθρο 82 εδ.γ' του Κ.Πολ.Δ αποφάσεις και δικόγραφα που επιδίδονται στους κύριους διαδίκους πρέπει να επιδίδονται και σε εκείνον που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 81 παρ.3 εδ.α του ίδιου κώδικα, η οποία ορίζει ότι ο παρεμβαίνων καλείται στις επόμενες διαδικαστικές πράξεις από το διάδικο που επισπεύδει τη δίκη, συνάγεται ότι η κλήση προς συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, που γίνεται είτε κάτω από το αντίγραφο του αναιρετηρίου, είτε αυτοτελώς (άρθρο 568 Κ.Πολ.Δ), πρέπει να επιδίδεται και προς εκείνον που δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το πινάκιο και είχε στη δίκη επί της ουσίας, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, την ιδιότητα του προσθέτως παρεμβαίνοντος υπέρ κάποιου από τους κύριους διαδίκους, πρέπει δε αυτός να καλείται από τον επισπεύδοντα σε κάθε επόμενη διαδικαστική πράξη για να ενημερώνεται ως προς την εξέλιξη της δίκης, που ανοίγεται με την άσκηση του ένδικου μέσου της αιτήσεως αναιρέσεως, και να ασκεί τα νόμιμα δικαιώματα του.
Έτσι, από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνη, του άρθρου 20 παρ.1 του Συντάγματος, που ορίζει ότι "καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ' αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντα του, όπως νόμος ορίζει" και με εκείνη του άρθρου 558 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., σαφώς προκύπτει ότι η αναίρεση δεν απευθύνεται κατ' αρχήν κατά του προσθέτως παρεμβαίνοντος, γιατί αυτός δεν είναι κύριος διάδικος, όμως αυτός πρέπει να καλείται στη συζήτηση της αναίρεσης.
Χωρίς την κλήτευση του παραβιάζεται η θεμελιώδης δικονομική αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως, που καθιερώνεται με το άρθρο 110 παρ.2 Κ.Πολ.Δ, ειδική εφαρμογή της οποίας συνιστούν οι προαναφερόμενες διατάξεις και δημιουργείται απαράδεκτο της συζητήσεως της αναιρέσεως (ΑΠ 669/2019, ΑΠ 949/2019, ΑΠ 496/2019, ΑΠ 1137/2018). Αν όμως η πρόσθετη παρέμβαση απορρίφτηκε, λόγω του οριστικού χαρακτήρα της διάταξης ο προσθέτως παρεμβαίνων τίθεται εκτός δίκης και χάνει τα δικαιώματα του προσθέτως παρεμβάντος (ΑΠ 117/2003).
Δεν απαιτείται επομένως να κληθεί ο προσθέτως παρεμβαίνων του οποίου η παρέμβαση απορρίφτηκε ως απαράδεκτη (ΑΠ 134/2015, ΑΠ 1033/2014), αλλά ούτε και κατ' ουσίαν στο Εφετείο. Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτουν τα ακόλουθα:
Στη δίκη που ανοίχθηκε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την από 23-04-2014 αγωγή της τότε ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης Ε. Χ. κατά του εναγομένου - αναιρείοντος Επιστημονικού Σωματείου με την επωνυμία "Εταιρεία Ψυχοκοινωνικής Κινητικής Αποκατάστασης και Μέριμνας Υγείας", με αντικείμενο αξιώσεις από σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, με προφορική δήλωση που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, παρενέβησαν υπέρ του εναγομένου:
α) το σωματείο με την επωνυμία "Ομοσπονδία Φορέων Ψυχοκοινωνικής Αποκατάστασης και Ψυχικής Υγείας" και με το διακριτικό τίτλο ..." και β) η ένωση προσώπων με την επωνυμία "Ένωση Εργαζομένων στην Εταιρία Ψυχοκοινωνικής - Κινητικής Αποκατάστασης και Μέριμνας Υγείας". Επί της αγωγής αυτής, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 2644/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία, αφού έκρινε παραδεκτές τις πρόσθετες παρεμβάσεις και τις συνεκδίκασε με την αγωγή, στη συνέχεια έκανε δεκτή την τελευταία κατά ένα μέρος ως βάσιμη στην ουσία της, ενώ απέρριψε κατ' ουσίαν τις πρόσθετες παρεμβάσεις.
Κατά της πρωτόδικης απόφασης το εναγόμενο - αναιρεσείον άσκησε την από 24-10-2016 έφεση του, ενώ η ενάγουσα - αναιρεσίβλητη, την από 14-06-2017 αντίθετη έφεση της. Κατά τη συζήτηση των δύο εφέσεων, παρέστη, εκπροσωπηθείσα από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπέρ του εναγομένου προσθέτως παρεμβαίνουσα Ένωση Προσώπων, με την επωνυμία "Ένωση Εργαζομένων στην Εταιρία Ψυχοκοινωνικής - Κινητικής Αποκατάστασης και Μέριμνας Υγείας", η οποία επανέλαβε και πάλι προφορικά και με τις έγγραφες προτάσεις της τη δήλωση περί ασκήσεως πρόσθετης υπέρ του εναγομένου, παρεμβάσεως, ενώ το προσθέτως παρεμβαίνον σωματείο με την επωνυμία "Ομοσπονδία Φορέων Ψυχοκοινωνικής Αποκατάστασης και Ψυχικής Υγείας", αν και κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλομένη υπ' αριθ. 4923/2018 απόφασή του, αφού συνεκδίκασε τις εφέσεις, απέρριψε ως απαράδεκτη, ελλείψει εννόμου συμφέροντος, την πρόσθετη παρέμβαση της Ένωσης προσώπων με την επωνυμία "Ένωση Εργαζομένων στην Εταιρία Ψυχοκοινωνικής - Κινητικής Αποκατάστασης και Μέριμνας Υγείας" και στη συνέχεια, αφού απέρριψε την έφεση της ενάγουσας - αναιρεσίβλητης, ως αβάσιμη στην ουσία της, έκανε δεκτή ως βάσιμη στην ουσία της την έφεση του εναγομένου- αναιρεσείοντος επιστημονικού σωματείου, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, έκανε κατά ένα μέρος δεκτή την αγωγή και απέρριψε κατ' ουσίαν την πρόσθετη παρέμβαση του σωματείου με την επωνυμία "Ομοσπονδία Φορέων Ψυχοκοινωνικής Αποκατάστασης και Ψυχικής Υγείας", με το διακριτικό τίτλο ...".
Οι προσθέτως υπέρ του εναγομένου αναιρεσείοντος, παρεμβαίνοντες, δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο. Ενόψει τούτων, εφόσον οι προσθέτως παρεμβαίνοντες, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη απέβαλαν την ιδιότητά τους αυτή, μετά την έκδοση της 4923/2018 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, δεν χρειαζόταν να κληθούν και ορθά δεν κλήθηκαν κατά τη συζήτηση της ένδικης αναίρεσης.
Με την από 27-11-2018 με αριθμό καταθέσεως 11170/5-12-2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, με αριθ. 4923/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Το Εφετείο, αφού δέχθηκε τυπικά την από 24-10-2016 με αριθμό καταθέσεως 4512/4-11-2016 έφεση του εναγομένου - αναιρεσείοντος επιστημονικού σωματείου με την επωνυμία "Εταιρεία Ψυχοκοινωνικής - Κινητικής Αποκατάστασης και Μέριμνας Υγείας" και την από 14-06-2017 με αριθμό καταθέσεως 606346/11-12-2017 έφεση της ενάγουσας - αναιρεσίβλητης Ε.
Χ. τις οποίες συνεκδίκασε, κατά της πρωτόδικης με αριθμό 2644/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, απέρριψε κατ' ουσίαν την από 14-06-2017 έφεση της ενάγουσας - αναιρεσίβλητης και έκανε δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν την από 4-11-2016 έφεση του εναγομένου - αναιρεσείοντος. Στη συνέχεια εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη απόφαση, με την οποία είχε γίνει κατά ένα μέρος δεκτή και ως βάσιμη στην ουσία της η από 24-3-2014, με αριθμό καταθέσεως 38347/2014 αγωγή της ενάγουσας, με την οποία ζητούσε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας της και να επιδικασθεί το συνολικό ποσό των 31.139,45 ευρώ κατά τις διατάξεις από τη σύμβαση εργασίας, άλλως του αδικαιολογήτου πλουτισμού για δεδουλευμένες αποδοχές, μισθούς υπερημερίας επίδομα Πάσχα και αδείας, καθώς και χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την κατά τα άνω προσβολή της προσωπικότητάς της.
Ακολούθως έκανε δεκτή κατά ένα μέρος ως βάσιμη στην ουσία της την αγωγή και υποχρεώθηκε το εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 7.377,55 ευρώ. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 598, 564, 566 παρ.1 και 144 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ.3 Κ.Πολ.Δ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 167, 648, 669 ΑΚ, 1 και 3 του Ν. 2112/1920, 1, 3 παρ.1, 5 του ΒΔ από 16/7/1920 και 5 του Ν. 3198/1955 συνάγεται ότι καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία, που θεωρείται έγκυρη όταν γίνει εγγράφως και καταβληθεί η νόμιμη αποζημίωση, η οποία σύμφωνα με το άρθρο 3 περ.2 Ν. 2112/1920 και 5 παρ.1 του Ν.3198/1955 υπολογίζεται βάσει των τακτικών αποδοχών του απολυομένου κατά τον τελευταίο μήνα υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης ή όταν καταβάλει σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές μειωμένη αποζημίωση.
Η καταγγελία αναπτύσσει την άμεση διαπλαστική της ενέργεια σε περίπτωση που ασκείται από τον εργοδότη από τη στιγμή που λαμβάνει γνώση ο παραλήπτης της εργαζόμενος, κατά το άρθρο 167 ΑΚ. Περαιτέρω, η ακυρότητα της καταγγελίας μπορεί να οφείλεται είτε στη μη τήρηση των ως άνω προϋποθέσεων, είτε στο ότι έγινε με καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος του εργοδότη να καταγγείλει τη σύμβαση, δηλαδή καθ' υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, οπότε η καταγγελία είναι άκυρη και θεωρείται σαν να μην έγινε (άρθρ. 180 ΑΚ).
Σε περίπτωση ακυρότητας, ο εργοδότης που αρνείται έκτοτε να αποδεχθεί την προσηκόντως προσφερόμενη εργασία του μισθωτού καθίσταται υπερήμερος και υποχρεούται στην πληρωμή του μισθού του. Ο μισθωτός αντίστοιχα δικαιούται είτε να εμμείνει στην ακυρότητα της καταγγελίας και να αξιώσει κατά το άρθρο 656 ΑΚ τους μισθούς του είτε, ενόψει του ότι η ακυρότητα της καταγγελίας τάσσεται υπέρ αυτού και είναι επομένως σχετική, να θεωρήσει την καταγγελία έγκυρη και να ζητήσει την προβλεπόμενη από το Ν. 2112/1920 ή από το Β.Δ από 16-07-1920 αποζημίωση, δυνάμενος να ενώσει στο δικόγραφο της αγωγής και τα δύο αιτήματα, εφόσον το δεύτερο από αυτά προβάλλει επικουρικά (άρθρ. 219 Κ.Πολ.Δ), για την περίπτωση δηλαδή απορρίψεως του πρώτου (ΑΠ 785/2017, ΑΠ 423/2016, ΑΠ 277/2016, ΑΠ 359/2016).
Περαιτέρω, στην περίπτωση που ο μισθωτός, θεωρώντας άκυρη την καταγγελία της εργασιακής σύμβασης, εμμείνει στην σύμβαση αυτή, η αξίωσή του για μισθούς υπερημερίας, λόγω της άρνησης του εργοδότη ν' αποδέχεται τις υπηρεσίες του (άρθ. 656 ΑΚ), δεν στηρίζεται στην ακυρότητα της καταγγελίας, αλλά στην σύμβαση εργασίας, η οποία αποτελεί και την βάση της σχετικής αγωγής.
Έτσι, ο εργαζόμενος πρέπει ν' αναφέρει στην αγωγή του την κατάρτιση της σύμβασης, τον συμβατικό ή νόμιμο μισθό και την άρνηση του εργοδότη ν' αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του, ενώ δεν απαιτείται αναφορά στην καταγγελία και την ακυρότητά της. Αν ο εργοδότης κατά την συζήτηση της αγωγής επικαλεσθεί κατ' ένσταση την καταγγελία της σύμβασης, ο ισχυρισμός του μισθωτού για την ακυρότητα αυτής (για οποιονδήποτε λόγο) αποτελεί αντένσταση, η οποία μπορεί να προταθεί με τις προτάσεις της συζήτησης στον πρώτο βαθμό ή ακόμη και στον δεύτερο βαθμό, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθ. 527 ΚΠολΔ, ενώ εξάλλου ο μισθωτός έχει την δυνατότητα να επικαλεσθεί την ακυρότητα της καταγγελίας και τους λόγους που την θεμελιώνουν ήδη με το δικόγραφο της αγωγής (καθ' υποφοράν), να προβάλει δηλ.
εκ προοιμίου την αντένσταση αυτή κατά της τυχόν ένστασης του εργοδότη για καταγγελία της σύμβασης. Κατά συνέπεια, εφόσον και στην περίπτωση αυτή η ακυρότητα της καταγγελίας δεν αποτελεί στοιχείο της βάσης της αγωγής, ο εργαζόμενος ενάγων έχει την δυνατότητα να συμπληρώσει και να βελτιώσει τον ισχυρισμό του για ακυρότητα της καταγγελίας, επικαλούμενος, κατά την συζήτηση της υπόθεσης στον πρώτο ή στον δεύτερο βαθμό (με τις προϋποθέσεις πάντοτε του άρθ. 527 ΚΠολΔ), νέους λόγους (περιστατικά) ακυρότητας ή διαφορετικούς απ' αυτούς που περιέχονται στην αγωγή.
Εάν, όμως, ο εργαζόμενος περιλάβει την αγωγή του και αυτοτελές αίτημα (κατ' αρθ. 70 ΚΠολΔ) αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας, τότε οφείλει να εκθέσει στο εισαγωγικό δικόγραφο με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ακυρότητα, τα οποία αποτελούν στοιχεία της βάσης αυτής της αγωγής, που στηρίζουν το αντίστοιχο αίτημα (για αναγνώριση της ακυρότητας), χωρίς να είναι δυνατή μεταγενέστερη, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης με τις επ' αυτής προτάσεις ή, κατά μείζονα λόγο, με την μετά την συζήτηση προσθήκη και αντίκρουση ή ενώπιον του Εφετείου, συμπλήρωση ή βελτίωση του σχετικού ισχυρισμού (περί ακυρότητας της καταγγελίας, της βάσης δηλ.
της αγωγής) με επίκληση και νέων λόγων ακυρότητας, διότι έτσι μεταβάλλεται ανεπίτρεπτα κατ' άρθ. 224 Κ.Πολ.Δ η βάση της αγωγής (ΑΠ 179/2016, ΑΠ 460/2013, ΑΠ 624/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα ακόλουθα ουσιώδη καθόσον αφορά τους ερευνώμενους αναιρετικούς λόγους: "...Η εναγομένη αποτελεί αστική εταιρεία μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, με αντικείμενο δραστηριότητας τη λειτουργία Μονάδων Ψυχικής Υγείας (Μ.Ψ.Υ.), που τελούν υπό την εποπτεία του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, κατ' αρθ. 4 και 11 Ν. 2716/1999.
Η λειτουργία των Μ.Ψ.Υ., υπαγόμενη στο πλαίσιο του επιχειρησιακού προγράμματος "Υγεία - Πρόνοια 2000 - 2006", συγχρηματοδοτείται από το Ελληνικό Δημόσιο και την Ευρωπαϊκή Ένωση, για χρονικό διάστημα 18 μηνών, κατά κανόνα από την έναρξη λειτουργίας κάθε Μ.Ψ.Υ. και μετά την παρέλευση της συγκεκριμένης διάρκειας χρηματοδοτείται αμιγώς από τον κρατικό προϋπολογισμό (βλ.
ΥΑ υπ' αριθ. πρωτ. Υ5ΒΤΠΟΙΚ 40055/6.12.2001 του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας). Στόχος των Μ.Ψ.Υ. είναι η αποασυλοποίηση και κοινωνικοοικονομική (επαν)ένταξη ψυχικά ασθενών μετά την εξαγωγή τους από τα δημόσια ψυχιατρεία της χώρας με την παραμονή τους σε μονάδες προστατευόμενης στέγασης, με ταυτόχρονη πρόληψη και ενίσχυση της κοινωνικής αλληλεγγύης στον τομέα της εξάλειψης του στίγματος της ψυχικής νόσου.
Οι Μ. Ψ. Υ. που λειτουργεί η εναγομένη είναι δύο οικοτροφεία, που στεγάζονται σε οικήματα που μισθώνει, στα οποία φιλοξενούνται πρόσωπα, τα οποία χρήζουν υπηρεσιών ψυχικής υγείας και τα οποία είναι πρώην τρόφιμοι ψυχιατρικών δημοσίων νοσοκομείων της χώρας. Ειδικότερα αυτή λειτουργεί στην Αθήνα το οικοτροφείο με την ονομασία ...
επί της οδού ... και το όμοιο με αυτό με την ονομασία "Ηώ" επί της οδού ..., σε έκαστο των οποίων φιλοξενούνται 15 άτομα, άπαντες, δε, οι ένοικοι αυτών πάσχουν από ψυχιατρικές νόσους ή νοητική υστέρηση. Από τον Ιούνιο δε του έτους 2012 και μέσω του Υπ. Υγείας, λειτουργεί και δύο προστατευόμενα διαμερίσματα τα οποία ομοίως μισθώνει, ήτοι το προστατευόμενο διαμέρισμα του ... ("Π.Δ. ..."), το οποίο βρίσκεται στην Αθήνα, επί της οδού ..., και το προστατευόμενο διαμέρισμα του "….." ("Π.Δ.
…"), το οποίο βρίσκεται στην ίδια ως άνω πόλη, επί της οδού ... και σε έκαστο των οποίων φιλοξενούνται 3 άτομα όμοιας ως ανωτέρω ψυχοοργανικής καταστάσεως. Σύμφωνα με την άδεια λειτουργίας του κάθε Οικοτροφείου, για την κάλυψη της λειτουργίας τους και της φροντίδας των φιλοξενούμενων προσώπων απαιτείται υποχρεωτικά η σε 24ωρη βάση, απασχόληση ελάχιστου αριθμού προσωπικού είκοσι τριών (23) ατόμων με συγκεκριμένες ειδικότητες και δη ενός (1) επιστημονικά υπεύθυνου νοσηλευτή, ενός (1) κοινωνιολόγου (πλήρους απασχόλησης), ενός (1) ψυχολόγου (πλήρους απασχόλησης), δέκα πέντε (15) υπαλλήλων γενικών καθηκόντων (πλήρους απασχόλησης), τριών (3) νοσηλευτών (πλήρους απασχόλησης), ενός (1) υπαλλήλου γενικών καθηκόντων (μερικής απασχόλησης) και ενός (1) διοικητικού υπαλλήλου (πλήρους απασχόλησης).
Για το σκοπό αυτό η εναγομένη απασχολεί συνολικά περίπου σαράντα (40) εργαζόμενους των ως άνω αναφερομένων ειδικοτήτων. Ανάμεσα σε αυτούς προσέλαβε και την ενάγουσα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για να την απασχολήσει στα ως άνω οικοτροφεία. Ειδικότερα, καταρτίσθηκε εγγράφως μεταξύ των διαδίκων σύμβαση μίσθωσης εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, με την οποία η εναγομένη προσέλαβε στις 28/7/06 την ενάγουσα με την ειδικότητα της υπαλλήλου γενικών καθηκόντων, προκειμένου να παράσχει σε αυτή τις υπηρεσίες της σε οχτάωρη πενθήμερη απασχόληση στο ευρισκόμενο στην Αθήνα και επί της οδού ….
ως άνω αναφερόμενο οικοτροφείο με την ονομασία ... και σε περίπτωση ανάγκης και σε άλλα σημεία εντός της Αττικής εάν το επέβαλαν οι ανάγκες του έργου και της εργοδότιδάς της. Με την εν λόγω σύμβαση συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων ότι οι μηνιαίες τακτικές ακαθάριστες αποδοχές της ενάγουσας ορίζονται στο ποσό των 726,33 € (όρος 3.1) - ότι αυτές περιλαμβάνουν τον βασικό μισθό, που καθορίζεται από τη ΣΣΕ για τους όρους αμοιβής και εργασίας για το προσωπικό που απασχολείται στα πάσης φύσεως ΝΠΙΔ μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα (όρος 3.2) - ότι οι μηνιαίες τακτικές αποδοχές θα καταβάλλονται στο πρώτο εργάσιμο πενθήμερο του επόμενου μήνα (όρος 3.3 εδ.
α)• ότι σε περίπτωση καθυστέρησης καταβολής ποσών από τις πηγές χρηματοδότησης προς αυτή θα καθυστερούν αντίστοιχα και οι πληρωμές από μέρους της εναγομένης προς την ενάγουσα (όρος 3.3 εδ. β)• ότι η τελευταία αναγνωρίζει ότι κάθε τυχόν παροχή της πρώτης προς αυτήν πέρα από τις συμφωνημένες μηνιαίες τακτικές ακαθάριστες αποδοχές της, η οποία δεν προβλέπεται εκ του νόμου, είναι οικειοθελής από μέρους της παροχή και προέρχεται από ελευθεριότητα αυτής και ότι αυτή διατηρεί το δικαίωμα ανάκλησης ή και παύσης αυτής της καταβολής (όρος 3.5).
Η ενάγουσα προσέφερε προσηκόντως τις υπηρεσίες της στην εναγομένη με τις ιδιαιτερότητες που κατωτέρω εκτίθενται και η τελευταία ανταποκρινόταν στις απορρέουσες από τη μεταξύ των διαδίκων συναφθείσες συμβάσεις υποχρεώσεις ως και κατωτέρω εκτίθεται. Από τον μήνα όμως Μάρτιο του έτους 2012 η εναγομένη άρχισε να μην καταβάλλει τακτικά τις αποδοχές των εργαζομένων σε αυτήν.
Παρότι όμως αυτή καθυστερούσε επανειλημμένα την πληρωμή των αποδοχών τους, για χρονικό διάστημα που έφτανε και τους πέντε (5) μήνες, εκείνοι εξακολουθούσαν να παρέχουν τις υπηρεσίες τους σύμφωνα με τις συμβατικές δεσμεύσεις που είχαν αναλάβει. Κατόπιν τούτου, επειδή τον Αύγουστο του έτους 2013 η εναγομένη δεν είχε καταβάλει τις δεδουλευμένες αποδοχές επτά (7) μηνών, ήτοι Ιανουαρίου, Φεβρουαρίου, Μαρτίου, Απριλίου, Μαΐου, Ιουνίου και Ιουλίου, καθώς και επίδομα εορτής Πάσχα και επίδομα αδείας του ίδιου ως άνω έτους, η ενάγουσα με την από 12/8/13 δήλωση της προς αυτήν, που επέδωσε στην τελευταία την επόμενη ημέρα (Βλ.
υπ' αριθ. ...-8-13 εκθ. επίδ. της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Σ. Ν. Χ.), καθώς και στην Επιθεώρηση Εργασίας Δυτικού Τομέα Αθηνών (βλ. υπ' αριθ. ... 13-8-13 εκθ. επίδ. της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Πειραιά Ε. Ε. Π.), διαμαρτυρήθηκε για τη μη καταβολή των ως άνω δεδουλευμένων αποδοχών της και δήλωσε ότι προέβαινε στο δικαίωμα της επίσχεσης της εργασίας της.
Το ως άνω ασκηθέν δικαίωμα επίσχεσης της ενάγουσας ασκήθηκε νόμιμα διότι η σύμβαση εργασίας της ήταν έγκυρη και δεν είχε λυθεί, οι απαιτήσεις της κατά της εναγομένης είχαν καταστεί ληξιπρόθεσμες, και ήταν συναφείς προς την παροχή της εργασίας της ... Ο όρος δε 3.3 της σύμβασης της σύμφωνα με τον οποίο οι μηνιαίες τακτικές αποδοχές της θα καταβάλλονται σύμφωνα με την εντολή και τη ροή των χρηματοδοτήσεων του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και σε περίπτωση καθυστέρησης καταβολής ποσών από τις πηγές χρηματοδότησης προς αυτή θα καθυστερούν αντίστοιχα και οι πληρωμές από μέρους της εναγομένης προς αυτήν είναι άκυρος, ως αντικείμενος σε κανόνα δημόσιας τάξης, σύμφωνα με τον οποίο ο μισθός του εργαζομένου πρέπει να καταβάλλεται τακτικό και σε περιόδους αρκετά σύντομες κατά τα λεπτομερώς εκτιθέμενα ανωτέρω στη μείζονα σκέψη της παρούσας (υπό III).
Αντίθετη εκδοχή θα υποχρέωνε τον εργαζόμενο να αναμένει για απεριόριστα χρονικό διαστήματα την αμοιβή της εργασίας του, η οποία ταυτόχρονα έχει και χαρακτήρα διατροφής.
Συνεπώς οι δεδουλευμένες αποδοχές της ενάγουσας είχαν καταστεί ληξιπρόθεσμες και σύμφωνα με τη διάταξη του αρθ. 655 ΑΚ, έπρεπε να είχαν καταβληθεί έως το τέλος εκάστου μηνός που έκαστος αφορούσε. Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι από το έτος 2012 οι χρηματοδοτήσεις του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης προς άπαντα τα Μ.Ψ.Υ.
μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, τα οποία προσφέρουν υπηρεσίες ψυχικής υγείας στο πλαίσιο του προειρημένου νόμου, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η εναγομένη, μειώθηκαν κατά ποσοστό 50% λόγω της οικονομικής ύφεσης της χώρας. Εξαιτίας αυτού η εναγομένη μαζί με άλλα συναφή σωματεία απηύθυναν προς το αρμόδιο Υπουργείο ερωτήματα και αιτήματα επιχειρώντας να διευθετηθεί η διαμορφωθείσα κατάσταση.
Προσθέτως, στο με αριθ. πρωτ. οικ. ...-12-12 έγγραφο της Ειδικής Επιτροπής Ελέγχου Προστασίας των Δικαιωμάτων των Ατόμων με Ψυχικές Διαταραχές του Υπουργείου Υγείας, το οποίο απευθυνόταν στη Διεύθυνση Ψυχικής Υγείας, η εν λόγω Επιτροπή ανέγραφε ότι έχοντας υπόψη τη στη διάρκεια του έτους 2012 περικοπή κατά ποσοστό 50% της κρατικής χρηματοδότησης προς τις μονάδες ψυχικής υγείας του ιδιωτικού τομέα, οι οποίες συμμετέχουν στο εθνικό πρόγραμμα με την ονομασία "...", οι εν λόγω μονάδες δυσλειτουργούν.
Ταυτοχρόνως, από το προρρηθέν έτος οι εν λόγω χρηματοδοτήσεις ήταν άτακτες και δυσανάλογες των υποχρεώσεων της εναγομένης. Το γεγονός αυτό δημιούργησε χρηματοδοτικό κενό και συσσώρευση οφειλών δεδουλευμένων αποδοχών για τους εργαζομένους της.... Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι δεν υφίστατο η δυνατότητα έγκαιρης εξόφλησης του κόστους μισθοδοσίας των εργαζομένων της εναγομένης, αλλά και των απαιτήσεων της ενάγουσας...
Η δαπάνη για την καταβολή των μισθών των εργαζομένων αυτών, είτε για την εξόφληση των αποδοχών αυτών ή μέρους αυτών, είτε για την εξόφληση δεδουλευμένων και οφειλόμενων αποδοχών αυτών ανερχόταν για το επίδικο χρονικό διάστημα στο ποσό των 75.000 € περίπου μηνιαίως για αμφότερα τα οικοτροφεία της. Με βάση τα ανωτέρω εκτεθέντα η άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης εργασίας της ενάγουσας υπερβαίνει τα διαγραφόμενα στο άρθ. 281 ΑΚ όρια, καθόσον η καθυστέρηση καταβολής των αποδοχών της οφειλόταν όχι σε υπαιτιότητα ή δυστροπία της εναγομένης, αλλά στην ιδιαίτερα δυσχερή οικονομική κατάσταση και στην ταμειακή δυσχέρεια αυτής, η οποία έβαινε επιδεινούμενη από το έτος 2012 και η οποία αναγόταν σε παράγοντες, οι οποίοι δεν οφείλονταν στην ίδια, καθόσον οι πόροι της συνίσταντο αποκλειστικά σε χρηματοδοτήσεις τρίτων προσώπων, γεγονός το οποίο ήταν γνωστό στην ενάγουσα ήδη από την έναρξη της εργασιακής τους σχέσης.
Επιπλέον δε η εναγομένη, έχοντας ως εγγυητή της το Ελληνικό Δημόσιο, είχε καταστεί αξιόπιστη και αξιόχρεη εργοδότης και ήταν βέβαιο ότι οι απαιτήσεις της θα εξοφλούνταν. Επιπρόσθετα, η εναγομένη δεν επέδειξε αδιαφορία έναντι της ενάγουσας, αλλά αντίθετα, κάλεσε αυτήν να επανέλθει στην υπηρεσία της κατά τη διάρκεια επίσχεσης εργασίας της και εξόφλησε όπως και η ίδια η ενάγουσα συνομολογεί τις οφειλόμενες αποδοχές της των μηνών Ιανουαρίου, Φεβρουαρίου, Μαρτίου, Απριλίου, Μαΐου, Ιουνίου και Ιουλίου 2013 καταθέτοντας στον τραπεζικό λογαριασμό μισθοδοσίας της στην τράπεζα Alpha Bank α) στις 12/11/13 τα ποσά των 978.62 € και 976,14 €, β) στις 3/12/13 τα ποσά των 959,03€. 434,84 € και 992,51 € και γ) στις 23/12/13 τα ποσά των 947,73€, 386,40 € και 949,24 €, χωρίς να της καταβάλει τις δεδουλευμένες αποδοχές της από 1/8/13 έως 12/8/13, τα Δώρα Πάσχα και Χριστουγέννων 2013 και το αιτούμενο επίδομα αδείας, για το οποίο, όμως, δεν είχε υποχρέωση πληρωμής, σύμφωνα με το άρθρο Πρώτο υποπαρ.
Γ1 παρ. 12 του Ν. 4093/12, λόγω της υπαγωγής των εργαζομένων της στο ενιαίο μισθολόγιο που εφαρμόζεται σ' αυτή από 1/1/13 (Βλ. υπ' αριθ. Υ5Β/Γ.Π.οι.../27-11-2013 έγγραφο της Δ/νσης Ψυχικής Υγείας του Υπουργείου Υγείας). Ακόμη, η άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης από την ενάγουσα προκάλεσε δυσανάλογη ζημία στην εναγομένη σε σχέση με το επιδιωκόμενο με την επίσχεση αποτέλεσμα και σε σχέση με την καθυστέρηση καταβολής μισθών για χρονικό διάστημα επτά (7) μηνών, καθόσον η απουσία της σήμαινε στέρηση υπηρεσιών σε ανθρώπους ψυχικά πάσχοντες και σε ανθρώπους με νοητική υστέρηση, και επέτεινε τη δυσλειτουργία της ψυχικής μονάδας, στην οποία υπηρετούσε, και καθόσον αναγκαίως οι λοιποί εργαζόμενοι όφειλαν να αναπληρώσουν το κενό της και στη συνέχεια παρίστατο αναγκαία η εύρεση άλλου εργαζομένου στη θέση της....
Επομένως, αφού η ενάγουσα άσκησε καταχρηστικά το δικαίωμα επίσχεσης εργασίας, η εναγομένη δεν κατέστη υπερήμερη και η πρώτη δεν δικαιούται τους αιτουμένους με την αγωγή μισθούς υπερημερίας λόγω επίσχεσης εργασίας... Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι μετά την ως άνω εν μέρει εξόφληση των απαιτήσεων της ενάγουσας στις 23/12/13 από την εναγομένη, η ενάγουσα ήρε την επίσχεση εργασίας και την επόμενη ημέρα, στις 24/12/13, μετέβη μαζί με άλλους 13 συναδέλφους της, που είχαν ασκήσει το δικαίωμα επίσχεσης, στο χώρο εργασίας τους προκειμένου να εργαστούν, μαζί με άλλους εργαζόμενους οι οποίοι δεν είχαν ασκήσει το δικαίωμα επίσχεσης, πλην όμως, η εναγομένη δεν αποδέχτηκε την εργασία τους, γνωστοποιώντας τους προφορικά την επικείμενη απόλυση τους.
Κατόπιν τούτου, στις 27/12/13 η εναγομένη κατήγγειλε εγγράφως τη σύμβαση εργασίας της ενάγουσας, επιδίδοντας σ' αυτήν σχετικό έγγραφο καταγγελίας (Βλ. σχ. από ιδίας ημερομηνίας έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας Αθηνών Δ. Δ. Π.) και προσφέροντας ταυτόχρονα την από 24/12/13 και με αριθ. ... τραπεζική επιταγή της τράπεζας Alpha Bank ποσού ύψους 3852€ ως αποζημίωση απόλυσης.
Όπως εκτέθηκε ανωτέρω, κατά τον χρόνο που η ενάγουσα, όπως και άλλοι εργαζόμενοι, μη διάδικοι στην παρούσα δίκη, τελούσαν σε καθεστώς επίσχεσης, η εναγομένη υποχρεώθηκε να λειτουργήσει με το ήμισυ σχεδόν του προσωπικού της. Πράγματι, όσοι από τους υπαλλήλους της, αν και απλήρωτοι, εξακολούθησαν να εργάζονται, υπερεντατικοποίησαν την εργασία τους, προκειμένου να ανταπεξέλθουν στις υποχρεώσεις τους που είχαν αυξηθεί λόγω της απουσίας τόσο της ενάγουσας, όσο και άλλων συναδέλφων της που είχαν ασκήσει το δικαίωμα επίσχεσης.
Η εναγομένη, λαμβάνοντας υπόψη την υπερπροσπάθεια των εργαζομένων που συνέχιζαν να εργάζονται και την ανάγκη λειτουργίας των οικοτροφείων και διαμερισμάτων, υποχρεώθηκε να προσλάβει σταδιακά, από 15/7/13 μέχρι και τέλος του έτους 2013, νέους υπαλλήλους για να καλύψουν τα κενά που είχαν δημιουργηθεί λόγω της επίσχεσης.
Ταυτόχρονα, υπό την καθοδήγηση και εποπτεία του παρέχοντος υπηρεσίες στην εναγομένη ψυχιάτρου Β. Γ. καταρτίστηκαν νέα θεραπευτικά προγράμματα για τους τροφίμους με τους αντικαταστάτες των ασκησάντων επίσχεση εργασίας εργαζομένων και υπήρξε υποχρεωτικά εν γένει αναδιοργάνωση της λειτουργίας των οικοτροφείων.
Οι παραπάνω μεταβολές είχαν αρνητική επίδραση στους ασθενείς, οι οποίοι, παρά την εύθραστη ψυχική τους κατάσταση που απαιτούσε σταθερότητα, κλήθηκαν να προσαρμοστούν σε νέα προγράμματα και ομάδες με καινούργια πρόσωπα. Μάλιστα, ο ως άνω ψυχίατρος απέδωσε ευθύνες στους τελούντες σε επίσχεση για την οπισθοδρόμηση των θεραπευτικών προγραμμάτων.
Υπό τις συνθήκες αυτές, όταν η ενάγουσα στις 24/12/13 ήρε την επίσχεση και προσέφερε την εργασία της, οι συνάδελφοι της, που δεν είχαν ασκήσει το δικαίωμα επίσχεσης εργασίας και συνέχισαν να εργάζονται, εμφορούμενοι από έντονα αισθήματα αδικίας, που, αν και απλήρωτοι, προσέφεραν αδιάκοπα τις υπηρεσίες τους, αντέδρασαν ιδιαίτερα αρνητικά και απειλώντας οι Ίδιοι πλέον με επίσχεση την εναγομένη, ζήτησαν επίμονα από τη διοίκηση αυτής την απομάκρυνση όσων είχαν προβεί σε επίσχεση, μεταξύ των οποίων και η ενάγουσα..
Λαμβάνοντας υπόψη την παραπάνω τεκμηριωμένη επιστημονική ιατρική άποψη του ψυχιάτρου και σταθμίζοντας, πρωτίστως τις ανάγκες των ασθενών, η εναγομένη προέβη στην ένδικη καταγγελία, η οποία είναι πλήρως αποσυνδεδεμένη από οποιαδήποτε διάθεση εκδίκησης στο πρόσωπο της ενάγουσας και ουδόλως σχετίζεται με την εκ μέρους της νόμιμη άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης ή την προσφυγή της στην Επιθεώρηση Εργασίας, ως ανωτέρω εκτέθηκε.
Αντίθετα, η καταγγελία έγινε μέσα στα πλαίσια του διευθυντικού της δικαιώματος, προς το συμφέρον των φιλοξενούμενων ασθενών, αλλά και λόγω της πίεσης που άσκησαν οι λοιποί εργαζόμενοι που δεν είχαν ασκήσει το δικαίωμα επίσχεσης, απειλώντας ότι εάν επανέρχονταν στην εργασία οι ασκήσαντες το δικαίωμα επίσχεσης εργασίας, θα προέβαιναν εκείνοι πλέον σε επίσχεση εργασίας.
Συνακόλουθα, εφόσον n ένδικη απόλυση δεν ήταν καταχρηστική έλαβε χώρα κατ' αρχήν εγκύρως, απορριπτόμενου του περί του αντιθέτου αγωγικού ισχυρισμού που αποτελεί και λόγο εφέσεως της ενάγουσας ως αβάσιμου κατ' ουσίαν. Πλην όμως η αποζημίωση απόλυσης που καταβλήθηκε στην παραπάνω ενάγουσα δεν ήταν πλήρης, υπολογιζόμενη με βάση τις αποδοχές που ελάμβανε αυτή τον τελευταίο μήνα της πλήρους απασχόλησης της, ήτοι τον Νοέμβριο του έτους 2013.
Ενόψει δε του ότι, λόγω της ένταξης της στο ενιαίο μισθολόγιο από 1/1/13 (άρθρο πρώτο παρ. 12 της υποπαραγράφου Γ1 Ν.4093/2012) δεν δικαιούται επιδομάτων εορτών και αδείας, οι ως άνω μηνιαίες αποδοχές της, βάσει των οποίων υπολογίζεται η αποζημίωση απόλυσης, δεν προσαυξάνονται με την αναλογία των εν λόγω επιδομάτων (βλ.
υπ' αριθ. Υ5β - Γ.Π.οι.../27-11-13 έγγραφο της Διεύθυνσης Ψυχικής Υγείας του Υπ. Υγείας), όπως εσφαλμένα αυτή ισχυρίζεται δια του τετάρτου λόγου εφέσεως, ο οποίος κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος. Ειδικότερα, οι τακτικές μηνιαίες μικτές αποδοχές της σύμφωνα με την εξομοιούμενη με Κλαδική ΣΣΕ υπ' αριθ. 49524/236212008 κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών και της Υφυπουργού Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας (ΔΕΝ 2008.1075), η οποία δεν ισχύει μόνο ως προς το επίδομα γόμου που εν προκειμένω ενδιαφέρει [(με την υπ' αριθ. 6 Πράξη Υπουργικού Συμβουλίου της 28/2/12 (Ρύθμιση θεμάτων για την εφαρμογή της παρ. 6 του άρθρου 1 Ν. 4046/2012) καταργήθηκαν τα πάσης φύσεως επιδόματα πλην των αναφερομένων σε αυτήν)], κατά τον ως άνω κρίσιμο χρόνο (Νοέμβριο 2013) ανέρχονταν στο ποσό των 986,74 € [(759,03 € βασικός μισθός + 151.81 € επίδομα δύο τριετιών 10% + 10% (759.03 € χ 20%) * 75.90 € επίδομα ανθυγιεινής εργασίας 10% (759.03€ χ 10%)].
Με βάση τα έτη απασχόλησης της στην εναγομένη (7 έτη και 5 μήνες) η αποζημίωση απόλυσης της ενάγουσας ανερχόταν στο ποσό των 3946,96€ (986,74€ χ 4 μήνες)... Από το ποσό αυτό έχει καταβληθεί ποσό 3852 €, ήτοι μικρότερο κατά ποσό 94,96€ (3946,96 € - 3852 €).
Συνεπώς η ως άνω καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας ήταν άκυρη και οφείλεται για το λόγο αυτό το ως άνω ποσό αποζημίωσης (3946,96%) νομιμοτόκως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής στην εναγομένη. Επιπλέον εξαιτίας της ως άνω άκυρης καταγγελίας η εναγομένη οφείλει μισθούς υπερημερίας κατ' άρθ. 656 ΑΚ, μέχρι την άσκηση της αγωγής (24/3/14 ημερομηνία επίδοσης της αγωγής - βλ. υπ' αριθ. .../24-3-14 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας Πειραιώς Μ. Σ. Ρ.) και όχι μέχρι 23/12/14 όπως αυτή αιτείται, απορριπτόμενου του σχετικού αιτήματος της ως μη νομίμου, διότι αυτό δεν εμπίπτει σε κάποια από τις περιπτώσεις του αρθ. 69 §1 ΚΠολΔ (προκαταβολική δικαστική προστασία). Ήτοι οφείλει για τον ως άνω λόγο συνολικά ποσό 2920,52 € [(986,74 € + 986,74 € + 947,04 € (ημερομ. = 986,74 € χ 1/25 = 39,46 € χ 24 ημ)]... Επιπλέον αποδείχθηκε ότι η εναγομένη δεν έχει καταβάλει στην ενάγουσα τις δεδουλευμένες της αποδοχές του χρονικού διαστήματος από 1/8/2013 μέχρι 13/8/2013, ποσού 510,07€...>>.
Στο άρθρο 2 παρ.5 της 6/28-02-2012 Πράξεως του Υπουργικού Συμβουλίου (στο εξής: ΠΥΣ), η οποία εκδόθηκε κατά νομοθετική εξουσιοδότηση του άρθρου 1 παρ.6 του ν. 4046/2012 ("Έγκριση των Σχεδίων Συμβάσεων Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης μεταξύ του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΕΤΧΣ), της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Τράπεζας της Ελλάδος, του Σχεδίου του Μνημονίου Συνεννόησης μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Τράπεζας της Ελλάδος και άλλες επείγουσες διατάξεις για τη μείωση του δημοσίου χρέους και τη διάσωση της εθνικής οικονομίας" και εντός του πλαισίου της χορηγηθείσας εξουσιοδότησης (ΟλΣτΕ 2307/2014), ορίσθηκε ότι: "Οι διατάξεις των παραγράφων 1, 4 και 5 του άρθρου 9 του ν. 1875/1990 παύουν να ισχύουν".
Αντί των διατάξεων αυτών, με το όρθρο 2 της ως άνω 6/28-02-2012 ΠΥΣ ορίσθηκαν τα ακόλουθα: Στην παρ.1 "Οι ΣΣΕ συνάπτονται εφεξής για ορισμένο χρόνο ισχύος, η διάρκεια του οποίου δεν μπορεί να είναι μικρότερη από ένα (1) έτος και δεν μπορεί να υπερβαίνει τα τρία (3) έτη". Στην παρ.2 "ΣΣΕ που βρίσκονται σε ισχύ, ήδη 24 μήνες μέχρι την 14-2-2012 ή και περισσότερο, λήγουν [την] 14-2-2013".
Στην παρ.3 "ΣΣΕ που την 14-2-2012 βρίσκονταν σε ισχύ για χρονικό διάστημα μικρότερο των 24 μηνών, λήγουν με τη συμπλήρωση τριών (3) ετών από την ημερομηνία έναρξης [της] ισχύος τους, εκτός και αν καταγγελθούν νωρίτερα κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 12 του ν. 1876/1990". Και στην παρ.4 "Οι κανονιστικοί όροι ΣΣΕ που θα λήξει ή θα καταγγελθεί, εξακολουθούν να ισχύουν επί ένα τρίμηνο από τη λήξη ή την καταγγελία [της].
Κανονιστικοί όροι ΣΣΕ που έχει ήδη λήξει ή καταγγελθεί ισχύουν για ένα τρίμηνο από την ισχύ του ν. 4046 /2012. Με την πάροδο του τριμήνου και εφόσον εν τω μεταξύ δεν έχει συναφθεί νέα ΣΣΕ, εξακολουθούν να ισχύουν από τους κανονιστικούς αυτούς όρους αποκλειστικώς οι όροι εκείνοι που αφορούν α) το βασικό μισθό ή το βασικό ημερομίσθιο και β) τα επιδόματα ωρίμανσης, τέκνων, σπουδών και επικινδύνου εργασίας, εφόσον τα επιδόματα αυτό προβλέπονταν στις ΣΣΕ που έληξαν ή καταγγέλθηκαν, ενώ παύει αμέσως να ισχύει κάθε άλλο προβλεπόμενο σε αυτές επίδομα.
Η προσαρμογή των συμβάσεων στις διατάξεις του προηγουμένου εδαφίου γίνεται χωρίς να απαιτείται προηγούμενη σύμφωνη γνώμη των εργαζομένων. Οι όροι του τρίτου εδαφίου που διατηρούνται, εξακολουθούν να ισχύουν μέχρις ότου αντικατασταθούν από εκείνους της νέας ΣΣΕ ή της νέας ή της τροποποιημένης ατομικής σύμβασης".
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι με την έκδοση της ΠΥΣ 6/28-02-2012 (και σε αντίθεση προς τα μέχρι τότε ισχύοντα με τις καταργούμενες διατάξεις του άρθρου 9 του ν. 1876/1990), η λεγόμενη "μετενέργεια" των ΣΣΕ, ήτοι η παράταση της ισχύος κανονιστικών όρων μετά τη λήξη της χρονικής διάρκειας ή την καταγγελία της ΣΣΕ στην οποία περιέχονται, περιορίσθηκε ως προς τη διάρκεια και το περιεχόμενο.
Ειδικότερα, προκειμένου για ΣΣΕ που είχαν λήξει ή καταγγελθεί πριν από την ισχύ του εξουσιοδοτικού (ως προς την έκδοση της ΠΥΣ) ν. 4046/2012, η οποία άρχισε την 14-2-2012, ορίσθηκε ότι η "μετενέργεια", ισχύει (γενικώς) μόνο για ένα τρίμηνο και ότι μετά την πάροδο του τριμήνου αυτού περιορίζεται (ειδικώς) μόνο στους κανονιστικούς όρους που αναφέρονται στο βασικό μισθό (ή ημερομίσθιο) και σε τέσσερα (μόνο) επιδόματα, τα οποία κατονομάζονται περιοριστικά και προσδιορίζονται ως "ωρίμανσης, τέκνων, σπουδών και επικινδύνου εργασίας".
Οπότε, κατά ρητή πρόβλεψη του νέου νόμου (τέταρτο εδάφιο της παρ.4 του άρθρου 2 της ως άνω ΠΥΣ), οι ατομικές συμβάσεις εργασίας "προσαρμόζονται", για το μέλλον, στις διατάξεις του τρίτου εδαφίου της ίδιας παραγράφου, ήτοι περιλαμβάνουν μόνο τους ως άνω κανονιστικούς όρους που συνεχίζουν να "μετενεργούν" και όχι τους υπόλοιπους.
Και, μάλιστα, η προσαρμογή αυτή είναι επιτρεπτό να επέλθει μονομερώς, με πρωτοβουλία του εργοδότη, χωρίς να απαιτείται η προηγούμενη, σύμφωνη γνώμη των εργαζομένων. Μεταξύ των επιδομάτων που διατηρήθηκαν είναι και το προβλεπόμενο στην έχουσα λήξει συλλογική ρύθμιση επίδομα επικίνδυνης εργασίας, δηλαδή η πρόσθετη παροχή που έχει ως λόγο καταβολής της την παροχή εργασίας που συνεπάγεται κίνδυνο για τη ζωή ή τη σωματική ακεραιότητα του εργαζομένου.
Επομένως στην έννοια του επιδόματος επικίνδυνης εργασίας δεν περιλαμβάνεται και το προβλεπόμενο στην έχουσα λήξει συλλογική ρύθμιση επίδομα ανθυγιεινής εργασίας, το οποίο έχει ως αιτία καταβολής το εργασιακό περιβάλλον στο οποίο παρέχεται η εργασία, το οποίο (περιβάλλον) ειδικά για το νοσηλευτικό προσωπικό διαφοροποιείται από το κοινό εργασιακό περιβάλλον και απαιτεί από το προσωπικό τη τήρηση με σχολαστικότητα των κανόνων υγιεινής και ασφάλειας προκειμένου να επιτευχθεί το έργο της ίασης των νοσηλευομένων ασθενών, δεν επάγεται όμως κίνδυνο για τη ζωή ή σωματική ακεραιότητα του νοσηλευτικού προσωπικού.
Του εν λόγω επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας παύει επομένως η καταβολή, μετά την πάροδο του κατά τα ανωτέρω τριμήνου, κατ' εφαρμογή της άνω διάταξης της παρ.4 του άρθρου 2 της υπ' αριθ. 6/2012 Π.Υ.Σ (βλ. ΑΠ 318/2017, ΑΠ 412/2017, ΑΠ 773/2017). Περαιτέρω με την υπ' αριθ. 49524/2362/2008 Κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών και της Υφυπουργού Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας (ΦΕΚ Β 1414/2008), που, εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση της παρ.1 του άρθρου μόνον του Ν. 435/1968, και εξομοιούται με κλαδική συλλογική σύμβαση, σύμφωνα με το ίδιο άρθρο, για τους όρους αμοιβής εργασίας για το προσωπικό που απασχολείται στα πάσης φύσεως Νομικά Πρόσωπα Ιδιωτικού Δικαίου μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα και η ισχύς της οποίας έληξε κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης, κατ' εφαρμογή της Π.Υ.Σ 6/28-2-2012, δηλαδή στις 14-02-2013, γίνεται σαφής διαφοροποίηση μεταξύ επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας που χορηγείται σε πολλές κατηγορίες προσωπικού και επιδόματος επικίνδυνης εργασίας που χορηγείται σπανιότερα και για συγκεκριμένες ειδικότητες εργαζομένων στα ως άνω Νομικά Πρόσωπα.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται όταν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες, των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν είχαν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή με σφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με την μορφή διατακτικού.
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφτηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφήρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφήρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.
ΑΠ 2/2019, Ολ.ΑΠ 6/2019, Ολ.ΑΠ 7/2006, ΑΠ 19/2019, ΑΠ 130/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση του Εφετείου η πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 παρ.1 Κ.Πολ.Δ, ότι προκειμένου να υπολογίσει το ύψος της οφειλόμενης από το εναγόμενο στην ενάγουσα αποζημίωση απολύσεως, συνυπολόγισε εσφαλμένα και το προβλεπόμενο από την ως άνω Κ.Υ.Α επίδομα ανθυγιεινής εργασίας του προσωπικού που απασχολείται στα πάσης φύσεως Νομικά Πρόσωπα Ιδιωτικού Δικαίου μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα και έτσι παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 2 παρ1 της υπ' αριθ. 6/2012 Π.Υ.Σ. Το Εφετείο με τις εκτεθείσες παραδοχές του για την εξεύρεση του ύψους της οφειλόμενης νόμιμης αποζημίωσης απολύσεως συνυπολόγισε και το επίδομα ανθυγιεινής εργασίας, παρά το γεγονός όπως δέχθηκε, ότι η ισχύς της ΚΥΑ που την προέβλεπε είχε ήδη λήξει κατά τον άνω κρίσιμο χρόνο.
Συνεπώς, παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τις προαναφερόμενες διατάξεις της με αριθ. 6/2012 ΠΥΣ. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 παρ.1 Κ.Πολ.Δ, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου εφέσεως.
Αντίθετα δεν αποτελούν "πράγματα" οι αιτιολογημένες αρνήσεις αυτοτελών ισχυρισμών, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1/2019, ΑΠ 933/2018, ΑΠ 851/2015). Ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του αυτοτελή ισχυρισμό που προτάθηκε και είτε τον απέρριψε ευθέως για οποιονδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο, είτε τον απέρριψε κατά τρόπο έμμεσο και σαφή, όπως συμβαίνει όταν από τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε τον ισχυρισμό και τον απέρριψε εκ του πράγματος, δεχόμενο ότι αποδείχτηκαν περιστατικά αντίθετα από εκείνα που συγκροτούν την πραγματική βάση αυτού (Ολ.
ΑΠ 11/1996, Ολ. ΑΠ 9/1997, ΑΠ 442/2016, ΑΠ 1444/2014). Προς τα μη προταθέντα εξομοιώνονται και οι ισχυρισμοί που προτάθηκαν απαραδέκτως, όπως η πρόταση νέων ισχυρισμών, χωρίς τις προϋποθέσεις του άρθρου 527 ή με τη λήψη υπόψη ισχυρισμών που μεταβάλλουν απαραδέκτως τη βάση της αγωγής. Η ερμηνεία αυτή δεν αποκλείεται από το ότι η διάταξη του άρθρου 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ ανάγει σε ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως και την από το δικαστήριο παρά το νόμο μη κήρυξη απαραδέκτου, διότι η διάταξη αυτή, που καλύπτει πολλές περιπτώσεις δικονομικών απαραδέκτων, άσχετων προς τη διάταξη του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου, συμπορεύεται με την τελευταία στην περίπτωση κατά την οποία έχουν ληφθεί υπόψη πράγματα που προτάθηκαν απαραδέκτως, δεδομένου ότι δεν υπάρχει κανένας λόγος να αποκλειστεί η παράλληλη εφαρμογή και των δύο λόγων αναιρέσεως στην περίπτωση αυτή (Ολ.
ΑΠ 2/2005, ΑΠ 622/2019, ΑΠ 841/2017, ΑΠ 394/2011, ΑΠ 128/2008). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ.14 Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο, ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται μέσω του αναιρετικού λόγου από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.
Μέσω του παραπάνω, από το άρθρο 559 αριθ.14 Κ.Πολ.Δ λόγου αναίρεσης, ελέγχονται, πλην άλλων, τα όρια του παραδεκτού της μεταβολής της ιστορικής βάσης της αγωγής. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 224 εδ.α του Κ.Πολ.Δ είναι απαράδεκτη κάθε μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 526 του Κ.Πολ.Δ είναι απαράδεκτη στην κατ' έφεση δίκη κάθε μεταβολή της βάσης, του αντικειμένου και του αιτήματος της αγωγής, είτε γίνεται με το δικόγραφο της έφεσης, είτε με τις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου, ακόμη και αν ο αντίδικος του ενάγοντος συναινεί.
Το απαράδεκτο λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο (ΑΠ 597/2019, ΑΠ 59/2017, ΑΠ 447/2015, ΑΠ 1658/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την με το άρθρο 559 αρ.8 πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό περί ακυρότητας της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας της ενάγουσας - αναιρεσίβλητης λόγω ελλιπούς καταβολής της αποζημίωσης απόλυσης, αν και προβλήθηκε απαραδέκτως για πρώτη φορά στο Εφετείο με λόγο εφέσεως.
Επίσης, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης το αναιρεσείον, αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια από τον αρ.14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ότι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο τον κατά τον ανωτέρω τρόπο προταθέντα ισχυρισμό περί ακυρότητας της καταγγελίας λόγω μη καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης. Από την επιτρεπτώς γενόμενη από το δικαστήριο αυτό επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής και των άλλων διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρ. 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ), προκύπτει ότι με την από 24-3-2014 ένδικη αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, ισχυρίστηκε ότι προσελήφθηκε από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως υπάλληλος γενικών καθηκόντων, έναντι μηνιαίων αποδοχών που ανήλθαν στις 1062,64 ευρώ.
Ότι η εναγομένη δεν της κατέβαλε τις δεδουλευμένες αποδοχές της του χρονικού διαστήματος από 1-1-2013 μέχρι 31-7-2013 και για το λόγο αυτό άσκησε το δικαίωμα επίσχεσης εργασίας στις 13-8-2013, ότι ακολούθως προσέφυγε στην Επιθεώρηση Εργασίας προκειμένου να διεκδικήσει τα άνω δεδουλευμένα της μέχρι και το χρόνο επίσχεσης, τα οποία η εναγομένη της κατέβαλε το Δεκέμβριο του έτους 2013 χωρίς όμως τα επιδόματα εορτών και αδείας έτους 2013, τα δεδουλευμένα του χρονικού διαστήματος από 1-8-2013 μέχρι 12-8-2013, και τις αποδοχές του χρονικού διαστήματος, κατά το οποίο τελούσε σε επίσχεση, ότι στις 24-12-2013 προσήλθε να εργασθεί πλην όμως η εναγομένη αρνήθηκε να αποδεχθεί τις προσφερόμενες υπηρεσίες της και κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας της στις 27-12-2013, καταβάλλοντας μειωμένη αποζημίωση απολύσεως, ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας ήταν άκυρη ως καταχρηστική, επειδή έγινε για λόγους εκδίκησης εξαιτίας της άσκησης του δικαιώματος επίσχεσης και της προσφυγής της στην Επιθεώρηση Εργασίας.
Με βάση τα περιστατικά αυτά ζήτησε όπως το αίτημα παραδεκτά περιορίστηκε, με δήλωση στα πρακτικά ..α) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας της, β) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδέχεται τις υπηρεσίες της με την απειλή σε βάρος του χρηματικής ποινής 500 ευρώ για κάθε ημέρα συμμόρφωσης και με προσωπική κράτηση σε βάρος του νομίμου εκπροσώπου του, γ) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να της καταβάλει κυρίως με βάση την ένδικη σύμβαση και επικουρικά με βάση τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού το συνολικό ποσό των 21.139,47 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές του χρονικού διαστήματος από 1-8-2013 μέχρι 12-8-2013, επίδομα Πάσχα και αδείας 2013, δεδουλευμένες αποδοχές του χρονικού διαστήματος κατά το οποίο τελούσε σε επίσχεση και μέχρι την απόλυσή της, ήτοι από 13-8-2013 μέχρι 27-12-2013, μισθούς υπερημερίας, συμπεριλαμβανομένων επιδομάτων εορτών και αδείας έτους 2014, από την άκυρη καταγγελία μέχρι και τον πιθανό χρόνο συζήτησης της αγωγής, ήτοι από 28-12-2013 μέχρι 23-12-2014 και να αναγνωρισθεί ότι το εναγόμενο υποχρεούται να της καταβάλει το ποσό των 10.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που έπαθε από τις συνθήκες απολύσεώς τη.
Επικουρικά δε για την περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι η ένδικη απόλυση ήταν έγκυρη, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να της καταβάλει, αντί των μισθών υπερημερίας, την νόμιμη αποζημίωση απόλυσης, ανερχόμενη σε 5.880,28 ευρώ. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την με αριθ. 2644/2015 απόφασή του, αφού έκανε δεκτή κατά ένα μέρος την αγωγή ως βάσιμη στην ουσία της για τις δεδουλευμένες αποδοχές, στη συνέχεια απέρριψε ως ουσία αβάσιμη την κύρια βάση της αγωγής περί αναγνωρίσεως της ακυρότητας της καταγγελίας κατ' άρθρ. 281 ΑΚ και τα συνεχόμενα με αυτή αιτήματα για αποδοχή των υπηρεσιών της ενάγουσας εκ μέρους του εναγομένου και επιδικάσεως μισθών υπερημερίας και έκανε δεκτή την επικουρική της βάση για αποζημίωση απολύσεως, επιδικάζοντας το ποσό των 4.909,76 ευρώ και τέλος αναγνώρισε την υποχρέωση του εναγομένου να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 500 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής της βλάβης.
Κατά της οριστικής αυτής απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ασκήθηκαν οι αναφερόμενες αντίθετες εφέσεις από τους διαδίκους. Η ενάγουσα με το δεύτερο λόγο της από 14-6-2017 έφεσής της ισχυρίστηκε ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έπρεπε να δεχθεί ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ήταν άκυρη λόγω ελλιπούς καταβολής της αποζημίωσης απόλυσης.
Το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του και με επικύρωση κατά το σχετικό κεφάλαιο της εκκαλουμένης οριστικής απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου έκρινε ότι η ως άνω καταγγελία της σύμβασης εργασίας δεν ήταν καταχρηστική, αλλά έγινε στα πλαίσια του διευθυντικού δικαιώματος του εναγομένου.
Στη συνέχεια όμως δέχθηκε ότι η επίδικη καταγγελία ήταν άκυρη λόγω ελλιπούς καταβολής της αποζημιώσεως απολύσεως. Σύμφωνα όμως με το άνω περιεχόμενο της αγωγής, αντικείμενο της ανοιγείσας με αυτή δίκης ήταν πέραν του κεφαλαίου για διάφορες αιτίες δεδουλευμένων αποδοχών της ενάγουσας, η ακυρότητα της καταγγελίας της συμβάσεως εξηρτημένης εργασίας αυτής λόγω καταχρηστικής ασκήσεώς της και οι εκ της ακυρότητας αυτής απορρέουσες συναφείς υποχρεώσεις του εναγομένου για την εκ νέου απασχόλησή του και την καταβολή αποδοχών υπερημερίας.
Επικουρικά δε η καταβολή της αποζημίωσης απολύσεως για την περίπτωση που ήθελε κριθεί έγκυρη η άνω καταγγελία λόγω μη καταχρηστικής ασκήσεως αυτής. Στο δικόγραφο δε της αγωγής της δεν διαλαμβάνει αυτοτελές αίτημα αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας εξαιτίας της ελλειπούς προσφοράς της αποζημίωσης απολύσεως.
Η αναφορά στην ιστορική βάση της αγωγής περί προσφοράς μειωμένης αποζημίωσης, συνδέεται με το επικουρικό αίτημα της καταβολής της νόμιμης αποζημιώσεως απολύσεως σε περίπτωση που ήθελε κριθεί έγκυρη η καταγγελία και όχι με το κύριο αίτημα που ήταν η αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας κατ' άρθρο 281 ΑΚ.
Έτσι όμως το Εφετείο δέχθηκε και ερεύνησε ισχυρισμό που προβλήθηκε ενώπιόν του για πρώτη φορά με λόγο έφεσης απαραδέκτως. Ο ισχυρισμός αυτός, εφόσον η αγωγή περιελάμβανε αυτοτελές αίτημα αναγνώρισης ακυρότητας της καταγγελίας ως καταχρηστικής, αποτελεί ιδιαίτερο λόγο ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης, νέα δηλ.
βάση και αίτημα της αγωγής, που δεν είχε υποβληθεί με το δικόγραφό της. Αποτελεί επομένως απαράδεκτη μεταβολή της βάσης της αγωγής.
Συνεπώς ο δεύτερος λόγος κατά το πρώτο σκέλος του από τον αριθμό 8 καθώς και ο τρίτος λόγος αυτής από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, πρέπει να γίνουν δεκτοί ως κατ' ουσίαν βάσιμοι.
Κατά το άρθρο 559 αρ.9 του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, που αποτελεί κύρωση της διαθετικής αρχής του άρθρου 116 Κ.Πολ.Δ "αίτηση" θεωρείται εκείνη που αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία, όπως η αγωγή, ανταγωγή, αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, ανακοπές, ένδικα μέσα, οι στηριζόμενες σε αυτοτελές δικαίωμα δυνάμενο να ασκηθεί και με αγωγή γνήσιες ενστάσεις και οι υποχρεωτικά δικαζόμενες και μη εξαρτώμενες από τη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου - διαδικαστικές αιτήσεις, όχι δε άλλες ενστάσεις ή αντενστάσεις, ενώ δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως ή παράλειψη του δικαστηρίου να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο μη νόμιμο ή αλυσιτελή.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν αποφάνθηκε στο διατακτικό ή το αιτιολογικό με προσόντα διατακτικού επί του αυτοτελούς με την ανωτέρω έννοια αιτήματος ή αποφάνθηκε επί αιτήματος που δεν υποβλήθηκε ή πλέον αυτού (ΑΠ 288/2018, ΑΠ 308/2017, ΑΠ 536/2011). Ο λόγος αυτός αναίρεσης θεμελιώνεται εκτός των άλλων περιπτώσεων, και επί επικουρικής σωρεύσεως βάσεων ή αιτήσεων της αγωγής κατά το άρθρο 219 παρ.1 Κ.Πολ.Δ, όπου ο ενάγων για την περίπτωση που απορριφτεί η πρώτη βάση η αίτηση της αγωγής μπορεί να στηρίξει αυτή σε άλλη βάση ή να υποβάλλει άλλη αίτηση που στηρίζεται στην ίδια ή άλλη βάση όταν το δικαστήριο παρά την παραδοχή της πρώτης (κύριας) βάσεως ή αιτήσεως της αγωγής, προχωρεί στην έρευνα της δεύτερης επικουρικής βάσεως ή άλλης αιτήσεως που στηρίζεται στην ίδια ή σε άλλη βάση και επιδικάζει και ότι ζητήθηκε με την επικουρική βάση ή αίτηση της αγωγής (ΑΠ 875/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται, κατ' εκτίμηση, στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 9 περ.β Κ.Πολ.Δ., διότι επιδίκασε υπέρ της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης περισσότερα από όσα ζήτησε με την ένδικη αγωγή της, η οποία δικάστηκε και έγινε δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και ως προς τις δυο επικουρικά σωρευόμενες βάσεις και αντίστοιχες αιτήσεις της.
Από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής προκύπτει, κατά τα προαναφερόμενα, ότι η ενάγουσα ζήτησε με αυτή, εκτός των άλλων, την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας και τις εκ της ακυρότητας απορρέουσες συναφείς υποχρεώσεις για αποδοχή των υπηρεσιών της εκ μέρους του εναγομένου και καταβολή αποδοχών υπερημερίας, επικουρικά δε για την περίπτωση που ήθελε κριθεί έγκυρη η καταγγελία, αποζημίωση απολύσεως.
Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προαναφέρθηκε, δέχθηκε ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της ενάγουσας ήταν άκυρη, λόγω μη καταβολής πλήρους αποζημίωσης απόλυσης και επιδίκασε τη συναφή με την ακυρότητα αξίωση αποδοχών υπερημερίας για το μετά την καταγγελία χρονικό διάστημα, ύψους 2.720 ευρώ.
Στη συνέχεια, όμως το Εφετείο, προχώρησε στην κατ' ουσία έρευνα της επικουρικώς προβληθείσας βάσεως και αιτήσεως της ένδικης αγωγής, την οποία δέχθηκε κατά ένα μέρος και αυτή και επιδίκασε στην ενάγουσα το ποσό των 3.946,96 ευρώ, ως αποζημίωση απολύσεως. Έτσι όμως που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.8 Κ.Πολ.Δ., διότι επιδίκασε περισσότερα από όσα ζήτησε η αναιρεσίβλητη ενάγουσα με την αγωγή, προβαίνοντας στην κατ' ουσίαν εκδίκαση και της επικουρικώς προταθείσας βάσεως και αιτήσεως αυτής και δεχόμενο αυτή ως ουσιαστικά βάσιμη, ενώ έπρεπε, μετά την παραδοχή ότι η κύρια βάση περί αναγνωρίσεως της ακυρότητας της καταγγελίας ήταν ουσιαστικά βάσιμη και την επιδίκαση για το λόγο αυτό μισθών υπερημερίας, να μην ασχοληθεί με την επικουρική βάση της καταβολής αποζημίωσης απόλυσης, αφού αυτή έχοντας ασκηθεί υπό την αίρεση απορρίψεως της κύριας βάσεως και αιτήσεως, προϋπόθεση όμως που δεν είχε πληρωθεί, δεν μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο έρευνας από το Δικαστήριο.
Με βάση όλα τα προεκτεθέντα ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 9 περ.β πλημμέλεια που προκύπτει από την ίδια την προσβαλλόμενη απόφαση, πρέπει να γίνει δεκτός ως κατ' ουσίαν βάσιμος.
Επομένως, πρέπει, κατά παραδοχή των παραπάνω αναφερομένων λόγων, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών αναιρετικών λόγων, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, όσον αφορά τα κεφάλαια αυτής που αναφέρονται: 1) στην αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας λόγω μη καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης απολύσεως, 2) στους μισθούς υπερημερίας και 3) στην αποζημίωση απολύσεως και τον τρόπο υπολογισμού αυτής, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή (άρθρο 580 παρ.3 Κ.Πολ.Δ, όπως ισχύει, μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 12 παρ.4 Ν. 4055/2012 και το άρθρο 65 παρ.1 Ν. 4139/2013) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος που παρέστη και δεν κατέθεσε προτάσεις λόγω της ήττας της (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την από 4923/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (4ου Τμήματος) όσον αφορά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό κεφάλαια.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά τα αναιρούμενα κεφάλαια, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων, τριακοσίων (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Μαΐου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 30 Ιουνίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ