Supreme Court dismisses appeal on procedural absence and evidentiary review grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Third Instance Court of Ioannina. The appellant argued that the lower court failed to consider a specific sworn witness statement, while the opposing parties contended that the appeal was procedurally flawed due to the absence of one respondent and legally inadmissible regarding evidence evaluation. The court ruled that the lower court had explicitly acknowledged the witness statement in its decision and that appeals challenging the court's assessment of evidence are inadmissible under Greek civil procedure law.
Legislator headnote
AI generatedArt. 576 para. 2 CPolD; Art. 561 para. 1 CPolD: The Supreme Court proceeds ex officio if a summoned party fails to appear, and appeals alleging that the lower court failed to consider evidence are inadmissible when the lower court's decision explicitly references and evaluates that evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 748 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 748/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη, Μαρία Κουφούδη, Σοφία Πολύζου-Θεοχαρίδη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Β. Κ. του Ν., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Τζούμα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Π. του Σ., 2) Ι. Π. του Σ., κατοίκων ..., 3) Δ. Π. του Β., κατοίκου ..., 4) Θ. Π. του Δ., κατοίκου .... Οι 1ος, 2η και 4ος εκ των αναιρεσιβλήτων, εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χριστόφορο Σαράκη και κατέθεσαν προτάσεις. Ο 3ος αναιρεσίβλητος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-7-2016 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Άρτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 39/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 325/2019 του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2-6-2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων που παραστάθηκαν, ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 11.073Β'/16-11-2020 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Ιωαννίνων Λ. Ν., που επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα, η οποία επισπεύδει την συζήτηση, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση για την παρούσα δικάσιμο επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον πληρεξούσιο δικηγόρο του απολειπόμενου τρίτου αναιρεσιβλήτου, (Δ. Π.), Παναγιώτη Παπάκο, δικηγόρο Άρτας, ο οποίος τον εκπροσώπησε κατά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 143 παρ. 1-3 ΚΠολΔ). Ωστόσο, ο ως άνω αναιρεσίβλητος δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Συνεπώς το Δικαστήριο θα προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία του. Με την κρινόμενη από 2-6-2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, με αριθμό 325/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, που απέρριψε την έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας κατά της 39/2018 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Άρτας, με την οποία είχε γίνει δεκτή αγωγή προστασίας από προσβολή της προσωπικότητας των αναιρεσίβλητων. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), πρέπει δε να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔικ).
Κατά το άρθρο 321 ΚΠολΔ, δεδικασμένο, το οποίο, κατά το άρθρο 332 του ίδιου Κώδικα, λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης, δημιουργούν οι οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, δηλαδή οι τελεσίδικες.
Κατά δε το άρθρο 324 ΚΠολΔ, το δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ίδιων προσώπων, που παρίστανται με την ίδια ιδιότητα, μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και για την ίδια ιστορική και νομική αιτία. Ταυτότητα ιστορικής αιτίας υπάρχει, όταν τα ίδια πραγματικά περιστατικά που συγκρότησαν την ιστορική βάση της πρώτης αγωγής και με την ίδια νομική διάταξη στηρίζουν και τη μεταγενέστερη αγωγή.
Ενώ η ταυτότητα της νομικής αιτίας προϋποθέτει θεμελίωση και των δύο αγωγών στο ίδιο νομικό γεγονός (νομικό κανόνα) που αφορά τη συγκεκριμένη έννομη σχέση. Έτσι, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων αυτών (321 και 324), καθώς και εκείνης του άρθρου 322 ΚΠολΔ, η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο που δεν επιτρέπει να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί, δηλαδή εμποδίζει το δικαστήριο να ερευνήσει την ίδια υπόθεση και πάλι, χάριν του δημόσιου συμφέροντος και προς αποφυγή έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων μεταξύ των ίδιων διαδίκων.
Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ανακύπτει εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα, το δικαίωμα που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση, οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασής του το δεδικασμένο που προκύπτει από την απόφαση αυτή, λαμβάνοντάς το ως αμάχητη αλήθεια, έστω και αν η απόφαση είναι εσφαλμένη, όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα, για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο.
Το δεδικασμένο αυτό εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα για έννοµη σχέση που προβλήθηκε µε αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση συµψηφισµού. Έννοµη σχέση, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, είναι το σύνολο των έννομων συνεπειών που κρίθηκαν τελεσίδικα και όχι τα πραγματικά γεγονότα που γέννησαν ή απόσβεσαν τις έννoµες συνέπειες (ΑΠ 1218/2018, ΑΠ 1443/2017, ΑΠ 1255/2015).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 16 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης επιτρέπεται και αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο. Ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο την "παράβαση νόμου", δηλαδή την ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων σε σχέση με όσα γίνονται ανελέγκτως δεκτά, ήτοι αν αυτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και σε καταφατική περίπτωση αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα που του προσέδωσε η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ διαφεύγει του αναιρετικού ελέγχου, ως κρίση περί τα πράγματα, η συνδρομή ή όχι των περιστατικών ως προς την ταυτότητα της διαφοράς και των διαδίκων.
Αν η κρίση περί δεδικασμένου στηρίζεται μόνον επί διαδικαστικών εγγράφων, προς διακρίβωση της βασιμότητας ή μη του λόγου ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου τους, ενώ επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο και η απόφαση από όπου απορρέει το δεδικασμένο ( Ολ.ΑΠ 7/2013, ΑΠ 488/2020). Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα:
Με την υπ' αριθμ. 6/2016 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Άρτας, απορρίφθηκε εν μέρει ως απαράδεκτη και μη νόμιμη και εν μέρει ως ουσία αβάσιμη η από 26-9-2014 αρνητική της κυριότητας αγωγή του άρθρου 1108 ΑΚ, που είχαν ασκήσει οι ήδη αναιρεσίβλητοι κατά της αναιρεσείουσας, με την οποία ζητούσαν να αναγνωριστεί η κυριότητά τους στο αναφερόμενο σ' αυτήν ακίνητο και να υποχρεωθεί η τελευταία να παύσει κάθε διατάραξη του δικαιώματος της κυριότητάς τους σε αυτό, προβαίνοντας στο κλάδεμα των δένδρων (του ακινήτου της), ώστε το μέγιστο ύψος τους να μην υπερβαίνει το μέγιστο ύψος του κιγκλιδώματος του βορειοδυτικού εξώστη της οικοδομής τους, άλλως, σε περίπτωση αρνήσεώς της, να επιτραπεί να προβούν οι ίδιοι στις ως άνω ενέργειες με δαπάνη της εναγομένης και τέλος να παραλείπει η τελευταία (αναιρεσείουσα) κάθε διατάραξη της κυριότητάς τους στο μέλλον.
Η ως άνω απόφαση κατέστη τελεσίδικη, αφού δεν ασκήθηκε έφεση κατ' αυτής. Στη συνέχεια οι αναιρεσίβλητοι άσκησαν την ένδικη, από 25-7-2016 αγωγή τους στηριζόμενη στην ίδια ιστορική αιτία, με την οποία, επικαλούμενοι προσβολή του δικαιώματος της προσωπικότητάς τους, ζήτησαν να αναγνωριστεί ότι έχουν δικαίωμα που απορρέει από αυτήν (προσωπικότητα) περί απόλαυσης της θέας προς τον αιγιαλό, την θάλασσα και την παραλία της ...
από το βορειοδυτικό εξώστη του ισογείου διαμερίσματος της οικοδομής τους, να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα να παύσει την προσβολή της προσωπικότητάς τους, προβαίνοντας στο κλάδεμα των δένδρων, όπως και παραπάνω και να υποχρεωθεί να απόσχει από κάθε μελλοντική προσβολή της προσωπικότητάς τους, όπως ειδικότερα αναφερόταν στην αγωγή.
Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, σχετικά με την ύπαρξη δεδικασμένου (και εκκρεμοδικίας, ισχυρισμού που είχε προβληθεί επίσης κατ' έφεση) το οποίο απορρέει από την υπ' αριθμ. 6/2016 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Άρτας, δέχθηκε ότι: "... Αφετέρου δε, από την παραπάνω προγενέστερη αγωγή δεν δημιουργείται εκκρεμοδικία για την ένδικη αγωγή γιατί η τελευταία έχει άλλη νομική αιτία από την προγενέστερη, καθόσον στηρίζεται σε διαφορετική από εκείνη νομική αιτία, ήτοι στην προσβολή του δικαιώματος της προσωπικότητας των εναγόντων και όχι στην προσβολή της κυριότητας των τελευταίων επί του αναφερομένου σ' αυτήν ακινήτου συνιδιοκτησίας τους και έτσι δεν υπάρχει ταυτότητα διαφοράς...
Επίσης και ο προβαλλόμενος από την εναγομένη, για πρώτη φορά, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ισχυρισμός περί απαραδέκτου της αγωγής, λόγω δεδικασμένου, καθώς η ως άνω απόφαση (6/2016) κατέστη ήδη τελεσίδικη, αφού σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 42/16-4-2019 βεβαίωση της Γραμματέα του Πρωτοδικείου Άρτας, δεν ασκήθηκε κατ' αυτής έφεση, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον, όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, δεν υπάρχει ταυτότητα διαφοράς μεταξύ των δύο αγωγών και συγκεκριμένα δεν στηρίζονται στην ίδια νομική αιτία που αποτελεί απαιτούμενη προϋπόθεση για να παραχθεί δεδικασμένο από την ως άνω, υπ' αριθμ. 6/2016 απόφαση".
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, βάσει των οποίων και απέρριψε τον ισχυρισμό (λόγο εφέσεως) της αναιρεσείουσας περί απαραδέκτου της ένδικης αγωγής λόγω υπάρξεως δεδικασμένου ως προς το ασκηθέν με αυτήν δικαίωμα που προκύπτει από την προαναφερθείσα υπ'αριθμ. 6/2016 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Άρτας, δεν υπέπεσε στην προαναφερθείσα αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 16 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αφού, ενόψει των κατά τα ανωτέρω παραδοχών του Εφετείου και σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, δεν συνέτρεχε περίπτωση δεδικασμένου ως προς το ουσιαστικό δικαίωμα που ασκήθηκε με την ένδικη αγωγή, το δικαίωμα δηλαδή της προσβολής της προσωπικότητας των αναιρεσιβλήτων, που να δεσμεύει το δικαστήριο ως προς την ύπαρξη ή μη του ουσιαστικού αυτού δικαιώματος (ταυτότητα νομικής αιτίας).
Επομένως είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος της αιτήσεως της αναιρεσείουσας με τον οποίο υποστηρίζει τα αντίθετα. Κατά το άρθρο 57 ΑΚ "όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον ... Αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται...".
Το εν λόγω ιδιωτικό δικαίωμα στην προσωπικότητα έχει διαπλαστεί από το νόμο ως ένα δικαίωμα - πλαίσιο με επί μέρους αυτοτελείς εκφάνσεις που αποτελούν ειδικότερα δικαιώματα, όπως το δικαίωμα στη ζωή, το δικαίωμα στην υγεία, το δικαίωμα στην τιμή κ.ο.κ. Η προσωπικότητα του ανθρώπου γεννάται και αναπτύσσεται ακώλυτα μέσα σε ένα ζωτικό χώρο που αποτελείται κατ' αρχήν από τα εκτός συναλλαγής πράγματα, δηλαδή κατά το άρθρο 966 ΑΚ, α) τα κοινά σε όλους (η ατμόσφαιρα και η θάλασσα), β) τα κοινόχρηστα (όπως, ενδεικτικώς κατ' άρθρο 967 ΑΚ, τα ελευθέρως και συνεχώς ρέοντα ύδατα, οι δρόμοι, οι πλατείες, οι αιγιαλοί κλπ) και γ) τα προορισμένα για την εξυπηρέτηση δημόσιων, δημοτικών, κοινοτικών ή θρησκευτικών σκοπών.
Στην έννοια του αναγκαίου στην ανθρώπινη προσωπικότητα ζωτικού χώρου εντάσσονται και άλλα περιβαλλοντικά αγαθά μη υπαγόμενα εκ πρώτης όψεως στις ανωτέρω κατηγορίες, όπως είναι η αισθητική του τοπίου, η προσήκουσα πολεοδομική ανάπτυξη με σεβασμό στο φωτισμό και τον αερισμό. Η ακώλυτη απόλαυση της χρήσης και της ωφέλειας των αγαθών που συναποτελούν το ζωτικό περιβαλλοντικό χώρο για την ανάπτυξη της ανθρώπινης προσωπικότητας συνιστά αυτοτελή έκφανση του δικαιώματος της προσωπικότητας που προστατεύεται από τις διατάξεις των άρθρων 57 και 59 ΑΚ.
Προσβολή της ειδικότερης αυτής πλευράς του δικαιώματος επί της προσωπικότητας επέρχεται όταν διαταράσσεται στοιχείο του ζωτικού χώρου από τα ανωτέρω αναφερόμενα κατά τέτοιο τρόπο ώστε: α) καταργείται εξολοκλήρου ή αλλοιώνεται η κοινή ωφέλεια που πηγάζει από τη χρήση του συγκεκριμένου αγαθού, είτε β) καθίσταται αδύνατη η χρήση του στοιχείου αυτού ή άλλου συνδεομένου προς αυτό.
Τέτοια προσβολή είναι απαγορευμένη κατά το άρθρο 57 ΑΚ και αναδίδει τις εκεί καθοριζόμενες αξιώσεις εφόσον είναι παράνομη. Τούτο συμβαίνει, όταν η προσβολή γίνεται κατά παράβαση ρητής διάταξης νόμου ή γίνεται χωρίς δικαίωμα ή επιχειρείται κατ' ενάσκηση δικαιώματος, το οποίο είτε είναι μικρότερης σπουδαιότητας από πλευράς έννομης τάξης είτε ασκείται υπό περιστάσεις που καθιστούν καταχρηστική την άσκησή του, κατ' άρθρο 281 ΑΚ και 25 παρ. 3 του Συντάγματος ( ΑΠ 43/2016, 1574/2014, ΑΠ 1216/2014, ΑΠ 286/1987).
Η παράνομη προσβολή δεν απαιτείται να είναι επιπλέον και υπαίτια. Ήτοι ο νόμος παρέχει στο θιγόμενο και σε βάρος εκείνου που προκαλεί την προσβολή, αξίωση για άρση της προσβολής και για μη επανάληψή της στο μέλλον ανεξάρτητα από τη συνδρομή υπαιτιότητας (αντικειμενική ευθύνη) (ΑΠ 1085/2014). Περαιτέρω, με το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ ΑΠ 4/2018 και Ολ ΑΠ 6/2017).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 559/2020, ΑΠ 125/2019).
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως (Ολ.ΑΠ 26/2004, ΑΠ 1112/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, μετ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, αναφορικά με την ένδικη υπόθεση, τα εξής: "Οι ενάγοντες τυγχάνουν συγκύριοι - συννομείς και συγκάτοχοι κατά ποσοστό 1/6 εξ αδιαιρέτου έκαστος των δύο πρώτων και 2/6 εξ αδιαιρέτου έκαστος των δύο τελευταίων επί ενός οικοπέδου έκτασης 388,05 τ.μ., που βρίσκεται στον οικισμό ...
Άρτας (εντός του παλαιού οικισμού - Τομέα Α), εντός του οποίου υφίσταται διώροφη οικοδομή (ανεγερθείσα περί το έτος 1976), αποτελούμενη από ισόγειο διαμέρισμα εμβαδού 45,68 τ.μ. και πρώτο πάνω από το ισόγειο όροφο (διαμέρισμα), εμβαδού 45,68 τ.μ., όπως αυτό (οικόπεδο) εμφαίνεται στο από μηνός Μαΐου 2014 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου - τοπογράφου - μηχανικού Λ.
Μ. και προσδιορίζεται με τα στοιχεία … και το οποίο συνορεύει περιμετρικά με υφιστάμενη κοινοτική οδό επί πλευρών … με κοινοτική οδό αδιάνοιχτη επί πλευρών …, με ιδιοκτησία εναγόμενης επί πλευρών … και με υφιστάμενη κοινοτική οδό επί πλευρών …. Το προαναφερθέν οικόπεδο μετά της εντός αυτού διώροφης οικίας, που ανεγέρθηκε το έτος 1976 περιήλθε, κατά τα ανωτέρω εξ αδιαθέτου ποσοστά συγκυριότητας, στους δύο πρώτους ενάγοντες λόγω κληρονομικής διαδοχής δυνάμει της υπ' αριθ. .../22-10-2008 πράξης δήλωσης αποδοχής (εξ αδιαθέτου) κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Αθηνών Δήμητρας Ιωάννου - Αποστολοπούλου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πρέβεζας στον τόμο ...
και με αύξοντα αριθμό …, στον τρίτο ενάγοντα λόγω κληρονομικής διαδοχής δυνάμει της υπ' αριθ. .../2-4-2013 πράξης δήλωσης αποδοχής (εξ ιδιόγραφης διαθήκης) κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Σωτήριου Συγκούνα, που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία του ίδιου ως άνω Υποθηκοφυλακείου στον τόμο ... και με αύξοντα αριθμό … και στον τέταρτο ενάγοντα, λόγω χρησικτησίας, καθόσον νεμήθηκε αυτό, κατά το άνω ιδανικό του μερίδιο, με διάνοια κυρίου ασκώντας όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του διακατοχικές πράξεις για χρονικό διάστημα άνω της εικοσαετίας και δη από το έτος 1970 μέχρι την άσκηση της αγωγής.
Η συγκυριότητα των εναγόντων επί του ως άνω ακινήτου τους και ο τρόπος κτήσης της δεν αμφισβητούνται από την εναγόμενη. II εναγόμενη είναι κυρία όμορου οικοπέδου συνολικής έκτασης 745,03 τ.μ., το οποίο έχει αποκτήσει δυνάμει της υπ' αριθ. .../25-8-2005 πράξης γονικής παροχής του συμβολαιογράφου Άρτας Κωνσταντίνου Π.
Τσίκου, σε συνδυασμό με την υπ' αριθ. 4035/28-1-2011 διορθωτική πράξη του ίδιου συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκαν νόμιμα στα οικεία βιβλία του υποθηκοφυλακείου Πρέβεζας, μετά της εντός αυτού οικοδομής σε τμήμα εμβαδού 383,05 τ.μ. σε διάφορο τμήμα του οποίου (οικοπέδου) εμβαδού 140,64 τ.μ. (που δεν έχει εισέτι οικοδομηθεί) συνορεύει με την παραπάνω ιδιοκτησία των εναγόντων επί των πλευρών με τα στοιχεία….
Επί του κοινού αυτού ορίου των ακινήτων των διαδίκων η εναγόμενη έχει κατασκευάσει διαχωριστικό τσιμεντένιο τοιχίο με κάγκελα ύψους 1 μ. περίπου, ενώ το έτος 2010 που προέβη σε εργασίες διαμόρφωσης του ακινήτου της φύτευσε εντός αυτού και κατά μήκος του άνω τοιχίου που βρίσκεται σε εγγύτατη απόσταση από τον βορειοδυτικό εξώστη του ισόγειου (υπερυψωμένου) διαμερίσματος της οικοδομής των εναγόντων και του βορειοδυτικού ορίου του οικοπέδου τους (ήτοι περιμετρικά του εξώστη) επί των πλευρών με τα στοιχεία … μία σειρά από κωνοφόρα δένδρα και συγκεκριμένα έντεκα (11) κυπαρίσσια ταχείας ανάπτυξης, τύπου "λέιλαντ", προς καλλωπισμό του χώρου και διαφύλαξη της ιδιωτικότητας της περιουσίας της (στο προαναφερθέν όριο - σημείο που βρίσκεται σε άμεση επαφή με την οικοδομή των εναγόντων).
Τα δένδρα αυτά με την πάροδο των ετών αναπτύχθηκαν τόσο ώστε αποτελούν μία πυκνή δενδροστοιχία και ήδη τον μήνα Μάιο του 2014 το ύψος αυτής υπέρκειται του τελικού ύψους του κιγκλιδώματος του βορειοδυτικού εξώστη του ισογείου διαμερίσματος των εναγόντων (περιμετρικά) κατά 2,40 έως 3,60 μέτρα, όπως η χωροθέτηση αυτής (δενδροστοιχίας) αποτυπώνεται στο από μηνός Μαΐου 2014 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Λ.
Μ. και στη συνοδεύουσα αυτό (τοπογραφικό διάγραμμα) από 16-5-2014 τεχνική έκθεση του ίδιου τοπογράφου - μηχανικού. Σύμφωνα με τα έγγραφα αυτά πρόκειται για: α) τρία δένδρα με στοιχεία ... κείμενα πλησίον της πλευράς ... της ιδιοκτησίας των εναγόντων, βόρεια και βορειοδυτικά αυτής σε απόσταση 1,62 - 0,96 και 0,38 μ. αντίστοιχα από το κιγκλίδωμα του εξώστη του ισογείου και υπέρκεινται του τελικού ύψους του κιγκλιδώματος κατά 3,60 μ., β) πέντε δένδρα με στοιχεία Δ4, Δ5, Δ6, Δ7, Δ8 κείμενα πλησίον της πλευράς ...
της ιδιοκτησίας των εναγόντων, δυτικά και νοτιοδυτικά αυτής σε απόσταση 1,25 - 1,38 - 1,46 - 1,54 και 1,31 μ. αντίστοιχα από το κιγκλίδωμα του εξώστη του ισογείου και υπέρκεινται του τελικού ύψους του κιγκλιδώματος κατά 2,40 μ. και γ) τρία δένδρα με στοιχεία ... κείμενα πλησίον της πλευράς ... της ιδιοκτησίας των εναγόντων, νοτιοδυτικά αυτής σε απόσταση 0,45 - 0,35 και 0,80 μ.
από το όριο αυτής (ιδιοκτησίας) αντίστοιχα και υπέρκεινται του τελικού ύψους του κιγκλιδώματος κατά 3,60 μ.. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το μεγάλο ύψος των ως άνω δένδρων, που προσεγγίζει πλέον τον εξώστη του πρώτου ορόφου (τελευταίου) της οικοδομής των εναγόντων, έχει αποκλείσει παντελώς τη θέα από τον εξώστη του ισόγειου διαμερίσματος (υπερυψωμένου) των εναγόντων προς τα δυτικά - νοτιοδυτικά αυτού, όπου υπήρχε η ορατότητα προς τη θάλασσα και συγκεκριμένα προς τη δυτική παραλία της ..., συνακόλουθα δε έχει μειώσει σημαντικά και το εισερχόμενο φως της ημέρας (ηλιακό φως) στην αυτή οικία, με αποτέλεσμα την επιβάρυνση της κατοικίας των εναγόντων και την επιδείνωση των όρων διαβίωσης της οικογένειας αυτών, γεγονός το οποίο γνώριζε η εναγόμενη και παρά ταύτα δεν προέβη στον περιορισμό του ύψους των ως άνω δένδρων και το κλάδεμα αυτών.
Το ύψος αυτό των δένδρων με τις προαναφερόμενες επιπτώσεις στη χρήση του εν λόγω εξώστη της κατοικίας των εναγόντων αποδεικνύεται από όλα τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα και ιδίως από την κατάθεση της μάρτυρος απόδειξης, που περιλαμβάνεται στην υπ' αριθ. 3842/6-2-2017 ένορκη βεβαίωσή της, που προέρχεται από δική της προσωπική αντίληψη, είναι σαφής και εμπεριστατωμένη και κρίνεται πειστική σε συνδυασμό και με τα προσκομιζόμενα έγγραφα και ιδίως από την προσκομιζόμενη από 16-5-2014 τεχνική έκθεση του αγρονόμου - τοπογράφου - μηχανικού Λ.
Μ., στην οποία αποτυπώνονται λεπτομερώς κατά θέση, ύψος και απόσταση από την ιδιοκτησία των εναγόντων τα επίδικα δένδρα (κυπαρίσσια), καθώς και από τις προσκομιζόμενες από τους ενάγοντες φωτογραφίες, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητείται. Τα παραπάνω δεν αναιρούνται από την κατάθεση του μάρτυρος ανταπόδειξης, η οποία δεν κρίνεται πειστική, καθώς αναιρείται από τα λοιπά αποδεικτικά μέσα.
Με τα δεδομένα αυτά η διατήρηση εκ μέρους της ενάγουσας του συγκεκριμένου ύψους των δένδρων αυτών στο όριο της ιδιοκτησίας της προσβάλλει το δικαίωμα της χρήσης των εναγόντων του ισόγειου διαμερίσματος τους και κατ' επέκταση το δικαίωμα της προσωπικότητάς τους, έκφανση της οποίας αποτελεί, εν προκειμένω, και η απόλαυση της θέας που ο εξώστης της οικίας αυτής προσφέρει προς τον αιγιαλό, την παραλία και τη θάλασσα της ....
Η συμπεριφορά, δηλαδή, της εναγόμενης, εκδηλωθείσα μέσω της άρνησης της να προβαίνει σε κλάδεμα των δένδρων και στη διατήρηση αυτών σε τέτοιο ύψος που να καθιστά δυνατή την απόκτηση και πάλι της θέας από τον εν λόγω εξώστη (προς τη θάλασσα), παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις των εναγόντων, προσβάλλει το δικαίωμα της προσωπικότητάς τους, δοθέντος ότι το προσδοκώμενο όφελος από την ενάσκηση του δικαιώματος κυριότητάς της επί των δένδρων αυτών ήτοι η καλαισθησία του οικοπέδου της και η διαφύλαξη της ιδιωτικότητας του οικοπέδου της στο κοινό όριο - σημείο που βρίσκεται σε άμεση επαφή με την οικοδομή των εναγόντων, είναι ελάσσονος σημασίας σε σχέση με το πληττόμενο έννομο αγαθό των εναγόντων, που συνίσταται εκ των πραγμάτων στον πλήρη και μόνιμο αποκλεισμό της θέας εκ του βορειοδυτικού εξώστη του ισογείου διαμερίσματος τους και την μείωση του εισερχόμενου στο διαμέρισμα φωτός της ημέρας, αλλά τυγχάνει και καταχρηστική, καθώς υπερβαίνει τα όρια που τάσσονται από το άρθρο 281 ΑΚ.
Η εναγόμενη προέβαλε πρωτοδίκως τον ισχυρισμό ότι οι ενάγοντες ευθύνονται για τον αποκλεισμό της θέας του ισόγειου διαμερίσματος τους, λόγω του ότι η βορειοδυτική πλευρά της οικοδομής τους κείται σε απόσταση μικρότερη της νόμιμης απόστασης "Δ", βάσει των σχετικών διατάξεων του ΓΟΚ, από το κοινό όριο των δύο όμορων οικοπέδων, τον οποίο (ισχυρισμό) επαναφέρει στο παρόν Δικαστήριο με σχετικό λόγο έφεσης.
Ο ισχυρισμός αυτός τυγχάνει απορριπτέος, καθόσον ο αποκλεισμός της θέας οφείλεται στο υπερβολικό ύψος που έχουν αποκτήσει τα δένδρα (κυπαρίσσια) και όχι στη μη τήρηση της νόμιμης απόστασης, η οποία πράγματι υφίσταται, αφού υπάρχει απόκλιση της τάξης του 1-1,50 μ. περίπου και για τον λόγο αυτό η διώροφη οικοδομή των εναγόντων έχει υπαχθεί στη διαδικασία του ν. 4178/2013 για νομιμοποίηση αυθαίρετης κατοικίας και πολεοδομικών παραβάσεων, μεταξύ των οποίων και η μη τήρηση της απόστασης "Δ" από το κοινό όριο των οικοπέδων, δεδομένου ότι, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ακόμη και αν είχε τηρηθεί η νόμιμη απόσταση και πάλι θα αποκλείονταν η θέα προς την παραλία, αφού το πρόβλημα έγκειται στο ύψος των δένδρων, που πλέον έχουν φθάσει στον έτερο όροφο της οικοδομής και συνεπώς ο αποκλεισμός αυτός δεν συναρτάται με την προαναφερόμενη απόκλιση από το νόμιμο όριο (απόσταση) από το οικόπεδο της εναγόμενης.
Επίσης και ο ισχυρισμός της εναγόμενης που προέβαλε πρωτοδίκως και επαναφέρει με σχετικό λόγο της έφεσής της ότι η συμπεριφορά της δεν είναι καταχρηστική, διότι στη θέση των κυπαρισσιών θα μπορούσε να ανεγείρει τριώροφη οικοδομή, όπως προτίθεται άλλωστε να προβεί στο μέλλον και όπως έχει δικαίωμα εκ του νόμου, αφού το ελεύθερο τμήμα του οικοπέδου της, όπου έγινε η φύτευση της δενδροστοιχίας, εμβαδού 140,64 τ.μ., είναι άρτιο και οικοδομήσιμο κατά παρέκκλιση, πράγμα που θα είχε ως αποτέλεσμα να αποκλείσει ούτως ή άλλως" τη θέα του οικοπέδου των εναγόντων προς τη θάλασσα, τυγχάνει απορριπτέος, καθόσον στην περίπτωση αυτή θα υπήρχε διαφοροποίηση των προστατευτέων έννομων αγαθών αμφοτέρων των πλευρών (διαδίκων), με το έννομο αγαθό της εναγόμενης (συνιστάμενο στην ανέγερση νόμιμης οικοδομής) να υπερτερεί έναντι του έννομου αγαθού των εναγόντων (συνιστάμενο στην απόλαυση της θέας εκ της οικοδομής τους), ζήτημα όμως που δεν απασχολεί το παρόν δικαστήριο.
Με τα παραπάνω δεδομένα η εναγόμενη με το να διατηρεί τα επίδικα δένδρα (11 κυπαρίσσια) σε ύψος που υπέρκειται του μέγιστου ύψους του κιγκλιδώματος (κουπαστής) του βορειοδυτικού εξώστη του ισόγειου διαμερίσματος των εναγόντων κατά 2,40 έως 3,60 μ. προσβάλλει τη χρήση των τελευταίων επί του διαμερίσματος αυτού και κατ' επέκταση το δικαίωμα της προσωπικότητάς τους, έκφανση της οποίας, όπως προαναφέρθηκε, αποτελεί και η απόλαυση της θέας που ο εξώστης της ισόγειας αυτής οικίας προσφέρει προς τον αιγιαλό, την παραλία και τη θάλασσα της ....
Το Πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφασή του δέχθηκε τα ίδια και έκανε δεκτή την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη, απορρίπτοντας, με την ίδια αιτιολογία, τους ως άνω ισχυρισμούς της εναγομένης, δεν έσφαλε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και συνεπώς οι σχετικοί λόγοι της έφεσης, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι".
Στη συνέχεια το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, απορρίπτοντας ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση της ηττηθείσας πρωτοδίκως, εναγομένης. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι, όπως έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 57 και 281 ΑΚ, ενόψει του ότι υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά από αυτό και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, όπως η έννοια αυτών αναλύθηκε στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας νομική σκέψη και του συμπεράσματος του νομικού του συλλογισμού.
Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση εκτίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την εφαρμογή των προαναφερόμενων διατάξεων προς προστασία του νομίμως προβαλλομένου με την ένδικη αγωγή και περιλαμβανόμενου στο δικαίωμα της προσωπικότητας των αναιρεσιβλήτων (εναγόντων), δικαίωμα της θέας προς την θάλασσα από τον αναφερόμενο ακίνητό τους, το οποίο έχει υποστεί προσβολή από την εκτιθέμενη καταχρηστική συμπεριφορά της αναιρεσείουσας, της οποίας σε κάθε περίπτωση το προσδοκόμενο όφελος είναι ελάσσονος σπουδαιότητας σε σχέση με αυτό των ίδιων (αναιρεσιβλήτων).
Επομένως, είναι αβάσιμος ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ήτοι ότι το Εφετείο εφάρμοσε το άρθρο 57 ΑΚ, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, και προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών που δέχθηκε στις ως άνω διατάξεις αφού το δικαίωμα στην απόλαυση του ηλιασμού, αερισμού και θέας προς την θάλασσα δεν αποτελεί αγαθό που εμπίπτει στην έννοια της προσωπικότητας αλλά αποτελεί έκφανση του απολύτου δικαιώματος της κυριότητας και επίσης ότι προσέδωσε στο άρθρο 281 ΑΚ περιεχόμενο που δεν έχει και το ερμήνευσε και το εφάρμοσε εσφαλμένα, αφού τα περιστατικά που δέχθηκε δεν είναι επαρκή για να οδηγήσουν στην εφαρμογή του, ενώ η καταχρηστικότητα προβάλλεται μόνο κατ' ένσταση και όχι με ευθεία αγωγή, όπως εν προκειμένω.
Περαιτέρω, με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσης, γιατί εκτίθενται σ' αυτή με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις όλα τα ως άνω περιστατικά περί της προσβολής εκ μέρους της αναιρεσείουσας της προσωπικότητας των αναιρεσίβλητων, ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής και ερμηνείας της σχετικής ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 57 ΑΚ, την οποία (το Εφετείο) δεν παραβίασε εκ πλαγίου.
Επομένως, είναι αβάσιμος ο περί του αντιθέτου από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ τέταρτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι από την παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι "...η διατήρηση εκ μέρους της ενάγουσας (ορθώς εναγομένης) του συγκεκριμένου ύψους των δένδρων αυτών στο όριο της ιδιοκτησίας της προσβάλλει το δικαίωμα χρήσης των εναγόντων του ισογείου διαμερίσματος τους και κατ' επέκταση το δικαίωμα της προσωπικότητάς τους, έκφανση της οποίας αποτελεί εν προκειμένω και η απόλαυση της θέας που ο εξώστης της κατοικίας αυτής προσφέρει προς τον αιγιαλό, την παραλία και τη θάλασσα της ...", η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών φέρεται να γίνεται στα άρθρα 1008, 989 ΑΚ και ταυτόχρονα αντιφατικά και στο άρθρο 57 ΑΚ.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔικ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 346 του ίδιου κώδικα προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που επιδρούν δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεως (Ολ ΑΠ 2/2008), οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από τον διάδικο.
Καμία ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη (μάρτυρες, έγγραφα, πραγ/νη κλπ), από δε την ειδική αναφορά της αποφάσεως σε κάποιο από αυτά, δεν συνάγεται ότι τα λοιπά δεν λήφθηκαν υπόψη.
Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ ΑΠ 2/2008) ή κατ' άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (Ολ ΑΠ 14/2005) ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από την παραπάνω διάταξη του αριθμού 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔικ πλημμέλεια ότι το Εφετείο, κατά τον σχηματισμό του δικαστικού του πορίσματος ως προς την προσβολή της προσωπικότητας των αναιρεσίβλητων και την καταχρηστικότητα της συμπεριφοράς της αναιρεσείουσας, δεν έλαβε υπόψη την υπ' αριθμ. 15723/6-2-2017 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Α.
Π., που νόμιμα είχε επικαλεστεί και προσκομίσει η αναιρεσείουσα. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση ρητά αναφέρεται σ' αυτήν ότι λήφθηκε υπόψη, μεταξύ άλλων, και η πιο πάνω ένορκη βεβαίωση που επικαλέστηκε και προσκόμισε η αναιρεσείουσα (τότε εκκαλούσα), με αποτέλεσμα από την αναφορά αυτή, σε συνδυασμό με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο αυτής (απόφασης), να μη γεννιέται καμία απολύτως αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του το ως άνω αποδεικτικό μέσο, το οποίο και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις για τη στήριξη, ως προς το παραπάνω ζήτημα, του αποδεικτικού του πορίσματος, ενώ, κατά τα προαναφερθέντα, δεν απαιτείτο η χωριστή αξιολόγηση του ως άνω αποδεικτικού μέσου από το δικαστήριο της ουσίας.
Τέλος, η αιτίαση του ερευνώμενου λόγου ότι από το ανωτέρω αποδεικτικό μέσο συνάγεται αντίθετο πόρισμα, είναι απαράδεκτη, καθόσον αυτή πλήττει την, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔικ, αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου, ως προς την αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων. Επομένως και εφόσον δεν υφίσταται προς έρευνα άλλος λόγος, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρ. 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων αναιρεσίβλητων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρα 176 , 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2-6-2020 αίτηση της Β. Κ. του Ν., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 325/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των παρισταμένων αναιρεσίβλητων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Φεβρουαρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 5 Μαΐου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ