Supreme Court dismisses appeal against bank's refusal to promote employee due to clear superior merit.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek Bank of Athens' appeal against a lower court ruling that found the bank acted in bad faith by failing to promote the plaintiff. The plaintiff argued the bank's organs prevented the promotion despite his clear superiority over the promoted colleague in key criteria like performance and responsibility. The court agreed, holding that the lower court correctly applied the law by finding the bank's decision arbitrary and unjustified.
Legislator headnote
AI generatedArt. 201, 207, 281, 559 of the Civil Code; The employer's failure to promote an employee when objective criteria show clear superiority constitutes bad faith preventing the fulfillment of the suspensive condition of the promotion.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 749 / 2010 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 749/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: 1)Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε", η οποία εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Γεωργόπουλο, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Κάπο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-3-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 9345/2001 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 20-3-2002 αίτησή της.
Εκδόθηκε η 1598/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 5342/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών την αναίρεση της οποίας ζητά η αναιρεσείουσα με την από 12-10-2006 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Δημήτριος Μουστάκας ανέγνωσε την από 8-1-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ένδικης αιτήσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της και καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 201 ΑΚ, αν με τη δικαιοπραξία τα αποτελέσματά της εξαρτήθηκαν από γεγονός μελλοντικό και αβέβαιο (αναβλητική αίρεση), τα αποτελέσματα αυτά επέρχονται μόλις συμβεί το γεγονός, ενώ κατά το άρθρο 207 παρ. 1 ΑΚ η αίρεση θεωρείται ότι πληρώθηκε, αν την πλήρωση της εμπόδισε αντίθετα προς την καλή πίστη εκείνος που ζημιωνόταν από την πλήρωση της.
Προϋποτίθεται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της πράξεως ή της παραλείψεως του ωφελουμένου και της μη πληρώσεως της αιρέσεως. Ειδικώς επί συμβάσεως εργασίας, στην οποία οι όροι εργασίας του μισθωτού ρυθμίζονται με κανονισμό, που έχει συμβατική ισχύ και αποτελεί μέρος της συμβάσεως εργασίας, η προβλεπόμενη από αυτόν προαγωγή του εργαζομένου, η κρίση περί της οποίας δεν είναι αυθαίρετη, τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της συνδρομής και διαπιστώσεως των προϋποθέσεων της.
Εφόσον δε ο εργοδότης ή το υπηρεσιακό συμβούλιο (ως εργοδοτικό όργανο) παρά την αντικειμενικώς υφισταμένη συνδρομή των απαιτουμένων όρων, δεν προβεί στην προαγωγή του μισθωτού, κατά κρίση καταφόρως άδικη, συντρέχει περίπτωση όπου ο εργοδότης εμπόδισε την πλήρωση της αιρέσεως αντίθετα προς την καλή πίστη, υπό την έννοια του άρθρου 207 ΑΚ, η δε αίρεση θεωρείται ότι πληρώθηκε και το δικαστήριο, στο οποίο προσέφυγε ο μισθωτός, αποφαίνεται ότι αυτός έπρεπε να προαχθεί.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 12 του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας και Κανονισμού Βαθμολογικής και Μισθολογικής Τάξεως των Υπαλλήλων της Τράπεζας της Ελλάδος, που έχει συμβατική ισχύ (Ολ. ΑΠ 27/1995), όπως ισχύει μετά τη συμπλήρωση του με τις από 29-9-1981 και 29-2-1982 αποφάσεις του Γενικού Συμβουλίου της, η προαγωγή των υπαλλήλων από το βαθμό του Τμηματάρχη στο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη-Προϊσταμένου, που είναι ο 3ος βαθμός στην ιεραρχία των υπαλλήλων αυτής της Τράπεζας, αποφασίζεται κατ' απόλυτη εκλογή και ελεύθερη κρίση του Γενικού της Συμβουλίου, μετά πρόταση του Διοικητή της, όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που προβλέπονται από το ίδιο άρθρο, ήτοι α) ύπαρξη κενής οργανικής θέσης, β) συμπλήρωση ευδόκιμης υπηρεσίας τριών ετών, γ) να έχει ο υπάλληλος τα προσόντα της ανώτερης θέσης, δ) να έχει επιδείξει εξαιρετική επίδοση, ήθος, ικανότητα και φιλεργία και ε) να έχει επιδείξει κατά την άσκηση της όλης του υπηρεσίας ικανότητα συστηματικού προσδιορισμού και αποτελεσματικού συνδυασμού των μέσων, που έχουν τεθεί στη διάθεση του και του υπάρχοντος προσωπικού κατά τρόπος που να αυξάνει την απόδοση του έργου της υπηρεσίας του και την παραγωγικότητα των εργαζομένων σ' αυτή.
Με την 20/21-12-1990 απόφαση του Γενικού Συμβουλίου, τροποποιήθηκε η παραπάνω διάταξη του άρθρου 12 του οργανισμού και θεσπίστηκαν για τους κρινόμενους με το βαθμό του λογιστή και άνω και άλλα προσόντα και ικανότητες, όπως γνώσεις και ικανότητα να εκτελέσουν εκτός από τις συνήθεις τραπεζικές, διοικητικές, εκτελεστικές και συναφείς εργασίες, άλλα περισσότερο εξειδικευμένα καθήκοντα που αναφέρονται σε βασικές λειτουργίες Κεντρικής Τράπεζας όπως α) η ικανότητα να διεκπεραιώνει σύγχρονες τραπεζικές εργασίες, η γνώση της λειτουργίας των τραπεζικών αγορών και των νέων χρηματοπιστωτικών προϊόντων και υπηρεσιών και η ικανότητα συστηματικής παρακολούθησης και διερεύνησης των εξελίξεων της τραπεζικής αγοράς και της μη τραπεζικής αγοράς χρήματος, β) η ικανότητα να επεξεργάζονται μέτρα και ρυθμίσεις που αναφέρονται σε θέματα νομισματικής και πιστωτικής πολιτικής και λειτουργίας και προσαρμογής του πιστωτικού συστήματος, γ) η ικανότητα επεξεργασίας στατιστικών στοιχείων, δ) η γνώση και εμπειρία σε θέματα εποπτείας του πιστωτικού συστήματος και η ικανότητα άσκησης ελέγχου εφαρμογής των πιστωτικών και συναλλαγματικών κανόνων, ε) η γνώση και η ικανότητα βελτίωσης μεθόδων και διαδικασιών άσκησης αποτελεσματικής διοίκησης και βελτίωσης των μεθόδων διοίκησης, στ) η ικανότητα εκπροσώπησης της Τράπεζας στο εσωτερικό και εξωτερικό.
Εξ άλλου, μέχρι το έτος 1984 οι προαγωγές των υπαλλήλων της Τράπεζας της Ελλάδος γίνονταν βάσει αξιολογήσεως αυτών, στηριζομένης εκτός των λοιπών στοιχείων του άρθρου 12 του οργανισμού και στη βαθμολογία τους για τα ουσιαστικά τους προσόντα, η οποία καταχωρείτο στα κατ' έτος συντασσόμενα φύλλα ποιότητας.
Από το έτος 1985 μέχρι και το έτος 1989 η αξιολόγηση των υπαλλήλων γινόταν βάσει βαθμολογίας, που καταχωρείτο στα κατ' έτος συντασσόμενα φύλλα επίδοσης, από πρώτο και δεύτερο κριτή, για τα περιγραφόμενα στα φύλλα επί μέρους προσόντα, με κλίμακα βαθμολογίας 1-5 με άριστα το 1. Στη συνέχεια με το άρθρο 34 του Γενικού Κανονισμού της καταστάσεως των υπαλλήλων, που τροποποιήθηκε με τις 2/27-2-1987, 20/21-12-1990 και 15/29-8-1991 αποφάσεις του Γενικού Συμβουλίου εγκρίθηκε η εφαρμογή νέων φύλλων επίδοσης και νέου ειδικού κανονισμού σύνταξης τους, ενώ από το μήνα Αύγουστο του έτους 1991 και χωρίς να έχει μεσολαβήσει τροποποίηση του οργανισμού η αξιολόγηση γίνεται από Γνωμοδοτικές Επιτροπές, που συστήνονται κατ' έτος με πράξη του Διοικητή.
Οι επιτροπές αυτές με βάση τα στοιχεία που περιγράφονται στο έκτο κεφάλαιο του Ειδικού Κανονισμού σύνταξης φύλλων επίδοσης, κατατάσσουν όσους συγκεντρώνουν τις προϋποθέσεις για προαγωγή στον επόμενο βαθμό. Οι πίνακες που συντάσσονται από τις γνωμοδοτικές επιτροπές περιέχουν τη σειρά αξιολογήσεως των προς προαγωγή υπαλλήλων με βάση αποδιδομένη (από την επιτροπή) συνολική και ανέλεγκτη βαθμολογία.
Οι γνωμοδοτήσεις αυτές αποτελούν αξιολόγηση καθ' υποκειμενική κρίση του εργοδοτικού αυτού οργάνου, που εντάσσεται στην όλη διαδικασία της προαγωγής ως υπηρεσιακή εισήγηση για τους υποψηφίους προς προαγωγή και στοχεύουν στην προπαρασκευή και διευκόλυνση της κρίσης του Γενικού Συμβουλίου, σε κάθε δε περίπτωση δεν υποκαθιστούν ούτε δεσμεύουν την κρίση του υπηρεσιακού συμβουλίου και δεν περιλαμβάνονται στα κατά το άρθρο 12 του Οργανισμού τυπικά και ουσιαστικά προσόντα των κρινόμενων.- Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Ο ήδη αναιρεσίβλητος προσλήφθηκε από την ήδη αναιρεσείουσα Τράπεζα στις 21-9-1971 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και εντάχθηκε στο Λογιστικό κλάδο. Εξελίχθηκε στην υπαλληλική ιεραρχία και, μετά από διαδοχικές προαγωγές προήχθη, μετά την έκδοση της υπ' αριθμ 5096/1999 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, στο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη-Προϊσταμένου, αναδρομικά από 1-9-1994.
Είναι πτυχιούχος του Οικονομικού Τμήματος της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και γνωρίζει την Αγγλική γλώσσα σε επίπεδα καλά (χωρίς, όμως, να επικαλείται και να προκύπτει για τη γνώση της ως άνω γλώσσας, ότι κατέχει κάποιο τίτλο σπουδών). Έχει παρακολουθήσει ένδεκα (11) εκπαιδευτικά σεμινάρια σχετικά με θέματα της εργασίας του (Νέοι Χρηματοοικονομικοί θεσμοί, MANAGEMENT Α' Κύκλος, Συνάλλαγμα Εγχώριες - Διεθνείς Αγορές, Ελληνική Κεφαλαιαγορά και σύγχρονες Τραπεζικές εργασίες, τεχνικές Διοίκησης συγχρόνων τραπεζικών επιχειρήσεων, Αγορά συναλλάγματος, WINDOWS 3.1, WORD 6.0, EXCEL 5.0, Αξιολόγηση προσωπικού Α και Β μέρος, επιμόρφωση στελεχών, Τραπεζικά Χρηματοοικονομικά, εκπαίδευση στην Κεντρική Υπηρεσία του οργανισμού Ασφάλισης εξαγωγικών πιστώσεων), ενώ ήταν εισηγητής 1) σε διημερίδα του ΕΒΕ για επιμόρφωση στελεχών επιμελητηρίων για ασφάλιση εξαγωγών, 2) σε ημερίδα στο ΕΒΕ Κομοτηνής για ασφάλιση των εξαγωγικών πιστώσεων και 3) σε ημερίδα στο ΕΒΕ Άρτας με θέμα Επιχειρηματικοί κίνδυνοι και διασφάλιση.
Κατά την πρόσληψη του τοποθετήθηκε σε υποκατάστημα ... και απασχολήθηκε σε όλα τα Τμήματα και τις υπηρεσίες του υποκαταστήματος. Από 24-8-1983 του ανατέθηκε η άσκηση υπευθύνων καθηκόντων Προϊσταμένου Υπηρεσίας στο Τμήμα Συναλλάγματος και Ελέγχου Οικονομικών Αναγκών. Το 1991 αποσπάστηκε στον οργανισμό Ασφάλισης Εξαγωγικών πιστώσεων με σκοπό την εκπαίδευση του στην ασφάλιση πιστώσεων και στη συνέχεια τοποθετήθηκε ως επικεφαλής στο υποκατάστημα που συστάθηκε στη Βόρειο Ελλάδα, όπου και απασχολήθηκε επί 2,5 έτη, ενώ σε προγενέστερο χρόνο απασχολήθηκε στις υπηρεσίες οικονομικών αναγκών σε συνάλλαγμα, σχέσεων με το Δημόσιο και Ελέγχου εξαγωγών.
Μετά την 1-9-1994, οπότε αναδρομικά προήχθη στο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη-Προϊσταμένου, εξακολούθησε να υπηρετεί στο Υποκατάστημα ..., όπου με την υπ' αριθμ. 577/4-10-1995 Πράξη του Διοικητή ορίστηκε Προϊστάμενος Υπηρεσίας Αγοραπωλησίας Συναλλάγματος του Τμήματος Εργασιών Εξωτερικού. Βαθμολογήθηκε για τα έτη 1987 και 1988 με επτά "1" και δύο "2" και τις δύο φορές.
Από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία προκύπτει, ότι το Γενικό Συμβούλιο της εκκαλούσας Τράπεζας, με την υπ' αριθμ 13/17-11-1999 απόφασή του, παρέλειψε να τον προαγάγει στο βαθμό του Υποδιευθυντή, ενώ προήγαγε από 1-11-1999 τους συναδέλφους του Ζ1, Ζ2, Ζ3 και Ζ4. Οι ανωτέρω προαχθέντες είχαν κατά τον κρίσιμο χρόνο των ως άνω προαγωγικών κρίσεων τα παρακάτω τυπικά και ουσιαστικά προσόντα:
Α) Ο Ζ1: Προσλήφθηκε στις 19-7-1976. Είναι πτυχιούχος Νομικής και ΑΣΟΕΕ. Προήχθη στο βαθμό του εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταμένου την 1-1-1997. Άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα προϊσταμένου υπηρεσίας από 11-7-1983 και Αναπληρωτής Τμήματος από 1-8-1990. Βαθμολογήθηκε το έτος 1987 και 1988 με επτά "1" και ένα δύο και το 1989 με οκτώ "1" και ένα "2".
Είχε συμμετάσχει σε 13 σεμινάρια και σε 17 επιτροπές. Είχε υπηρετήσει σε δύο υποκαταστήματα ... και σε πέντε από τα νευραλγικότερα τμήματα της εναγομένης Τράπεζας. Γνωρίζει την Αγγλική γλώσσα καλά, χωρίς να προσκομίζει τίτλο σπουδών και εκπροσώπησε, την εναγομένη στο εξωτερικό σε 7 Τράπεζες. Β) Ο Ζ2: Προσλήφθηκε στις 19-7-1976, προήχθη στο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταμένου από 1-7-1994, είναι πτυχιούχος δύο τμημάτων της Νομικής (Δικαίου και Πολιτικών Επιστημών), γνωρίζει άριστα την αγγλική (κάτοχος διπλώματος LOWER) και τη γαλλική γλώσσα (Diplome d' etudes superieures), καθώς και την ιταλική καλά και την ισπανική μέτρια (χωρίς δίπλωμα), είχε παρακολουθήσει τέσσερα σεμινάρια (6μηνο σεμινάριο για το συνάλλαγμα, διεθνείς συναλλαγές, IRVING N.Y.
INTERNATIONAL OPERATION, MANTRUST N.Y.GLOBAL OPERATIONS AND CASH MANAGEMENT). Όπως συνομολογείται από την εναγομένη - εκκαλούσα είναι Πρόεδρος του Συλλόγου των Υπαλλήλων της εναγομένης (ΣΥΕΤΕ) από το 1986 μέχρι σήμερα. Κατά τη διετία 1981-1983 είχε αποσπαστεί στο Υπουργείο Συντονισμού. Είναι συγγραφέας μελετών και άρθρων, οικονομικού και τραπεζικού ενδιαφέροντος, στην ελληνική, αγγλική και γαλλική γλώσα, τα περισσότερα των οποίων δημοσιεύτηκαν μέχρι την 1-9-1994 (χρόνος των προαγωγικών κρίσεων στο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη-Προϊσταμένου).
Το έτος 1987 βαθμολογήθηκε με πέντε "1" και ένα "2", ενώ κατά τα επόμενα έτη δεν βαθμολογήθηκε λόγω απαλλαγής του, συνεπεία της συνδικαλιστικής του δραστηριότητας. Γ) Ο Ζ3: Προσλήφθηκε στις 13-8-1974 στον ταμιακό κλάδο, έχει δύο πτυχία ΑΕΙ, ΠΑΣΠΕ πολιτικών επιστημών και Δημόσιας Διοίκησης. Ασκεί καθήκοντα Προϊσταμένου υπηρεσίας από το 1985 και καθήκοντα υποδιευθυντού καταστήματος ...
από 21-10-1996, και Δ) Ο Ζ4: Προσλήφθηκε στις 16-4-1976, προήχθη στο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταμένου από 1-7-1994, είναι πτυχιούχος Μαθηματικών και κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών (Master) στον τομέα των ηλεκτρονικών υπολογιστών, γνωρίζει άριστα την αγγλική γλώσσα, έχει παρακολουθήσει δύο σεμινάρια (ήτοι ενημερώσεως και σε θέματα Πληροφορικής), και άσκησε καθήκοντα Αναπληρωτή Προϊσταμένου Τμήματος από 12-11-1986 και Προϊσταμένου Τμήματος από 26-2-1993.
Κατά τα έτη 1987, 1988 και 1989 βαθμολογήθηκε και στις τρεις περιπτώσεις με επτά "1" και ένα "2". Με την 9345/2001 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, κατά το μη αναιρεθέν μέρος αυτής, κρίθηκε ήδη αμετάκλητα, ότι ο ενάγων-εφεσίβλητος δεν υπερτερεί καταφανώς του συγκρινόμενου Ζ1. Σε κάθε περίπτωση, ο τελευταίος υπολείπεται μεν του αναιρεσιβλήτου στη γενική και ειδική αρχαιότητα, πλην όμως είναι κάτοχος δύο πανεπιστημιακών πτυχίων, έναντι ενός του αναιρεσιβλήτου, είχε παρακολουθήσει 13 σεμινάρια έναντι 11 του αναιρεσιβλήτου, είχε συμμετάσχει, σε αντίθεση με τον αναιρεσίβλητο, σε 17 επιτροπές, ασκούσε και αυτός, όπως και ο αναιρεσίβλητος υπεύθυνα καθήκοντα από το 1983 και είχε την ίδια βαθμολογία με τον ενάγοντα.
Ως εκ τούτου δεν αποδεικνύεται καταφανής υπεροχή του αναιρεσιβλήτου έναντι του ανωτέρω συγκρινόμενου. Εξάλλου, με την 5096/1999 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, επί προηγούμενης αγωγής του αναιρεσιβλήτου, μετά από αναίρεση της 581/1997 απόφασης του ίδιου Δικαστηρίου με την 141/1999 απόφαση του Αρείου Πάγου, και με την οποία κρίθηκε, όπως αναφέρθηκε, ότι ο αναιρεσίβλητος έπρεπε να προαχθεί στο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταμένου από 1-9-1994, έγινε δεκτό, με δύναμη δεδικασμένου, ότι κατά τις ως άνω προαγωγικες κρίσεις, ο αναιρεσίβλητος υπερτερούσε καταφανώς του συγκρινόμενου Ζ2, ο οποίος είχε προαχθεί στον ανωτέρω βαθμό.
Συγκεκριμένα, με την ανωτέρω 5096/1999 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου είχε γίνει δεκτό, ότι ο αναιρεσίβλητος και ο Ζ2, κατά τον κρίσιμο χρόνο των προαγωγών της 1-9-1994 για το βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταμένου, είχαν τα ακόλουθα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, και συγκεκριμένα, ότι ο αναιρεσίβλητος προσλήφθηκε στις 23-8-1971, προήχθη στο βαθμό του Τμηματάρχη από 1-7-1987, είναι πτυχιούχος του Τμήματος Οικονομικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, ΑΣΟΕΕ και Νομικής, γνωρίζει, κατά δήλωσή του, καλά την αγγλική γλώσσα (χωρίς να κατέχει τίτλο σπουδών), δεν είχε ελεγχθεί πειθαρχικά ούτε και είχε λάβει ηθικές ή υλικές αμοιβές, είχε παρακολουθήσει δύο σεμινάρια, είχε ασκήσει υπεύθυνα καθήκοντα προϊσταμένου υπηρεσίας από 24-8-1983, έχοντας αποσπαστεί από 28-5-1991 στον Οργανισμό Ασφάλισης Εξαγωγικών Πιστώσεων, όπου υπηρέτησε ως Διευθυντής, και στα φύλλα επίδοσης των ετών 1987, 1988 και 1989 είχε βαθμολογηθεί, και τις τρεις φορές, με επτά "1" και ένα "2".
Εξάλλου, για τον Ζ2 είχε γίνει δεκτό ότι "είχε προσληφθεί στις 19-7-1976 προσφέροντας έκτοτε τις υπηρεσίες του στο λογιστικό κλάδο. Κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας του είχε προαχθεί διαδοχικά και ομαλά στους κατώτερους βαθμούς της υπαλληλικής ιεραρχίας και από 1-1-1990 είχε προαχθεί στο βαθμό του Τμηματάρχη, ουδέποτε δε είχε ελεγχθεί πειθαρχικώς ούτε έχει λάβει ηθικές ή άλλες αμοιβές.
Ο ίδιος είναι κάτοχος πτυχίου του Τμήματος Δημοσίου Δικαίου της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών και φέρεται ότι γνωρίζει πολύ καλά τη Γαλλική γλώσσα, για την οποία κατέχει δίπλωμα SUPERIEURS και είναι εφοδιασμένος με σχετική άδεια (επάρκεια) για τη διδασκαλία αυτής του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, και καλά την Αγγλική γλώσσα, για την οποία κατέχει δίπλωμα LOWER.
Κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας του απασχολήθηκε από 19-7-1976 ως υπάλληλος στο τμήμα Διεθνών Συναλλαγών στο Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας, από 14-2-1983 υπηρεσία της τράπεζας και υπηρέτησε ως υπάλληλος στο Τμήμα Εξωτερικού Συναλλάγματος του Κεντρικού Καταστήματος, από 1-8-1985 αποσπάσθηκε στο Σωματείο Υπαλλήλων Τράπεζας της Ελλάδος (ΣΥΤΕ), από 20-11-1985 επανήλθε στην υπηρεσία της τράπεζας και υπηρέτησε ως υπάλληλος στο Τμήμα Διαχείρισης Συναλλάγματος του Κεντρικού Καταστήματος και από 16-4-1987 αποσπάσθηκε στο ΣΥΤΕ.
Είχε παρακολουθήσει, για την επιμόρφωση του τέσσερα επιμορφωτικά σεμινάρια και ειδικότερα α) κατά το έτος 1978 εξάμηνο σεμινάριο με θέμα "Συνάλλαγμα", β) κατά το έτος 1978 το σεμινάριο με θέμα "INTERNATIONAL OPERATIONS", γ) κατά το έτος 1983 το σεμινάριο με θέμα "GLOBAL OPERATIONS AND CASH MANAGEMENT" και δ) κατά το έτος 1986 το σεμινάριο με θέμα "Διεθνείς Συναλλαγές".
Κατά το έτος 1987 είχε βαθμολογηθεί σε πέντε (5) προσόντα με το βαθμό ένα (1) και σε ένα (1) προσόν με το βαθμό δύο (2), ενώ δεν είχε βαθμολογηθεί κατά τα έτη 1988 και 1989 λόγω της αποσπάσεως του στο ΣΥΤΕ και κατά το χρονικό διάστημα μετά το έτος 1989 λόγω της μη συντάξεως έκτοτε φύλλων επίδοσης και της εξακολουθήσεως της αποσπάσεώς του στο ΣΥΤΕ.
Φέρεται ότι γνωρίζει καλά την Ιταλική γλώσσα και μέτρια την Ισπανική γλώσσα και κατά δήλωσή του - δεν κατέχει τίτλους σπουδών - υπάρχει σχετική εγγραφή στα φύλλα απόδοσης". Με βάση τα ως άνω τυπικά και ουσιαστικά προσόντα του αναιρεσιβλήτου και του συγκρινόμενου Ζ2, με την 5096/1999 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, έγινε δεκτό, με δύναμη δεδικασμένου, ότι ο αναιρεσίβλητος κατά τις προαγωγικές κρίσεις της 1-9-1994 στο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη Προϊσταμένου υπερείχε καταφανώς του κατά την άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων δεν μπορεί να αντισταθμιστεί από την υστέρηση του κατά τη γνώση ξένων γλωσσών και τον αριθμό των επιμορφωτικών σεμιναρίων, ως και από την ισοδυναμία τους κατά την πειθαρχική κατάσταση".
Περαιτέρω, μετά την 1-9-1994 και μέχρι τις ένδικες προαγωγικές κρίσεις της 1-11-1999, ο αναιρεσίβλητος εξακολούθησε να υπηρετεί στο Υποκατάστημα ..., όπου με την 577/4-10-1995 Πράξη του Διοικητή ορίστηκε Προϊστάμενο Υπηρεσίας Αγοραπωλησίας Συναλλάγματος του Τμήματος Εργασιών Εξωτερικού, ενώ ο συγκρινόμενος Ζ2 συνέχισε να είναι αποσπασμένος στο συνδικαλιστικό σωματείο των Υπαλλήλων της Τράπεζας Ελλάδος (ΣΥΤΕ).
Επίσης, μετά την 1-9-1994, συνεχίστηκε από τον ανωτέρω συγκρινόμενο κατά τα έτη 1995-1996, αλλά σε πολύ μικρή έκταση, η συγγραφή άρθρων και μελετών. Διαφοροποίηση σημειώνεται και στην ειδική υπηρεσιακή αρχαιότητα, αφού ο αναιρεσίβλητος κατείχε το βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη Προϊσταμένου από 1-9-1994, ενώ ο συγκρινόμενος από 1-7-1994, καθώς και στην επιμόρφωση, αφού ο αναιρεσίβλητος είχε ήδη παρακολουθήσει 11 σεμινάρια.
Πέραν των ανωτέρω, σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρθηκαν, δεν προκύπτει οποιαδήποτε άλλη υπηρεσιακή μεταβολή σε σχέση με τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, στα οποία στηρίχθηκε η 141/1999 απόφαση του Αρείου Πάγου και η 5096/1999 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Σημειώνεται, ότι ο χρόνος κατά τον οποίο οι συνδικαλιστές παρέχουν τις υπηρεσίες τους στη συνδικαλιστική Οργάνωση (και όχι στην τράπεζα) θεωρείται ως ευδόκιμη υπηρεσία και λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό του χρόνου που απαιτείται για προαγωγή στον ανωτέρω βαθμό, πλην όμως αυτό δεν σημαίνει, ότι τα καθήκοντα που ασκεί ο συνδικαλιστής υπάλληλος στο Σύλλογο των εργαζομένων είναι υπέρτερα από τα καθήκοντα που ασκεί μη συνδικαλιστής συνάδελφος του εργαζόμενος στην Τράπεζα, αλλά εναπόκειται στο δικαστήριο της ουσίας, συγκρίνοντας τα καθήκοντα αυτά, να κρίνει ποια από αυτά είναι υπέρτερα και περισσότερο υπεύθυνα, δηλαδή εάν υπερέχουν τα καθήκοντα που ασκεί ο συνδικαλιστής από τα καθαρώς τραπεζικά καθήκοντα που ασκεί ο συγκρινόμενος με αυτόν συνάδελφός του.
Ενόψει των ανωτέρω, δέχθηκε το Εφετείο, από τη σύγκριση και αντιπαραβολή των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων του αναιρεσιβλήτου και του συγκρινόμενου συναδέλφου του, κατά τον κρίσιμο χρόνο των ένδικων προαγωγικών κρίσεων, προκύπτουν τα ακολούθα: Ο αναιρεσίβλητος 1) υστερούσε του συγκρινόμενου α) στην ειδική υπηρεσιακή αρχαιότητα, πολύ ελαφρά, κατά δύο μήνες, αφού κατείχε το βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη Προϊσταμένου από 1-9-1994, ενώ ο συγκρινόμενος από 1-7-1994, β) στους τίτλους σπουδών, δεδομένου ότι είναι κάτοχος ενός πανεπιστημιακού τίτλου σπουδών, ενώ ο συγκρινόμενος είναι κάτοχος δύο πτυχίων, και γ) στη γνώση ξένων γλωσσών, αφού γνωρίζει καλά, χωρίς τίτλο σπουδών, μόνον την αγγλική γλώσσα, ενώ ο συγκρινόμενος γνωρίζει άριστα την αγγλική και γαλλική γλώσσα, κατέχοντας τους προαναφερόμενους τίτλους, καθώς και την ιταλική και ισπανική, χωρίς αντίστοιχους τίτλους, και 2) υπερείχε του συγκρινόμενου α) στη γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα κατά 2 έτη και 7 μήνες περίπου, β) στην επιμόρφωση, αφού είχε παρακολουθήσει 11 σεμινάρια έναντι 4 του συγκρινόμενου, γ) στην ποιοτική αξιολόγηση των ετών 1987-1988, αφού είχε βαθμολογηθεί με επτά "1" και ένα "2" και τις δύο φορές, ενώ ο συγκρινόμενος το έτος 1987 είχε βαθμολογηθεί σε πέντε προσόντα με "1" και σε ένα προσόν με "2", χωρίς να έχει άλλη βαθμολογία λόγω της αποσπάσεως του στο ΣΥΤΕ, και δ) στην άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων, αφού άσκησε καθήκοντα Προϊσταμένου Υπηρεσίας στο Τμήμα Συναλλάγματος και Ελέγχου Οικονομικών Αναγκών από 24-8-1983 και μετά την απόσπαση του στον οργανισμό Ασφάλισης Εξαγωγικών πιστώσεων, όπου για ένα διάστημα άσκησε και καθήκοντα Διευθυντή, εξακολούθησε να ασκεί καθήκοντα Προϊσταμένου Υπηρεσίας Αγοραπωλησίας Συναλλάγματος του Τμήματος Εργασιών Εξωτερικού, ενώ ο συγκρινόμενος δεν άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα.
Επίσης, ο αναιρεσίβλητος ήταν εισηγητής στις προαναφερόμενες τρεις ημερίδες (ΕΒΕ, ΕΒΕ Κομοτηνής και ΕΒΕ Άρτας). Λαμβάνοντας, λοιπόν, υπόψη ότι η υπεροχή στη γενική αρχαιότητα και την αρχαιότητα στο βαθμό δεν είναι αποφασιστικής σημασίας, σε περίπτωση προαγωγών κατ' απόλυτη εκλογή, ενώ οι γνώσεις ξένων γλωσσών, καίτοι συνεκτιμώνται ως ένα επί πλέον ειδικό προσόν και επηρεάζουν εντεύθεν τη συναγωγή του ποιοτικού χαρακτηρισμού, εν τούτοις δεν αποτελούν, όπως και οι τίτλοι σπουδών, καθοριστικό προσόν ανωτάτης ποιότητος υπαλλήλου, από τη σύγκριση των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων του αναιρεσιβλήτου και του συγκρινόμενου συναδέλφου του, αποδεικνύεται, ότι ο αναιρεσίβλητος υπερείχε καταφανώς του τελευταίου, αφού υπερείχε αυτού τουλάχιστον σε δύο αποφασιστικά κριτήρια, ήτοι σ' αυτά της βαθμολογίας και της άσκησης υπεύθυνων καθηκόντων, αφού το κριτήριο της βαθμολογίας έχει ιδιάζουσα βαρύτητα, καθόσον καταγράφει την εργατικότητα, υπηρεσιακή κατάρτιση, απόδοση, διοικητική ικανότητα και την εν γένει ουσιαστική προσφορά του εργαζομένου, ενώ η άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων έχει επίσης βαρύνουσα σημασία για την προαγωγή, γιατί έχει σχέση με τη γνώση και την εμπειρία του υπαλλήλου και την εκ τούτου υπηρεσιακή καταλληλότητα για την άσκηση των καθηκόντων του ανώτερου βαθμού.
Είναι γεγονός, ότι ο ανωτέρω συγκρινόμενος έχει να παρουσιάσει μακρά συνδικαλιστική δραστηριότητα, πλην όμως η δραστηριότητα αυτή, κείμενη εκτός του κύκλου των τραπεζικών εργασιών, δεν μπορεί να προσδώσει σ' αυτόν υπεροχή και να εξαλείψει τη σημαντική υπεροχή του εφεσίβλητου στην άσκηση υπεύθυνων υπηρεσιακών καθηκόντων.
Εξάλλου, η συγγραφή από αυτόν μελετών και άρθρων, οικονομικού και τραπεζικού ενδιαφέροντος εξισορροπείται κατά ένα μέρος από την υπεροχή του αναιρεσιβλήτου στις εισηγήσεις σε σεμινάρια επιμορφώσεως. Η ανωτέρω υστέρηση του εν λόγω συγκρινόμενου στα σημαντικά στοιχεία, που. αναφέρθηκαν, δίνει κατάδηλη υπεροχή στον αναιρεσίβλητο, η οποία δεν καταλύεται από την υπεροχή του συγκρινόμενου στη γνώση ξένων γλωσσών.
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι τα αρμόδια όργανα της αναιρεσείουσας, που παρέλειψαν να προαγάγουν τον αναιρεσίβλητο στον βαθμό του Υποδιευθυντή κατά τις προαγωγές της 1-11-1999, ενώ προήγαγαν τον ανωτέρω συνάδελφο του Ζ2, έναντι του οποίου ο αναιρεσίβλητος υπερείχε καταφανώς, παρεκώλυσαν εναντίον της καλής πίστεως την πλήρωση της αιρέσεως, υπό την οποία τελούσε η προαγωγή του, κατά τον έχοντα συμβατική ισχύ Οργανισμό της, γιατί η κρίση τους αυτή είναι κατάφωρα άδικη.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παρεβίασε, με εσφαλμένη εφαρμογή, την εκτεθείσα, αναγκαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 207 ΑΚ, καθώς και αυτή του άρθρου 281 του ίδιου Κώδικα, αφού δέχθηκε ότι η υπεροχή του ενάγοντος είναι προφανής έναντι του ως άνω προαχθέντος συναδέλφου του Ζ2 και συνεπώς ο μοναδικός εκ του άρθρου 559, αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., περί του αντιθέτου λόγος της ένδικης αιτήσεως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2-12-2006 αίτηση της "ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", για αναίρεση της 5342/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Μαρτίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 27 Απριλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ