Supreme Court dismisses appeal regarding mandatory social security contributions for a lawyer employed by a public hospital.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by a lawyer against a lower court decision denying his claim for exemption from mandatory social security contributions. The appellant argued that the specific provision requiring contributions did not apply to him due to his professional status, while the opposing party contended that the law covers all employees of public hospitals regardless of their specific employment contract type. The court ruled that the statutory language explicitly includes 'all paid employees' of public hospitals, thereby encompassing the appellant and rendering the lower court's interpretation correct.
Legislator headnote
AI generatedArticles 38(2)(a) of Law 3986/2011 and the implementing Ministerial Decision 2/57654/0022/22.8.2011; The mandatory social security contribution regime applies to all paid employees of public hospitals, including lawyers employed under specific contracts, and does not permit exemptions based on professional status.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 748 / 2025 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 748/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αριστείδη Βαγγελάτο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νίκη Κατσιαούνη και Μαρία Γιαννακοπούλου- Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 25 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Θ. Π. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά τη συνεδρίαση της 28ης - 2-2023 είχε παρασταθεί για τον εαυτό του, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., με την ιδιότητα του δικηγόρου και είχε καταθέσει προτάσεις στις 2-2-2023. Του αναιρεσιβλήτου: νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης ΑΧΕΠΑ", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά τη συνεδρίαση της 28ης-2-2023 είχε εκπροσωπηθεί από την πληρεξούσια δικηγόρο του Παρασκευή Κατσαρού, η oποία είχε καταθέσει προτάσεις αυθημερόν (στις 28-2-2023).
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-12-2019 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4577/2021 του ίδιου Δικαστηρίου και 1221/2022 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 21-6-2022 αίτησή του, η οποία συζητήθηκε κατά τη συνεδρίαση της 28ης-2-2023, χωρίς να εκδοθεί απόφαση. Με την με αριθμό ... πράξη αφαίρεσης δικογραφιών της Προέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννας Κλάπα - Χριστοδουλέα, από την ορισθείσα εισηγήτρια Αρεοπαγίτη Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου και την με αριθμό ... πράξη του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Αριστείδη Βαγγελάτου ορίσθηκε η ως άνω νέα δικάσιμος για επανάληψη της συζήτησης, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 Κ.Πολ.Δ..
Κατά την οίκοθεν συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τη με αριθμό ...2024 Πράξη του Προέδρου του Β2 Πολιτικού Τμήματος αυτού του Δικαστηρίου νόμιμα επαναλαμβάνεται η συζήτηση της από 21-6-2022 με αριθμ. κατάθ. ...2022 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1221/15-6-2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, επειδή λόγω της παρέλευσης ιδιαιτέρως μεγάλου χρονικού διαστήματος από τη συζήτησή της κατά την αρχική δικάσιμο στις 28-2-2023, διαπιστώθηκε, με την υπ'αριθ. ...
πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου αδυναμία έκδοσης απόφασης επ' αυτής εκ μέρους της ήδη συνταξιοδοτηθείσας Αρεοπαγίτη 'Ολγας Σχετάκη-Μπονάτου, που είχε μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου, ως Εισηγήτρια. Κατά τη διάταξη του άρθρου 307 ΚΠολΔ, αν για οποιονδήποτε λόγο που παρουσιάστηκε μετά το τέλος της συζήτησης είναι αδύνατο να εκδοθεί η απόφαση, η συζήτηση επαναλαμβάνεται, αφού οριστεί νέα δικάσιμος και κοινοποιηθεί κλήση.
Ο ορισμός της δικασίμου μπορεί να γίνει και η κλήση για τη συζήτηση μπορεί να κοινοποιηθεί με την επιμέλεια είτε κάποιου διαδίκου, είτε της γραμματείας του Δικαστηρίου. Και ναι μεν στο άρθρο 307 ΚΠολΔ δεν μνημονεύεται ρητά, όπως στο άρθρο 254 ΚΠολΔ, ότι η επαναλαμβανόμενη συζήτηση αποτελεί συνέχεια της προηγούμενης, όμως δεν συντρέχει δικαιολογητικός λόγος να αντιμετωπιστούν κατά διαφορετικό τρόπο οι δύο περιπτώσεις, διότι οι πιο πάνω διατάξεις διαφέρουν μόνον ως προς το λόγο της επανάληψης, ο οποίος στην περίπτωση του άρθρου 307 ΚΠολΔ δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα κάποιου διαδίκου και, συνεπώς, δεν δικαιολογείται να υφίσταται, αν δεν εμφανιστεί ή δεν εμφανιστεί προσηκόντως ή δεν καταθέσει εκ νέου προτάσεις, δυσμενέστερη μεταχείριση, δηλαδή, να δικαστεί ερήμην και να υποστεί τις σχετικές συνέπειες.
Συνακόλουθα, η αρχική και η επαναλαμβανόμενη συζήτηση συνθέτουν μία συζήτηση και ο διάδικος ο οποίος δεν παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη, είχε όμως παραστεί στην αρχική και αντιστρόφως, δικάζεται αντιμωλία, ο διάδικος δε που παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση δεν χρειάζεται να καταθέσει εκ νέου προτάσεις ( ΑΠ 1493/2024, 214/2023, 1380/2023, 701/2023, 936/2018).
Περαιτέρω, από το άρθρο 143 παρ.1 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο πρώτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, με το οποίο ορίζεται ότι ο δικαστικός πληρεξούσιος που διορίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 96 του ΚΠολΔ (δηλαδή, είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση) είναι αυτοδικαίως και αντίκλητος για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη δίκη, στην οποία είναι πληρεξούσιος, έως και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, εκτός αν με δικόγραφο γνωστοποιηθεί στους λοιπούς διαδίκους η αντικατάστασή του, συνάγεται ότι ο δικηγόρος που παραστάθηκε ως πληρεξούσιος του διαδίκου στην πρωτοβάθμια ή στη δευτεροβάθμια (εφόσον ασκηθεί έφεση) δίκη θεωρείται κατά νόμο αντίκλητος για τις αναγόμενες στη δίκη αυτή επιδόσεις εγγράφων, μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, εκτός αν γνωστοποιηθεί η αντικατάστασή του (ΑΠ 57/2023, 1578/2021, 1276/2021).
Από δε, το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 440, 438 και 104 του ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι από τη μνεία που γίνεται στο προεισαγωγικό τμήμα της δικαστικής απόφασης, ότι για κάποιον από τους διαδίκους παραστάθηκε ο αναφερόμενος σ' αυτή πληρεξούσιος δικηγόρος και τη βεβαίωση στο κύριο σώμα αυτής ότι το δικαστήριο δίκασε κατ' αντιμωλία των διαδίκων, υπάρχει πλήρης απόδειξη για το διορισμό αυτού ως δικαστικού πληρεξουσίου του διαδίκου αυτού, δεδομένου ότι, η συνδρομή του στοιχείου της δικαστικής πληρεξουσιότητας, είναι γεγονός, την αλήθεια του οποίου όφειλε να εξετάσει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, σύμφωνα με τη διάταξη του ανωτέρω άρθρου 104 του ως άνω κώδικα (ΑΠ 31/2024, 57/2023, 1578/2021, 1170/2021, 1305/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά την συζήτηση της από 21 Ιουνίου 2022 με αριθμ. κατάθ. ...2022 αίτησης αναίρεσης, που έλαβε χώρα κατά τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας (25.2.2025), οι διάδικοι δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε υποβλήθηκε ως προς αυτούς, κατά το άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (άρθρο 573 παρ.1 ΚΠολΔ), δήλωση, ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης.
Από τα με ημερομηνία 5.12.2024 και 11.12.2024 αποδεικτικά επίδοσης του επιμελητή Δικαστηρίων του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Π. Μ. προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της προαναφερθείσας υπ' αριθμ. ... πράξης του Προέδρου του Β2 Τμήματος του Αρείου Πάγου με πράξη ορισμού δικασίμου της ένδικης αίτησης αναίρεσης για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και της από 29.11.2024 κλήσης της Γραμματέα του ως άνω Τμήματος προς συζήτηση αυτής για την ως άνω δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα τόσο στον ίδιο τον καλούμενο-αναιρεσείοντα, ο οποίος κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο είχε παρασταθεί αυτοπροσώπως, λόγω της ιδιότητάς του ως δικηγόρος και είχε καταθέσει προτάσεις, όσο και στην πληρεξούσια δικηγόρο του καλούμενου-αναιρεσίβλητου ΝΠΔΔ Παρασκευή Κατσαρού, η οποία, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, φέρει την ιδιότητα της αντικλήτου αυτού για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη συγκεκριμένη δίκη έως και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, καθότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ.2 του ΚΠολΔ) της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 1221/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η ως άνω δικηγόρος παραστάθηκε ως πληρεξούσια δικηγόρος του εκκαλούντος ΝΠΔΔ (ήδη κλούμενου- αναιρεσίβλητου) στη δευτεροβάθμια δίκη και δεδομένου ότι δεν προκύπτει, ότι γνωστοποιήθηκε με δικόγραφο από το αναιρεσίβλητο προς τον αναιρεσείοντα η τυχόν αντικατάστασή της.
Το αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ είχε εκπροσωπηθεί κατά την αρχικώς προσδιορισθείσα δικάσιμο στις 28.2.2023, από την πιο πάνω πληρεξούσια δικηγόρο του, στην οποία είχε χορηγήσει ειδική πληρεξουσιότητα, προκειμένου να το εκπροσωπήσει κατά τη δικάσιμο αυτή, δυνάμει του υπ' αριθμ. ...2023 ειδικού πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μ.
Ρ. του Δ. και είχε καταθέσει προτάσεις. Εφόσον, δε, η επαναλαμβανόμενη, με την ως άνω πράξη, συζήτηση της υπόθεσης αποτελεί συνέχεια της προηγούμενης και όχι νέα συζήτηση, οι διάδικοι, οι οποίοι παραστάθηκαν προσηκόντως στην αρχική συζήτηση της υπόθεσης στη δικάσιμο στις 28.2.2023 και δεν παρίστανται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση αυτής, θεωρούνται παρόντες και δικάζονται αντιμωλία.
Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος δικηγόρου κατά του αναιρεσίβλητου ΝΠΔΔ προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών- εργατικών διαφορών υπ' αριθμ. 1221/15.6.2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε κατόπιν άσκησης της από 26.8.2021 με αριθμ.
κατάθ. ...2021 έφεσης του εναγόμενου και ήδη αναιρεσίβλητου ΝΠΔΔ, κατά της εκδοθείσας κατά την ίδια διαδικασία υπ' αριθμ. 4577/2021 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Η ως άνω απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, επί της από 27.12.2019, με αριθμ. καταθ. 25299/20983/2019 αγωγής του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά του εναγόμενου και ήδη αναιρεσίβλητου ΝΠΔΔ.
Με την ως άνω αγωγή του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ο ενάγων δικηγόρος, ισχυρίστηκε ότι από το έτος 2006 παρέχει τις νομικές υπηρεσίες του στο εναγόμενο ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΟ ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΑΧΕΠΑ", με σχέση έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία. Ότι το εναγόμενο ΝΠΔΔ το επίδικο χρονικό διάστημα, από 1.1.2014 έως και 31.12.2019, παρακράτησε από τις μηνιαίες αντιμισθίες- αποδοχές του, χωρίς νόμιμη αιτία, τα αναφερόμενα κατ' έτος χρηματικά ποσά και συνολικά το ποσό των 2.771,12 ευρώ ως δήθεν οφειλόμενη εκ μέρους του ειδική εισφορά αλληλεγγύης του άρθρου 38 παρ. 2 α' του Ν. 3986/2011, ενώ ο ίδιος δεν υπάγεται στις ρυθμίσεις του νόμου αυτού και δεν οφείλει την άνω ειδική εισφορά καθόσον, ως δικηγόρος, δεν ανήκει στο υπαλληλικό προσωπικό του, για να υποχρεούται σε αυτήν.
Κατόπιν τούτων, ο ενάγων ζήτησε να υποχρεωθεί το εναγόμενο ΝΠΔΔ: α) να του καταβάλει, με βάση τη σύμβασή του και το νόμο, το ως άνω ποσό των 2.771,12 ευρώ, το οποίο μη νόμιμα παρακράτησε, άλλως σύμφωνα με τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, άλλως, κατ' άρθρ. 105 ΕισΝΑΚ, ως αποζημίωση εξ αιτίας αδικοπρακτικής συμπεριφοράς αυτού, καθώς και στην τελευταία αυτή περίπτωση χρηματική ικανοποίηση, ύψους πεντακοσίων (500) ευρώ, λόγω ηθικής βλάβης με το νόμιμο τόκο, και β) να άρει την παρακράτηση από τις αποδοχές του, του αντιστοιχούντος ποσού (εισφορά αλληλεγγύης), αρχής γενομένης από την 1η Ιανουαρίου του έτους 2020 και για όσο χρονικό διάστημα ο ίδιος συνεχίζει να παρέχει τις υπηρεσίες του σε αυτό, λόγω αντισυνταγματικότητας του άρθρου 38 παρ. 2 εδάφ.
α' του ν. 3986/2011. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθμ. 4577/2021 απόφασή του, αφού απέρριψε την αγωγή ως αόριστη, όσον αφορά την επικουρική βάση της από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και ως μη νόμιμη, όσον αφορά την επικουρικότερη βάση της, λόγω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του εναγόμενου, τη δέχθηκε, ως προς την κύρια βάση, της και υποχρέωσε το εναγόμενο:
α) Να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 2.771,12 ευρώ με το νόμιμο τόκο από 1η Ιανουαρίου 2020 και Β) Να μην παρακρατεί από την αμοιβή του ενάγοντος ποσοστό 2% υπέρ της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης από 1η Ιανουαρίου 2020 και για όσο χρονικό διάστημα εξακολουθεί να παρέχει σε αυτό τις υπηρεσίες του με σύμβαση έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία.
Κατά της πιο πάνω απόφασης, και δη κατά το μέρος που ηττήθηκε, το εναγόμενο άσκησε την από 26.8.2021 (με αριθμ. κατάθ....2021) έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1221/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την έφεση του εναγόμενου, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, κράτησε την υπόθεση, δίκασε την από 26.8.2021 αγωγή και την απέρριψε ως μη νόμιμη.
Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, ήτοι μέσα στην προθεσμία των δύο ετών από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης (ενόψει του ότι οι διάδικοι δεν επικαλούνται ούτε προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης), δεδομένου ότι κατατέθηκε στη γραμματεία του Εφετείου Θεσσαλονίκης στις 18.7.2022 και η προσβαλλόμενη απόφαση δημοσιεύθηκε στις 15.6.2022 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ).
Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ.1, 7 παρ.1, 8, 42 επ. του Ν.4194/2013 "Κώδικας περί Δικηγόρων (ΦΕΚ Α 208/23.9.2013), που είναι όμοιου περιεχομένου με τις διατάξεις του άρθρων 1, 63, 92 Α επ. του προϊσχύσαντος Ν.Δ. 3026/1954 "Κώδικας περί Δικηγόρων"), ο δικηγόρος είναι δημόσιος λειτουργός, και όταν με πάγια αμοιβή παρέχει καθαρά νομικές εργασίες νομικού συμβούλου ή δικηγόρου, η σύμβαση αυτή παροχής νομικών υπηρεσιών δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, δεν εφαρμόζονται επ' αυτής οι γνήσιες διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, παρά μόνο εφόσον επιτρέπει αυτό ειδικός νόμος ή αναλογικά αν προσαρμόζονται προς τις διατάξεις του Ν. 4194/2013 και δεν αντίκεινται στο δημόσιο χαρακτήρα του δικηγορικού λειτουργήματος.
Ρυθμίζεται δε (η σύμβαση παροχής νομικών υπηρεσιών) από τις διατάξεις των άρθρων 42 έως 46 του Κώδικα Δικηγόρων (Ν.4194/2013) και συμπληρωματικά από τις διατάξεις περί εντολής και σύμβασης παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών (ΟλΑΠ 45/2002, ΑΠ 34/2024, 821/2022, 417/2021, 308/2017). Με το Ν. 4024/2011 "Συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις, ενιαίο μισθολόγιο - βαθμολόγιο, εργασιακή εφεδρεία και άλλες διατάξεις εφαρμογής του μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής 2012-2015" (ΦΕΚ Α 226), επιχειρήθηκε η διαμόρφωση ενός ενιαίου συστήματος βαθμολογικών προαγωγών και μισθολογικής εξέλιξης του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης, η οποία είχε ως συνέπεια την περικοπή των αποδοχών των εργαζόμενων στο Δημόσιο, στους ΟΤΑ και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, με σκοπό, κατά τα αναφερόμενα στην αιτιολογική έκθεση, αφενός την άμεση αντιμετώπιση της οξείας δημοσιονομικής κρίσης και την εξυγίανση των δημόσιων οικονομικών και αφετέρου τον εξορθολογισμό του δημόσιου τομέα, την άρση των ανισοτήτων στις συνολικές αμοιβές των υπαλλήλων, την ανταμοιβή της εργασίας βάσει του παραγόμενου αποτελέσματος, την προσέλκυση ικανού στελεχιακού δυναμικού και την προώθηση των αναπτυξιακών και κοινωνικών προτεραιοτήτων της χώρας.
Στο Κεφάλαιο Δεύτερο του ως άνω νόμου, υπό τον τίτλο "Σύστημα βαθμολογικών προαγωγών και μισθολογικής εξέλιξης των υπαλλήλων του Κράτους, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης Α' και Β' βαθμού και άλλων φορέων του δημόσιου τομέα και συναφείς διατάξεις", και ειδικότερα στο άρθρο 4, το οποίο φέρει τον τίτλο "Πεδίο Εφαρμογής", ορίζονται τα εξής: "1.
Στις διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου υπάγονται οι μόνιμοι και δόκιμοι πολιτικοί υπάλληλοι και οι υπάλληλοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (ΙΔΑΧ): α) του Δημόσιου, β) των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ), πρώτου και δεύτερου βαθμού, γ) των νομικών προσώπων δημόσιου δικαίου (ΝΠΔΔ), συμπεριλαμβανομένου του Οργανισμού Γεωργικών Ασφαλίσεων (Ο.Γ.Α).
Επίσης υπάγονται: α) οι εκπαιδευτικοί της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, β) οι υπάλληλοι της Γραμματείας των Δικαστηρίων και Εισαγγελιών, των Έμμισθων Υποθηκοφυλακείων και Κτηματολογικών Γραφείων της χώρας, γ) οι ιατροί υπηρεσίας υπαίθρου και οι μόνιμοι αγροτικοί ιατροί, δ) [...],, ε)[ ...], στ. [...], [...]. . 2.Υπάλληλοι και λειτουργοί που δεν εμπίπτουν ευθέως στις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου, το προσωπικό της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών, καθώς και οι κατηγορίες υπαλλήλων ή λειτουργών που υπάγονται στο Πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του Μέρους Β' του ν. 3205/2003 (Α' 297) εξαιρούνται από το Πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 17.".
Στο άρθρο 22 του ίδιου νόμου και με τον τίτλο "Επέκταση Διατάξεων" [όπως το άρθρο 22 ίσχυε μέχρι την κατάργησή του με το άρθρο 34 περ. α' του Ν. 4354/2015 (ΦΕΚ Α' 176), η έναρξη ισχύος του οποίου είναι από 1.1.2016, σύμφωνα με το άρθρο 35 του ίδιου νόμου], ορίζεται ότι: "Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων καθορίζονται οι αποδοχές για τους δικηγόρους με σχέση έμμισθης εντολής στους φορείς της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του παρόντος νόμου. 2.
Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης καθορίζονται ανάλογα οι αποδοχές του προσωπικού με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου του Δημόσιου, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α. 3. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης καθορίζονται οι αποδοχές του ειδικού επιστημονικού προσωπικού και των δικηγόρων με σχέση έμμισθης εντολής των Ανεξάρτητων Διοικητικών ή Ρυθμιστικών Αρχών, της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, της Επιτροπής Λογιστικής Τυποποίησης και Ελέγχων, οι αποδοχές του επιστημονικού προσωπικού του Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής και κάθε αναγκαίο θέμα. 4.
Οι αποφάσεις του παρόντος άρθρου εκδίδονται εντός διαστήματος ενός μηνός από την ημερομηνία έναρξης ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου και ισχύουν από την ημερομηνία αυτή. 5. Οι κάθε είδους αποδοχές και επιδόματα των Γενικών και Ειδικών Γραμματέων Υπουργείων και Αποκεντρωμένων Διοικήσεων καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών.
Μέχρι την έκδοση της ανωτέρω απόφασης εξακολουθούν να καταβάλλονται οι αποδοχές στο ύψος που είχαν διαμορφωθεί". Σε εφαρμογή του άρθρου 22 παρ. 1 του Ν. 4024/2011 εκδόθηκε η ΚΥΑ οικ.2/17132/0022/28.2.2012 (ΦΕΚ Β' 498/28.2.2012) [η οποία καταργήθηκε με το άρθρο 34 περ. α' του Ν. 4354/2015]. Σύμφωνα με την παρ.1 αυτής, στους δικηγόρους που παρέχουν υπηρεσίες με σχέση πάγιας και περιοδικής έμμισθης εντολής στους φορείς της παρ. 1 του άρθρου 4 του Ν. 4024/2011 καταβάλλεται βασικός μισθός ως εξής:
α) στους δικηγόρους στο Πρωτοδικείο ο μισθός του 2ου μισθολογικού κλιμακίου του Ε' βαθμού, β) στους δικηγόρους στο Εφετείο, ο μισθός του 2ου μισθολογικού κλιμακίου του Γ' βαθμού και γ) στους δικηγόρους στον Άρειο Πάγο ο μισθός του Β' βαθμού. Ακολούθως, με το Ν. 4354/2015 "Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων, μισθολογικές ρυθμίσεις και άλλες επείγουσες διατάξεις εφαρμογής της συμφωνίας δημοσιονομικών στόχων και διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων" (Α 176), και με το Κεφάλαιο Β με τίτλο "Μισθολογικές ρυθμίσεις των υπαλλήλων του Δημόσιου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) πρώτου και δεύτερου βαθμού, των Νομικών Προσώπων Δημόσιου (Ν.Π.Δ.Δ.) και Ιδιωτικού Δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.), καθώς και των Δ.Ε.Κ.Ο.
του Κεφαλαίου A του Ν. 3429/2005 (Α 314) και άλλες μισθολογικές διατάξεις" με έναρξη ισχύος των διατάξεων των άρθρων 7 έως 34 του ως άνω Κεφαλαίου Β από 1.1.2016 (άρθρο 35) επαναρρυθμίσθηκαν από 1.1.2016 οι διατάξεις που αφορούν το μισθολόγιο του προσωπικού του Δημόσιου, ΝΠΔΔ, ΟΤΑ και των φορέων του ευρύτερου δημόσιου τομέα.
Με το άρθρο 7 (όπως οι περιπτώσεις ιστ` έως ιθ` της παραγράφου 1 αναριθμήθηκαν σε ιε` έως ιη` με το άρθρο 35 παρ.1 Ν. 4484/2017) ορίζεται ότι:" 1. Στις διατάξεις του παρόντος υπάγονται οι μόνιμοι και δόκιμοι πολιτικοί δημόσιοι υπάλληλοι, καθώς και οι υπάλληλοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου και ορισμένου χρόνου:
α) ...ιη) οι δικηγόροι που παρέχουν υπηρεσίες με σχέση πάγιας και περιοδικής έμμισθης εντολής στους φορείς που υπάγονται στις διατάξεις του παρόντος", και με το άρθρο 34 του ίδιου νόμου καταργήθηκαν από 1.1.2016, μεταξύ των άλλων, οι διατάξεις των άρθρων 12 έως 25, 28, 29, 30 του Ν. 4024/2011, ως και οι κατ'εξουσιοδότηση αυτών εκδοθείσες υπουργικές αποφάσεις.
Με την τελευταία αυτή διάταξη του ανωτέρω νόμου, στον οποίο εντάσσονται κατά ρητή νομοθετική επιταγή και οι δικηγόροι με έμμισθη εντολή των ΝΠΔΔ και ΟΤΑ (άρθρο 7 παρ. 1 περ. ιη, ιθ του ν.4354/2015), από την έναρξη της ισχύος του την 1.1.2016, καταργήθηκαν οι αναφερόμενες διατάξεις του Ν.4024/2011, καθώς και η κατ' εξουσιότηση του άρθρου 22 του νόμου αυτού προαναφερόμενη με αριθμό 2/17132/0022/2012 κοινή υπουργική απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΑΠ 469/2023).
Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του Ν. 4024/2011, προκύπτει ότι η ισχύς, από την 1.11.2011, των διατάξεων του Κεφαλαίου Δεύτερου (άρθρα 4 παρ. 1 έως 32) του νόμου αυτού (δηλαδή του Ν. 4024/2011) επεκτάθηκε και στους δικηγόρους που απασχολούνται με σχέση έμμισθης εντολής στους φορείς του άρθρου 4 παρ.1 του Ν. 4024/2011, στους οποίους περιλαμβάνονται και τα ΝΠΔΔ, και ότι οι αποδοχές τους καθορίζονται με κοινή υπουργική απόφαση.
Σε εφαρμογή του άρθρου 22 παρ. 1 του Ν. 4024/2011 εκδόθηκε η ΚΥΑ οικ.2/17132/0022/28.2.2012 (ΦΕΚ Β' 498/28.2.2012) και σύμφωνα με την παρ.1 αυτής στους δικηγόρους που παρέχουν υπηρεσίες με σχέση πάγιας και περιοδικής έμμισθης εντολής, μεταξύ άλλων και, σε ΝΠΔΔ, καταβάλλεται βασικός μισθός κατά τις αναφερόμενες διακρίσεις μισθολογικών κλιμακίων.
Από την 1.1.2016 με το Ν. 4354/2015 Κεφ.Β' επαναρρυθμίστηκαν οι διατάξεις που αφορούν το μισθολόγιο του προσωπικού του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ και με ρητή διάταξη του άρθρου 7 περ. ιη του ίδιου νόμου, στις διατάξεις του υπήχθησαν και οι δικηγόροι που παρέχουν τις υπηρεσίες με σχέση πάγιας έμμισθης εντολής σε ΝΠΔΔ. (ΑΠ 1479/2024).
Περαιτέρω, ο Ν. 3986/2011 (ΦΕΚ Α 152/1.7.2011) "Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2012-2015", κατά την αιτιολογική του έκθεση, προβλέπει μέτρα άμεσης εφαρμογής και απόδοσης, λόγω της κρίσιμης δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας, και εξυπηρετεί σκοπούς υπέρτερου δημόσιου συμφέροντος, που συνίστανται στην επίτευξη των μακροοικονομικών στόχων της, μέσα σε ένα αρνητικό διεθνή και ευρωπαϊκό συσχετισμό δυνάμεων, με κομβικό σημείο τη βιωσιμότητα και διαχειρισιμότητα του δημόσιου χρέους και την ανατροπή της εδραιωμένης αρνητικής πεποίθησης γύρω από το αξιόχρεο της χώρας.
Με το άρθρο 38 του νόμου αυτού που φέρει τον τίτλο "Δημοσιονομικές Ρυθμίσεις", στην παρ. 2 περ. α' αυτού, όπως ισχύει, μετά την τροποποίηση της αρχικά με την παρ. 11 του άρθρου 24 του Ν. 4002/2011 και στη συνέχεια με την παρ. 5 του άρθρο 40 του Ν. 4144/2013 (ΦΕΚ Α 88/18.4.2013) ορίζεται: "Καθιερώνεται ειδική εισφορά αλληλεγγύης για την καταπολέμηση της ανεργίας.
Η εισφορά αυτή υπολογίζεται σε ποσοστό δύο τοις εκατό (2%) επί των τακτικών αποδοχών και προσθέτων αμοιβών και αποζημιώσεων όλων των μισθοδοτούμενων υπαλλήλων του Δημόσιου, ΝΠΔΔ, ΟΤΑ, καθώς και των υπαλλήλων όλων ανεξαιρέτως των Δημοσίων Επιχειρήσεων και Οργανισμών και των ΝΠΙΔ, συμπεριλαμβανομένων και των Τραπεζών και των θυγατρικών επιχειρήσεων των Τραπεζών ή των συνδεδεμένων με αυτές εταιρειών που ανήκουν με αυτές στον ίδιο όμιλο με τις Τράπεζες.
Από τις διατάξεις αυτές εξαιρείται το προσωπικό που καταβάλλει εισφορά υπέρ κλάδου ανεργίας, που προβλέπεται από την παράγραφο 1 του άρθρου 32 του ΝΔ 2961/1954, όπως έχει τροποποιηθεί με την παράγραφο 6 του άρθρου 44 του Ν. 2084/1992 και την παράγραφο 9 του άρθρου 44 του παρόντος Νόμου". Στην παρ. 2 περ .β' του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι:"[...] Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης μπορεί να ρυθμίζεται ο τρόπος υπολογισμού, είσπραξης και απόδοσης της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης και κάθε άλλο αναγκαίο θέμα για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου".
Και τέλος με την παρ. 2 περ.γ', η οποία προστέθηκε με το άρθρο 24 παρ.3 του Ν.4002/2011 ορίζεται ότι: "Οι ειδικές εισφορές των προηγουμένων περιπτώσεων που αναλογούν στο χρονικό διάστημα από 01-01-2011 έως 31-07-2011 κατανέμονται ισόποσα και συνεισπράττονται με τις εισφορές των επομένων μηνών του έτους 2011 σύμφωνα με όσα ορίζονται στην κοινή υπουργική απόφαση που εκδίδεται κατ' εξουσιοδότηση της προηγούμενης περίπτωσης".
Κατ' εξουσιοδότηση της παρ. 2 α' του άρθρου 38 του Ν. 3986/2011 εκδόθηκε η με αριθμό 2/57654/0022/22-08-2011 και με τίτλο "Ειδική εισφορά αλληλεγγύης της παρ. 2 α' του άρθρου 38 του Ν. 3986/2011 (ΦΕΚ 152Α')" κοινή απόφαση του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών και του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης [ΦΕΚ Β' 1853/22.8.2011]", με την οποία ορίστηκε ότι: "Η προβλεπόμενη από τις διατάξεις της παρ. 2 α του άρθρου 38 του Ν. 3986/2011 ειδική εισφορά αλληλεγγύης υπολογίζεται σε ποσοστό δύο τοις εκατό (2%) επί του συνόλου των τακτικών αποδοχών και προσθέτων αμοιβών και αποζημιώσεων όλου του μισθοδοτούμενου προσωπικού του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, καθώς και του προσωπικού όλων ανεξαιρέτως των Δημοσίων Επιχειρήσεων και Οργανισμών και των ΝΠΙΔ, συμπεριλαμβανομένων και των Τραπεζών.
Εξαιρείται το προσωπικό που καταβάλλει την εισφορά υπέρ κλάδου ανεργίας, που προβλέπεται από τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 32 του ΝΔ 2961/1954, όπως έχουν τροποποιηθεί με το άρθρο 44 παρ. 6 του Ν. 2084/1992 και το άρθρο 44 παρ. 9 του Ν. 3986/2011 (παρ.1). Το ποσό της εισφοράς αλληλεγγύης της προηγούμενης παραγράφου, που αποτελεί έσοδο του κρατικού προϋπολογισμού, παρακρατείται κάθε μήνα κατά την πληρωμή της τακτικής μισθοδοσίας και των λοιπών προσθέτων αμοιβών και αποζημιώσεων του μισθοδοτούμενου προσωπικού (παρ. 2).
Η απόφαση αυτή ισχύει από 01-01-2011, η δε ειδική εισφορά, που αναλογεί στο χρονικό διάστημα από 01-01-2011 έως 31-07-2011, κατανέμεται ισόποσα και συνεισπράττεται με τις εισφορές των επομένων μηνών του έτους 2011 (παρ. 4)". Οι ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 38 παρ. 2 α' του Ν. 3986/2011, που προβλέπουν την προαναφερόμενη ειδική εισφορά για την καταπολέμηση της ανεργίας, ενόψει της γενικότητας της διατύπωσής τους και του προεκτεθέντος σκοπού του νόμου, αφορούν το πάσης φύσεως και με οποιαδήποτε σχέση συνδεόμενο με τα αναφερόμενα Ν.Π.
μισθοδοτούμενο προσωπικό τους, συμπεριλαμβανομένων και των δικηγόρων που παρέχουν τις υπηρεσίες τους σε ΝΠΔΔ με σχέση πάγιας έμμισθης εντολής (ΑΠ 267/2025, 1479/2024, 1480/2024, σχ.ΟλΣτΕ 3372/2015 σκ.11). Συνακόλουθα η προαναφερόμενη 2/57654/0022/22-08-2011 ΚΥΑ, που ορίζει ότι η προβλεπόμενη από τις διατάξεις της παρ. 2 α' του άρθρου 38 του Ν. 3986/2011 ειδική εισφορά αλληλεγγύης υπολογίζεται επί του συνόλου των τακτικών αποδοχών και προσθέτων αμοιβών και αποζημιώσεων όλου του μισθοδοτούμενου προσωπικού (και) των ΝΠΔΔ, κείται εντός των ορίων της άνω εξουσιοδοτικής διάταξης του άρθρου 38 παρ.2 α' του άνω νόμου, στην οποία η προσθήκη της λέξης "υπαλλήλων" αμέσως μετά τη λέξη "μισθοδοτούμενων" πλεονάζει, καθόσον οι υπάλληλοι είναι πάντοτε μισθοδοτούμενοι (ΑΠ 267/2025, 1479/2024, 1480/2024).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ α` ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2022, 1/2016, 2/2013).
Από την επισκόπηση, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι επί της άνω αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 4577/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία, αφού απέρριψε αυτή ως αόριστη, όσον αφορά την επικουρική βάση της από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και ως μη νόμιμη, όσον αφορά την επικουρικότερη βάση της, από την αδικοπρακτική συμπεριφορά του εναγόμενου, την έκρινε νόμιμη, όσον αφορά την κύρια βάση της και, αφού δέχθηκε ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων είναι δικηγόρος και συνδέεται με το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ με σχέση έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία και περαιτέρω ότι το τελευταίο, στα πλαίσια της σχέσης αυτής, παρακράτησε ποσοστό 2% από την ως άνω αντιμισθία του, ως δήθεν οφειλόμενη εκ μέρους του εισφορά του άρθρου 38 παρ. 2 α' του Ν. 3986/2011, την οποία δεν έπρεπε να παρακρατήσει, καθόσον αυτός δεν υπάγεται στην έννοια του υπαλλήλου και επομένως στις ρυθμίσεις του άρθρου αυτού, παρά τον περί του αντιθέτου προβληθέντα ισχυρισμό του αντιδίκου του, δέχθηκε την αγωγή ως προς την κύρια βάση της και υποχρέωσε το εναγόμενο ΝΠΔΔ να καταβάλει στον ενάγοντα, για την προαναφερθείσα αιτία, το ποσό των 2.771,12 ευρώ με το νόμιμο τόκο.
Κατά της απόφασης αυτής, και δη κατά το μέρος που ηττήθηκε, το εναγόμενο άσκησε την από 26.8.2021 (με αριθ. καταθ. 2261/1990/2021) έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθ. 1221/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την έφεση του εναγόμενου και ήδη αναιρεσίβλητου, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, κράτησε την υπόθεση, δίκασε την από 26.8.2021 αγωγή και την απέρριψε ως μη νόμιμη.
Ειδικότερα με την απόφασή του αυτή το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της, αφού διατύπωσε τις κρίσιμες διατάξεις του άρθρου 38 παρ. 2 περ. α' του Ν. 3986/2011 και της με αριθμό οικ. 2/57654/0022/22.8.2011 ΚΥΑ, επιπλέον δε και εκείνες των διατάξεων του ισχύοντος και του προϊσχύσαντος Κώδικα Δικηγόρων, των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του Ν. 4024/2011 (και της εκδοθείσας σε εφαρμογή του αμέσως προαναφερόμενου άρθρου ΚΥΑ οικ. 2/17132/0022) και του Ν. 4354/2015, καθώς και τις διατάξεις των άρθρων 12 του Ν. 1090/1980 ("Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των διατάξεων της "Περί Ταμείου Νομικών" Νομοθεσίας και άλλων τινών διατάξεων"), 9 παρ. 1 του Ν. 3075/2022 ("Τροποποίηση και συμπλήρωση της συνταξιοδοτικής νομοθεσίας του Δημόσιου και άλλες διατάξεις"), 45 παρ. 1 του Ν. 2238/1994"Κώδικας Φορολογίας Εισοδήματος" και των άρθρων 4 παρ. 5, 25 παρ. 1 και 4, 79 παρ. 1 και 106 παρ. 1 του Συντάγματος, στη συνέχεια έκρινε μη νόμιμη την αγωγή, με την αιτιολογία ότι:
Ο ενάγων, ως δικηγόρος, με πάγια αντιμισθία, του εναγόμενου Ν.Π.Δ.Δ., εξομοιώνεται μισθολογικά με το λοιπό προσωπικό του τελευταίου, λαμβάνοντας ως προσαύξηση του μισθού του και όλα τα επιδόματα που καταβάλλονται στους τακτικούς δημοσίους υπαλλήλους, σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν γι' αυτούς καθώς, με βάση το πλέγμα των πιο πάνω διατάξεων, αντιμετωπίζεται μισθολογικά, ασφαλιστικά και φορολογικά με τον ίδιο τρόπο, που αντιμετωπίζονται οι τακτικοί δημόσιοι υπάλληλοι της υπηρεσίας, στην οποία παρέχει τις υπηρεσίες του και ως εκ τούτου καθίσταται τουλάχιστον ανακόλουθο να δικαιούται όλες τις οικονομικές απολαβές του προσωπικού της υπηρεσίας στην οποία απασχολείται, αλλά να εξαιρείται τον τυχόν αντίστοιχων επιβαρύνσεων, όπως της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης, που σε κάθε περίπτωση, αν υπήρχε σχετική βούληση του νομοθέτη, θα το όριζε ρητά.
Ακολούθως, έκρινε βάσιμο το μοναδικό λόγο έφεσης του εναγόμενου και ήδη αναιρεσίβλητου και κατά ουσιαστική παραδοχή της, μετά από εξαφάνιση της εκκαλούμενης πρωτόδικης απόφασης, δικάζοντας επί της αγωγής, ως προς την κύρια βάση της, απέρριψε την αγωγή ως προς τη βάση αυτή ως μη νόμιμη. Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 38 παρ. 2 περ.
α' του Ν. 3986/2011 και της κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσας με αριθμό οικ. 2/57654/0022/22.8.2011 ΚΥΑ, που αναπτύσσονται στην προηγηθείσα νομική σκέψη, καθόσον ορθά κατέληξε στο πόρισμα ότι οι άνω διατάξεις καταλαμβάνουν και τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα δικηγόρο, ο οποίος, με σύμβαση έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία, παρέχει νομικές υπηρεσίες στο εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Ν.Π.Δ.Δ..
Ειδικότερα, ο αναιρεσείων δικηγόρος, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1, 7 παρ. 1, 8 και 42 έως και 46 του Ν. 4194/2013 "Κώδικας Δικηγόρων", είναι δημόσιος λειτουργός και συνδέεται με σύμβαση έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία με το αναιρεσίβλητο Ν.Π.Δ.Δ. Καθ' όλο το επίδικο χρονικό διάστημα μισθοδοτείται από το αναιρεσίβλητο, στο οποίο παρέχει τις υπηρεσίες του ως δικηγόρος, υπαγόμενος στο μισθολόγιο του προσωπικού του με τις προβλεπόμενες από τις σχετικές διατάξεις αποδοχές.
Συγκεκριμένα, μέχρι τις 31.12.2015, με την ΚΥΑ οικ. 2/17132/0022/28-2-2012 που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 22 παρ.1 του Ν. 4024/2011 και σε συνδ. με το άρθρο 4 παρ.1 του ίδιου νόμου, υπήχθη στις ρυθμίσεις του μισθολογίου αυτού του προσωπικού των Ν.Π.Δ.Δ., αμειβόμενος με τον προβλεπόμενο βασικό μισθό με αναφορά σε μισθολογικά κλιμάκια, και από την 1.1.2016 που επαναρρυθμίστηκαν οι διατάξεις που αφορούν το ανωτέρω μισθολόγιο, με το Ν. 4354/2015 Κεφ.
Β', με τη διάταξη του άρθρου 7 περ. ιη' του ίδιου νόμου, υπήχθη στις μισθολογικές ρυθμίσεις του νόμου αυτού. Επομένως, ο αναιρεσείων δικηγόρος ανήκει στο μισθοδοτούμενο προσωπικό του αναιρεσίβλητου Ν.Π.Δ.Δ. και με την ιδιότητά του αυτή οι διατάξεις του άρθρου 38 παρ. 2 περ. α' του Ν.3986/2011, που προβλέπουν την παρακράτηση της ένδικης ειδικής εισφοράς, ενόψει της γενικότητας της διατύπωσής τους και του προεκτεθέντος σκοπού του νόμου, αφορούν και τον ίδιο, ανεξάρτητα από τη φύση της σχέσης που τον συνδέει με το αναιρεσίβλητο, και την έλλειψη της υπαλληλικής του ιδιότητας.
Τούτο άλλωστε καταδεικνύεται και από την διατύπωση της παρ.2 περ.α' του ανωτέρω άρθρου, που σαφώς αφορά σε όλους τους μισθοδοτούμενους (και) των ΝΠΔΔ και όχι μόνο τους συνδεόμενους με αυτά με υπαλληλική σχέση, καθόσον η αναφορά της λέξης "υπαλλήλων" αμέσως μετά από τη λέξη "μισθοδοτούμενων", πλεονάζει, δεδομένου ότι οι υπάλληλοι είναι πάντοτε μισθοδοτούμενοι.
Συνακόλουθα η εκδοθείσα, κατ'εξουσιοδότηση του άρθρου 38 παρ.2 α' του Ν.3986/2011, με αριθμό 2/57654/0022/22.8.2011 ΚΥΑ, η οποία, καθορίζοντας τον τρόπο υπολογισμού της καθιερούμενης με το άρθρο αυτό ειδικής εισφοράς, αναφέρεται στο "μισθοδοτούμενο προσωπικό" των ΝΠΔΔ, κείται εντός ορίων της ανωτέρω διάταξης, κατ' εξουσιοδότηση της οποίας εκδόθηκε(ΑΠ 267/2025, 1480/2024, 1479/2024).
Κατά συνέπεια, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, που έκρινε ομοίως, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 38 παρ. 2 α' του Ν. 3986/2011 και της κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσας με αριθ. οικ. 2/57654/0022/22.8.2011 υπουργικής απόφασης, οι οποίες, εν προκειμένω, είναι εφαρμοστέες και έτσι δεν υπέπεσε στην από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια.
Επομένως, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί ο μοναδικός λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων, προσάπτοντας στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυρίζεται τα αντίθετα, υποστηρίζοντας ειδικότερα ότι το Εφετείο, κρίνοντας ως ανωτέρω και απορρίπτοντας την αγωγή του ως προς την κύρια βάση της ως μη νόμιμη, παραβίασε ευθέως τις διατάξεις του άρθρου 38 παρ. 2 α' του Ν. 3986/2011 και της κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσας με αριθ.
οικ. 2/57654/0022/22.8.2011 υπουργικής απόφασης. Κατόπιν τούτων και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η ένδικη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων της παρούσας αναιρετικής δίκης πρέπει να συμψηφισθούν στο σύνολό τους λόγω του ότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρα 179, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21.6.2022 (με αριθ. καταθ. ...2022) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1221/15.6.2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα της παρούσας αναιρετικής δίκης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Απριλίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Μαΐου 2025.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ