Legislator Case Law & Legislation
749/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on personality rights, upholding lower court's finding that bank's sworn testimony was truthful.

Case Number 749/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Court of Appeal's decision rejecting his claim for infringement of personality rights. The appellant alleged defamation based on a sworn statement by a bank employee, but the lower courts found the statements truthful regarding the appellant's role in facilitating loans without proper credit checks. The court ruled the appeal inadmissible because the appellant failed to prove the bank employee knowingly lied or that new evidence existed to contradict the sworn testimony.

Legislator headnote

AI generated

Articles 57 and 59 of the Civil Code; Article 914 et seq. of the Civil Code; Article 920 of the Civil Code; Article 932 of the Civil Code: A claim for damages for infringement of personality rights requires proof of unlawful and culpable conduct; if the contested statements are proven truthful and the defendant acted in good faith, the claim fails.

Keywords

AI generated
infringement of personality rights defamation and reputation sworn testimony validity good faith defense civil code personality protection

Cited Legislation

AI generated
Articles 57 and 59 of the Civil Code
Article 914 et seq. of the Civil Code
Article 920 of the Civil Code
Article 932 of the Civil Code
Article 559, paragraph 19 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 8 of the Code of Civil Procedure
Article 527 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 749 / 2009 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 749/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Χρήστο Αλεξόπουλο, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Σαράντη Δρινέα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Θεοδωρόπουλο.

Των αναιρεσίβλητων: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ της ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε", η οποία εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Λένη, 2) Ψ2, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Λένη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-3-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 833/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 4520/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 29-2-2008 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Σαράντης Δρινέας, ανέγνωσε την από 10-2-2009 έκθεση του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή από τον συνδυασμό των άρθ. 57 και 59 του ΑΚ προκύπτει ότι όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του δικαιούται να αξιώσει την άρση της προσβολής και την παράλειψή της στο μέλλον, αποζημίωση κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξίας (άρθρ. 914 επ. του ΑΚ) και εφόσον συντρέχει και το στοιχείο της υπαιτιότητας, ικανοποίηση για την ηθική βλάβη, η οποία συνίσταται σε καταβολή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα ή σε ο,τιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις.

Η προσωπικότητα με την πιο πάνω έννοια παρουσιάζεται με διάφορες εκφάνσεις, μεταξύ των οποίων θεωρούνται προστατευόμενες η τιμή και η υπόληψη κάθε ανθρώπου, η οποία αφορά την αντίληψη και εκτίμηση που έχουν οι άλλοι γι' αυτόν, καθώς και η εικόνα του προσώπου, δηλαδή η εξωτερική μορφή του ανθρώπου. Κατά το άρθρο 914 του ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να αποζημιώσει, κατά το άρθρο 920 ΑΚ, όποιος, γνωρίζοντας ή υπαίτια αγνοώντας, υποστηρίζει ή διαδίδει αναληθείς ειδήσεις που εκθέτουν σε κίνδυνο την πίστη, το επάγγελμα ή το μέλλον άλλου, έχει την υποχρέωση να τον αποζημιώσει, ενώ κατά το άρθρο 932 ΑΚ σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του. Επίσης, σύμφωνα με την ΠΚ 361 § 1 "όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις της δυσφήμησης (άρθρα 362 και 363), προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή με έργο ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, τιμωρείται ...", με την ΠΚ 362 "όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του τιμωρείται ...", και με την ΠΚ 363 "αν στην περίπτωση του άρθρου 362, το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές τιμωρείται ...".

Ειδικότερα, από τις αμέσως ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 362 και 363 ΠΚ προκύπτει, ότι για την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως απαιτείται α) ισχυρισμός ή διάδοση γεγονότος ενώπιον τρίτου σε βάρος ορισμένου προσώπου, β) το γεγονός να είναι δυνατόν να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου αυτού προσώπου, και γ) να είναι ψευδές και ο υπαίτιος να γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές.

Ως ισχυρισμός θεωρείται η ανακοίνωση προερχόμενη ή εξ ιδίας πεποιθήσεως ή γνώμης ή εκ μεταδόσεως από τρίτο πρόσωπο. Αντίθετα διάδοση υφίσταται, όταν λαμβάνει χώρα μετάδοση της από άλλον γενομένης ανακοινώσεως. Ο ισχυρισμός ή η διάδοση επιβάλλεται να γίνεται ενώπιον τρίτου. Αυτό το οποίο αξιολογείται είναι το γεγονός, δηλαδή οποιοδήποτε συμβάν του εξωτερικού κόσμου, αναγόμενο στο παρόν ή παρελθόν, υποπίπτον στις αισθήσεις και δυνάμενο να αποδειχθεί, αντίκειται δε προς την ηθική και ευπρέπεια.

Αντικείμενο προσβολής είναι η τιμή και η υπόληψη του φυσικού προσώπου. Ο νόμος θεωρεί ως προστατευόμενο αγαθό την τιμή ή την υπόληψη του προσώπου, το οποίο είναι μέλος μιας οργανωμένης κοινωνίας και κινείται στα πλαίσια της συναλλακτικής ευθύτητας. Η τιμή του προσώπου θεμελιώνεται επί της ηθικής αξίας, η οποία πηγή έχει την ατομικότητα και εκδηλώνεται με πράξεις ή παραλείψεις.

Ακόμη, κατά το άρθρ. 367§1 του ΠΚ το άδικο των προβλεπόμενων στα άρθρ. 361 επί του ίδιου κώδικα πράξεων αίρεται για τους λόγους που αναφέρονται στην διάταξη αυτή, κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου η διάταξη της παρ. 1 δεν εφαρμόζεται όταν οι επίμαχες κρίσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως (ΠΚ 363) ή όταν από τον τρόπο εκδηλώσεως ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως, δηλαδή πρόθεση που κατευθύνεται ειδικά στην προσβολή της τιμής του άλλου.

Οι διατάξεις αυτές του άρθρ. 367 του ΠΚ για την ενότητα της έννομης τάξης εφαρμόζονται αναλογικά και στον χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρ. 57-59 και 914 επ. του ΑΚ. Επομένως, αιρομένου του άδικου χαρακτήρα των προαναφερθεισών αξιόποινων πράξεων (με την επιφύλαξη της παρ. 2 του άρθρ. 367 του ΠΚ), αποκλείεται και το στοιχείο του παρανόμου της επιζήμιας συμπεριφοράς ως όρος της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου (ΑΠ 408/2007).

Έτσι, η προβολή της περιπτώσεως του άρθρ. 367§1 του ΠΚ αποτελεί ισχυρισμό καταλυτικό της αγωγής του προσβληθέντος, δηλαδή ένσταση, λόγω άρσης του παρανόμου της προσβολής. Όμως ο άδικος χαρακτήρας της πράξης, ως προς τις υβριστικές ή δυσφημιστικές εκφράσεις που περιέχει δεν αίρεται για τους προβαλλόμενους παραπάνω λόγους και συνεπώς η ποινική ευθύνη του δράστη άρα και η υποχρέωσή του προς αποζημίωση κατά το αστικό δίκαιο, όταν συντρέχει μία από τις περιπτώσεις του άρθρ. 367§2 του ΠΚ, δηλαδή όταν οι επίμαχες κρίσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης των άρθρ. 362-363 του ΠΚ ή όταν από τον τρόπο της εκδηλώσεως ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως, δηλαδή πρόθεση που κατευθύνεται ειδικώς στην προσβολή της τιμής του άλλου.

Η προβολή από τον προσβληθέντα της περιπτώσεως αυτής του άρθρ. 367§1 του ΠΚ, αποτελεί αντένσταση κατά της εκ της παρ. 1 του ίδιου άρθρου ενστάσεως. Τέλος, κατά το άρθρ. 366 § 1 του ΠΚ εάν επί απλής δυσφήμησης το γεγονός είναι αληθινό, ο δράστης μένει ατιμώρητος. Η περίπτωση αυτή εισάγει ειδικό κανόνα περί του βάρους της αποδείξεως και εξωτερικό όρο του αξιοποίνου, ο οποίος αν δεν συντρέχει εμποδίζει να θεμελιωθεί τελικά το αξιόποινο και να χαρακτηρισθεί η πράξη ως απλή δυσφήμηση και δεν αποτελεί λόγο άρσεως του αδίκου, δηλαδή αυτοτελή ισχυρισμό, ο οποίος θα πρέπει να προτείνεται προκειμένου περί υποθέσεων που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, όπως η κρινόμενη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθ. 591§1β, 666§1, 677, 115§3 και 256§2δ του ΚΠολΔ, δηλαδή προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο με καταχώριση στα πρακτικά και συνοπτική έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν, εκτός εάν αυτά περιέχονται στις κατατιθέμενες στο ακροατήριο προτάσεις (ΑΠ Ολ 2/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Ο αναιρεσείων ήταν υπάλληλος της πρώτης αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρείας από 2.10.1971 μέχρι την 1.11.2004, που αποχώρησε "λόγω εθελουσίας εξόδου". Κατά το χρονικό διάστημα από 25.5.1990 έως 21.9.1994 υπηρετούσε στο κατάστημα ...

με τον βαθμό του Τμηματάρχη Β', όπου όμως ασκούσε καθήκοντα διευθυντή με δικαίωμα Α' υπογραφής. Ο δεύτερος των αναιρεσιβλήτων, υπάλληλος ομοίως τότε της πρώτης, υπηρετούσε το έτος 1995 ως Επιθεωρητής στη Διεύθυνση Επιθεώρησης. Την 10.2.2004 ο τελευταίος, ύστερα από αίτηση της Τράπεζας βεβαίωσε ενόρκως ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών περιστατικά που είχαν σχέση με την από 10.6.2003 αγωγή του αναιρεσείοντος κατά της Τράπεζας, τα ακόλουθα: "Σχετικά με τα αναφερόμενα στην από 10.6.2003 αγωγή του Χ κατά της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, η οποία συζητείται, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στις 11.2.2004, γνωρίζω τα εξής:

Είμαι υπάλληλος της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος και, από τον Ιανουάριο του 2003, υπηρετώ ως Υποδιευθυντής στη Διεύθυνση Γραμματείας, ενώ, κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ των ετών 1985 και 2002 υπηρετούσα στη Διεύθυνση Επιθεωρήσεως, με την ιδιότητα του Επιθεωρητή. Στα πλαίσια των παραπάνω καθηκόντων μου, διενήργησα, το Δεκέμβριο του 1994 τακτικό έλεγχο στο Υποκατάστημα ...

της Τράπεζας, κατά τον οποίο εντόπισα σειρά αντικανονικών ενεργειών του κ. Χ, ο οποίος ήταν Διευθυντής του Υποκαταστήματος μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1994 και, κατά τη διενέργεια του ελέγχου είχε ήδη μετακινηθεί στο Κατάστημα ... . Οι αντικανονικές ενέργειες του κ. Χ περιγράφονται αναλυτικά στο από 10.1.1995 Εμπιστευτικό Σημείωμά μου προς τη Διεύθυνση Επιθεωρήσεως και συνίστανται, περιληπτικά α. -στο άνοιγμα λογαριασμών όψεως με ταυτόχρονη χορήγηση καρνέ επιταγών, κατά παράβαση των προβλεπομένων για τον έλεγχο της φερεγγυότητος των πελατών, με αποτέλεσμα τη σε μεγάλο αριθμό επιστροφή και σφράγιση επιταγών, β. - σε αντιδεοντολογικές ενέργειες του στην πώληση μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων, οι οποίες είχαν ως σκοπό την είσπραξη από τον ίδιο των σχετικών προμηθειών και γ. -στην ανεπίτρεπτη ανάμειξη του σε δοσοληψίες με πελάτες.

Ειδικότερα, ως προς τις υπό στοιχείο γ' ενέργειες του κ. Χ (ανεπίτρεπτη ανάμειξη σε δοσοληψίες με πελάτες), θα πρέπει να επισημανθούν, ως προς τον τρόπο διενεργείας του ελέγχου, τα εξής. Ο έλεγχος ξεκινά από τα παραστατικά συναλλαγών και περιορίζεται σε αυτά, εκτείνεται δε, στην κίνηση συγκεκριμένων λογαριασμών μόνο στην περίπτωση, που υπάρχουν υπόνοιες για τη διάπραξη αξιόποινων πράξεων.

Στην περίπτωση του κ. Χ δεν έγινε κανένας απολύτως έλεγχος στην κίνηση του λογαριασμού του, αλλά τα στοιχεία, που αποδείκνυαν τις δοσοληψίες του με τους πελάτες, προέρχονταν αποκλειστικά και μόνο (από) τη σύγκριση ταμιακών παραστατικών (εντάλματα πληρωμής και γραμμάτια είσπραξης). Θα πρέπει δε να επισημανθεί ότι ο παραπάνω έλεγχος διενεργήθηκε, επειδή ένα εκ των προσώπων, που είχαν τις εν λόγω δοσοληψίες με τον κ.

Χ (κ. ΑΑ) είχε εμπλακεί και στο ζήτημα του ανοίγματος λογαριασμών όψεως, χωρίς έλεγχο της φερεγγυότητος των δικαιούχων, από τη στιγμή, που, όπως, άλλωστε, είχε παραδεχθεί ακόμη και ο ίδιος ο κ. Χ, ορισμένοι από τους παραπάνω πελάτες είχαν προσέλθει στο Υποκατάστημα, κατόπιν συστάσεως του κ. ΑΑ. Τα ταμιακά παραστατικά δεν αποτελούν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, από τη στιγμή που εκδίδονται αποκλειστικά και μόνο προς το συμφέρον της Τράπεζας, προκειμένου να αποδεικνύεται η διενέργεια των συναλλαγών της, ο δε έλεγχος τους αποτελεί αντικείμενο κάθε τακτικής επιθεώρησης, που διενεργείται στο Δίκτυο της Τράπεζας από τα αρμόδια όργανα της Διεύθυνσης Επιθεώρησης.

Ο έλεγχος αυτός είναι επιβεβλημένος, από τη στιγμή που με αυτόν διαπιστώνεται, πέραν της πληρότητας, που επιβάλλεται να έχουν αυτά, τόσο ο εκ μέρους των υπαλλήλων ακριβής υπολογισμός και είσπραξη των τόκων και προμηθειών της Τράπεζας, όσο και η προέλευση των χρημάτων, που κατατίθενται, δεδομένης της σχετικής υποχρέωσης της Τράπεζας στα πλαίσια εφαρμογής του ν. 2331/1995 περί νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες.

Τα παραπάνω γνωρίζω από ιδία αντίληψη". Σύμφωνα με την αγωγή, εκθέτει το Εφετείο, ο αναιρεσείων, α) θεωρεί ότι είναι "συκοφαντικά και δυσφημιστικά" σε βάρος του, από το όλο περιεχόμενο της ένορκης αυτής βεβαιώσεως, οι περικοπές. "Στην περίπτωση του κ. Χ δεν έγινε κανένας απολύτως έλεγχος στην κίνηση του λογαριασμού του" και "Ειδικότερα, ως προς τις υπό στοιχείο γ' ενέργειες του κ.

Χ (ανεπίτρεπτη ανάμειξη σε δοσοληψίες με πελάτες) ... Θα πρέπει δε, να επισημανθεί ότι ο παραπάνω έλεγχος διενεργήθηκε, επειδή ένα εκ των προσώπων, που είχαν τις εν λόγω δοσοληψίες με τον κ. Χ (κ. ΑΑ) είχε εμπλακεί και στο ζήτημα ταυ ανοίγματος λογαριασμών όψεως, χωρίς έλεγχο" και β) ισχυρίζεται, στη συνέχεια, "ως αληθή" ότι "ο ίδιος ουδέποτε ουδεμία ανεπίτρεπτη ανάμειξη είχε σε δοσοληψίες με πελάτες, αλλά και ουδέποτε ουδεμία ανεπίτρεπτη ανάμειξη είχε σε δοσοληψίες με τον ΑΑ" και ότι "είχε γίνει έλεγχος στην κίνηση των λογαριασμών του, όπως προκύπτει από την αντίθετη κατάθεση του Ψ2, ως μάρτυρος, την 15.11.2002, στο ακροατήριο του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά την εκδίκαση άλλων αγωγών του κατά της εργοδότιδός του Ε.Τ.Ε.

Α.Ε, επί των οποίων εκδόθηκαν οι 1708/2003 και 1709/2003 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όπου ο Ψ2, σε ερώτηση της τότε δικηγόρου του Αγγελικής Βαρδάκου "με ποιο δικαίωμα κάνατε έλεγχο στους λογαριασμούς του Χ, χωρίς την έγκρισή του, δεν ξέρατε πως απαγορεύεται κάτι τέτοιο, από το νόμο", απάντησε πως "η Επιθεώρηση έδινε τότε δικαίωμα να ελέγξουμε λογαριασμούς υπαλλήλων".

Από τις προηγούμενες περικοπές της ... ένορκης βεβαιώσεως όμως συνεχίζει το Εφετείο, δεν αποδεικνύεται παράνομη προσβολή της πpoσωπικότητας (τιμής) του αναιρεσείοντος από υπαιτιότητα των αναιρεσιβλήτων, δεδομένου ότι όσα ενόρκως βεβαίωσε, ως άνω, ο δεύτερος εξ αυτών τα γνώριζε, ως αληθή και δεν είναι "αντίθετη" η κατάθεσή του, ως μάρτυρα στο ακροατήριο του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την 15.11.2002 για τους ακόλουθους λόγους:

Α) Την 15.11.2002 ο δεύτερος αναιρεσίβλητος κατέθεσε ενόρκως, ως μάρτυρας στο ακροατήριο του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, τα εξής: "Είμαι υπάλληλος στη Διεύθυνση Επιθεωρήσεως της Ε.Τ.Ε. Α.Ε. Δεν μπορούν να γίνουν όλοι υποδιευθυντές A' . Τον 11ο/ 1994, πήρα εντολή να πάω στο Κατάστημα ... διότι κυκλοφορούσαν πολλές ακάλυπτες επιταγές και για να κάνουμε και τακτική επιθεώρηση.

Ο Χ είχε φύγει από το Κατάστημα δύο μήνες πριν. Διαπιστώθηκε ότι οι συγκεκριμένοι λογαριασμοί δεν έπρεπε να έχουν ανοιχθεί διότι οι μισοί είχαν δυσμενή στοιχεία και οι άλλοι είχαν έδρα μακριά από το Κατάστημα. Ο Χ ασκούσε καθήκοντα Διευθυντή στην ... . Υπεύθυνος για τη χορήγηση του καρνέ είναι ο Διευθυντής.

Τον έλεγχο τον κάνουν άλλοι υπάλληλοι. Στην περίπτωση του Πετρά, τα δυσμενή τα έλεγξε μία που έκανε την πρακτική της και προφανώς δεν τα έλεγξε καλά. Βρέθηκε ότι ο Χ είχε συναλλαγές με κάποιους πελάτες, δηλ. χρωστούσε χρήματα στην Τράπεζα ή σε τρίτον και τον κάλυπτε ο Διευθυντής. Προέκυψε ότι κάλυπτε επιταγές κάποιου κυρίου από το Κατάστημα του ..., με μετρητά.

Από το Κατάστημα της ... έφευγαν. Είχε αντιδεοντολογική συμπεριφορά. Προσέλκυε πελάτες να βάζει "Δήλος" για να παίρνει προμήθειες. Δήλωνε και προσελκύσεις από άλλους υπαλλήλους σαν δικά του. Απάντησε ο Χ στις κατηγορίες, εγγράφως, πιστεύω αβασίμως. Έτσι, παραπέμφθηκε στα πειθαρχικά. Είχε και προηγούμενα πειθαρχικά.

Η συγκεκριμένη ήταν η 5η ή η 6η φορά. Τα αποτελέσματα ήταν καλά γενικά. Εμείς, τον κατηγορούμε για τις προθεσμιακές καταθέσεις. Στις 16.5.1994, οι προθεσμιακές καταθέσεις ήταν 313.000.000, ενώ στις 16.12.1992 ήταν 1,1 δισεκατομμύρια, μειώθηκαν περίπου 70%. Όταν ο Χ αποχώρησε ήταν 800.000.000, διότι υπήρχε συναλλαγματική απελευθέρωση και ήταν παντού φυσιολογική αυτή η έκταση.

Ο Χ ήρθε σε καλή σειρά επιτυχίας, βραβεύτηκε. Δεν έχει σχέση αυτό με το οποίο ο Χ κατηγορήθηκε. Η Επιθεώρηση έδινε, τότε, δικαίωμα να ελέγξουμε λογαριασμούς υπαλλήλων". Β)- Ύστερα από επιθεώρηση στο Κατάστημα ... της πρώτης αναιρεσίβλητης με επιθεωρητή τον δεύτερο αναιρεσίβλητο, ο αναιρεσίβλητος κλήθηκε, με το ...

εμπιστευτικό έγγραφο της Διευθύνσεως Προσωπικού της Τράπεζας, σύμφωνα με το άρθρο 30 του Οργανισμού της Υπηρεσίας, να υποβάλει προς αυτήν εντός προθεσμίας πέντε ημερών από την επίδοση του εμπιστευτικού αυτού εγγράφου, γραπτή απολογία, προς απόκρουση της πειθαρχικής κατηγορίας, που του αποδιδόταν και αναφερόταν σε πειθαρχικά παραπτώματα του, στα οποία υπέπεσε κατά την υπηρεσία του, ως Διευθυντής, στο Κατάστημα ..., προβλεπόμενα από το άρθρο 27 εδ.

β' και ι' του Οργανισμού της Υπηρεσίας. Η πειθαρχική κατηγορία αφορούσε, ειδικότερα α. -άνοιγμα λογαριασμών όψεως με ταυτόχρονη χορήγηση "καρνέ" επιταγών σε πελάτες, κατά παράβαση των προβλεπομένων εγκυκλίων οδηγιών της αναιρεσίβλητης, όπως οι περιπτώσεις των πελατών ..., ..., ... και του αλλοδαπού ..., β.- άνοιγμα λογαριασμών όψεως με ταυτόχρονη, επίσης, χορήγηση "καρνέ" επιταγών, χωρίς να ληφθεί υπ' όψη η οικονομική κατάσταση των πελατών και παρ' ότι η έδρα των επιχειρήσεων τους ήταν εκτός περιοχής δικαιοδοσίας του Καταστήματος, με αποτέλεσμα να εκδίδονται από αυτούς ακάλυπτες επιταγές, γ. -πωλήσεις μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων "Δήλος" και αντίστοιχη συμμετοχή με κεφάλαια, που προέρχονταν κυρίως από τις υπάρχουσες προθεσμιακές καταθέσεις του Καταστήματος, με μοναδικό κίνητρο την είσπραξη από μέρους του προμηθειών, που είχαν ανέλθει σε 3,7 εκατομμύρια δραχμές και δ. -περιπτώσεις προσωπικών δοσοληψιών του με πελάτες (όπως ο ΑΑ) της αναιρεσίβλητης.

Την 20.7.1995, ο αvαιρεσείων υπέβαλε προς τη Διεύθυνση Προσωπικού της Τράπεζας την αιτηθείσα έγγραφη απολογία του. Το Πρωτοβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο Προσωπικού της αναιρεσίβλητης ακολούθως κατά τη συνεδρίαση του της 11.10.1995, με την ... ομόφωνη και ειδικώς αιτιολογημένη απόφαση του, επέβαλε στον αναιρεσείοντα την ποινή της έγγραφης επιπλήξεως.

Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, επικυρώνοντας, αν και εν μέρει με διαφορετική αιτιολογία, την πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε απορρίψει την αγωγή του αναιρεσείοντος περί προσβολής της προσωπικότητάς του ως ουσία αβάσιμη, δεν στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση. Συγκεκριμένα, κατέληξε στο σαφές αποδεικτικό πόρισμα ότι οι περιεχόμενοι στην επίμαχη ένορκη βεβαίωση ισχυρισμοί του δευτέρου των αναιρεσιβλήτων δεν αποτελούσαν δυσφημιστικά γεγονότα, διότι αποδείχθηκε ότι όσα βεβαίωσε ενόρκως ο δεύτερος αναιρεσίβλητος τα γνώριζε ως αληθή και ειδικότερα ότι η ανεπίτρεπτη ανάμειξη του αναιρεσείοντος σε δοσοληψίες με πελάτες συνίσταται στις διαπιστώσεις που έκαμε κατά τον έλεγχο που είχε διενεργήσει κατ' εντολή της Τράπεζας στο κατάστημα ...

και περί του οποίου ελέγχου είχε συντάξει αναλυτικό εμπιστευτικό σημείωμα προς τη Διεύθυνση Επιθεώρησης με ημερομηνία 10.1.1995, όπου περιέγραφε τις αντικανονικές ενέργειες του αναιρεσείοντος, όπως η κάλυψη που παρείχε υπό την ιδιότητα του Διευθυντή σε πελάτες που όφειλαν χρήματα και η κάλυψη επιταγών πελάτη από το κατάστημα ...

με δικά του χρήματα. Ως προς δε τον εκ των πελατών ΑΑ, ότι ήταν ένα εκ των προσώπων που είχαν εμπλακεί στο ζήτημα ανοίγματος λογαριασμών όψεως χωρίς να έχει προηγηθεί έλεγχος της φερεγγυότητας των και κατά σύσταση μάλιστα του τελευταίου είχαν προσέλθει και άλλοι πελάτες προς τους οποίους, επίσης ο αναιρεσείων προέβη σε άνοιγμα λογαριασμών χωρίς τη διενέργεια του προβλεπόμενου ελέγχου φερεγγυότητας.

Τα περιστατικά αυτά στηρίζουν επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το Εφετείο και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ δεν είναι, βάσιμος. Ομοίως, είναι αβάσιμος και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, αληθώς από το άρθρ. 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα δέχθηκε ότι το φερόμενο ως δυσφημιστικό γεγονός ήταν αληθινό, χωρίς τέτοιος ισχυρισμός να έχει προβληθεί προσηκόντως από τους αναιρεσιβλήτους στο ακροατήριο του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και να έχει καταχωρηθεί στα οικεία πρακτικά της δίκης εκείνης, αφού από το άρθ. 527 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι σε περίπτωση απορρίψεως της αγωγής πρωτοβαθμίως και άσκησης σχετικής έφεσης εκ μέρους του ενάγοντος, ο εναγόμενος -εφεσίβλητος προς υπεράσπισή του κατά της εφέσεως παραδεκτώς προτείνει για πρώτη φορά με τις δευτεροβάθμιες προτάσεις του νέους ισχυρισμούς που δεν είχε προτείνει πρωτοδίκως, όπως προκύπτει δε από την επισκόπηση των προτάσεων των αναιρεσιβλήτων στο Εφετείο, οι τελευταίοι ρητώς προέβαλαν τον πιο πάνω ισχυρισμό περί της αληθείας των φερόμενων ως δυσφημιστικών γεγονότων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29-2-2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της 4520/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Μαρτίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Μαρτίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ