Legislator Case Law & Legislation
749/2015 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against tax enforcement notice citing lack of procedural defect and legal error.

Case Number 749/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeal's decision rejecting her cassation against a tax enforcement notice. The appellant argued that the tax authority's actions caused procedural harm by failing to provide sufficient details for the validity of the enforcement measures. The court ruled that the notice contained all legally required elements and that the appellant had already described the claims with sufficient precision in her cassation, thereby negating any procedural injury.

Legislator headnote

AI generated

Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure; A cassation based on procedural defect is inadmissible if the contested act contains all statutory elements and the appellant has sufficiently described the claims in the cassation, precluding a finding of procedural harm.

Keywords

AI generated
cassation appeal procedural defect tax enforcement notice procedural harm Code of Civil Procedure legal sufficiency dismissal of appeal

Cited Legislation

AI generated
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957
Article 52, paragraph 18 of the Transitional Law of the Code of Civil Procedure
Common Decision of the Ministers of Finance and Justice No. 134423/1992
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 749 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 749/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αντώνιο Ζευγώλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χρυσικού), Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού, Αθανάσιο Καγκάνη και Χαράλαμπο Μαχαίρα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Απριλίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας - καλούσας: Μ. συζύγου Α. Ζ., κατοίκου ... η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Παναγιώτη Γιακα και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου - καθ’ ου η κλήση: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών και ειδικά εν προκειμένω από τον Προϊστάμενο της Δ’ ΔΟΥ Πειραιά, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Θωμαή Κουρτέση, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/11/2006 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2092/2009 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 188/2010 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 21/10/2010 αίτησή της επί της οποίας εκδόθηκε η 1965/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση η αναιρεσείουσα με την από 11/3/2014 κλήση της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Πηνελόπη Ζωντανού ανέγνωσε την από 22/10/2012 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου, τότε Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Νικολάου Λεοντή, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 148/21-10-2010 αιτήσεως για αναίρεση της 188/22-3-2010 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι) Με την από 21-10-2010 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 188/2010 απόφαση του Εφετείου Πειραιά, με την οποία έγινε δεκτή η έφεση του ήδη αναιρεσιβλήτου, εξαφανίστηκε η Πρωτόδικη 2092/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και στη συνέχεια μετά εκδίκασή της ανακοπής της ήδη αναιρεσείουσας κατά της επισπευδόμενης σε βάρος της αναγκαστικής εκτέλεσης, απορρίφθηκε η ανακοπή ως αβάσιμη . Με την ανακοπή της η ήδη αναιρεσείουσα ζητούσε την ακύρωση της υπ’ αριθμόν ...2006 ταμειακής βεβαίωσης της Δ’ ΔΟΥ Πειραιά, επικαλούμενη το μεν παραγραφή της βεβαιωθείσης αξίωσης του ήδη αναιρεσιβλήτου εναντίον της, το δε αοριστία των επιδοθεισών σ’ αυτή πράξεων εκτέλεσης, διότι δεν έφεραν τα απαιτούμενα, από το νόμο στοιχεία για την εγκυρότητά τους, με αποτέλεσμα να υποστεί αυτή δικονομική βλάβη, συνισταμένη αφενός στην αδυναμία αντίκρουσης της απαίτησης αφετέρου στο ανέφικτο του δικαστικού της ελέγχου. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 Κ.Πολ.Δ ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 Κ.Πολ.Δ).

ΙΙ) Κατά το άρθρο 249 ΑΚ "Εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά, οι αξιώσεις παραγράφονται σε είκοσι χρόνια", κατά δε το άρθρο 251 ΑΚ "Η παραγραφή αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της". Εξ άλλου, κατά το άρθρο 86 παρ. 4 Ν. 2362/1995 "χρηματική απαίτηση του Δημοσίου, που περιήλθε σ` αυτό με οποιονδήποτε τρόπο και οποιαδήποτε αιτία, υπόκειται στην προβλεπόμενη από τις κείμενες διατάξεις, ανάλογα με την αιτία αυτής, παραγραφή, που δεν δύναται όμως, σε κάθε περίπτωση, να συμπληρωθεί στο πρόσωπο του Δημοσίου προ της παρόδου πέντε ετών από τη λήξη του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο έγινε η εν στενή εννοία βεβαίωση αυτής".

Κρίσιμο, επομένως, αφετήριο σημείο της παραγραφής σύμφωνα με την αμέσως παραπάνω διάταξη αποτελεί η βεβαίωση της απαίτησης στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. Απαραίτητη βέβαια προϋπόθεση για την εφαρμογή της διάταξης αυτής είναι η περιερχόμενη στο Δημόσιο απαίτηση να μην έχει προηγουμένως υποκύψει στην παραγραφή.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ.

ΑΠ 27 και 28/1998).

ΙΙΙ) Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της από 1-11-2006 ανακοπής προκύπτει ότι η ανακόπτουσα και ήδη αναιρεσείουσα εξέθετε τα ακόλουθα: Με την ...29-9-1997 σύμβαση πίστωσης ανοικτού αλληλόχρεου λογαριασμού, η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Τράπεζα Κρήτης A.Ε.", χορήγησε στην εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΑΠΟΖΕ ΕΠΕ", πίστωση με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό ποσού 20.000.000 δρχ. (58.694,05 ευρώ).

Τις υποχρεώσεις από την εν λόγω σύμβαση εγγυήθηκε, μεταξύ άλλων εγγυητών, και η ήδη αναιρεσείουσα. Στις 18-5-1998, επειδή η πιστούχος δεν εκπλήρωνε κανονικά τις υποχρεώσεις της, η τράπεζα, ασκώντας το δικαίωμά της, με βάση σχετικό συμβατικό όρο, κατήγγειλε τη σύμβαση αυτή, έκλεισε οριστικά το λογαριασμό που τηρείτο στα πλαίσια αυτής και μετέφερε το χρεωστικό υπόλοιπο ποσού 22.722,52 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων σε λογαριασμό καθυστέρησης.

Η ίδια, ως άνω τραπεζική εταιρεία είχε χορηγήσει, στις 4-7-1997 και στις 6-6-1997, κατόπιν εντολής της πιστούχου εταιρείας, τις υπ’ αριθ. 950847 και 950846 εγγυητικές επιστολές, ποσού 34.200 και 57.312 ελβετικών φράγκων αντίστοιχα, που απευθυνόταν προς την τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "CANTRADE PRIVATE BANK LTD", υπέρ της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ZENITH COMMERCIAL INTERNATIONAL S. A Οι εγγυητικές αυτές επιστολές κατέπεσαν, στις 18-6-1998 και 15-6-1998 αντίστοιχα μετά από αίτημα της πιο πάνω τραπεζικής εταιρείας ("CANTRADE PRIVATE BANK LTD") και η "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΡΗΤΗΣ", αφού κατέβαλε στην προαναφερθείσα δικαιούχο εταιρεία τα παραπάνω χρηματικά ποσά των 34.200 και 57.312 ελβετικών φράγκων, στις 25-6-1998 και 3-7-1998 ζήτησε από την πρωτοφειλέτιδα εταιρεία και τους εγγυητές την άμεση εξόφληση των εν λόγω χρηματικών ποσών, πλέον τόκων υπερημερίας και εξόδων από 24-06-1998 και 3-7-1998 αντίστοιχα.

Στη συνέχεια, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του Ν. 2330/1995, το Δημόσιο και η "υπό εκκαθάριση παλαιά Τράπεζα Κρήτης" με την από 25-9-1998 "Σύμβαση Αγοράς Μετοχών" πώλησαν και μεταβίβασαν το σύνολο των μετοχών της "Τράπεζας Κρήτης ΑΕ" στην εταιρεία "Consolidated Eurofinance Holdings S.A.", η δε τελευταία με όρο της σύμβασης αυτής ανέλαβε την υποχρέωση να φροντίσει ώστε η "Τράπεζα Κρήτης A.Ε.", να εκχωρήσει στο αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο τις επισφαλείς απαιτήσεις κατά των οφειλετών της .

Ακολούθως, η "Τράπεζα Κρήτης Α.Ε." απορροφήθηκε, με συγχώνευση, από την τράπεζα "EFG EUROBANK ERGASIAS", η οποία, κατ’ αυτό τον τρόπο κατέστη καθολική διάδοχος της απορροφηθείσης τράπεζας και υπεισήλθε σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της, μεταξύ των οποίων ήταν οι απαιτήσεις αυτής εναντίον της πιστούχου εταιρείας "ΑΠΟΖΕ ΕΠΕ" και των εγγυητών της, καθώς και οι υποχρεώσεις της δικαιοπαρόχου της να εκχωρήσει προς το Δημόσιο τις επισφαλείς απαιτήσεις κατά των οφειλετών της "Τράπεζας Κρήτης A.Ε.

Στις 13-4-2005, συντελέστηκε η ως άνω εκχώρηση από την τράπεζα "EFG EUROBANK ERGASIAS" προς το Ελληνικό Δημόσιο, συνολικού ποσού 36.602.411 δρχ. (ισόποσο με 107.412,20 ευρώ), νομιμοτόκως από τις 25-9-2002 και επιδόθηκε στην ανακόπτουσα και ήδη αναιρεσείουσα στις 26-4-2006 η από 10-4-2006 αναγγελία εκχώρησης της απαίτησης της ως άνω τράπεζας.

Μετά από αυτά το Δημόσιο, μέσω της Δ’ ΔΟΥ Πειραιώς επέδωσε στην ανακόπτουσα την προσβαλλόμενη ταμειακή βεβαίωση, με την επιδοθείσα προς αυτή ατομική ειδοποίηση, με την οποία της γνώριζε ότι, με βάση την ταμειακή αυτή βεβαίωση είχε υποχρέωση να καταβάλει στο αναιρεσίβλητο το ποσό των 166.211,68 ευρώ, από εκχώρηση απαιτήσεων, πλέον των νομίμων προσαυξήσεων, με ημερομηνία καταβολής της πρώτης δόσης στις 31-10-2006.

Με βάση το ιστορικό αυτό, η ανακόπτουσα (με τον πρώτο λόγο ανακοπής της) υποστήριξε ότι η αξίωση του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου σε βάρος της, έχει υποπέσει σε παραγραφή, διότι, από το τέλος του έτους 1998, που γεννήθηκε η απαίτηση της Τράπεζας "EFG EUROBANK ERGASIAS", κατά του αναιρεσιβλήτου για εξόφληση των επισφαλών απαιτήσεων κατά οφειλετών της "Τράπεζας Κρήτης ΑΕ" μέχρι το τέλος του έτους 2005, κατά το οποίο συντελέστηκε η εκχώρηση (13-4-2005) είχε παρέλθει χρονικό διάστημα πέντε ετών, με αποτέλεσμα να περιληφθούν στην προσβαλλόμενη ταμειακή βεβαίωση παραγεγραμμένες αξιώσεις του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου.

Με την προσβαλλομένη απόφαση ο λόγος αυτός ανακοπής απορρίφθηκε ως μη νόμιμος με επάλληλες αιτιολογίες. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: Με βάση λοιπόν τα ιστορούμενα στον προαναφερθέντα πρώτο λόγο της ανακοπής και αληθή υποτιθέμενα ...

οι αξιώσεις του Δημοσίου, που έχουν βεβαιωθεί ταμειακά με την προσβαλλόμενη πράξη, δεν είχαν υποκύψει σε παραγραφή τόσο κατά το χρόνο της εκχώρησής τους προς αυτό από την Τράπεζα, όσο και κατά το χρόνο της βεβαίωσής τους. Ειδικότερα: Όλες οι αξιώσεις της παραπάνω τράπεζας, κατά της ανακόπτουσας, οι οποίες εκχωρήθηκαν προς το Δημόσιο, και έχουν γεννηθεί στα χρονικά σημεία 18-05-1998, 25-06-1998 και 15-06-1998.

προέρχονται από σύμβαση εγγυήσεως. Επομένως, αυτές, .. υπόκεινται στην εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 249 του ΑΚ, η οποία δεν είχε συμπληρωθεί στις 13-04-2005, οπότε συντελέστηκε η εκχώρησή τους προς το Ελληνικό Δημόσιο, ούτε, βέβαια και στις 31-07-2006, οπότε έγινε η εν στενή εννοία ταμειακή βεβαίωση αυτών Σημειώνεται, ακόμη, ότι σύμφωνα με την ως άνω διάταξη, της παραγράφου 4 του άρθρου 86 του Ν. 2362/1995, (στοιχ.

β) για τη συμπλήρωση του χρόνου της παραγραφής των αξιώσεων αυτών απαιτείται, σε κάθε περίπτωση, η πάροδος πενταετίας από τη λήξη του οικονομικού έτους (31-12-2006) μέσα στο οποίο έγινε η εν στενή εννοία βεβαίωσή τους, που, επίσης, δεν έχει παρέλθει. Τέλος, μολονότι η επίκληση από την ανακόπτουσα της παραγραφής του δικαιώματος του Δημοσίου να αξιώσει από την πιο πάνω τράπεζα την προς αυτό εκχώρηση, μεταξύ άλλων και των ενδίκων απαιτήσεων, συνιστά, μη δυναμένη να προταθεί από αυτή ένσταση δικαιώματος τρίτου (του Δημοσίου), πρέπει να παρατηρηθεί ότι και η αξίωση αυτή, σύμφωνα με την ..

διάταξη του άρθρου 86 παρ. 2 εδ. α’ και θ’ , .. υπόκειται σε εικοσαετή παραγραφή, αφού αυτή απορρέει από την από 25-09-1998 "Σύμβαση Αγοράς Μετοχών", στην οποία, κατά τα προαναφερθέντα, συμβαλλόμενο ήταν και το Δημόσιο.... Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο δέχθηκε τον πρώτο λόγο της ανακοπής και ακύρωσε την προσβαλλόμενη ταμειακή βεβαίωση, όπως αυτή περιλαμβάνεται στην επιδοθείσα στην ανακόπτουσα ατομική ειδοποίηση, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις παραπάνω νομικές διατάξεις".

IV) Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τη διάταξη του άρθρου 249 ΑΚ καθώς και εκείνη του άρθρου 86 παρ. 4 του Ν. 2362/1995, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Και αυτό διότι, οι αξιώσεις του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου κατά της αναιρεσείουσας, προερχόμενες από σύμβαση εγγύησης της τελευταίας για χρηματικές οφειλές της πρωτοφειλέτιδας "ΑΠΟΖΕ ΕΠΕ" προς την Τράπεζα Κρήτης Α.Ε.", της οποίας καθολική διάδοχος κατέστη η Τράπεζα "EFG EUROBANK ERGASIAS", υπόκεινται στη γενική εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 249 του ΑΚ.

Από δε τη γένεση των αξιώσεων αυτών την 18-5-1998, 25-6-1998 και 15-6-1998 και μέχρι την εκχώρησή τους την 13-4-2005 προς το Ελληνικό Δημόσιο, αλλά και μέχρι την εν στενή εννοία ταμειακή βεβαίωσή τους την 31-07-2006, δεν παρήλθε χρονικό διάστημα 20 ετών, ενώ ούτε χρονικό διάστημα πέντε ετών παρήλθε από τη λήξη του οικονομικού έτους (31-12-2006) μέσα στο οποίο έγινε η εν στενή εννοία βεβαίωσή τους και μέχρι την άσκηση της ανακοπής (2007).

Εξ άλλου, αντικείμενο της προσβαλλομένης με την ανακοπή ταμειακής βεβαίωσης και της επισπευδομένης με βάση αυτή σε βάρος της αναιρεσείουσας αναγκαστικής εκτέλεσης είναι οι κατά της τελευταίας, ενεχόμενης από σύμβαση εγγύησης, απαιτήσεις του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, που απορρέουν από τη σύμβαση εκχώρησης κατά της οποίας δεν μπορεί να αντιταχθεί η αναιρεσείουσα προτείνοντας την ερειδόμενη στο άρθρο 272 ΑΚ γνήσια αυτοτελή και ανατρεπτική ένσταση της παραγραφής του φερομένου δικαιώματος της Τράπεζας για εκχώρηση των επισφαλών απαιτήσεων ή του φερομένου δικαιώματος του Δημοσίου όπως αξιώσει από την Τράπεζα την εκχώρηση προς αυτό των ενδίκων απαιτήσεων, δεδομένου ότι πρόκειται για ένσταση εκ δικαιώματος τρίτου (262 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), Επομένως, ο πρώτος αναιρετικός λόγος, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. (κατ’ ορθή εκτίμηση του νοηματικού περιεχομένου του, καθόσον ο επικαλούμενος από την αναιρεσείουσα εκ του αριθμού 19 λόγος αναίρεσης προϋποθέτει έρευνα κατ’ ουσίαν της υπόθεσης) όπως και ο δεύτερος αναιρετικός λόγος, επίσης εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ, είναι αβάσιμοι, τα δε αντίθετα υποστηριζόμενα από την αναιρεσείουσα δεν βρίσκουν έρεισμα στο νόμο.

V) Κατά το άρθρο 2 του Ν.Δ. 356/1974 "Περί Κώδικος Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων" (Κ.Ε.Δ.Ε.), νόμιμο τίτλο για την είσπραξη των δημοσίων εσόδων από τα Δημόσια Ταμεία αποτελεί η κατά τους κειμένους νόμους βεβαίωση και ο υπό των αρμοδίων Αρχών προσδιορισμός του εισπρακτέου ποσού, του είδους του εσόδου και της αιτίας για την οποία οφείλεται.

Κατά το άρθρο 4 του ιδίου ως άνω Ν.Δ/τος μετά την βεβαίωση του ποσού στο Δημόσιο Ταμείο, ως δημόσιου εσόδου, ο Διευθυντής αυτού υποχρεούται να αποστείλει στον οφειλέτη ατομική ειδοποίηση, δυνάμενος και να κοινοποιήσει αυτή περιέχουσα τα στοιχεία του οφειλέτη, το είδος και το ποσό του χρέους, το οικονομικό έτος στο οποίο αυτό ανήκει, τον αριθμό και την χρονολογία του τριπλοτύπου βεβαίωσης και την χρονολογία πληρωμής του χρέους ή κάθε δόσης σε περίπτωση καταβολής σε δόσεις, χωρίς η παράλειψη αποστολής της παραπάνω ειδοποίησης να ασκεί επίδραση στο κύρος των κατά του οφειλέτη λαμβανομένων αναγκαστικών μέτρων.

Κατά δε το άρθρο 73 παρ. 1 περ. α’ του ίδιου νομοθετήματος η προ της έναρξης της εκτέλεσης ανακοπή του οφειλέτη ασκείται κατά της εκδοθείσης ατομικής ειδοποίησης, ενώ, κατά το άρθρο 75 παρ. 1 του ίδιου Ν.Δ/τος, παράλειψη ή ακυρότητα των πράξεων εκτέλεσης δύναται να προταθεί από τον οφειλέτη αν αύτη αποδεικνύεται εξ αυτών των πράξεων και αν κατά την κρίση του Δικαστηρίου επήλθε σ’ αυτόν βλάβη μη δυναμένη να επανορθωθεί άλλως παρά μόνο κηρυσσομένης της ακυρότητας.

Με τον τρίτο λόγο της αίτησής της η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ, παραπονείται ότι το Εφετείο εσφαλμένα απέρριψε και τον δεύτερο λόγο της ανακοπής της, με τον οποίο ισχυριζόταν ότι η ταμειακή βεβαίωση, που περιλαμβάνεται στην επιδοθείσα σ’ αυτή ατομική ειδοποίηση, δεν περιλαμβάνει τα απαιτούμενα από το νόμο στοιχεία και ειδικότερα το ακριβές ποσό του οφειλομένου κεφαλαίου και των τόκων όπως και το είδος και την αιτία της οφειλής ούτε εξειδικεύονται σ’ αυτή οι συναφθείσες συμβάσεις δανείου και έκδοσης εγγυητικών επιστολών, από τις οποίες προέρχονται οι ένδικες απαιτήσεις ούτε γίνεται αναλυτικός προσδιορισμός των οφειλομένων τόκων, με αποτέλεσμα να υφίσταται δικονομική βλάβη, η οποία συνίσταται στην αδυναμία της να αμυνθεί και δεν μπορεί να επανορθωθεί άλλως παρά κηρυσσομένης της ακυρότητας Ως προς τον ισχυρισμό αυτό η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε τα εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση, ...

τόσο η προσβαλλομένη ταμειακή βεβαίωση, όσο και η επιδοθείσα στην ανακόπτουσα ατομική ειδοποίηση, διαλαμβάνουν όλα τα απαιτούμενα από τις προαναφερθείσες διατάξεις στοιχεία και συγκεκριμένα, τα στοιχεία ταυτότητας της οφειλέτιδας - ανακόπτουσας, τον αριθμό βεβαίωσης του χρέους, το οικονομικό έτος της βεβαίωσης, το είδος του χρέους (εκχώρηση απαιτήσεως), τις προσαυξήσεις, ενώ, περαιτέρω, αναφέρεται ότι δεν οφείλονται τόκοι (τόκοι μηδέν [0]).

Σημειώνεται, επιπροσθέτως, ότι μαζί με την ατομική ειδοποίηση επιδόθηκαν, στην ανακόπτουσα, συνημμένα και αντίγραφα της αναλυτικής κίνησης των αλληλόχρεων λογαριασμών, για τους οποίους αυτή είχε εγγυηθεί, απ’ όπου προκύπτει, με ακρίβεια, η γέννηση και η εξέλιξη των ενδίκων απαιτήσεων, που εκχωρήθηκαν προς το καθ’ ου και, εν συνεχεία, βεβαιώθηκαν ταμειακά.

Έτσι, οι ως άνω πράξεις, που προσβάλλονται, με την ανακοπή, δεν πάσχουν ακυρότητα, αφού διαλαμβάνουν όλα τα απαιτούμενα, από το νόμο, στοιχεία, για την εγκυρότητά τους. Ανεξαρτήτως, βέβαια, των ανωτέρω, η ανακόπτουσα ουδεμία δικονομική βλάβη έχει υποστεί, από την περιγραφή των ενδίκων αξιώσεων στις προσβαλλόμενες πράξεις και ειδικότερα την επικαλούμενη με τον προαναφερθέντα δεύτερο λόγο της ανακοπής της.

Απόδειξη γι’ αυτό αποτελεί το ίδιο το κείμενο της ανακοπής της, στην οποίαν αυτή περιγράφει τις εναντίον της ένδικες αξιώσεις με την, κατά τα παραπάνω, ακρίβεια και λεπτομέρεια. Άλλωστε αυτή δεν αμφισβητεί τη γέννηση, την εξέλιξη, το ύψος των απαιτήσεων, για τις οποίες εγγυήθηκε, όπως και το ότι αυτές δεν έχουν αποσβεσθεί, ολικώς ή μερικώς, καθ’ οιονδήποτε τρόπο.

Προβάλλει μόνο προς κατάλυσή τους την κατά τα παραπάνω αβάσιμη ένσταση της παραγραφής τους".

Υπό τις ως άνω παραδοχές του Εφετείου ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι η αναιρετικώς ανέλεγκτη, ως αναφερόμενη σε πράγματα, αιτιολογία περί μη ύπαρξης δικονομικής βλάβης της αναιρεσείουσας, στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης και καθιστά αλυσιτελή την εξέτασή του λόγου αυτού ως προς την αιτιολογία της προσβαλλομένης απόφασης σχετικά με το ορισμένο ή μη της ταμειακής βεβαίωσης.

Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου (άρθρα 176 και 183 του Κ.Πολ.Δ.), μειωμένα κατ’ άρθρο 22 Ν. 3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ.18 του Εισ. Ν. Κ.Πολ.Δ και όπως αυτό ισχύει μετά την υπ’ αριθμ. 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β’ 11/20.1.1993), που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ.12 του Ν. 1738/1987.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την υπό κρίση αίτηση για αναίρεση της 188/2010 απόφασης του Εφετείου Πειραιά

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Ιουνίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Ιουνίου 2015.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ