Supreme Court dismisses appeal on unjust enrichment and interest rate calculation errors in debt dispute.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the Bank of Greece's appeal against the Larissa Court of Appeal's judgment in a debt dispute. The appellant argued for unjust enrichment and specific interest calculations, while the appellee contested the legal basis and interest rates applied. The court found the appeal arguments baseless regarding the legal requirements for unjust enrichment and the correct application of interest rate statutes.
Legislator headnote
AI generatedArticles 111(2), 118(4), 216(1) of the Code of Civil Procedure; Article 904(1) of the Civil Code; Article 30(5) of Law 2789/2000; Article 12 of Law 2601/1998: An appeal is inadmissible if the appellant fails to prove the non-existence of the debt's cause for unjust enrichment claims, and interest rate calculations must strictly follow statutory provisions absent specific agreement.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 749 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 749/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας : Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ"που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ιωάννα Αχουζαρίδη-Γαλάνη.
Του αναιρεσιβλήτου: ....., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κουκουβίνο, ο οποίος ανακάλεσε την από 26-11-2007 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-4-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 699/2005 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 3/12/2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Παπαντωνοπούλου ανέγνωσε την από 30-11-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 111 παρ.2, 118 αρ. 4 και 216 παρ.1 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι η αγωγή, πρέπει να περιέχει, εκτός άλλων, σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς ώστε να είναι δυνατή στον εναγόμενο η απάντηση σ'αυτή και στο δικαστήριο η έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας των περιστατικών.
Εξάλλου κατά το άρθρο 904 παρ.1 ΑΚ όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι για να είναι ορισμένη η αγωγή αδικαιολόγητου πλουτισμού ειδικά για απαίτηση αχρεώστητης παροχής και για τη θεμελίωση της απαίτησης για απόδοση του πλουτισμού από την αιτία αυτή, αρκεί να ισχυριστεί ο ενάγων, εκτός από το γεγονός της παροχής (καταβολής), ότι η παροχή έγινε για την εκπλήρωση ορισμένης οφειλής και ότι η οφειλή αυτή, την οποία ήθελε να εκπληρώσει, είναι ανύπαρκτη.
Ο εναγόμενος ανταποδεικτικά (άρθρο 345 ΚΠολΔ) μπορεί να αποδείξει την ύπαρξη της αιτίας της οφειλής. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής, ο αναιρεσίβλητος-ενάγων εξέθετε με αυτή ότι, ευθυνόμενος ως εγγυητής για την εκπλήρωση της εκ δανείου οφειλής, ποσού 5.500.000 δραχμών, που χορήγησε η αναιρεσείουσα-εναγομένη τράπεζα στους πρωτοφειλέτες ...
και ....., οι οποίοι δεν εκπλήρωσαν την ως άνω υποχρέωσή τους, κατέβαλε αχρεωστήτως σ' αυτήν, κατ' αξίωσή της και υπό τον κίνδυνο επισπεύσεως εναντίον του αναγκαστικής εκτελέσεως, λόγω της αφερεγγυότητας των πρωτοφειλετών αλλά και παύσης της τοκογονίας της αξιώσεως, ποσό μεγαλύτερο κατά 11.681.521 δραχμές του πράγματι οφειλομένου με βάση τις ρυθμιστικές του ύψους αυτού διατάξεις των ν. 2789/2000 και 2912/2001, κατά το οποίο η τελευταία κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερη σε βάρος της περιουσίας του, ζήτησε δε την καταψήφιση αυτής στην καταβολή του ποσού αυτού εντόκως με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού.
Με το ως άνω περιεχόμενο η αγωγή ήταν νόμιμη και ορισμένη, στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 904 παρ.1 ΑΚ, αφού περιείχε τα στοιχεία του αδικαιολογήτου πλουτισμού από παροχή για αιτία αχρεώστητη δηλαδή περιεχόταν στην αγωγή επίκληση καταβολής της παροχής, της αιτίας για την οποία έγινε και ότι η αιτία αυτή ήταν ανύπαρκτη.
Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση που, κατ' αποδοχή της εφέσεως του αναιρεσιβλήτου και μετ' εξαφάνιση της αντιθέτως αποφανθείσης πρωτόδικης απόφασης, έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, δεν παραβίασε τον κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 904 ΑΚ, ούτε παρά το νόμο δεν κήρυξε αυτή απαράδεκτη (λόγω αοριστίας), ούτε παρά το νόμο έλαβε υπόψη του θεμελιωτικά γεγονότα μη διαλαμβανόμενα στην αγωγή, αφού ο καθορισμός του οφειλόμενου ποσού με βάση τις ρυθμιστικές διατάξεις των ως άνω νόμων είναι έργο του δικαστηρίου, στο οποίο σε περίπτωση διαφωνίας προσφεύγουν οι διάδικοι και συνεπώς ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της αναιρέσεως, που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες αντιστοίχως από τους αρ. 1, 14 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 30 παρ. 5 του ν. 2789/2000, που ισχύει από 11-2-2000 "το ποσό της οφειλής, όπως θα διαμορφωθεί κατ' εφαρμογή των παραγράφων 1 και 2, θα εκτοκίζεται από 1-5-2000 και επί ένα εξάμηνο με το εκάστοτε ισχύον κυμαινόμενο επιτόκιο χορηγήσεων της ίδιας κατηγορίας εκτός αν για τη συγκεκριμένη κατηγορία δανείου δεν συνομολογείται κυμαινόμενο επιτόκιο, οπότε θα εφαρμόζεται το σταθερό επιτόκιο της κατηγορίας αυτής.
Μετά την πάροδο της ως άνω εξαμηνιαίας περιόδου, αν δεν συμφωνηθεί διαφορετικά, η ως άνω οφειλή θα εκτοκίζεται με το εκάστοτε επιτόκιο υπερημερίας και οι παραγόμενοι τόκοι θα ανατοκίζονται με το άρθρο 12 του ν. 2601/1998". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι το συνολικό ποσό της οφειλής, όπως αυτό προσδιορίζεται κατ' εφαρμογή των άρθρων 1 και 2 του άρθρου 30 του ν. 2789/2000, θα εκτοκίζεται ελλείψει αντίθετης συμφωνίας μετά την πάροδο έξι μηνών από την 1-5-2000 δηλαδή μετά την 1-11-2000 με το εκάστοτε επιτόκιο υπερημερίας και οι παραγόμενοι τόκοι θα ανατοκίζονται σύμφωνα με όσα ορίζει το άρθρο 12 του ν. 2601/1998.
Η εν λόγω διάταξη, δεν τροποποιήθηκε ούτε με το ν. 2873/2000 ούτε και με το άρθρο 42 του ν. 2912/2001 που ισχύει από 9-5-2001, κατ' εφαρμογή του οποίου έγινε ο προσδιορισμός της οφειλής του αναιρεσιβλήτου. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε έλλειψη ιδιαίτερης συμφωνίας των διαδίκων ως προς τον ανατοκισμό και ακολούθως συνυπολόγισε στην οφειλή του αναιρεσιβλήτου τόκους υπερημερίας με ανατοκισμό αυτών κατά το χρονικό διάστημα από 10-5-2001 (έναρξη ισχύος του ν. 2912/2001) μέχρι την 20-12-2001(χρόνο εξόφλησης της οφειλής αυτού) με το ισχύον κατά την περίοδο αυτή επιτόκιο υπερημερίας.
Με την κρίση του αυτή το δικαστήριο δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 30 παρ. 5 του ν. 2789/2000 και ο αντίθετος δεύτερος (τελευταίος) λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, για τον υπολογισμό του ποσοστού των τόκων έλαβε υπόψη τον δικαιοπρακτικό τόκο υπερημερίας και όχι τον τραπεζικό τοιούτο, τον οποίο άλλωστε, αορίστως, χωρίς δηλαδή ειδικότερο προσδιορισμό του ποσοστού αυτού επικαλείται η αναιρεσείουσα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), που κατέθεσε προτάσεις, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13 Δεκεμβρίου 2005 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε"για αναίρεση της υπ' αριθμ. 699/2005 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Μαρτίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 14 Απριλίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ