Supreme Court partially allows appeal against lower court ruling on severance of property transfer due to mortgage burden.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision to sever a property transfer based on parental contribution. The appellants argued that the transfer was void because the property's value was insufficient to satisfy the mortgage debts registered against it, rendering the severance economically futile. Consequently, the court set aside the ruling regarding the severance of the transfer and the mortgage release, remanding the case for further examination by a new panel of judges.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559 and 8 of the Code of Civil Procedure; The court may partially set aside a lower court decision if the severance of a property transfer based on parental contribution is found to be economically futile due to outstanding mortgage burdens that exceed the property's value.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 749 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 749/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεράσιμο Φουρλάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Πέππα, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Αθανάσιο Καγκάνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ν. Μ. του Γ. και Χ. για τον εαυτό του ατομικά, υπό την ιδιότητά του ως ομορρύθμου μέλους και εκκαθαριστού της ήδη λυθείσας και τεθείσας υπό εκκαθάριση ετερορρύθμου εταιρείας με την επωνυμία "... Ε.Ε." (πρώην ... Ο.Ε.), εδρεύουσας στα ..., και ως έχοντος την επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων του Χ.
και Π. (τρίτου και τετάρτης των αναιρεσειόντων), από κοινού μετά της δευτέρας αναιρεσειούσας, 2) Ε. συζύγου Ν. Μ., το γένος Σ. Μ., για τον εαυτό της ατομικά, υπό την ιδιότητά της ως πρώην ομορρύθμου μέλους της πρώην ομορρύθμου εταιρείας με την επωνυμία "... Ο.Ε.", ήδη μετατραπείσας σε ετερόρρυθμο εταιρεία με την επωνυμία "...
Ε.Ε.", λυθείσας και τεθείσας υπό εκκαθάριση και ως έχουσας την επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων της Χ. και Π. (τρίτου και τετάρτης των αναιρεσειόντων), από κοινού μετά του πρώτου αναιρεσείοντος, 3) Χ. Μ. του Ν., όπως νομίμως εκπροσωπείται ως άνω από τους γονείς του Ν. Μ. και Ε. Μ. - Μ., 4) Μ.-Π. Μ. του Ν. και Ε., όπως νομίμως εκπροσωπείται ως άνω από τους γονείς της Ν.
Μ. και Ε. Μ. -Μ., κατοίκων ..., 5) Ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... Ε.Ε." (πρώην ... Ο.Ε.), ήδη λυθείσας και τεθείσας υπό εκκαθάριση, εδρεύουσας στα ..., νομίμως εκπροσωπούμενης από τον νόμιμο εκκαθαριστή αυτής Ν. Μ. του Γ., 6) Δ. Μ. του Γ. κατοίκου ... για τον εαυτό του ατομικά και υπό την ιδιότητά του ως πρώην ομορρύθμου μέλους της πρώην ομορρύθμου εταιρείας με την επωνυμία "...
Ο.Ε." ήδη μετατραπείσας σε ετερόρρυθμο εταιρεία με την επωνυμία "... Ε.Ε.", λυθείσας και τεθείσας υπό εκκαθάριση, 7) Β. Χ. Ι., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ηλία Λάιο και κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Χ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ειρήνη Ιορδανίδου και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/4/2010 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5078/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4902/2014 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 2/3/2015 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Λέκκας ανέγνωσε την από 5/11/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δευτέρου λόγου της αίτησης αναίρεσης, κατά το τρίτο σκέλος του και την απόρριψη των λοιπών.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η υπ’ αριθμ. 4902/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί των από 22-2-2013 και 26-7-2013 εφέσεων των αναιρεσειόντων και του αναιρεσίβλητου αντίστοιχα κατά της υπ’ αριθμ. 5078/2012 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η από 26-4-2010 αγωγή του αναιρεσίβλητου.
Η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε, αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή.
Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά, που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 8 και 14 του ΚΠολΔ.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 562 § 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και μάλιστα, ότι είχε προταθεί νομίμως.
Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανωτέρω δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, αν ήταν νόμιμος. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι, στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νομίμως από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 § 2 ΚΠολΔ.
Για να θεμελιωθεί λόγος αναίρεσης από τις προαναφερόμενες διατάξεις ο περί αοριστίας του δικογράφου της αγωγής ισχυρισμός του εναγομένου πρέπει να προτείνεται νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας και αν η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας να επαναφέρεται στο εφετείο νόμιμα, είτε δηλαδή με λόγο έφεσης του εναγομένου η εις βάρος του οποίου αγωγή του αντιδίκου του κρίθηκε ορισμένη και παραδεκτή, είτε με τις προτάσεις του ως εφεσίβλητου προς απόκρουση της έφεσης του αντιδίκου του (ΑΠ 1705/2008, ΑΠ 428/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, κατ’ εκτίμηση από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο, παρά τον νόμο, δεν απέρριψε ως αόριστη την ένδικη αγωγή. Ο λόγος όμως αυτός της αναιρέσεως, για τον οποίο δεν συντρέχει περίπτωση εξαιρέσεώς του από τον κανόνα του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι αόριστος και, ως εκ τούτου, απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι οι αναιρεσείοντες δεν αναφέρουν στο δικόγραφο της αναίρεσης, ότι τον ισχυρισμό τους περί αοριστίας της αγωγής επανέφεραν νομίμως στο εφετείο, καθορίζοντας και τον τρόπο της νόμιμης επαναφοράς του και τούτο ανεξαρτήτως του ότι δεν προκύπτει, ότι τέτοιος ισχυρισμός για αοριστία του δικογράφου της αγωγής προτάθηκε από αυτούς στο δικαστήριο της ουσίας.
Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 12 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται από την παραβίαση των ορισμών του νόμου αναφορικά με την δύναμη των αποδεικτικών μέσων, όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη αποδείξεως μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που, δεσμευτικά για το δικαστήριο, καθορίζει ο νόμος, όχι όμως και στην περίπτωση, κατά την οποία το δικαστήριο, συνεκτιμώντας ελεύθερα, κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, τα αποδεικτικά μέσα που κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη, αποδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία σε ένα από αυτά.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 438 ΚΠολΔ έγγραφα που έχουν συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή πρόσωπο που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία, αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται στο έγγραφο αυτό, ότι έγιναν από το πρόσωπο που συνέταξε το έγγραφο ή έγιναν ενώπιόν του, αν το πρόσωπο αυτό είναι καθ’ ύλη και κατά τόπο αρμόδιο να κάνει αυτή τη βεβαίωση.
Κατά δε το άρθρο 440 ΚΠολΔ, τα έγγραφα που αναφέρονται στο άρθρο 438, αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους, ως προς όσα βεβαιώνονται σ’ αυτό, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο, επιτρέπεται όμως ανταπόδειξη. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται, ότι έγγραφα που έχουν συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο, όπως τέτοιος είναι και ο υποθηκοφύλακας, αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους, τόσο ως προς όσα βεβαιώνονται στα έγγραφα αυτά, ότι έγιναν από πρόσωπο που συνέταξε το έγγραφο ή ότι έγιναν ενώπιόν του, όσο και ως προς όσα βεβαιώνονται σ’ αυτό, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο και ότι στην πρώτη περίπτωση δεν επιτρέπεται ανταπόδειξη, εκτός αν το έγγραφο προσβληθεί ως πλαστό, στη δεύτερη δε περίπτωση χωρεί ανταπόδειξη χωρίς τις διατυπώσεις αυτές (ΑΠ 98/2011).
Με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγιναν δεκτά, εκτός των άλλων και τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη από το Εφετείο εκτίμηση των αποδείξεων: "Ο ενάγων διατηρεί στη Λαμία επιχείρηση με αντικείμενο τις μεταφορές, την οποία λειτουργούσε είτε ατομικά είτε η σύζυγός του Τ. Ε. είτε με τη μορφή της εταιρείας "...
Ο.Ε", ενώ η τέταρτη εναγομένη εταιρεία, η οποία κατά το επίδικο χρονικό διάστημα είχε τη νομική μορφή της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... Ο.Ε", με ομόρρυθμα μέλη τους πρώτο, δεύτερη και τρίτο των εναγομένων, ενώ στις 23.2.2010 τροποποιήθηκε και κατέστη ετερόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "... Ε.Ε", με ομόρρυθμο μέλος τον πρώτο εναγόμενο και ετερόρρυθμο τον τρίτο εναγόμενο, έχει ως αντικείμενο δραστηριότητας το εμπόριο γεωργικών εφοδίων.
Από το έτος 2003, ο ενάγων συνεργάστηκε με την τέταρτη εναγομένη ομόρρυθμη τότε εταιρεία, εκτελώντας μεταφορές για λογαριασμό της, παράλληλα δε αναπτύχθηκαν μεταξύ του ίδιου και των ομόρρυθμων μελών της εταιρείας φιλικές σχέσεις. Το έτος 2008 προτάθηκε από τον πρώτο εναγόμενο σε συνεννόηση όμως και με τους δεύτερη και τρίτο των εναγομένων στον ενάγοντα, για να εμφανίζεται η εταιρεία τους - τετάρτη εναγομένη, η οποία επρόκειτο να επεκταθεί στο χώρο των γεωργικών εφοδίων, ως διαθέτουσα οικονομική ευρωστία και κίνηση στις τράπεζες που συνεργαζόταν, προκειμένου η τελευταία να χρηματοδοτείται από αυτές (τράπεζες), να τους χορηγεί επιταγές έκδοσής του ή έκδοσης πελατών του, προκειμένου να τις εμφανίζουν στις συνεργαζόμενες τράπεζες της εταιρείας για να μπορέσουν να επεκτείνουν τις τραπεζικές τους πιστώσεις, ενώ οι ίδιοι (εναγόμενοι) θα μεταβίβαζαν σ’ αυτόν (ενάγοντα) ισόποσες επιταγές έκδοσης είτε της εταιρείας είτε του πρώτου ή του δεύτερου ατομικά, με τη ρητή συμφωνία ότι ο μεν ενάγων θα πληρώσει τις επιταγές έκδοσής του ή της επιχείρησής του ή της πελατείας του, οι δε εναγόμενοι τις επιταγές έκδοσής τους.
Ο ενάγων αποδέχτηκε την παραπάνω πρόταση και από τις 24.10.2008 άρχισε η ανταλλαγή επιταγών και ειδικά ο μεν ενάγων μεταβίβασε προς την τέταρτη εναγομένη ομόρρυθμη τότε εταιρεία σταδιακά επιταγές είτε έκδοσής του είτε πελατών του, αφού προηγούμενα τις μεταβίβασε με οπισθογράφηση, συνολικού ύψους 417.019,50 ευρώ, ενώ οι εναγόμενοι του μεταβίβασαν ισόποσες επιταγές...
Έτσι, συνολικά το ποσό ανέρχεται σε 417.019,50 ευρώ και είναι ίσο με το ποσόν των επιταγών που αναφέρθηκαν παραπάνω και τις οποίες μεταβίβασαν οι τρεις πρώτοι εναγόμενοι προς τον ενάγοντα, συνολικού ποσού 420.904,00 ευρώ, αφαιρουμένου του ποσού των 3.000 ευρώ που αντιστοιχεί στην ανωτέρω με ... επιταγή της ... (αρ. επιταγής ..., έκδοσης 30.6.2010, ποσού 3.000 ευρώ), την οποία επιταγή επέστρεψε ο ενάγων όταν έμαθε για κίνδυνο χρεωκοπίας της τέταρτης εναγομένης.
Ακολούθως, αποδείχθηκε ότι αρχές του 2010 ο ενάγων πληροφορήθηκε ότι υπάρχουν οικονομικά προβλήματα στην τέταρτη εναγομένη και ζήτησε την εξόφληση των επιταγών ή την εξασφάλισή του με εμπράγματη ασφάλεια. Οι τρεις πρώτοι εναγόμενοι αρνήθηκαν να συνδράμουν στην απαίτηση του ενάγοντος και ο τελευταίος αφού πρώτα σφραγίστηκαν οι ...
και ... επιταγές, προχώρησε στην έκδοση των …2010, …/2010, …/2010, …/2010, …/2010 και …/2010 διαταγών πληρωμής των Ειρηνοδικών Λαυρίου, Χαλανδρίου και Κρωπίας, αντίστοιχα, συνολικού ποσού 48.169,50 ευρώ. Με τον κίνδυνο της εκτέλεσης των παραπάνω διαταγών πληρωμής, οι τρεις πρώτοι εναγόμενοι συμφώνησαν να εξοφλήσουν τις επιταγές με βάση τις οποίες εκδόθηκαν οι ανωτέρω διαταγές πληρωμής και για το λόγο αυτό υπογράφηκε το από 22.2.2010 συμφωνητικό, σύμφωνα με το οποίο ρυθμίζεται ο τρόπος καταβολής της απαίτησης του ενάγοντος από τους τρεις πρώτους εναγομένους.
Όμως, στη συνέχεια, οι τρεις εναγόμενοι, ως ομόρρυθμα μέλη της τετάρτης εναγομένης εταιρείας, αλλά και ατομικά δεν κάλυψαν και τις υπόλοιπες μεταχρονολογημένες επιταγές, όταν αυτές εμφανίστηκαν εμπρόθεσμα στις πληρώτριες τράπεζες, ενώ, αντίθετα, ο ενάγων είχε εξοφλήσει όλες τις επιταγές έκδοσής του ή έκδοσης της επιχείρησής του ή των πελατών του και έγινε νόμιμος κομιστής αυτών.
Με το τρόπο αυτό ο ενάγων έχει απαίτηση κατά των τριών πρώτων εναγομένων και κατά της τέταρτης εναγομένης εταιρείας, συνολικού ύψους 369.734,50 ευρώ, εκ του οποίου για μεν το ποσό των 150.132 ευρώ έχουν ήδη εκδοθεί διαταγές πληρωμής, για το ποσό των 50.432,80 ευρώ αναμένεται η έκδοση διαταγών πληρωμής, ενώ οι επιταγές έχουν ήδη σφραγιστεί και το ποσό των 169.169,70 ευρώ αφορά επιταγές που έχουν ήδη καταστεί ληξιπρόθεσμες.
Ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι δεν υπάρχει απαίτηση, καθόσον οι επιταγές ήταν ευκολίας και δεν έχουν ως αιτία εμπορική συναλλαγή, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, καθόσον, όπως ανωτέρω αποδείχθηκε, με τη συμφωνία των μερών οι εναγόμενοι αν και χρηματοδοτούνταν από τον ενάγοντα δια των επιταγών του, για να εμφανίζονται στις συνεργαζόμενες με αυτούς τράπεζες και να πετύχουν αύξηση των πιστωτικών τους ορίων, δεν κάλυπταν τις επιταγές που εξέδωσαν σε ανταλλαγή αυτών που τους μεταβίβασε ο ενάγων, με αποτέλεσμα οι μεν εναγόμενοι να χρηματοδοτούνται από τον ενάγοντα και αντισυμβατικά να μην εκπληρώνουν τη δική τους υποχρέωση έναντι του ενάγοντος, ο δε τελευταίος αν και κάλυψε όλες τις επιταγές του, δηλαδή εκπλήρωσε όλες τις απαιτήσεις που απορρέουν από τις επιταγές που εξέδωσε ο ίδιος ή πελάτες του, δεν ικανοποιήθηκε από τις επιταγές των εναγομένων, αφού αυτοί δεν εκπλήρωσαν τις απαιτήσεις που απορρέουν από αυτές, με αποτέλεσμα να έχει απαίτηση πλέον ο ενάγων για το λόγο αυτό ύψους 369.734,50 ευρώ.
Ακολούθως, αποδείχθηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος είναι ψιλός κύριος, οικοπέδου, έκτασης 1.297,56 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση ... οικοδομικό τετράγωνο στο ... του Δήμου ... Αττικής, εμφαίνεται με τα στοιχεία ... στο από Μαρτίου 2002 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Θ. Τ. και συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία Ι.
Κ. - Μ., νότια με ιδιοκτησία κληρονόμων Π. Μ., ανατολικά με την οδό ... και δυτικά με ιδιοκτησία αγνώστου ιδιοκτήτη. Επί του οικοπέδου αυτού υπάρχει διώροφη οικοδομή μετά υπογείου που ανηγέρθη δυνάμει της 154/2002 οικοδομικής άδειας, μετά την κατεδάφιση παλαιάς ισόγειας οικοδομής, εμβαδού 70 τ.μ. Η αγοραστική αξία του οικοπέδου κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής ανερχόταν στις 700.000 ευρώ περίπου, ενώ η αντικειμενική στις 600.000 ευρώ, περίπου.
Το δικαίωμα της ψιλής κυριότητας του πρώτου εναγομένου επί του ανωτέρω οικοπέδου μετά της διώροφης οικοδομής, οι πρώτος και δεύτερη εναγόμενοι με την ιδιότητά τους ως ασκούντες τη γονική μέριμνα των πέμπτου και έκτης των εναγομένων, το μεταβίβασαν, λόγω γονικής παροχής, κατ’ ισομοιρία στα ανωτέρω τέκνα τους, δυνάμει της ...17.3.2010 πράξης του συμβ/φου Λαυρίου Ι.
Χ., που νόμιμα μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... στο τόμο ..., αντικειμενικής αξίας 617.942,98 ευρώ. Η παραπάνω απαλλοτρίωση έγινε από τον πρώτο εναγόμενο οφειλέτη του ενάγοντος, ο οποίος ενάγων, όπως ήδη παραπάνω αποδείχθηκε, είχε ήδη γεννημένη απαίτηση και κατά του πρώτου εναγομένου.
Ο τελευταίος στις 17.3.2010 προχώρησε στην παραπάνω απαλλοτρίωση του εν λόγω περιουσιακού του στοιχείου, σε χρονικό διάστημα που άρχισαν οι επιταγές να καθίστανται ληξιπρόθεσμες και αμέσως μετά την κατάρτιση του πιο πάνω αναφερόμενου από 22.2.2010 συμφωνητικού, με πρόθεση βλάβης του ενάγοντος - δανειστή του, γνωρίζοντας ότι με την απαλλοτρίωση του περιουσιακού του στοιχείου θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η περιουσία που του απομένει να μην επαρκεί για την ικανοποίηση του ενάγοντος - δανειστή, συντρέχει δε και το στοιχείο της αφερεγγυότητας στο πρόσωπο του πρώτου εναγομένου, δεδομένου ότι η υπόλοιπη περιουσία του, δεν αρκεί για την ικανοποίηση της απαίτησης του ενάγοντος.
Επίσης, τεκμαίρεται, δεδομένου ότι ουδόλως αποδείχθηκε το αντίθετο, ότι οι πέμπτος και έκτη των εναγομένων υπέρ των οποίων έγινε η απαλλοτρίωση, που είναι τέκνα του πρώτου και της δεύτερης των εναγομένων, είχαν γνώση ότι ο πρώτος εναγόμενος πατέρας τους απαλλοτριώνει προς βλάβη του ενάγοντος - δανειστή του.
Ο ισχυρισμός του πρώτου εναγομένου ότι υφίσταται περιουσία στο όνομα των λοιπών συνοφειλετών του και ειδικά της τέταρτης εναγομένης εταιρείας και του τρίτου των εναγομένων, πρέπει να απορριφθεί, καθόσον, όπως αναφέρεται και στη μείζονα σκέψη, ο καταδολιευτικός χαρακτήρας της απαλλοτρίωσης κρίνεται από στοιχεία που συντρέχουν αποκλειστικά και μόνο στο πρόσωπο του οφειλέτη που απαλλοτρίωσε και δεν επηρεάζεται από την οικονομική κατάσταση των λοιπών συνοφειλετών, όπως άλλωστε συνάγεται και από τη διάταξη ΑΚ 486.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο τρίτος εναγόμενος είναι κύριος αγροτεμαχίου έκτασης 246,87 τ.μ., μη άρτιου και οικοδομήσιμου, που βρίσκεται στη θέση "... Αττικής, εμφαίνεται με τα στοιχεία ... στο από Σεπτεμβρίου 2003 τοπογραφικό διάγραμμα της πολιτικού μηχανικού Ε. Γ., συνορεύει βόρεια με το 1207 κληροτεμάχιο αγνώστου ιδιοκτήτη, νότια με το 1203 κληροτεμάχιο αγνώστου ιδιοκτήτη, ανατολικά με ιδιοκτησία ...
και δυτικά με την κυρία δημοτική οδό ..., είχε κατά την άσκηση της αγωγής αξία 3.500 ευρώ και αντικειμενική 2.500 ευρώ. Επίσης, η τέταρτη εναγομένη εταιρεία είναι κυρία α) ενός αγροτεμαχίου που βρίσκεται στη θέση "... Αττικής, έκτασης 1.750 τ.μ., εμφαίνεται με τα στοιχεία ... στο από Δεκεμβρίου 2007 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Η.
Α. και συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησίες Κ. Π., εταιρείας "... ΟΕ" και κληρονόμων Α., νότια με ιδιοκτησία χήρας Χ. Ν., ανατολικά με ιδιοκτησίες κληρονόμων Α. και χήρας Χ. Ν. και δυτικά με ιδιοκτησίες Κ. Π., και Χ. Π., είχε κατά την άσκηση της αγωγής αξία 17.000 ευρώ και αντικειμενική 9.399,67 ευρώ και β) ενός αγροτεμαχίου, που βρίσκεται στη θέση "...
Αττικής, έκτασης 887,80 τ.μ., εμφαίνεται με τα στοιχεία ... στο από 8.10.1984 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Σ. Κ. και συνορεύει ανατολικά με ιδιοκτησία Φ. Κ., δυτικά με ιδιοκτησία Δ. Π., βόρεια με δρόμο και νότια με ιδιοκτησία Η. Γ., είχε κατά την άσκηση της αγωγής αξία 33.000 ευρώ και αντικειμενική 23.759 ευρώ.
Ακολούθως, αποδεικνύεται ότι αμέσως μετά την κατάρτιση του από 22.2.2010 συμφωνητικού και ειδικά στις 23.2.2010 δημοσιεύτηκε στο Πρωτοδικείο Αθηνών με αριθμό ...2010, τροποποίηση του καταστατικού της τετάρτης εναγομένης εταιρείας, σύμφωνα με την οποία οι εταίροι συμφώνησαν τη μετατροπή της εν λόγω εταιρείας από ομόρρυθμο σε ετερόρρυθμο εταιρεία με την επωνυμία "...
ΣΙΑ ΕΕ", με ομόρρυθμο μέλος μόνο τον πρώτο εναγόμενο και ετερόρρυθμο τον τρίτο εναγόμενο. Αμέσως μετά και ειδικά στις 2.3.2010, συζητήθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, η από 1.3.2010 αίτηση του έβδομου των εναγομένων με την οποία εξέθετε ότι είχε απαίτηση κατά του πρώτου, του τρίτου και της τέταρτης των εναγομένων που απορρέει από μία συναλλαγματική που εξέδωσε ο ίδιος ο αιτών στις 26.2.2010, την οποία αποδέχθηκε αυθημερόν η τέταρτη εναγόμενη και τριτεγγυήθηκαν οι πρώτος και τρίτος των εναγομένων, με ημερομηνία λήξης 1.3.2015, πληρωτέα σε διαταγή του αιτούντος στο κεντρικό κατάστημα της ΕΤΕ Θεσσαλονίκης και ζητούσε να του χορηγηθεί άδεια για εγγραφή προσημείωσης επί των ακινήτων των εν λόγω εναγομένων.
Επί της αίτησης εκδόθηκε συναινετικά, αυθημερόν με την κατάθεση (2.3.2010), η 9441Σ/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε την αίτηση και επέτρεψε στον έβδομο εναγόμενο να εγγράψει προσημείωση υποθήκης μέχρι του ποσού των 100.000 ευρώ σε καθένα από τα δύο ακίνητα της τετάρτης εναγομένης, που παραπάνω αναφέρονται, επίσης, μέχρι του ποσού των 35.000 ευρώ στο ακίνητο του τρίτου εναγομένου, που επίσης παραπάνω περιγράφεται και μέχρι του ποσού των 300.000 ευρώ επί του δικαιώματος ψιλής κυριότητας του πρώτου εναγομένου επί του ακινήτου που βρίσκεται στο ...
και το οποίο δικαίωμα ψιλής κυριότητας ο πρώτος εναγόμενος αμέσως μετά, δηλαδή στις 17.3.2010, μεταβίβασε καταδολιευτικώς, όπως παραπάνω αποδείχθηκε, με την ...17. 3.2010 συμβολαιογραφική πράξη, στους πέμπτο και έκτη των εναγομένων. Από τα παραπάνω αποδειχθέντα στοιχεία και ειδικά τις απαλλοτριώσεις που έλαβαν χώρα αμέσως μετά από τη γνώση του ενάγοντος - δανειστή ότι η τέταρτη εναγομένη εταιρεία παρουσιάζει μεγάλα οικονομικά προβλήματα και την επιδίωξη εκ μέρους του (ενάγοντος) να ικανοποιηθεί, σφραγίζοντας τις επιταγές και εκδίδοντας διαταγές πληρωμής, προκύπτει ότι οι εναγόμενοι προσπάθησαν να αποφύγουν να εξοφλήσουν την απαίτηση του ενάγοντος που του οφείλουν και προχώρησαν στις εν λόγω απαλλοτριώσεις, στις οποίες περιλαμβάνεται και η εγγραφή προσημείωσης υποθήκης επί των αναφερόμενων ακινήτων και επί του δικαιώματος ψιλής κυριότητας του πρώτου εναγομένου επί του ακινήτου στο ..., αφού, όπως αναφέρεται στη μείζονα σκέψη, αποτελεί απαλλοτρίωση και η προσημείωση υποθήκης, δεδομένου ότι τρέπεται σε υποθήκη που λογίζεται ότι έχει εγγραφεί από την ημέρα της προσημείωσης, όταν επιδικαστεί τελεσίδικα η απαίτηση, παρέχοντας δικαίωμα προνομιακής ικανοποίησης από την αξία του πράγματος.
Με τον τρόπο δε αυτό συνάγεται πρόθεση βλάβης του ενάγοντος - δανειστή τους, αφού γνώριζαν ότι με την απαλλοτρίωση (προσημείωση υποθήκης) των περιουσιακών τους στοιχείων θα περιέλθουν σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η περιουσία που τους απομένει να μην επαρκεί για την ικανοποίηση του ενάγοντος- δανειστή.
Επίσης, συντρέχει και το στοιχείο της αφερεγγυότητας στο πρόσωπο του πρώτου και τρίτου των εναγομένων αλλά και τέταρτης εναγομένης, όπως αυτή εκπροσωπείται, δεδομένου ότι η υπόλοιπη περιουσία τους, δεν αρκεί για την ικανοποίηση της απαίτησης του ενάγοντος, δεδομένου ότι η εμφανής περιουσία τους, τα παραπάνω, δηλαδή, περιγραφόμενα ακίνητά τους, έχουν προσημειωθεί μέχρι ποσού μεγαλυτέρου αυτής της ίδιας της αγοραστικής αξίας του καθένα από τα εν λόγω ακίνητα.
Επί του δικαιώματος δε ψιλής κυριότητας του πρώτου εναγομένου, επί του οποίου ήδη υπήρχε υποθήκη της τράπεζας ... ΒΑΝΚ, με την εγγραφή προσημείωσης μέχρι του ποσού των 300.000 ευρώ, όπως παραπάνω αναφέρεται, καθιστά αδύνατη την ικανοποίηση της απαίτησης του ενάγοντος. Η ύπαρξη δε της υποθήκης επί του ακινήτου της παραπάνω τράπεζας δεν αναιρεί το γεγονός ότι οι απαλλοτριώσεις που έλαβαν χώρα εκ μέρους του πρώτου εναγομένου τόσο με τη μεταβίβαση του δικαιώματος ψιλής κυριότητάς του, λόγω γονικής παροχής στα τέκνα του όσο και της εγγραφής προσημείωσης υπέρ του έβδομου εναγομένου είναι καταδολιευτικές και υποκείμενες σε διάρρηξη, δεδομένου ότι ο ενάγων με την ιδιότητα του δανειστή έχει, συντρεχόντων και των λοιπών προϋποθέσεων, έννομο συμφέρον προς διάρρηξη απαλλοτριώσεων που καθιστούν αδύνατη την ικανοποίηση της απαίτησής του, απορριπτόμενου του ισχυρισμού περί έλλειψης βλάβης του ενάγοντος λόγω της ύπαρξης της υποθήκης της τράπεζας.
Επίσης και ο έβδομος εναγόμενος, υπέρ του οποίοι εγγράφηκε προσημείωση υποθήκης επί των ανωτέρω ακινήτων, γνώριζε ότι οι εναγόμενοι - οφειλέτες απαλλοτριώνουν προς βλάβη του ενάγοντος - δανειστή, δεδομένου ότι αυτός (έβδομος εναγόμενος) είναι γαμβρός επ’ αδελφής των πρώτου και τρίτου των εναγομένων, δηλαδή συντρέχει βαθμός συγγένειας εξ αγχιστείας δευτέρου βαθμού.
Ο ανωτέρω, λοιπόν, εκτός του ότι τεκμαίρεται ότι γνώριζε, αφού από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε το αντίθετο, γνώριζε πράγματι ότι οι συγγενείς εναγόμενοι, τόσο ατομικά όσο και ως νόμιμοι εκπρόσωποι της τέταρτης εναγομένης, απαλλοτρίωναν τα περιουσιακά τους στοιχεία προς βλάβη του ενάγοντος, γεγονός που προκύπτει τόσο από το χρόνο που επιλέχθηκε να εγγραφούν οι προσημειώσεις όσο και από το ότι προσημειώθηκαν όλα ανεξαιρέτως τα περιουσιακά στοιχεία από τα οποία θα μπορούσε να ικανοποιηθεί ο ενάγων.
Ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι λόγω δανείου που τους χορήγησε ο έβδομος εναγόμενος, συναίνεσαν στην εγγραφή των εν λόγω προσημειώσεων επί των ακινήτων τους, δεν κρίνεται αληθής, καθόσον από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει η κατάρτιση της σύμβασης δανείου, που επικαλούνται, η προσκόμιση δε των εκκαθαριστικών δεν αποδεικνύει άνευ ετέρου και τη χορήγηση δανείου.
Περαιτέρω επί του ισχυρισμού ότι επαρκεί η υπόλοιπη περιουσία για την ικανοποίηση της απαίτησης του ενάγοντος, αφού η τέταρτη εναγομένη εταιρεία είναι κυρία κινητής περιουσίας (μηχανήματα, έπιπλα και εμπορεύματα) υπερδιπλάσιας αξίας της απαίτησης του ενάγοντος, πρέπει να απορριφθεί αφενός μεν ως προς τους λοιπούς συνοφειλέτες (πρώτο και τρίτο των εναγομένων), καθόσον ο καταδολιευτικός χαρακτήρας της απαλλοτρίωσης (εγγραφή προσημείωσης) κρίνεται από στοιχεία που συντρέχουν αποκλειστικά και μόνο στο πρόσωπο του καθένα από τους ανωτέρω οφειλέτες που συναίνεσαν στην εγγραφή προσημείωσης επί των ακινήτων τους και δεν επηρεάζεται από την οικονομική κατάσταση της τετάρτης συνοφειλέτριά τους, όπως παραπάνω στη μείζονα σκέψη αναφέρεται, αφετέρου δε ως προς την τέταρτη των εναγομένων ως αναπόδεικτος, καθόσον, ουδόλως αποδεικνύεται ποια συγκεκριμένα μηχανήματα, έπιπλα, λοιπός εξοπλισμός και εμπορεύματα υπάρχουν, το είδος αυτών και η αξία του καθένα εξ αυτών, απορριπτόμενου για τον ίδιο λόγο και του αιτήματος περί διενέργειας σχετικού λογιστικού ελέγχου.
Απορριπτέος είναι και ο ισχυρισμός των εναγομένων περί ιδίου πταίσματος του ενάγοντος ως προς την ικανοποίηση της απαίτησή του αφού ο ίδιος αφενός μεν συνετέλεσε στην επέλευση της ζημίας του με την έκδοση επιταγών για την απλή και μόνο διευκόλυνση της πίστης, χωρίς εμπορική αιτία, αφετέρου δε δεν κινήθηκε σε ικανοποίηση της απαίτησής του από την κινητή περιουσία της τέταρτης εναγομένης και αναλώθηκε στο να εκδίδει συνεχώς και τμηματικά πολλές επιταγές πληρωμής, καθόσον, πρωτίστως, δεν υφίσταται σχετικό και ορισμένο αίτημα, αφού ως ένσταση κατά την ΑΚ 300, απαιτείται πέραν της αναφοράς των περιστατικών που θεμελιώνουν τη σχετική ένσταση και ορισμένο αίτημα.
Περαιτέρω οι εναγόμενοι προβάλουν και την ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, ισχυριζόμενοι ότι ο ενάγων είχε την πρόθεση να τους εξουθενώσει οικονομικά με το εκδώσει 30 περίπου μεμονωμένες διαταγές πληρωμής σε διάφορα ειρηνοδικεία στην Αττική, παρόλο που μπορούσε να σωρεύσει όλες τις δήθεν αξιώσεις του σε ένα δικόγραφο, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να ανταποκριθούν σε τέτοιες δικαστικές δαπάνες και τώρα καταχρηστικά ασκεί και την ένδικη αγωγή του, προσπαθώντας να ακυρώσει απαλλοτρίωση που αφορά την οικογενειακή τους στέγη.
Ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος καθόσον και αληθή να είναι τα επικαλούμενα περιστατικά δεν θεμελιώνουν καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος να ασκήσει ο ενάγων την ένδικη αγωγή. Ως εκ τούτου, με βάση τα πιο πάνω αποδειχθέντα, πρέπει να γίνει δεκτή η αγωγή του ενάγοντος και να διαταχθεί η διάρρηξη των αναφερόμενων παραπάνω απαλλοτριώσεων...".
Ακολούθως και με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκανε δεκτή την ένδικη αγωγή.
Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης και κατά το τρίτο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 12 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι επί του δικαιώματος ψιλής κυριότητας του πρώτου των αναιρεσειόντων επί ενός οικοπέδου στο ..., "υπήρχε υποθήκη της τράπεζας ...
ΒΑΝΚ, με την εγγραφή προσημείωσης μέχρι του ποσού των 300.000 ευρώ...", παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, καθόσον από το υπ’ αριθμ. .../2007 πιστοποιητικό του Υποθηκοφύλακα ..., προέκυπτε, ότι είχαν εγγραφεί τρεις προσημειώσεις υποθήκης υπέρ της ανωτέρω τράπεζας συνολικού ποσού 719.732,40 ευρώ.
Ο λόγος αυτός, κατά το συγκεκριμένο σκέλος του, είναι βάσιμος, αφού το Εφετείο, με το να δεχθεί, όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες παραδοχές του, ότι "...επί του δικαιώματος δε ψιλής κυριότητας του πρώτου εναγομένου, επί του οποίου ήδη υπήρχε υποθήκη της τράπεζας ... ΒΑΝΚ, με την εγγραφή προσημείωσης μέχρι του ποσού των 300.000 ευρώ...", παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 438 ΚΠολΔ, ενόψει του ότι από το παραδεκτά επισκοπούμενο υπ’ αριθμ. .../2007 πιστοποιητικό του Υποθηκοφύλακα ..., που είναι δημόσιο έγγραφο και αποτελεί πλήρη απόδειξη, ως προς όσα βεβαιώνονται σ’ αυτό, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει ο υποθηκοφύλακας και, συγκεκριμένα, ως προς το ύφος των ποσών για τα οποία είχε εγγραφεί προσημείωση υποθήκης, προκύπτει ότι επί του δικαιώματος ψιλής κυριότητας του πρώτου των αναιρεσειόντων επί οικοπέδου, επιφανείας 1.297,56 τ.μ., το οποίο βρίσκεται στη θέση ...
του Δήμου ... Αττικής ( ... οικοδομικό τετράγωνο ...), είχαν εγγραφεί υπέρ της ανωτέρω τράπεζας στις 10-4-2003, στις 14-5-2004 και στις 21-11-2006 προσημειώσεις υποθήκης συνολικού ποσού 719.732,40 ευρώ (ήτοι ποσού 281.732,40, 78.000 και 360.000 ευρώ αντιστοίχως). Δεδομένου όμως ότι, με βάση τις παραδοχές της πληττόμενης απόφασης, η μεν αγοραστική αξία του συγκεκριμένου ακινήτου κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής ανερχόταν σε 700.000 ευρώ, η δε αντικειμενική αξία σε 600.000 ευρώ, είναι προφανές, ότι η ικανοποίηση της απαίτησης του αναιρεσιβλήτου θα ήταν εντελώς ανέφικτη από το συγκεκριμένο ακίνητο, ενόψει μάλιστα και του ότι δεν γίνεται αναφορά σε άλλα έγγραφα, από τα οποία να προκύπτει, ότι τα συγκεκριμένα βάρη έχουν εξαλειφθεί και, ως εκ τούτου, η διάρρηξη της μεταβιβαστικής δικαιοπραξίας του προαναφερθέντος ακινήτου λόγω γονικής παροχής, κανένα οικονομικό όφελος θα αποφέρει στον τελευταίο.
Κατόπιν τούτου, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος εκείνο που απήγγειλε τη διάρρηξη της δικαιοπραξίας, που καταρτίστηκε με την υπ’ αριθμ. ...17-3-2010 πράξη του συμβ/φου Λαυρίου Ι. Χ., που νόμιμα μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... στο τόμο ... και με την οποία μεταβιβάστηκε, λόγω γονικής παροχής κατ’ ισομοιρία από τους πρώτο και δεύτερη των εναγομένων προς τους πέμπτο και έκτη των εναγομένων, το δικαίωμα της ψιλής κυριότητας του πρώτου εναγομένου επί του οικοπέδου, έκτασης 1.297,56 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση ...
οικοδομικό τετράγωνο στο ... του Δήμου ... Αττικής, εμφαίνεται με τα στοιχεία ... στο από Μαρτίου 2002 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Θ. Τ., καθώς και κατά το μέρος εκείνο που απήγγειλε τη διάρρηξη της προσημείωσης υποθήκης μέχρι του ποσού των 300.000 ευρώ, που εγγράφηκε υπέρ του εβδόμου των αναιρεσειόντων επί της ψιλής κυριότητας επί του προαναφερομένου ακινήτου, δυνάμει της υπ’ αριθμ. 9441Σ/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ενώ παρέλκει η έρευνα του ίδιου αναιρετικού λόγου, κατά το σκέλος εκείνο, με το οποίο αποδίδονται στην πληττόμενη απόφαση οι από το άρθρο 559 αριθμ. 19 και 8 ΚΠολΔ πλημμέλειες, όσον αφορά τις συγκεκριμένες πράξεις και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που την εξέδωσε, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν.
Ακολούθως, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στους αναιρεσείοντες του κατατεθέντος από αυτούς παραβόλου (ΚΠολΔ 495 § 4). Τέλος, ο αναιρεσίβλητος πρέπει λόγω της ήττας του να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 § 2), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 4902/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το μέρος τούτο, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή στους αναιρεσείοντες του κατατεθέντος από αυτούς παραβόλου.
Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Μαρτίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Μαΐου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ