Supreme Court dismisses appeal on lack of legal interest and non-existent contradiction in judgment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed two concurrent appeals challenging a Third Instance Court's decision regarding payment disputes between two companies. The appellant argued the lower court erred by rejecting claims of unpaid checks and considering unproven payments, but the Court found no legal interest in the appeal regarding favorable findings and denied the alleged contradiction. Consequently, the appeals were rejected, costs were offset between the parties, and the appealed judgment stood.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(11), 8, 17 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the appellant lacks legal interest when the lower court's decision is favorable to them, or if the alleged contradiction in the judgment does not exist.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 748 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 748/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα - Εισηγήτρια, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο και Κυριάκο Οικονόμου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Δεκεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας - αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ….ο χλμ. Ε.Ο. ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Παπά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης - αναιρεσείουσας: εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "... Μ.Ε.Π.Ε.", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευστάθιο Ευσταθίου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-6-2009 αγωγή της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "... Μ.Ε.Π.Ε.", που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κατερίνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 201/2011 μη οριστική και 75/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2637/2017 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με τις από 17-1-2018 και 19-2-2018 αιτήσεις τους .
Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης - αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της από 19-2-2018 αίτησής του και την απόρριψη της από 17-1-2018 αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Φέρονται προς συζήτηση ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου: 1) η από 19.2.2018 αίτηση της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία " ... ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ και 2) η από 17.1.2018 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", για αναίρεση της 2637/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, τα δικόγραφα των οποίων πρέπει να συνεκδικαστούν, λόγω της πρόδηλης μεταξύ τους συνάφειας, προς διευκόλυνση της διεξαγωγής της δίκης (αρθρ. 246 Κ.Πολ.Δ), που έχει εφαρμογή και στη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου (άρθρο 573§1 Κ.Πολ.Δ.
Το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση τα ακόλουθα κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος:"Η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη (ήδη αναιρεσείουσα και αναιρεσίβλητη), η οποία ασχολείται με τη βιομηχανική κατασκευή ηλεκτρικών πινάκων και ηλεκτρολογικού υλικού, καθώς και με την εργοληπτική κατασκευή διαφόρων ιδιωτικών και δημοσίων ηλεκτρολογικών έργων, δυνάμει τεσσάρων συμβάσεων έργου, που κατήρτισε στον ...
με την εναγομένη και ήδη εκκαλούσα (ήδη αναιρεσίβλητη και αναιρεσείουσα) κατά το χρονικό διάστημα από 2-7-2007 έως 18-9-2008, ανέλαβε την υποχρέωση να προμηθεύσει και εγκαταστήσει ηλεκτρολογικό υλικό και εξοπλισμό στην ξενοδοχειακή μονάδα της τελευταίας, που βρίσκεται στον .... Επρόκειτο για ξενοδοχειακή μονάδα δυναμικότητας 139 κλινών (73 δωματίων), που περιελάμβανε 3 υπόγεια, ισόγειο και δύο υπέργειους ορόφους, καθώς και μπαρ με πισίνα στον περιβάλλοντα χώρο...
Εκ των τεσσάρων συμβάσεων έργου, οι δύο πρώτες καταρτίστηκαν μεταξύ των διαδίκων εγγράφως στις 2-7-2007 και στις 7-7-2008 αντιστοίχως, ενώ οι δύο επόμενες προφορικώς, δι' αυτών δε πραγματοποιήθηκαν πρόσθετες εργασίες, που ήταν απαραίτητες για την υλοποίηση της επενδύσεως". Στη συνέχεια το Εφετείο εκθέτει το περιεχόμενο των συμβάσεων και το έργο που η ενάγουσα εκτέλεσε σύμφωνα με αυτές και συνεχίζει:" Το συνολικό κόστος όλων των ανωτέρω πωληθέντων υλικών και εκτελεσθέντων εργασιών ανήλθε στο ποσό των 228.002 ευρώ (155.000 + 45.000 + 18.167 + 9.835 ευρώ), το οποίο αποτελεί και την συνολική καθαρή αμοιβή της ενάγουσας από τις τέσσερις επί μέρους συμβάσεις.
Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία προέκυψε ότι η εναγομένη, έναντι της ανωτέρω συμφωνηθείσας καθαρής αμοιβής της αντιδίκου της προέβη τμηματικά και ανάλογα με την πορεία των εργασιών σε καταβολές προς την ενάγουσα με επιταγές, εκδόσεώς της, τις οποίες η τελευταία εισέπραξε προς μερική εξόφληση αυτής (αμοιβής).
Ειδικότερα, όπως και η ίδια η ενάγουσα ομολογεί στην αγωγή της, η εναγομένη, κατά το χρονικό διάστημα από Αύγουστο του 2007 έως και Μάρτιο του 2009, της κατέβαλε τμηματικώς ποσό 159.000 ευρώ με είκοσι τρεις (23) επιταγές της Τράπεζας ...,- εκδόσεώς της ...Ωστόσο, πέραν των ως άνω 23 επιταγών, συνολικού ποσού 159.000 ευρώ, τις οποίες η ενάγουσα καθ' ομολογία της εισέπραξε, η εναγομένη της κατέβαλε έναντι της ανωτέρω οφειλομένης καθαρής αμοιβής της των 228.002 ευρώ και επιπλέον ποσό 66.500 ευρώ, διά τις εκδόσεως, εις διαταγή της αντιδίκου της, των μετ' επικλήσεως προσκομιζομένων έξι (6) επιταγών της Τράπεζας ..., με χρέωση του υπ' αριθμ.
GR...253 λογαριασμού, που τηρούσε στην ανωτέρω τράπεζα, δεκτής γενομένης ως εν μέρει βάσιμης και κατ' ουσίαν της ενστάσεως εξοφλήσεως, που αυτή νομοτύπως προέβαλε με τις έγγραφες προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Συγκεκριμένα, η εναγομένη κατέβαλε στην ενάγουσα:
1) ποσό 10.000 ευρώ με την υπ' αριθμ....691-4 επιταγή, λήξεως την 31-12-2007,
2) ποσό 10.000 ευρώ με την υπ' αριθμ. ...690-6, λήξεως την 31-12-2007,
3) ποσό 6.500 ευρώ με την υπ' αριθμ. ...254-2 επιταγή, λήξεως την 31-12-2007,
4) ποσό 10.000 ευρώ με την υπ'αριθμ. ...253-4 επιταγή, λήξεως την 31-12- 2007,
5) ποσό 15.000 ευρώ με την υπ' αριθμ. ...252-6 επιταγή, λήξεως την 31-12-2007 και τέλος,
6) ποσό 15.000 ευρώ με την υπ' αριθμ. ...251-8 επιταγή, λήξεως την 31-12-2007.Μολονότι η ενάγουσα αμφισβήτησε με τις ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου έγγραφες προτάσεις της την είσπραξη των συγκεκριμένων επιταγών, ισχυριζόμενη ότι υπήρξε επιστροφή αυτών και εν συνεχεία αντικατάστασή τους με άλλες, ο ισχυρισμός της ελέγχεται ως ουσία αβάσιμος, διότι η είσπραξη των εν λόγω επιταγών αποδεικνύεται από τα μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενα από την εναγόμενη φωτοαντίγραφα των δύο όψεων των επιταγών αυτών.
Ειδικότερα, στην οπίσθια όψη τούτων υφίσταται, αφ' ενός σφραγίδα της πληρώτριας Τράπεζας με την ένδειξη "ΕΞΟΦΛΗΘΗ" και αφ' ετέρου σφραγίδα της ενάγουσας φέρουσα τα πλήρη •. στοιχεία της (επωνυμία, διεύθυνση, ΑΦΜ, τηλέφωνο, ΦΑΞ), καθώς και δυσανάγνωστη υπογραφή, ενώ, επιπλέον, έχει εκτυπωθεί και η σχετική σειρά κωδικών της Τράπεζας, συνοδευόμενη από το ποσό εκάστης επιταγής και την ακριβή ημερομηνία εισπράξεώς της.
Στο σημείο τούτο θα πρέπει να επισημανθεί ότι, μολονότι τα φωτοαντίγραφα της οπίσθιας όψης των επιταγών αυτών προσκομίζονται από την εναγομένη το πρώτον ενώπιον του παρόντος δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου (στο πρωτόδικο είχε προσκομίσει μόνο την εμπρόσθια όψη τους), η ως άνω ύστερη προσκόμιση δεν τα καθιστά απαράδεκτα ως αποδεικτικά μέσα, διότι, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, ούτε πρόθεση στρεψοδικίας, ούτε βαριά αμέλεια συντρέχει στο πρόσωπο της εναγόμενης..., η οποία δια του τρόπου αυτού θέλησε να αποδείξει την πρωτοδίκως υποβληθείσα, πλην όμως ολικώς απορριφθείσα, ένστασή της περί εξοφλήσεως της ενδίκου οφειλής.
Άλλωστε, η ενάγουσα, μολονότι έλαβε γνώση, ήδη, από τον Μάρτιο του 2011 αμφοτέρων των όψεων των έξι (6) προαναφερθέντων επιταγών, δεν αμφισβήτησε την γνησιότητα της υπάρχουσας στην οπίσθια όψη των επιταγών σφραγίδος της, ούτε προσέβαλε ως πλαστή την επ' αυτής τεθείσα υπογραφή, ούτε υπέβαλε έγκληση κατά συγκεκριμένων προσώπων για διάπραξη σε βάρος της κάποιας αξιόποινης πράξης (π.χ.
πλαστογραφίας), η οποία μάλιστα της προκάλεσε ιδιαιτέρως μεγάλη ζημία ύψους 66.500 ευρώ, μη αρκούσης προς τούτο της όλως ασαφούς αναφοράς της ότι δήθεν δεν είχε χορηγήσει νομιμοποιητικά προς είσπραξη έγγραφα στην πληρώτρια Τράπεζα, κι ότι δεν συνεργαζόταν με το ευρισκόμενο στον ... υποκατάστημα της τελευταίας, καθότι η έδρα της είναι στη …., ισχυρισμός που, πέραν της απλοϊκότητάς του, ελέγχεται και ως μη ανταποκρινόμενος στην πραγματικότητα, αφού η παρουσία της ενάγουσας στο εκτελούμενο στον ...
έργο ήταν καθημερινή και διήρκεσε για μεγάλο χρονικό διάστημα (διετία). Ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι υπήρξαν καταβολές προς την ενάγουσα και με έξι ακόμη επιταγές, εκδόσεώς της (πρόκειται για τις υπ' αριθμ. ...068-5, υπ' αριθμ. ...069-5, υπ' αριθμ. ...623-7, υπ' αριθμ. ...895-0, υπ' αριθμ. ...899-2 και υπ' αριθμ. ...974-9), κρίνεται απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος, διότι δεν προσκομίζεται φωτοαντίγραφο της οπίσθιας όψης των επιταγών αυτών, ώστε να αποδειχθεί ότι η ενάγουσα τις εισέπραξε ή τις οπισθογράφησε σε τρίτο.
Επομένως, εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι έναντι της καθαρής αμοιβής της ενάγουσας, ύψους 228.002 ευρώ, η εναγομένη κατέβαλε εν συνόλω ποσό 225.500 ευρώ (159.000 + 66.550), με αποτέλεσμα να απομένει ανεξόφλητο υπόλοιπο ποσού 2.502 ευρώ... Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι τον Ιανουάριο του 2009 η ενάγουσα εξέδωσε για την συμφωνηθείσα αμοιβή της και τα αντίστοιχα τιμολόγια, συμπεριλαμβάνοντας στο ποσό εκάστης συμβάσεως και τον αναλογούντα ΦΠΑ, συνολικού ύψους 43.320,38 ευρώ, Με την έκδοση των ανωτέρω τιμολογίων γεννήθηκε σε βάρος της εναγομένης πρόσθετη υποχρέωση καταβολής και του αναλογούντος ΦΠΑ, με αποτέλεσμα να διαμορφωθεί η συνολική οφειλή της προς την ενάγουσα στο ποσό των 45.822,38 ευρώ (2.502 +43.320,38) ".Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο, ακολούθως, αφού δέχθηκε την από 15-10-2015 έφεση της εναγομένης και εξαφάνισε την 57/2015 απόφαση του πρωτοβαθμίου (Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης) Δικαστηρίου, που είχε κάνει δεκτή στο σύνολο της την από 1-6-2009 αγωγή της ενάγουσας, την έκανε εν μέρει δεκτή και αναγνώρισε ότι η εναγομένη της οφείλει ως υπόλοιπο εργολαβικής αμοιβής το ανωτέρω ποσό των 45.822,38 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από 19.2.2009.
Α) Επί της από 19-2-2018 αίτησης της ενάγουσας, "... ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ".
Κατά το άρθρο 416 ΑΚ , η απόσβεση της ενοχής επέρχεται με καταβολή. Η καταβολή η οποία καθεαυτή είναι υλική πράξη, δηλαδή πραγματικό γεγονός και όχι σύμβαση ή μονομερής δικαιοπραξία, για να έχει ως αποτέλεσμα την απόσβεση της ενοχής πρέπει να είναι προσήκουσα, δηλαδή να λαμβάνει ο δανειστής ό,τι πράγματι δικαιούται σύμφωνα με το νόμο ή τη σύμβαση.
Περαιτέρω, η παράδοση τραπεζικής επιταγής, η οποία αποτελεί όργανο και όχι μέσο πληρωμής, δεν συνιστά καταβολή κατά την έννοια του άρθρου 416 ΑΚ, ούτε σε περίπτωση αμφιβολίας θεωρείται δόση ή υπόσχεση αντί καταβολής κατά τα άρθρα 419 και 421 ΑΚ, αλλά γίνεται χάριν καταβολής. Ο οφειλέτης, με την έκδοση της επιταγής ή την ανάληψη υποχρέωσης από αυτήν, υπόσχεται στο δανειστή του (λήπτη), ότι θα εκπληρώσει την αρχική (βασική) του υποχρέωση με την εκπλήρωση νέας.
Με τη γένεση δηλαδή της ενοχής από επιταγή δημιουργείται μόνον εναλλακτικός τρόπος πληρωμής. Έτσι, δεν επέρχεται απόσβεση της αρχικής υποχρέωσης, παρά μόνο με την πραγματική πληρωμή (είσπραξη) της επιταγής, είτε αυτή γίνεται με μετρητά, είτε με πίστωση του λογαριασμού του κομιστή της, (ΑΠ1285/2017, 279/2015, 1620/2014, 1289/2013).Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1ΚΠολΔ,αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ11/2017).Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παραβίαση (ΑΠ24/2015).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559αριθ.19ΚΠολΔ,αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της άνω διάταξης, ανεπαρκής αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσης, υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση/της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή του, όχι όμως και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.
ΑΠ 15/2006).Ελλείψεις δε, αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ861/1984). Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε(ΑΠ74/2016).Εξάλλου,από τη διάταξη του άρθρου 561παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών ,εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο, ο δε" αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμ. 19 του άρθρου 559 του Κ.ΠολΔ, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δε συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περαιώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο(ΑΠ2095/2009).
Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559αριθμ.8ΚΠολΔ για λήψη ή μη υπόψη προταθέντος και έχοντος ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης πράγματος, προϋποθέτει πράγμα παραδεκτώς προταθέν, αφού διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν επιτρέπεται να το λάβει υπόψη. "Πράγματα" δε, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντέστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος καθώς και οι κύριοι ή πρόσθετοι λόγοι έφεσης^ που αφορούν αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμού ς.
και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή μη έχοντα αυτοτέλεια επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ3/1997,ΑΠ851/2θ15)Ό λόγος δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (Ολ.ΑΠ 11/1996).
Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα", κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως, η επίκληση των αποδεικτικών μέσων και του περιεχομένου των αποδείξεων(ΑΠ579/2007).Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την τροποποίηση του με το άρθρο 17 του ν. 2915/2001, συντρέχει λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο δέχθηκε ως αληθινά πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής καθιερώνεται ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη για αυτά (ΑΠ 104/2014).
Δεν ιδρύεται, όμως, ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο της ουσίας, μετά από την εκτίμηση προσκομισθέντων και αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, καταλήξει έστω και σε εσφαλμένη περί των πραγμάτων κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, κατ' άρθρο 562 παρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 717/2016), ούτε απαιτείται να αξιολογούνται τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ούτε να αναφέρεται σε ποιο συγκεκριμένο μέσο στηρίζεται καθεμία από τις πραγματικές παραδοχές του (ΑΠ 45/2014, 259/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησής της, κατ' επίκληση πλημμελειών συλλήβδην από το άρθρο 559αριθμ.1,19,8 και ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο, ότι με την παραδοχή της ένστασης της αναιρεσίβλητης περί μερικής εξόφλησης της οφειλής της ποσού 66.500 ευρώ, με την έκδοση από αυτή σε διαταγή της αναιρεσείουσας των αναφερομένων έξι επιταγών της τράπεζας ... ,οι οποίες και εισπράχθηκαν από την τελευταία, όπως η επίμαχη καταβολή αποδεικνύεται από τα προσκομιζόμενα από την αναιρεσίβλητη φωτοαντίγραφα των επιταγών αυτών, με τις αναφερόμενες σε αυτά ενδείξεις, 1)παρεβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων:
α) 416ΑΚ,αφού η προσφορά επιταγών δεν αποσβένει την ενοχή και ο οφειλέτης πρέπει να αποδείξει την καταβολή, β) 35 του ν.5960/1933,διότι ο πληρωτής οφείλει να ελέγχει την κανονικότητα της συνέχειας των οπισθογραφήσεων και γ) 5,12 και 13 του ν.3691/2008 για την πρόληψη νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, 2)διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες, εφόσον δεν ανέφερε τον λογαριασμό στον οποίο κατατέθηκαν τα χρήματα ,τα παραστατικά που υπεγράφησαν κατά τη φερόμενη εξόφληση των επιταγών και το πρόσωπο που εμφανίστηκε στην πληρώτρια Τράπεζα για να τις εισπράξει,3)δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και 4)δέχθηκε ότι εισέπραξε τις επιταγές χωρίς απόδειξη, εφόσον στο αιτιολογικό της δεν αναφέρει και τα ανωτέρω.
Ο με αριθμό 1 λόγος κατά το μέρος που αναφέρεται σε εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 416ΑΚ είναι αβάσιμος, εφόσον το Εφετείο δεν δέχθηκε μόνο προσφορά των επίμαχων επιταγών, αλλά και είσπραξη αυτών από την αναιρεσείουσα. Ο ίδιος λόγος ,αναφορικά με την αποδιδόμενη εσφαλμένη εφαρμογή των λοιπών διατάξεων, είναι απαράδεκτος, αφενός μεν διότι στηρίζεται σε λανθασμένη προϋπόθεση, διότι οι εν λόγω διατάξεις αναφέρονται σε υποχρεώσεις της μη διαδίκου εν προκειμένω πληρώτριας των επίμαχων επιταγών Τράπεζας ,αφετέρου δε* διότι με την κατ' επίφαση επίκληση της αναιρετικής από το άρθρο 559αριθμ.1ΚΠολΔ πλημμέλειας η αναιρεσείουσα επιχειρεί να πλήξει την ουσιαστική παραδοχή του Εφετείου περί είσπραξης των επιταγών από την ίδια.
Ο με αριθμό 2 λόγος είναι απαράδεκτος, εφόσον οι επικαλούμενες ελλείψεις αναφέρονται στην ανάλυση και αιτιολόγηση του συναχθέντος αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύουν τον αναιρετικό λόγο από το άρθρο 559αριθμ.19ΚΠολΔ,εφόσον το πόρισμα του Εφετείου, ότι η αναιρεσίβλητη κατέβαλε το ποσό των επιταγών στην αναιρεσείουσα είναι σαφές.
Ο με αριθμό 3 λόγος είναι απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, εφόσον η αναιρεσείουσα δεν εκθέτει ποιο πράγμα με την προαναφερόμενη έννοια του όρου πρότεινε το οποίο και δεν λήφθηκε υπόψη και ο με αριθμό 4 λόγος είναι απαράδεκτος, εφόσον με αυτόν πλήττεται η διαφορετική από αυτή που θεωρεί ορθή η αναιρεσείουσα εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο. Υπό τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό, αυτό δηλαδή που δημιουργείται από την παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων κύρους της (Ολ.
Α.Π. 12/2000).Κατά το άρθρο δε 559αριθμ.11β αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν, πράγμα που συμβαίνει και όταν δεν προσκομίστηκαν παραδεκτά. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 529 ΚΠολΔ., στην κατ' έφεση δίκη επιτρέπεται να γίνει επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων, όπως είναι και τα έγγραφα, το δευτεροβάθμιο δε δικαστήριο μπορεί να αποκρούσει τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίζονται πρώτη φορά σε αυτό ως απαράδεκτα, αν κατά αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του ο διάδικος δεν τα είχε προσκομίσει στην πρωτόδικη δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια (ΑΠ 175/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησής της, κατ' επίκληση πλημμελειών από το άρθρο 559αριθμ. 11,14 και 10 ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο, ότι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτα, αλλά έλαβε υπόψη τα φωτοαντίγραφα της οπίσθιας όψης των ανωτέρω έξι επιταγών, προκειμένου να κάνει δεκτή την ένσταση εξόφλησης της αναιρεσίβλητης, αφού εσφαλμένα το Δικαστήριο δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη παρέλειψε να τα προσκομίσει ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου όχι από βαριά αμέλεια ούτε από πρόθεση στρεψοδικίας, με ως αποτέλεσμα να δεχθεί την ένσταση εξόφλησης χωρίς απόδειξη.
Ο λόγος κατά το μέρος που γίνεται επίκληση αναιρετικής πλημμέλειας από το άρθρο 559αριθμ.11 και 10 είναι απαράδεκτος, εφόσον η ως άνω κρίση του δικαστηρίου περί παραδεκτής προσκομιδής δεν ελέγχεται αναιρετικά και κατ'ακολουθίαν η επικαλούμενη από το άρθρο 559αριθμ.14 πλημμέλεια είναι αβάσιμη.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμ.20 του άρθρου 559ΚΠολΔ,για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο της ουσίας, είτε κάνοντας εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου αποδεικτικού εγγράφου, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, είτε παραλείποντας την ανάγνωση κρίσιμων περικοπών ή φράσεων αυτού, αποδίδει σ' αυτό περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιέχει και ακολούθως, με βάση μόνο αυτό ή κυρίως αυτό, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα για πράγματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της απόφασής του.
Αντιθέτως, δεν υπάρχει παραμόρφωση εγγράφου, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υποπίπτει σε διαγνωστικό σφάλμα ως προς το περιεχόμενο του εγγράφου και, αξιολογώντας τα περιστατικά που πράγματι περιέχονται σ' αυτό, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ο αναιρεσείων ορθό, οπότε πρόκειται για εκτίμηση αποδείξεων που δεν ελέγχονται αναιρετικά.
Επίσης, δεν θεμελιώνεται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα σε συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων, χωρίς να εξαίρει τη βαρύτητα του σχετικού εγγράφου στη διαμόρφωση της γνώμης του ως προς την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος(ΟλΑΠ2/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αίτησής της, μέμφεται το Εφετείο, ότι με την παραδοχή του, "άλλωστε η ενάγουσα (ήδη αναιρεσείουσα) μολονότι έλαβε γνώση, ήδη, από τον Μάρτιο του 2011, αμφοτέρων των όψεων των έξι (6) προαναφερθέντων επιταγών. (βλ. περιεχόμενο της από 31.3.2011 εξωδίκου της, που επιδόθηκε στην ...
με την υπ' αριθμ. …48Β/4.4.2011 έκθεση επιδόσεως) δεν αμφισβήτησε τη γνησιότητα της υπάρχουσας στην οπίσθια όψη των επιταγών σφραγίδος της, ούτε προσέβαλε ως πλαστή την επ' αυτής τεθείσα υπογραφή, ούτε υπέβαλε έγκληση κατά συγκεκριμένων προσώπων για διάπραξη σε βάρος της κάποιας αξιόποινη πράξης (π.χ. πλαστογραφίας), η οποία μάλιστα της προκάλεσε ιδιαιτέρως μεγάλη ζημία ύψους 66.500 ευρώ, μη αρκούσης προς τούτο της όλως ασαφούς αναφοράς της ότι δήθεν δεν είχε χορηγήσει νομιμοποιητικά προς είσπραξη έγγραφα στην πληρώτρια Τράπεζα, κι ότι δεν συνεργαζόταν με το ευρισκόμενο στον ...
υποκατάστημα της τελευταίας, καθότι η έδρα της είναι στην …., ισχυρισμός που, πέραν της απλοϊκότητάς του, ελέγχεται και ως μη ανταποκρινόμενος στην πραγματικότητα, αφού η παρουσία της ενάγουσας στο εκτελούμενο στον ... έργο ήταν καθημερινή και διήρκεσε για μεγάλο χρονικό διάστημα (διετία)", υπέπεσε στις προβλεπόμενες από τη διάταξη του άρθρου 559αριθμ.
κατ'εκτίμηση 8 (και όχι αριθμ.11) 20 και 10ΚΠολΔ πλημμέλειες, αφού, 1)τα ανωτέρω επιχειρήματα δεν τα είχε προτείνει η αναιρεσίβλητη και 2) παρεμόρφωσε το περιεχόμενο της από 31-3-2011 εξώδικης δήλωσής της προς την ..., από το οποίο προκύπτει η αμφισβήτηση εκ μέρους της, της είσπραξης των έξι επιταγών. Ο λόγος, κατά το μέρος που επικαλείται πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 10 είναι απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, εφόσον δεν εκτίθενται περιστατικά που να τον στοιχειοθετούν, κατά το μέρος που επικαλείται πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ είναι επίσης απαράδεκτος, εφόσον τα επιχειρήματα που το Εφετείο άντλησε κατά την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού δεν αποτελούν πράγματα κατά την έννοια του άρθρου 559αριθμ.8ΚΠολΔ,ενώ κατά την επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559αριθμ.20ΚΠολΔ ,είναι αβάσιμος, εφόσον το Εφετείο δεν υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος σε σχέση με το ανωτέρω έγγραφο, από το οποίο δεν εξήγαγε συμπέρασμα διαφορετικό από αυτό που υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, ότι δηλαδή με το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου η τελευταία αμφισβήτησε την είσπραξη των επίμαχων επιταγών.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω η από 19-2-2018 αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο(αρθρ.495παρ.3ΚΠολΔ).
Β) Επί της από 17-1-2018 αίτηση της εναγομένης ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...".
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 γ1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα τα οποία οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή σε ρ συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, αρκεί δηλαδή η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου που έλαβε υπόψη το δικαστήριο(ΟλΑΠ2/2008).
Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων κατά το άρθρο 561 παρ. ΚΠολΔ (ΑΠ600/2016). Κατά το άρθρο 559 αρ. 17 ΚΠολΔ, περαιτέρω, επιτρέπεται αναίρεση και όταν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις.
Για να ιδρυθεί ο αναιρετικός αυτός λόγος, πρέπει η αντίφαση να υπάρχει στο διατακτικό της απόφασης μεταξύ των διατάξεών της, έτσι ώστε λόγω των αντιφάσεων να καθίσταται αδύνατη η εκτέλεσή της, χωρίς να αρκεί η ύπαρξη αντίφασης στο αιτιολογικό της απόφασης αυτής ή μεταξύ του αιτιολογικού ή του διατακτικού(ΑΠ45/2014,309/2014).Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 556 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το έννομο συμφέρον, που αποτελεί κύρια θετική προϋπόθεση για το παραδεκτό της αναίρεσης και πρέπει να έχει ο αναιρεσείων, θεμελιώνεται στη βλάβη που υφίσταται ο ηττημένος διάδικος από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης και με την άσκηση της αναίρεσης επιδιώκεται η ανατροπή της επιβλαβούς αυτής για τον αναιρεσείοντα συνέπειας.
Βλάβη δε του διαδίκου υπάρχει, όταν απορρίπτονται ολικά ή μερικά οι προτάσεις του ή γίνονται ολικά ή μερικά δεκτές έναντι αυτού οι αιτήσεις του αντιδίκου του και επομένως η βλάβη του αναιρεσείοντος πρέπει να υπάρχει σε σχέση με τον αντίδικο του, ήτοι η προσβαλλόμενη απόφαση να περιέχει κάποια διάταξη υπέρ του αντιδίκου του αναιρεσείοντος.
Εξάλλου, έννομο συμφέρον του αναίρεσείοντος πρέπει να υπάρχει και ως προς κάθε λόγο αναίρεσης (ΑΠ 1710/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον μοναδικό λόγο της κρινόμενης αίτησής της, μέμφεται το Εφετείο, ότι με την παραδοχή ,"ο ισχυρισμός της εναγομένης (ήδη αναίρεσε ίο υ σας) ότι υπήρξαν καταβολές προς την ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη) και με έξι ακόμη επιταγές, εκδόσεώς της (πρόκειται για τις υπ' αριθμ. ...068-5, υπ' αριθμ. ...069-5, υπ' αριθμ. ...623-7, υπ' αριθμ. ...895-0, υπ' αριθμ. ...899-2 και υπ'αριθμ. ...974-9), κρίνεται απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος, διότι δεν προσκομίζεται φωτοαντίγραφο της οπίσθιας όψης των επιταγών αυτών, ώστε να αποδειχθεί ότι η ενάγουσα τις εισέπραξε ή τις οπισθογράφησε σε τρίτο", υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες από τις διατάξεις του άρθρου 559αριθμ.11,8 και 17 ,διότι, αντίστοιχα, Ι) προκειμένου να απορρίψει το Εφετείο την ένσταση της εξόφλησης κατά το επιπλέον ποσό των ανωτέρω επιταγών, δεν έλαβε υπόψη τα αντίγραφα κίνησης του GR ...253 λογαριασμού της στην ...^τα οποία είχε νόμιμα επικαλεστεί και προσκομίσει από τα οποία προέκυπτε το αντίθετο, 2) έλαβε υπόψη επιπλέον καταβολή προς την αναιρεσίβλητη ποσού 6.500 ευρώ,με την ...74-9 επιταγή, λήξης 31-3- 2009 ,χωρίς να την έχει προτείνει και 3)περιέχει αντιφατικές διατάξεις αφού την ανωτέρω επιταγή την αναφέρει και ως μία από τις έξι μη εξοφληθείσες επιταγές.
Ο με αριθμό 1 λόγος είναι αβάσιμος, εφόσον τόσο από τη ρητή διαβεβαίωση του Δικαστηρίου ότι έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, όσο και από το περιεχόμενο και τις αιτιολογίες της, όπως αυτές εκτέθηκαν παραπάνω, καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι το Εφετείο προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα ανωτέρω έγγραφα.
Ο με αριθμό 2 λόγος είναι απαράδεκτος, λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος της αναιρεσείουσας, εφόσον η παραδοχή, έστω και χωρίς να έχει προταθεί από την ίδια, καταβολής επιπλέον ποσού στην αντίδικό της, είναι ευνοϊκή γι' αυτή και δεν της δημιουργεί βλάβη που να την νομιμοποιεί για προβολή του σχετικού αναιρετικού λόγου.
Επίσης και ο με αριθμό 3 λόγος είναι απαράδεκτος, εφόσον η επικαλούμενη αντίφαση δεν υφίσταται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.
Κατ 'ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η από 17-1-2018 αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρθρ.495παρ.3ΚΠολΔ).Τέλος ,πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολο τους μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά τους έξοδα, λόγω της μερικής νίκης και ήττας αυτών (αρθρ. 178,183ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις από 19 Φεβρουαρίου 2018 και 17 Ιανουαρίου 2018 αιτήσεις, της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία " ... ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ" και της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", αντίστοιχα, για αναίρεση της 2637/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή των κατατεθέντων παραβόλων στο Δημόσιο Ταμείο.
Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά τους έξοδα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Φεβρουαρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Ιουνίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ