Legislator Case Law & Legislation
748/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal request for restitution due to insufficient detail in calculating interest amounts per year.

Case Number 748/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against the First Instance Court of Thessaloniki's judgment, annulling only the reasoning section while remanding the case for further proceedings. The appellant requested the respondent to pay a total sum including interest calculated from the date of the appellate court's decision. However, the court rejected the specific request for restitution because the appellant failed to specify the exact interest amounts for each individual year (2008-2011) in their written submissions. Consequently, the court could not determine the precise restitution amount necessary if the original judgment were annulled, rendering the request inadmissible under procedural law.

Legislator headnote

AI generated

Articles 216, 217 of the Code of Civil Procedure; A request for restitution of the case to the state prior to enforcement must specify the causes for each partial sum to ensure feasibility of calculation upon partial annulment.

Keywords

AI generated
restitution of case partial annulment interest calculation inadmissible request procedural defect appellate review judicial costs

Cited Legislation

AI generated
Article 561 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 11 item (b) of the Code of Civil Procedure
Article 562 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Articles 216, 217 of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 176, 183, 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 748 / 2020 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 748/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Λουκά Μόρφη, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου και Πελαγία Ακάσογλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, την 26 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", με τον διακριτικό τίτλο "... A.Ε." που εδρεύει στο ..., διατηρεί υποκατάστημα στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Γάτσιο, που κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Μ. (M.) Γ. (G.) του Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Κωστίκα, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-11-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1630/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 302/2018 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26-3-2018 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

(Ι).- Η εκτίμηση του περιεχομένου διαδικαστικών εγγράφων της ίδιας ή άλλης δίκης, ιδίως, αγωγών, παρεμβάσεων, ενδίκων μέσων, προτάσεων ή δικαστικών αποφάσεων, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, όταν η πλημμέλεια, που αποδίδεται στα έγγραφα αυτά, δημιουργεί λόγο αναιρέσεως από τους λόγους, που αναφέρονται στο άρθρο 559 ΚΠολΔ.

Για τη διαπίστωση της πλημμέλειας, πρέπει να προσκομίζονται τα επίμαχα διαδικαστικά έγγραφα προς έλεγχο. Το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ και δεν εισάγει άλλο ειδικό λόγο αναιρέσεως. Λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος, όταν τα περιστατικά, που αναφέρονται στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, πληρούν το πραγματικό λόγου του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 345/2015, ΑΠ 201/1999, ΑΠ 756/1996 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).

Το άρθρο 559 αριθμός 11 περίπτωση (β) ΚΠολΔ ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπ' όψη αποδείξεις, που δεν προσκομίσθηκαν. Ιδρύεται, συνεπώς, ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν το δικαστήριο έχει εισέλθει στην αποδεικτική διαδικασία, ήτοι στην έρευνα της ουσίας (και) της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως για να επιβάλλεται η λήψη υπ' όψη αποδείξεων (ΑΠ ολ. 3/1997, ΑΠ 253/2019 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).

Αν ο λόγος αναιρέσεως στηρίζεται σε ισχυρισμό, που πρέπει για το παραδεκτό του λόγου, να έχει προταθεί νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας [άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ], τότε, για να είναι ορισμένος και, συνεπώς, παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως, όσον αφορά τον συγκεκριμένο ισχυρισμό, πρέπει να αναφέρεται στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως ότι νομίμως προτάθηκε αυτός ο ισχυρισμός στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 194/1998 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).

Κατά το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο και εκτιμώντας, εσφαλμένως, τα διαδικαστικά έγγραφα [άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ] είτε έλαβε υπ' όψη πράγματα, τα οποία δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης είτε δεν έλαβε υπ' όψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως 'πράγματα' θεωρούνται οι νόμιμοι, λυσιτελείς, αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους στο δικαστήριο της ουσίας, συγκροτούν την ιστορική βάση (και, συνεπώς, θεμελιώνουν το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως.

Έτσι, 'πράγματα' αποτελούν και οι βάσεις της αγωγής, κύρια ή επικουρική και τα προς θεμελίωση αυτών και των επί μέρους αιτημάτων περιστατικά (ΑΠ ολ. 25/2003, ΑΠ ολ. 3/1997, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 1230/2019, ΑΠ 1573/2006 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων, που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωσή της.

Η έλλειψη ή η ανεπαρκής ή η ασαφής αναφορά οποιουδήποτε από τα γεγονότα αυτά καθιστά το δικόγραφο της αγωγής αόριστο και η αγωγή είναι απορριπτέα, ως απαράδεκτη [άρθρα 216 παρ.1 στοιχείο (α), 118 αριθμός 4, 111 παρ.2 ΚΠολΔ]. Αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπ' όψη θεμελιωτικά γεγονότα, που δεν διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αγωγής και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ή δεν έλαβε υπ' όψη τέτοια γεγονότα, μολονότι διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αγωγής, τότε, ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ (ΑΠ 931/2017, ΑΠ 1409/2014 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).

Για να θεμελιωθεί λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ, ο περί αοριστίας του δικογράφου της αγωγής ισχυρισμός του εναγομένου πρέπει να προτείνεται νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας και, αν η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, να επαναφέρεται στο εφετείο νομίμως. Για το παραδεκτό του λόγου αυτού αναιρέσεως, πρέπει να αναγράφεται στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως ότι έγινε νομίμως η σχετική πρόταση (ΑΠ 1346/2010, ΑΠ 669/2007 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).

(ΙΙ).- Από τις διατάξεις των άρθρων 22 παρ.2 Συντάγματος, 3 παρ.1, 7 παρ.1, 8 παρ.2, 9 παράγραφοι 1, 2, 4 και 5, 11 και 16 παρ.3 ν. 1876/1990 (ΦΕΚ Α. 27 / 8.3.1990) -και όπως ο ν. 1876/1990 ίσχυσε στα έτη 2003 έως 2011- προκύπτουν (και) τα εξής: Όλες οι Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας (Σ.Σ.Ε.) και Διαιτητικές Αποφάσεις (Δ.Α.), που εξομοιώνονται με τις Σ.Σ.Ε., συμπληρώνουν τους γενικούς όρους εργασίας, όπως αυτοί καθορίζονται από το νόμο, ενώ οι κανονιστικοί όροι τους (Σ.Σ.Ε.

ή Δ.Α.) έχουν άμεση και αναγκαστική ισχύ? δηλ. επιδρούν επί της ατομικής συμβάσεως εργασίας, κατά τρόπο άμεσο και αναγκαστικό, ως κανόνες δικαίου, χωρίς να καθίστανται περιεχόμενο της συμβάσεως εργασίας. Έτσι, με συνταγματική παραχώρηση, οι συνδικαλιστικές οργανώσεις ασκούν, κατά την κατάρτιση Σ.Σ.Ε. ή την έκδοση Δ.Α., εξουσία κανονιστική (νομοθετική), εφ' όσον οι Σ.Σ.Ε.

και οι Δ.Α., ως προς το κανονιστικό τους μέρος, έχουν ισχύ ουσιαστικού νόμου. Οι Σ.Σ.Ε., που αφορούν τους εργαζόμενους περισσοτέρων ομοειδών ή συναφών εκμεταλλεύσεων ή επιχειρήσεων (κλαδικές Σ.Σ.Ε.) ή τους εργαζόμενους ορισμένου επαγγέλματος και των συναφών προς το επάγγελμα αυτό ειδικοτήτων (ομοιοεπαγγελματικές Σ.Σ.Ε.) καθώς και οι αντίστοιχες Δ.Α., δεσμεύουν, μόνο, τους εργοδότες και τους εργαζόμενους, μέλη των συνδικαλιστικών οργανώσεων, που κατήρτισαν τη Σ.Σ.Ε.

ή μεταξύ των οποίων εκδόθηκε η Δ.Α. Ο Υπουργός Εργασίας, όμως, έχει τη δυνατότητα, υπό προϋποθέσεις, να κηρύξει γενικώς υποχρεωτική ορισμένη ομοιοεπαγγελματική Σ.Σ.Ε. ή κλαδική Σ.Σ.Ε. ή αντίστοιχη Δ.Α., οπότε δεσμεύονται από αυτή και εργοδότες και εργαζόμενοι, μη μέλη των οικείων συνδικαλιστικών οργανώσεων, υπό την προϋπόθεση ότι θα μπορούσαν, με τις δραστηριότητές τους, να είναι μέλη (ΑΠ 149/2019, ΑΠ 931/2017, ΑΠ 1409/2014, ΑΠ 127/2012 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).

Η Σ.Σ.Ε. καταρτίζεται ή η Δ.Α. εκδίδεται για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, θεωρείται ότι έχει αόριστη χρονική διάρκεια, εάν προβλέπει διάρκεια ισχύος της πέρα από ένα έτος, ενώ η διάρκεια της ισχύος της δεν μπορεί να είναι μικρότερη από ένα έτος. Οι κανονιστικοί όροι Σ.Σ.Ε. και Δ.Α. και μετά τη λήξη τους (και) με καταγγελία, εξακολουθούν να ισχύουν επί εξάμηνο? ενώ, μετά την πάροδο του εξαμήνου από την καταγγελία ('μετενέργεια', το χρονικό διάστημα δηλ., μετά το εξάμηνο), οι κανονιστικοί όροι της Σ.Σ.Ε.

ή της Δ.Α. εξακολουθούν να επηρεάζουν την ατομική σύμβαση εργασίας, ως ενδοτικοί κανόνες δικαίου. Πλην όμως, η επί εξάμηνο καθώς και πέραν του εξαμήνου ('μετενέργεια') εξακολούθηση της ισχύος των όρων αυτών, ως κανονιστικών ή ως ενδοτικού δικαίου κανόνων, Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α., που έληξε, με καταγγελία, ως άνω, δεν επεκτείνεται επί ατομικής συμβάσεως εργασίας, στην οποία ο εργαζόμενος ή ο εργοδότης ή αμφότεροι δεν είναι μέλη των οικείων συνδικαλιστικών οργανώσεων (ΑΠ 493/2019 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).

Με την ατομική σύμβαση εργασίας, πάντως, είναι δυνατόν να συμφωνηθεί, εγκύρως, μισθός και δια παραπομπής σε Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α., μη δεσμευτικές για τα συμβαλλόμενα μέρη [άρθρο 361 ΑΚ], οπότε ο εργαζόμενος αμείβεται με το μισθό, όπως καθορίζεται από αυτές τις Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α., έστω και αν καλύπτουν άλλη κατηγορία εργαζομένων ή θέτουν προϋποθέσεις, τις οποίες δεν συγκεντρώνει ο συγκεκριμένος εργαζόμενος (ΑΠ 201/1999 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).

Οι αποδοχές του προσωπικού καθαριότητος των επιχειρήσεων, που δραστηριοποιούνται στον καθαρισμό κτηρίων και εν γένει χώρων, ρυθμίζονται από Δ.Α., στο χρονικό διάστημα 1.1.2008 - 31.12.2010 και, συγκεκριμένα: (i).- Στο χρονικό διάστημα 1.1.2008 - 31.12.2009, ρυθμίζονται από την Δ.Α. 11/2008 'Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις επιχειρήσεις Παροχής Υπηρεσιών όλης της χώρας' (Πράξη Καταθέσεως Υπ.

Απασχολήσεως και Κοινωνικής Προστασίας 6 / 6.6.2008), η οποία εκδόθηκε, ως αορίστου χρόνου, με έναρξη της ισχύος της, την 1.1.2008, καταγγέλθηκε, την 1.2.2010, από την Ομοσπονδία Ιδιωτικών Υπαλλήλων Ελλάδος (Ο.Ι.Υ.Ε.) και, μετά την πάροδο εξαμήνου από την καταγγελία, έληξε, την 1.8.2010, για τις οικείες συνδικαλιστικές οργανώσεις μεταξύ των οποίων εκδόθηκε? ενώ, ύστερα από αίτηση, με ημερομηνία 6.6.2008, της Ο.Ι.Υ.Ε., είχε κηρυχθεί γενικώς υποχρεωτική, αρμοδίως, από 6.6.2008, με την 51871/2440/11.7.2008 απόφαση του Υπουργού Απασχολήσεως και Κοινωνικής Προστασίας (ΦΕΚ Β. 1448 / 23.7.2008) και ίσχυσε μέχρι 31.12.2009, ήτοι, ως υποχρεωτική, ήταν διετούς διάρκειας. (ii).- Στο χρονικό διάστημα 1.1.2010 - 31.12.2010, ρυθμίζονται από την Δ.Α. 51/2010 'Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις επιχειρήσεις Παροχής Υπηρεσιών όλης της χώρας' (Πράξη Καταθέσεως Υπ.

Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης 27/23.11.2010), η οποία έχει αναδρομική ισχύ από 1.1.2010 και εκδόθηκε, ως ορισμένου χρόνου - ετήσιας διάρκειας, δηλ. από 1.1.2010 μέχρι 31.12.2010, δεν έχει κηρυχθεί γενικώς υποχρεωτική, αρμοδίως και παραπέμπει ρητώς στις διατάξεις της Δ.Α. 11/2008.

Υπόκειται προς κρίση, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, η από 26.3.2018 [Γ.Α.Κ. 1110/ Ε.Α.Κ. 77/28.3.2018 - Εφετείο Θεσσαλονίκης] αίτηση αναιρέσεως της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρίας υπό την επωνυμία '... Ανώνυμος Εταιρία Παροχής Υπηρεσιών, Εμπορική και Αντιπροσωπειών' και τον διακριτικό τίτλο '... Α.Ε.', κατά της αναιρεσίβλητης Μ. (M.) Γ. (G.) του Γ..

Προσβάλλεται δε, η 302/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε, την 5.2.2018, αντιμωλία των διαδίκων, επί [i].- της από 25.5.2016 εφέσεως της εκκαλούσης και ήδη αναιρεσείουσας κατά της εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσίβλητης και [ii].- της από 25.7.2016 εφέσεως της εκκαλούσης και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσείουσας.

Εκκαλούμενη ήταν η 1630/2016 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε, την 22.2.2016, αντιμωλία των διαδίκων, επί της από 12.11.2013 καταψηφιστικής αγωγής, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, της εναγούσης - ήδη αναιρεσίβλητης κατά της εναγομένης - ήδη αναιρεσείουσας.

Στην από 25.5.2016 έφεση υπήρχε και αίτηση - αίτημα της εκκαλούσης για επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση πριν από την εκτέλεση της 1630/2016 πρωτόδικης αποφάσεως, που είχε κηρυχθεί εν όλω προσωρινώς εκτελεστή [άρθρο 914 ΚΠολΔ]. Με την 1630/2016 πρωτόδικη απόφαση, η αγωγή, που αφορά απαιτήσεις, συνολικού ποσού (45.863,6) ευρώ, της εναγούσης από παροχή εξηρτημένης εργασίας για τα έτη 2008, 2009, 2010 και 2011 (από 1.1.2008 μέχρι 17.11.2011), έγινε μερικώς δεκτή στην ουσία για το συνολικό ποσό των (501,85) ευρώ.

Με την 302/2018 απόφαση, που προσβάλλεται, (α).- οι αντίθετες εφέσεις συνεκδικάσθηκαν, (β).- η από 25.5.2016 έφεση με την αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε στην ουσία, επίσης, απορρίφθηκε, ως "άνευ αντικειμένου" το αίτημα - αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων [άρθρο 914 ΚΠολΔ] ενώ η από 25.7.2016 έφεση έγινε δεκτή τυπικά και στην ουσία, (γ).- εξαφανίσθηκε η 1630/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, (δ).- στη συνέχεια, η υπόθεση κρατήθηκε και η αγωγή έγινε μερικώς δεκτή στην ουσία για το συνολικό ποσό των (17.450,78) ευρώ.

Στους πρώτο και δεύτερο βαθμούς δικαιοδοσίας, η υπόθεση εκδικάσθηκε, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών [άρθρα 663 επ. ΚΠολΔ, όπως ίσχυσαν πριν από το άρθρο 1 - άρθρο τέταρτο ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α. 87 / 23.7.2015), ισχύον για την ειδική αυτή διαδικασία, από 1.1.2016, κατά το άρθρο 1 - άρθρο ένατο ν. 4335/2015]. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε, ως άνω, την 28.3.2018, νομίμως και εμπροθέσμως, ήτοι στη νόμιμη προθεσμία των δύο (2) ετών, από την 5.2.2018 [άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ], δεδομένου ότι από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της 302/2018 αποφάσεως, που προσβάλλεται ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοσή της.

Μετά ταύτα, η αίτηση αναιρέσεως είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί, ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των τριών (3) συνολικά λόγων της [άρθρα 577 παράγραφοι 1 και 3, 591 παρ.7 ΚΠολΔ]. Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως περιέχει, με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 11 περίπτωση (β) ΚΠολΔ, την αιτίαση ότι η 302/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, παρά το νόμο, έλαβε υπ' όψη αποδείξεις (ιδιωτικά έγγραφα), που δεν προσκομίσθηκαν και, συγκεκριμένα, έλαβε υπ' όψη "τις εργολαβικές συμβάσεις" της αναιρεσείουσας "με το Νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ Θεσσαλονίκης" καθώς και "τα εκκαθαριστικά της μισθοδοσίας" της αναιρεσίβλητης και "χρησίμευσαν, τα συγκεκριμένα έγγραφα, που δεν προσκομίσθηκαν, προς ανταπόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού" της αναιρεσείουσας περί αοριστίας του δικογράφου της ένδικης αγωγής, την οποία ένσταση αοριστίας η αναιρεσείουσα "είχε προτείνει, νομίμως, πρωτοδίκως και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο".

Στην 302/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, την οποία ο Άρειος Πάγος παραδεκτώς επισκοπεί [άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ], χάριν της εξετάσεως του παραδεκτού και της βασιμότητας του πρώτου λόγου αναιρέσεως, υπάρχει και η παραδοχή (σελ. 16) ότι "η αγωγή δεν είναι αόριστη και για τα έτη 2010 και 2011 ... διότι η ενάγουσα, με δήλωση της πληρεξουσίας δικηγόρου της στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, αλλά και με τις πρωτόδικες προτάσεις της, παραδεκτώς, είχε συμπληρώσει την αγωγή της, ισχυριζόμενη, ειδικότερα (κατ' εκτίμηση και κατά την υποβολή του αιτήματός της για επίδειξη των σχετικών εγγράφων - των εργολαβικών συμβάσεων και των εκκαθαριστικών της μισθοδοσίας της) ότι η εναγομένη όφειλε να την πληρώνει έως το τέλος του 2011, με την Σ.Σ.Ε. ...

με βάση την οποία (Σ.Σ.Ε.) εισέπραττε εκείνη από τον εργοδότη της (Νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ Θεσσαλονίκης) το μισθολογικό κόστος για τον κάθε δικό της εργαζόμενο". Με την κρίση αυτή, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο (Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης) δεν προέβαινε σε έρευνα των πραγματικών περιστατικών, δηλ. δεν είχε εισέλθει, ακόμη, στην αποδεικτική διαδικασία ώστε να ιδρύεται, κατά τα εκτεθέντα στην υπό στοιχείο (Ι) μείζονα σκέψη, ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 11 περίπτωση (β) ΚΠολΔ.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος.

Ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ, περιέχει την αιτίαση ότι το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την 302/2018 απόφασή του, έλαβε υπ' όψη θεμελιωτικά γεγονότα, που δεν διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αγωγής και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα επικαλείται ότι παραδεκτώς, κατ' ένσταση, πρωτοδίκως, με προφορική δήλωση στο ακροατήριο και καταχώρηση της δηλώσεως στα οικεία πρακτικά συνεδριάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης καθώς και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με τις νόμιμες έγγραφες προτάσεις της προς υπεράσπιση κατά της από 25.7.2016 εφέσεως της αναιρεσίβλητης [άρθρα 527 παρ.1, 256 παρ.1 στοιχείο (δ), 259 ΚΠολΔ], είχε προτείνει πως δεν περιέχεται στο δικόγραφο της αγωγής, όσον αφορά την κυρία βάση της (αγωγής), σαφής και ορισμένος ισχυρισμός για την ύπαρξη συμφωνίας, κατ' άρθρο 361 ΑΚ, μεταξύ των διαδίκων μερών, ως προς τον τρόπο μισθοδοσίας της αναιρεσίβλητης, κατά τα κρίσιμα έτη 2010 και 2011 (μέχρι 31.10.2011), με παραπομπή στην Δ.Α. 11/2008 δηλ. "η ενάγουσα δεν ισχυρίζεται στην αγωγή της ότι οι όροι της Δ.Α. 11/2008 είχαν καταστεί, με κοινή συμφωνία τους, όροι της ατομικής συμβάσεως εργασίας, στην οποία, τελικά, δεν στηρίζει την αγωγή της, συνεπώς, η αγωγή, κατά τούτο, ήταν απορριπτέα, ως απαράδεκτη για αοριστία του δικογράφου της".

Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία ο Άρειος Πάγος επισκοπεί, παραδεκτώς, χάριν της εξετάσεως της βασιμότητας του παραδεκτού τρίτου λόγου αναιρέσεως [άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ], προκύπτουν τα εξής:

Στην από 12.11.2013 ένδικη αγωγή, η ενάγουσα [αναιρεσίβλητη] Μ. Γ. ισχυρίσθηκε (και) ότι (σελ. 1 - 4): "Με έγκυρη σύμβαση ιδιωτικού δικαίου εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, καθ' όλη τη διάρκεια της εργασιακής της σχέσης, από την 1.7.2003 και μέχρι την απόλυσή της, την 17.11.2011, προσέφερε τις υπηρεσίες της καθαριότητας, αντί ημερομισθίου, στο νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ Θεσσαλονίκης, επίσης, ήταν έγγαμη, με προϋπηρεσία" και "όσον αφορά την αμοιβή της, η εναγομένη [αναιρεσείουσα], εργοδότριά της, όφειλε να της καταβάλει τις νόμιμες αποδοχές, όπως αυτές καθορίζονταν από τις ισχύουσες, κάθε φορά, κλαδικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας, της παροχής υπηρεσιών (για τους καθαριστές - τριες), τις διαιτητικές αποφάσεις και τους εργατικούς νόμους, ανάλογα με την προϋπηρεσία της και τα επιδόματα, που προβλέπονται από αυτές τις Σ.Σ.Ε.". "Με την διετούς διάρκειας και με αριθμό 11/2008 Διαιτητική Απόφαση 'Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις επιχειρήσεις Παροχής Υπηρεσιών όλης της Χώρας', με πράξη κατάθεσης στο Υπουργείο Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας 6/6.6.2008, που κηρύχθηκε υποχρεωτική με την ΥΑ 51871 / 2440 / 11.7.2008 (ΦΕΚ Β. 1448 /23.7.2008), το νόμιμο ημερομίσθιο για τις εργαζόμενες καθαρίστριες, με προϋπηρεσία και έγγαμες καθώς και με τα λοιπά επιδόματα, που προβλέπονται στην Δ.Α. 11/2008, ανήλθε, (i).- με προϋπηρεσία (3 - 6) έτη, στο συνολικό ποσό των (41,03) ευρώ, κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2008 έως 31.8.2008 και στο συνολικό ποσό των (42,35) ευρώ, κατά το χρονικό διάστημα από 1.9.2008 έως 31.12.2008, (ii).- με προϋπηρεσία (3 - 6) έτη, στο συνολικό ποσό των (43,41) ευρώ, ενώ με προϋπηρεσία (6 - 9) έτη, στο συνολικό ποσό των (45,57) ευρώ, κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2009 έως 31.8.2009 και (iii).- επίσης, με προϋπηρεσία (6 - 9) έτη, στο συνολικό ποσό των (47,40) ευρώ, κατά το χρονικό διάστημα από 1.9.2009 έως την απόλυσή της 17.11.2011".

Ζήτησε, στη συνέχεια, να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα, κυρίως, από τη σύμβαση εργασίας, άλλως, από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, (Α).- το συνολικό ποσό των 39.137,93 ευρώ, για δεδουλευμένες αποδοχές (διαφορές), αμοιβή υπερεργασίας και κατ' εξαίρεση υπερωρίας, αμοιβή εργασίας νύκτα και αμοιβή εργασίας Σάββατα και Κυριακές, με τις οικείες προσαυξήσεις, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα από 1.1.2008 μέχρι 31.10.2011 και (Β).- το συνολικό ποσό των 6.820,17 ευρώ, για διαφορές επιδομάτων αδείας καθώς και εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, στα κρίσιμα έτη 2008 - 2011 (μέχρι 31.10.2011) και αμφότερα τα ποσά, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας αφ' ότου κάθε επί μέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό, άλλως, με το νόμιμο τόκο (δικονομικό) από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

Με την 1630/2016 πρωτόδικη απόφαση, η αγωγή έγινε μερικώς δεκτή στην ουσία και, ειδικότερα: (1).- Η αγωγή, κατά την επικουρική βάση (από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό), απορρίφθηκε στο σύνολό της, ως απαράδεκτη για αοριστία του δικογράφου της. (2).- Όσον αφορά την κυρία βάση (από τη σύμβαση εργασίας), η αγωγή απορρίφθηκε, ως απαράδεκτη για αοριστία του δικογράφου της, κατά το υπό στοιχείο (Α) συνολικό ποσό των 39.137,93 ευρώ. (3).- Όσον αφορά, επίσης, την κυρία βάση (από τη σύμβαση εργασίας) και για το υπό στοιχείο (Β) συνολικό ποσό των 6.820,17 ευρώ, η αγωγή απορρίφθηκε, ως απαράδεκτη για αοριστία του δικογράφου της, κατά τα μερικότερα κονδύλια, που αναφέρονται στις διαφορές επιδομάτων αδείας καθώς και εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, στα έτη 2010 και 2011 (μέχρι 31.10.2011), ενώ έγινε μερικώς δεκτή στην ουσία, για το συνολικό ποσό των 501,85 ευρώ, που αναφέρεται σε διαφορές επιδομάτων αδείας καθώς και εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, στα έτη 2008 και 2009. Ακολούθως, υποχρεώθηκε η εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των (501,85) ευρώ, με το νόμιμο τόκο, όπως διακρίνεται.

Στην 302/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά την εκτίμηση από το δικαστήριο της ένδικης αγωγής, υπάρχουν (και) οι εξής παραδοχές (σελ. 14, 15): "Εξ άλλου, όσον αφορά τις εφαρμοστέες, εν προκειμένω, συλλογικές ρυθμίσεις (και το συναφές ζήτημα του ορισμένου της αγωγής), πρέπει να λεχθούν τα εξής:

Κατά το ένδικο χρονικό διάστημα, ίσχυσαν, πράγματι, για την επιχείρηση της εναγομένης και την ειδικότητα της ενάγουσας (α).- η 11/2008 Δ.Α., που κατατέθηκε στο Υπουργείο Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας (αριθμός 6 / 6.6.2008) και κηρύχθηκε υποχρεωτική, με την ΥΑ 51871/2440/11.7.2008 (ΦΕΚ Β. 1448 / 23.7.2008), διετούς διάρκειας, που έληξε, την 31.12.2009 και (β).- η Δ.Α. 51/2010 'για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών όλης της χώρας', ετήσιας διάρκειας, η οποία δεν κηρύχθηκε γενικώς υποχρεωτική και η ενάγουσα, πράγματι, δεν ανέφερε, με τις προτάσεις της ότι οι διάδικοι ήταν μέλη των συμβληθεισών συνδικαλιστικών οργανώσεων, αν και η εναγομένη είχε προβάλει την ένσταση μη δέσμευσής της από την Δ.Α. 51/2010, αρνούμενη τις παραπάνω ιδιότητες.

Παρ' όλα αυτά, η αγωγή δεν ήταν αόριστη ούτε ως προς τα υπό στοιχείο (Β) αιτήματά της και για τα έτη 2010 και 2011, εν όψει του ότι για την πρώτη Δ.Α., η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική, υπήρχε στην αγωγή η αναφορά των πραγματικών γεγονότων, που επισύρουν την εφαρμογή της, δηλαδή της υφισταμένης μεταξύ των διαδίκων εργασιακής σχέσης, του είδους της ασκούμενης από την εναγομένη επιχειρήσεως, της ειδικότητας της ενάγουσας και του χρόνου για τον οποίο αξιώνονται οι αποδοχές.

Με βάση δε, τα στοιχεία αυτά, το δικαστήριο μπορούσε και αυτεπαγγέλτως να εφαρμόσει (την ρητά, άλλωστε, επικαλούμενη από την ενάγουσα) παραπάνω Δ.Α. ... και μάλιστα και για το χρονικό διάστημα μετά τη λήξη της και του προβλεπομένου στο νόμο εξαμήνου, ως όρο της ατομικής συμβάσεως εργασίας της ενάγουσας, λόγω της ...

μετενέργειάς της και δεδομένου ότι η επακολουθήσασα Δ.Α. 51/2010 επανέλαβε απλώς τις ρυθμίσεις της Δ.Α. 11/2008, παραπέμποντας ρητά στις διατάξεις αυτής, η οποία για το λόγο αυτό ήταν εφαρμοστέα ...". Περαιτέρω, η 302/2018 απόφαση, ύστερα από εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε, ανελέγκτως, τα παρακάτω ουσιώδη (σελ. 19, 20, 23, 24): "Με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, η ενάγουσα ...

απασχολήθηκε στην εναγομένη, εργοδότρια, μέχρι την 17.11.2011, οπότε απολύθηκε, ... επιφορτισμένη με την καθαριότητα χώρων του νοσοκομείου ΑΧΕΠΑ Θεσσαλονίκης, ... Περαιτέρω, όσον αφορά τις αποδοχές της ενάγουσας, αποδείχθηκε ότι μεταξύ των διαδίκων συμφωνήθηκε να καθορίζονται αυτές από τις ισχύουσες για το ένδικο χρονικό διάστημα κλαδικές ρυθμίσεις (Σ.Σ.Ε.

και Δ.Α.) για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών όλης της χώρας για την ειδικότητα της καθαρίστριας, με την οποία απασχολείτο η ενάγουσα. Οι συλλογικές αυτές ρυθμίσεις για τα ένδικα έτη 2008 - 2011, ήταν η Δ.Α. 11/2008 'Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις επιχειρήσεις Παροχής Υπηρεσιών όλης της Χώρας', διετούς ισχύος (Πρ.

Κατ. Υπ. Απασχόλησης 6 / 6.6.2008), η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική, με την Υ.Α. 51871 / 2440 / 11.7.2008 (ΦΕΚ Β. 1448 / 23.7.2008) και η επακολουθήσασα Δ.Α. 51/2010, η οποία επανέλαβε τις ρυθμίσεις της Δ.Α. 11/2008, παραπέμποντας ρητώς τις διατάξεις αυτής και ήταν εφαρμοστέα και για το χρονικό διάστημα μετά της λήξη της πρώτης Δ.Α. και του προβλεπομένου στο νόμο εξαμήνου, ως όρος της ατομικής σύμβασης εργασίας της ενάγουσας.

Πιο συγκεκριμένα, η Δ.Α. 11/2008, η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική, είχε ισχύ από 1.1.2008, καταγγέλθηκε, την 1.2.2010 και η ισχύς της παρατάθηκε για ένα εξάμηνο μέχρι την 31.7.2010, η δε επακολουθήσασα Δ.Α. 51/2010 διατήρησε τα κατώτατα όρια των βασικών μισθών και επιδομάτων στα επίπεδα της προηγούμενης Δ.Α. 11/2008 και είχε χρονική διάρκεια ενός έτους, ήτοι από 1.1.2010 έως 31.12.2010.

Η τελευταία αυτή Δ.Α. 51/2010 δεν κηρύχθηκε γενικώς υποχρεωτική, όμως, παρέπεμπε ρητώς στις διατάξεις της πρώτης Δ.Α. 11/2008, χωρίς να περιέχει ευνοϊκότερες ρυθμίσεις για τους εργαζόμενους. Ακόμη, όπως αποδεικνύεται, ιδίως από τις ... ατομικές συμβάσεις και τις αναγγελίες τους, η εναγομένη εξακολουθούσε να καταβάλει και μετά την 31.7.2010 στην ενάγουσα τις αποδοχές της, βάσει των παραπάνω ταυτόσημων, κατά περιεχόμενο, Δ.Α. ...

Κατ' ακολουθία των παραπάνω παραδοχών, η ένσταση της εναγομένης περί μη υπαγωγής της ενάγουσας και μη δέσμευσης της ιδίας από τις συνολικές κλαδικές ρυθμίσεις για τα έτη 2010 και 2011, πρέπει να απορριφθεί, ως ουσιαστικά αβάσιμη". Ακολούθως και κατά την κυρία βάση της αγωγής, έγινε ο υπολογισμός των επιδίκων απαιτήσεων της αναιρεσίβλητης (εναγούσης) για τα κρίσιμα έτη 2010 - 2011 (μέχρι 31.10.2011), που ενδιαφέρουν στην προκειμένη περίπτωση, με τη Δ.Α. 11/2018.

Κατά τα εκτεθέντα στην υπό στοιχείο (

ΙΙ) μείζονα σκέψη, η Δ.Α. 11/2018 κηρύχθηκε, αρμοδίως, γενικώς υποχρεωτική και έληξε, την 31.12.2009, ενώ η εξακολούθηση της ισχύος των όρων της δεν επεκτείνεται επί ατομικής συμβάσεως εργασίας, στην οποία ο εργοδότης ή ο εργαζόμενος ή αμφότεροι δεν είναι μέλη των οικείων συνδικαλιστικών οργανώσεων. Στο δικόγραφο της ένδικης αγωγής, όσον αφορά την κυρία βάση της, σύμφωνα με όσα διαλαμβάνονται σε αυτό (δικόγραφο), ως άνω, δεν περιέχεται σαφής και ορισμένος ισχυρισμός περί υπάρξεως συμφωνίας, κατ' άρθρο 361 ΑΚ, μεταξύ των διαδίκων μερών για τον τρόπο μισθοδοσίας της αναιρεσίβλητης, με παραπομπή στην Δ.Α. 11/2008, κατά τα κρίσιμα έτη 2010 - 2011 (μέχρι 31.10.2011).

Το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, όμως, με την πιο πάνω κρίση του, εκτιμώντας, εσφαλμένως, το δικόγραφο της αγωγής, δέχθηκε την ύπαρξη τέτοιας συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων μερών [άρθρο 361 ΑΚ], δηλ. ως προς τον τρόπο μισθοδοσίας της αναιρεσίβλητης, κατά τα έτη 2010 - 2011 (μέχρι 31.10.2011), με παραπομπή στην Δ.Α. 11/2008.

Έτσι, έλαβε υπ' όψη γεγονός, που θεμελιώνει το αίτημα της ένδικης αγωγής, ενώ δεν περιέχεται στο δικόγραφό της και, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην υπό στοιχείο (Ι) μείζονα σκέψη, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ. Επομένως, με την παραδοχή, ως βασίμου, του τρίτου λόγου αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η 302/2018 απόφαση, μόνο, ως προς το κεφάλαιο των διαφορών δεδουλευμένων αποδοχών, αμοιβής υπερεργασίας και κατ' εξαίρεση υπερωρίας, αμοιβής εργασίας νύκτα και αμοιβής εργασίας Σάββατα και Κυριακές, με τις οικείες προσαυξήσεις καθώς και των διαφορών επιδομάτων αδείας και εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα στα έτη 2010 και 2011 (μέχρι 31.10.2011), κατά την κυρία βάση της αγωγής ενώ παρέλκει η έρευνα του δεύτερου λόγου αναιρέσεως, ο οποίος πλήττει το ίδιο κεφάλαιο και για την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ.

Κατ' ακολουθία, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η 302/2018 απόφαση, ήτοι κατά το πιο πάνω κεφάλαιο και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο (Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης), που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 579 ΚΠολΔ, αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση, που υπήρχε πριν από την απόφαση, που αναιρέθηκε και αν αποδεικνύεται, προαποδεικτικώς, εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της αποφάσεως, που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση, με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζητήσεως, διατάσσει, με την αναιρετική απόφαση, την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση, που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.

Κατά ταύτα, η αίτηση περί επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση, που υπήρχε πριν από την εκτέλεση, υποβάλλεται (και) με τις έγγραφες προτάσεις του αναιρεσείοντος, που έχουν κατατεθεί έως την παραμονή της συζητήσεως, όπως επιβάλλεται και στην περίπτωση της αυτοτελούς αιτήσεως για την ταυτότητα του νομικού λόγου (ΑΠ 1486/2014 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).

Για να είναι ορισμένη και, συνεπώς, παραδεκτή η αίτηση αυτή [άρθρα 216, 217 ΚΠολΔ], πρέπει να προσδιορίζει τις αιτίες για τις οποίες καταβλήθηκαν τα επί μέρους ποσά, που συνθέτουν το αιτούμενο συνολικό ποσό ώστε, εάν η απόφαση, που προσβάλλεται, αναιρείται κατά ένα μέρος, να είναι εφικτός ο προσδιορισμός του αποδοτέου ποσού (ΑΠ 1579/2009, ΑΠ 1371/2009 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τις νόμιμες έγγραφες προτάσεις της, που έχουν κατατεθεί στο παρόν Δικαστήριο, την 25.11.2019, υποβάλλει αίτηση για 'επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση, που υπήρχε πριν από την εκτέλεση' και δη, να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να της καταβάλει το συνολικό ποσό των (22.471,15) ευρώ, 'με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αποφάσεως, που θα εκδοθεί από τον Άρειο Πάγο επί της από 26.3.2018 αιτήσεως αναιρέσεως, στην αναιρεσίβλητη και μέχρι την εξόφληση'.

Συγκεκριμένα η αίτηση αφορά την πληρωμή από την αναιρεσείουσα στην αναιρεσίβλητη του συνολικού ποσού των (22.471,15) ευρώ, σε εκούσια εκτέλεση της 302/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Η 302/2018 απόφαση δε, 'υποχρεώνει την εναγομένη (αναιρεσείουσα) να καταβάλει στην ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) το συνολικό ποσό των (17.450,78) ευρώ, με τους νόμιμους τόκους από τότε, που αναφέρθηκε στο σκεπτικό για κάθε επί μέρους ποσό, που απαρτίζει το σύνολο'.

Οι αιτίες για τις οποίες καταβλήθηκαν τα επί μέρους ποσά και συνθέτουν αυτά (ποσά) το αιτούμενο συνολικό ποσό των (22.471,15) ευρώ, προσδιορίζονται στην αίτηση, συλλήβδην για τα έτη 2008 - 2011. Κατά τα εκτεθέντα στην αμέσως προηγούμενη νομική σκέψη, η αίτηση είναι εμπρόθεσμη? πλην όμως, είναι αόριστη και απορριπτέα, ως απαράδεκτη διότι δεν προσδιορίζονται σε αυτή (αίτηση) τα ποσά δι' έκαστο έτος (2008, 2009,2010, 2011) ώστε δεδομένης της εν μέρει αναιρέσεως της 302/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, να είναι εφικτός ο προσδιορισμός του επιστρεπτέου από την αναιρεσίβλητη ποσού.

Η αναιρεσίβλητη, ως ηττηθείσα, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, που ορίζεται στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ [άρθρα 106, 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ].

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την 302/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, εν μέρει, ήτοι μόνο κατά το κεφάλαιο, που αναφέρεται στο σκεπτικό.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το κεφάλαιο αυτό, στο ίδιο Δικαστήριο (Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης), που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αίτηση της αναιρεσείουσας για επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση, που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 10 Μαρτίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 30 Ιουνίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ