Supreme Court allows appeal against insurance company's statute of limitations defense in future damage tort case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the plaintiff's appeal against the Second Instance Court's dismissal of her claim based on the statute of limitations. The lower court incorrectly applied the five-year limitation period for tort damages, failing to account for the plaintiff's delayed knowledge of future consequential injuries. The Court ruled that the limitation period for future damages only begins when the victim could reasonably foresee such consequences, not merely when the initial accident occurred.
Legislator headnote
AI generatedArticles 937 paragraph 1 of the Civil Code and paragraph 2 of Article 10 of Law 489/1976; The limitation period for claiming compensation for future damages in tort cases commences only when the victim acquires knowledge of the damage or could reasonably foresee its consequences, not from the date of the initial incident.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 749 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 749/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Βούλγαρη, Δημήτριο Κυριτσάκη, Αχιλλέα Νταφούλη και Δημήτριο Δαλιάνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: S... R... (Σ. Ρ.), κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεονάρδο Μωραϊτη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Χ. Δ. του Φ., κατοίκου ... και 2. ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... που εδρεύει ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Γεωργουλόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4 Οκτωβρίου 2001 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5249/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1756/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30 Ιουνίου 2005 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Δαλιάνης, ανέγνωσε την από 9 Μαρτίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την εν μέρει παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 241, 247, 251, 298, 914, 937 παρ. 1 ΑΚ και 10 παρ. 2 του ν. 489/1976 προκύπτει ότι, επί αδικοπρακτικής ευθύνης προς αποζημίωση για ζημίες προκληθείσες από ασφαλισμένο αυτοκίνητο, η σχετική αξίωση του ζημιωθέντος τρίτου κατά του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου και κατά του ασφαλιστή υπόκειται, αντιστοίχως, σε πενταετή και διετή παραγραφή, η οποία, για το σύνολο της ζημίας του, θετικής και αποθετικής, παρούσας ή μέλλουσας και εφόσον αυτή είναι δικαστικώς επιδιώξιμη, αρχίζει, ως προς μεν τον οδηγό, αφότου ο παθών έλαβε γνώση της ζημίας και του υποχρέου προς αποζημίωση, ως προς δε τον ασφαλιστή, από την επομένη της ημέρας του ατυχήματος, Ως γνώση της ζημίας εννοείται η γνώση των επιζήμιων συνεπειών της αδικοπραξίας, χωρίς ωστόσο να είναι απαραίτητη η γνώση της ακριβούς εκτάσεως της ζημίας.
Κατ' αρχήν κάθε ζημία που επέρχεται από την αδικοπραξία, ανεξαρτήτως του χρόνου εμφανίσεώς της, αποτελεί ενιαίο σύνολο, και συνεπώς η αξίωση αποζημιώσεως είναι μία και υπόκειται σε ενιαία παραγραφή. Στην περίπτωση όμως που οι επιζήμιες συνέπειες της αδικοπραξίας εμφανίζονται μεταγενεστέρως, η ανωτέρω εκδοχή ισχύει μόνο εφόσον οι μεταγενέστερες επιζήμιες συνέπειες μπορούσαν κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων να προβλεφθούν από τον παθόντα, κατά τον χρόνο που έλαβε γνώση της ζημίας ή κατά τον χρόνο του ατυχήματος.
Αν οι νέες ζημίες ήταν απρόβλεπτες και απροσδόκητες, αρχίζει για την αξίωση αποκαταστάσεώς τους νέα αυτοτελής παραγραφή, αφότου ο παθών έμαθε την επέλευσή τους και τον αιτιώδη σύνδεσμο αυτών με την αδικοπραξία. Σε περίπτωση έτσι ασκήσεως από τον παθόντα αγωγής για την αποκατάσταση μελλοντικής του ζημίας, το βάρος της επικλήσεως και αποδείξεως του γεγονότος, ότι ο ενάγων γνώριζε σε ορισμένο χρονικό σημείο την επέλευση της εν λόγω ζημίας, δεν φέρει αυτός αλλά ο εναγόμενος, ο οποίος, προβάλλοντας τη σχετική ένσταση παραγραφής, πρέπει, για να είναι ορισμένη η ένστασή του, να αναφέρει τον χρόνο κατά τον οποίο η εν λόγω ζημία περιήλθε σε γνώση του ενάγοντος ή ήταν προβλεπτή, Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 261 εδ.
α' ΑΚ και 221 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν η αγωγή ασκηθεί για μέρος της άνω αξιώσεως, η επίδοσή της διακόπτει την παραγραφή μόνο για το μέρος αυτό, ως προς το οποίο δημιουργείται και εκκρεμοδικία. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 268 εδ. α' ΑΚ προκύπτει ότι, αν με τελεσίδικη δικαστική απόφαση βεβαιωθεί η εν λόγω, κατά του οδηγού και του ασφαλιστή, αξίωση του τρίτου, η οποία υπόκειται κατ' αρχήν στην ως άνω βραχύχρονη παραγραφή (πενταετή και διετή0, τότε από την τελεσιδικία αρχίζει εικοσαετής παραγραφή και ως προς το μέρος εκείνο της αξιώσεως που αφορά σε αποκατάσταση αποθετικής ζημίας για χρόνο μεταγενέστερο από αυτόν για τον οποίο επιδικάσθηκε τελεσιδίκως η αξίωση.
Και τούτο, γιατί, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324 και 331 ΚΠολΔ, το δεδικασμένο που πηγάζει από την τελεσίδικη διάγνωση της αξιώσεως αυτής καλύπτει με τη δεσμευτική του ενέργεια την εν λόγω αξίωση και ως προς το αναγόμενο σε μεταγενέστερο χρόνο μέρος της. Η επιμήκυνση όμως της ειρημένης βραχύχρονης παραγραφής σε εικοσαετή προϋποθέτει τη μη συμπλήρωση της πρώτης μέχρι την τελεσιδικία.
Εν προκειμένω, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα τα εξής: Επί της αρχικώς ασκηθείσας κατά των αναιρεσιβλήτων από 20.2.1995 αγωγής της αναιρεσείουσας εκδόθηκε η 2627/1998 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία, αφού κρίθηκε ότι η γενόμενη στις 26.10.1994 επί της Λεωφόρου Ποσειδώνος των Αθηνών σύγκρουση του οδηγούμενου από τον πρώτο και ασφαλισμένου στη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων ....
φορτηγού αυτοκινήτου με την οδηγούμενη από τον Δ. Κ. ... δίκυκλη μοτοσικλέτα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου των αναιρεσιβλήτων και ότι η επιβαίνουσα της μοτοσικλέτας αναιρεσείουσα υπέστη σοβαρές σωματικές βλάβες, επεδικάσθηκε σ' αυτή το συνολικό ποσό των 4.800.000 δραχμών (δηλ. 400.000 δραχμών μηνιαίως), ως αποθετική ζημία, για το χρονικό διάστημα από 26.10.1994 έως 26.10.1995, κατά το οποίο, εξαιτίας του τραυματισμού της, ήταν ανίκανη να ασκεί το μέχρι τον τραυματισμό της ασκούμενο επάγγελμα της χορεύτριας.
Οι κατά της αποφάσεως αυτής ασκηθείσες έφεση της αναιρεσείουσας και αντέφεση των αναιρεσιβλήτων απορρίφθηκαν με τη 2179/2000 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Εν συνεχεία, η αναιρεσείουσα άσκησε κατά των αναιρεσιβλήτων την από 4.10.2001 αγωγή, με την οποία, επικαλούμενη ανικανότητα προς άσκηση της ως άνω επαγγελματικής δραστηριότητάς της και κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.1996 έως 31.12.1997, ζητούσε, μεταξύ άλλων να της επιδικασθεί αποζημίωση για τα απολεσθέντα εισοδήματά της κατά το διάστημα τούτο.
Με την 5249/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αφού απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η προβληθείσα από τους αναιρεσιβλήτους ένσταση περί παραγραφής της αξιώσεως της αναιρεσείουσας, έγινε δεκτή η αγωγή και επιδικάσθηκε στην αναιρεσείουσα το συνολικό ποσό των 28.173 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί σε δραχμές συνολικώς 9.600.000 και μηνιαίως 400.000, για την ως άνω αποθετική ζημία της κατά το διάστημα από 1.1.1996 έως 31.12.1997.
Κατόπιν αυτών, το εφετείο, δικάζοντας επί της από 10.3.2003 εφέσεως των αναιρεσιβλήτων κατά της άνω αποφάσεως του πρωτοδικείου, έκρινε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι η επιδικασθείσα πρωτοδίκως αξίωση αποζημιώσεως έχει υποπέσει στην προβλεπόμενη από τα άρθρα 937 παρ. 1 ΑΚ και 10 παρ. 2 του ν. 489/1976 πενταετή και διετή, αντιστοίχως, παραγραφή, διότι από την ημέρα του ατυχήματος (26.10.1994) μέχρι την άσκηση της δεύτερης αγωγής, στις 26.11.2001 έναντι του πρώτου και στις 10.12.2001 έναντι της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, είχε παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των πέντε και των δύο ετών, αντιστοίχως, η παραγραφή δε αυτή δεν διεκόπη με την άσκηση της πρώτης αγωγής, που αφορούσε σε μέρος της αξιώσεως, αλλ' ούτε και επιμηκύνθηκε σε εικοσαετή, αφού είχε συμπληρωθεί πριν από την έκδοση της 2179/2000 αποφάσεώς του.
Ακολούθως, το εφετείο, δεχθέν τη σχετική περί παραγραφής ένσταση, την οποία οι αναιρεσίβλητοι προέτειναν σε πρώτο βαθμό και επανέφεραν ως λόγο εφέσεως στην έκκλητη δίκη, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε την από 4.10.2001 αγωγή της αναιρεσείουσας, λόγω παραγραφής. Όμως, μόνο το γενόμενο δεκτό γεγονός, ότι από την ημέρα του ατυχήματος μέχρι την έκδοση της 2179/2000 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών και την άσκηση της δεύτερης αγωγής είχαν παρέλθει περισσότερα από πέντε έτη, δεν επάγεται την απαγγελθείσα έννομη συνέπεια της παραγραφής της ασκηθείσας με τη δεύτερη αγωγή αξιώσεως της αναιρεσείουσας, αφού, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην πρώτη (μείζονα) πρόταση του συλλογισμού τούτου, η παραγραφή της αξιώσεως αποζημιώσεως από αδικοπραξία για μελλοντική ζημία αρχίζει αφότου ο ζημειωθείς έλαβε γνώση της ζημίας ή μπορούσε να την προβλέψει κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων.
Με το να αρκεσθεί έτσι το εφετείο σε στοιχεία λιγότερα από όσα απαιτούνται κατά νόμο για την επέλευση της παραγραφής, παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις προαναφερθείσες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου. Επομένως, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ απορρέων πρώτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο καταλογίζεται στο εφετείο η ανωτέρω πλημμέλεια, είναι βάσιμος.
Κατ' ακολουθία, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο εφετείο που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσιβλήτων, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 176 και 183 Κ.Πολ.Δ..
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 1756/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο εφετείο με άλλη σύνθεση.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Μαρτίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Απριλίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ