Legislator Case Law & Legislation
748/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for one party and rejects substantive appeal against another insurer.

Case Number 748/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal regarding the first appellant due to a lack of explicit power of attorney required by law. For the second appellant, an insurance company, the court rejected the appeal as the alleged contributory negligence of the deceased driver was not a new fact but merely a reiteration of evidence already evaluated by the lower court. Consequently, the appeal was inadmissible for one party and dismissed for the other, with costs awarded to the successful appellants.

Legislator headnote

AI generated

Articles 94, 96, 104, 576 of the Code of Civil Procedure; Articles 297, 298, 300, 330 of the Civil Code: An appeal is inadmissible if the appellant lacks explicit power of attorney, and an appeal based on reiteration of proven facts without new evidence is rejected.

Keywords

AI generated
power of attorney requirement admissibility of appeal contributory negligence reiteration of evidence civil procedure code insurance liability costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Articles 94, 96 § 3, 104 of the Code of Civil Procedure
Articles 576 paragraphs 1 and 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 297, 298, 300, 330 of the Civil Code
Article 495 paragraph 3 item e of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189 § 1, 192 § 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 39/2005
Supreme Court 9/2003
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 748 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 748/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Σοφία Ντάντου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Φεβρουαρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Μ. του Γ., κατοίκου ... και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Καραγκούνη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 1-2-2018 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ ως προς την 2η των αναιρεσειόντων και παρίσταται.

Των αναιρεσιβλήτων: Α. 1) Μ. Ε. του Ε., 2) Χ. χας Ε. Ε., 3) Α. Ε. του Ε., κατοίκων ..., ο 1ος ατομικά και όλοι ως κληρονόμοι του ήδη αποβιώσαντος αρχικού διαδίκου Ε. Ε. του Μ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Φυλακτό με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και Β) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Σταμάτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-12-2010 αγωγή φυσικών προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, την από 24-2-2011 αγωγή του ήδη 1ου των αναιρεσιβλήτων και του ήδη αποβιώσαντος Ε. Ε. του Μ., καθώς και με την από 28-3-2011 αγωγή του ήδη 1ου των αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και επί των οποίων εκδόθηκαν, αντίστοιχα, οι 7263/2012 εν μέρει οριστική και 5841/2014 οριστική, 7236/2012 οριστική και 7235/2012 οριστική, αποφάσεις του ίδιου Δικαστηρίου και ακολούθως η 835/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30-9-2016 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Δημητρούλα Υφαντή, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 94, 96 § 3, 104 ΚΠολΔ και 576 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ συνάγεται ότι κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο για την υποχρεωτική, πλην των οριζομένων στην παράγραφο 2 του άρθρου 94 εξαιρέσεως, παράσταση διαδίκου με πληρεξούσιο δικηγόρο, απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα, η οποία δίδεται κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά.

Η έλλειψη αυτής που εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως, έχει ως συνέπεια την ακυρότητα της παραστάσεως, ως και των πράξεων που είχαν γίνει προηγουμένως κατ’ άρθρον 104 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 39/2005, 9/2003). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα πρακτικά συνεδριάσεως του δικαστηρίου τούτου, κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως στο ακροατήριο και κατά την εκφώνησή της από το πινάκιο στη σειρά της, εμφανίσθηκε ο δικηγόρος Ιωάννης Καραγκούνης και δήλωσε προφορικά στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 1.2.2018 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ ως προς την δεύτερη των αναιρεσειόντων ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία ...

και παρίσταται ως προς αυτήν και ως προς τον πρώτο αναιρεσείοντα Α. Μ., προσκόμισε δε το υπ’ αριθ. .../24.2.2017 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ε. Λ.. Δεν επικαλείται όμως με τις προτάσεις του ο ίδιος πληρεξούσιος, που κατέθεσε και για τους δύο αναιρεσείοντες, ούτε και προσκομίζει, πληρεξούσιο έγγραφο από τον πρώτο αναιρεσείοντα για την εκπροσώπησή του στην παρούσα συζήτηση.

Εξ άλλου, κανείς από τους παριστάμενους διαδίκους δεν επικαλείται, ούτε προσκομίζει αποδεικτικά επιδόσεως από τα οποία να προκύπτει η επιμέλεια της επισπεύσεως της παρούσας συζήτησης, ούτε και προσκομίζονται επιδοθέντα αντίγραφα του αναιρετηρίου για να προκύψει η επίσπευση της προκειμένης συζητήσεως.

Επομένως, πρέπει κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 3 εδ. β’ του ΚΠολΔ, όπως προστέθηκε με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013, να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως ως προς τον πρώτο αναιρεσείοντα Α. Μ., που δεν εκπροσωπήθηκε προσηκόντως από πληρεξούσιο δικηγόρο, ως προς τον οποίο η υπόθεση πρέπει να χωριστεί, και εφόσον στην προκειμένη περίπτωση υφίσταται σχέση απλής ομοδικίας μεταξύ των δύο αναιρεσειόντων, να χωρήσει νομίμως η συζήτηση ως προς τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 1167/2017).

ΙΙ. Με την αίτηση αναιρέσεως, όσο ερευνάται με βάση τους παρισταμένους προσηκόντως διαδίκους, προσβάλλεται η υπ’ αριθμ. 835/2016 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρ. 681Α ΚΠολΔ), με την οποία συνεκδικάσθηκαν αντίθετες εφέσεις των διαδίκων της προκείμενης δίκης, απορρίφθηκε κατ’ ουσίαν η έφεση της δεύτερης αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία ..., έγιναν δεκτές κατ’ ουσίαν οι εφέσεις και οι πρόσθετοι λόγοι των αναιρεσιβλήτων κατά της εκκληθείσας πρωτόδικης απόφασης, η οποία εξαφανίστηκε, και ακολούθως έγινε κατά ένα μέρος δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η με αριθ. καταθέσεως .../24.3.2011 αγωγή του 1ου των αναιρεσιβλήτων και του ήδη αποβιώσαντος Ε. Ε. του Μ. επιδίκασης αποζημιώσεως για την αποκατάσταση της ζημιάς, την οποίαν υπέστησαν από αυτοκινητικό ατύχημα, που οφείλεται αποκλειστικά σε αμέλεια του πρώτου αναιρεσείοντος οδηγού αυτοκινήτου ασφαλισμένου για ζημιές τρίτων, στην δεύτερη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία.

ΙΙΙ. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).

Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.

ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.ΑΠ 13/1995).

Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, που μπορεί να είναι και ο ζημιωθείς στην περίπτωση που συνετέλεσε και ο ίδιος την πρόκληση ή την επαύξηση της ζημίας, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθευατή υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 468/2003).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ’ αριθ. 835/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Στην προκειμένη περίπτωση, από τις καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων που εξετάστηκαν ενόρκως στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, οι οποίες περιέχονται στα νομίμως επικαλούμενα και προσκομιζόμενα ταυτάριθμα με τις εκκαλούμενες 7235/2012, 7236/2012 και 5418/2014 αποφάσεις πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του ιδίου Δικαστηρίου, την ανωμοτί εξέταση του τρίτου εναγομένου της πρώτης κύριας αγωγής και πρώτου ενάγοντος της δεύτερης κύριας αγωγής, η οποία περιέχεται στα νομίμως επικαλούμενα και προσκομιζόμενα ταυτάριθμα με τις εκκαλούμενες 7236/2012 και 7263/2012 αποφάσεις πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, την με αριθμό ...-13 ιατρική πραγματογνωμοσύνη της ορθοπεδικού χειρουργού Σ.

Γ., την με αριθμό ...5-13 ιατρική πραγματογνωμοσύνη του νευρολόγου - ψυχίατρου Α. Ρ. και όλα, γενικώς, τα έγγραφα, τα οποία οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα, τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα περιστατικά: Στις 20.6. 2009 και ώρα 19.00 περίπου, ο δεύτερος εναγόμενος της πρώτης αγωγής, δεύτερος ενάγων της δεύτερης αγωγής και πρώτος εναγόμενος της τρίτης αγωγής Μ.

Ε. (που είναι και η ερευνώμενη εν προκειμένω αγωγή με βάση τους παρισταμένους διαδίκους στην παρούσα αναιρετική συζήτηση), οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... IXΦ αυτοκίνητο τύπου τζιπ, ιδιοκτησίας του ήδη θανόντος πατέρα του Ε. Ε., ο οποίος τον προέστησε στην οδήγησή του και το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην πέμπτη εναγόμενη της πρώτης αγωγής και τρίτη εναγόμενη της τρίτης αγωγής ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "...." (και ήδη τέταρτη αναιρεσίβλητη), εκινείτο επί της οδού ..., με κατεύθυνση προς την οδό ...

και πλησίαζε στη διασταύρωση της οδού στην οποία κινούνταν, με την οδό .... Στο σημείο αυτό η οδός ... είναι διπλής κατεύθυνσης, με πλάτος οδοστρώματος 6,50 μέτρα, μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, ευθεία, οριζόντια και ασφαλτοστρωμένη. Την ίδια ημέρα και ώρα ο πρώτος εναγόμενος της πρώτης και δεύτερης αγωγής και ενάγων της τρίτης αγωγής Α.

Μ., οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο στην τέταρτη εναγομένη της πρώτης αγωγής και δεύτερη εναγομένη της δεύτερης αγωγής ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "... Α.Α.Ε.Ζ.", εκινείτο επί της οδού ... στο Ωραιόκαστρο της Θεσσαλονίκης, έχοντας κατεύθυνση από Παλαιόκαστρο προς Ωραιόκαστρο και πλησίαζε στη διασταύρωση της οδού ...

με την οδό ... έχοντας ως συνεπιβάτες τον Μ. Μ., πρώτο ενάγοντα της πρώτης αγωγής, ο οποίος καθόταν στο πίσω κάθισμα και στη θέση πίσω ακριβώς από τη θέση του συνοδηγού, τον Β. Β., δεύτερο ενάγοντα της πρώτης αγωγής, ο οποίος καθόταν επίσης στο πίσω κάθισμα και στη θέση πίσω ακριβώς από τη θέση του οδηγού και τον μη διάδικο πλέον Α.

Σ., ο οποίος καθόταν στο μπροστινό κάθισμα και συγκεκριμένα στη θέση του συνοδηγού. Στο ανωτέρω σημείο της, η οδός ... είναι επίσης διπλής κατεύθυνσης με πλάτος οδοστρώματος 6,50 μέτρα, μια λωρίδα ανά κατεύθυνση, ευθεία, οριζόντια και ασφαλτοστρωμένη. Από άποψη κάθετης σήμανσης, υφίσταται στην πορεία των οχημάτων που κινούνται επί της οδού ... (σε αμφότερα τα ρεύματα πορείας αυτής) και πρόκειται να εισέλθουν στη διασταύρωση με την οδό ..., ρυθμιστική της κυκλοφορίας πινακίδα Ρ2 (STOP), για υποχρεωτική παραχώρηση προτεραιότητας στα οχήματα που κινούνται επί της οδού ....

Υπό τα δεδομένα αυτά φθάνοντας ο Α. Μ. στην άνω διασταύρωση και προτιθέμενος να τη διασχίσει και να συνεχίσει ευθεία προς το Ωραιόκαστρο, όφειλε να διακόψει υποχρεωτικά την πορεία του και να παραχωρήσει προτεραιότητα στα οχήματα που κινούνταν στην οδό ... και δη στο όχημα του Μ. Ε. που τη στιγμή εκείνη κινούνταν στην οδό ...

και πλησίαζε στη διασταύρωση με την οδό .... Αυτός, όμως, οδηγούσε το άνω όχημά του χωρίς σύνεση και χωρίς να έχει διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, με συνέπεια όταν έφθασε στην εν λόγω διασταύρωση να μην αντιληφθεί καν την ύπαρξη της πινακίδας Ρ-2 "STOP" στην πορεία του, όπως ομολογείται σαφώς από τον ίδιο στην από 25-6-2009 έκθεση ένορκης κατάθεσής του που περιλαμβάνεται στην ποινική δικογραφία που σχηματίστηκε σχετικά, στην οποία δηλώνει με ειλικρίνεια ότι "...δεν είδα ότι στην πορεία μου είχα ΣΤΟΠ...

Εγώ πιστεύω ότι ευθύνομαι για το ατύχημα μέχρι το σημείο που δεν είδα το ΣΤΟΠ...". Έτσι, όχι μόνον δεν σταμάτησε, ως όφειλε, προ της διασταυρώσεως και της πινακίδας Ρ-2 "STOP", αλλά δεν μείωσε καθόλου την ταχύτητά του, η οποία υπερέβαινε τα 50 χλμ. την ώρα, και εισήλθε στη διασταύρωση χωρίς να ελέγξει καθόλου την κυκλοφορία των εκ δεξιών του κινουμένων επί της οδού ...

οχημάτων και δη του οχήματος του Μ. Ε. και χωρίς να παραχωρήσει σ’ αυτό προτεραιότητα, παραβιάζοντας έτσι την υπάρχουσα στην πορεία του ρυθμιστική πινακίδα Ρ-2 "STOP". Με τον τρόπο αυτό απέφραξε την πορεία του οχήματος του Μ. Ε., ο οποίος, αντιλαμβανόμενος από απόσταση όχι μεγαλύτερη των 30 μέτρων την άνω αντικανονική κίνηση του αυτοκινήτου του Α.

Μ. και την αιφνίδια παρεμβολή του στην πορεία του, επιχείρησε πέδηση του δικού του οχήματος, πλην όμως, παρά την τροχοπέδησή του επί 12 μέτρα, εξ αιτίας της μικρής απόστασης δεν κατέστη δυνατό να ακινητοποιήσει έγκαιρα το όχημα που οδηγούσε, με συνέπεια να επιπέσει με το εμπρόσθιο τμήμα του αυτοκινήτου του, στο πλάγιο και δεξιό τμήμα του οχήματος που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος, στο ύψος της δεξιάς οπίσθιας πόρτας του αυτοκινήτου.

Αποτέλεσμα της συγκρούσεως αυτής ήταν να υποστούν εκτεταμένες υλικές ζημίες και τα δύο αυτοκίνητα και να τραυματισθούν οι οδηγοί τους και οι επιβαίνοντες στο αυτοκίνητο του Α. Μ.. Με βάση τα παραπάνω το εν λόγω ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα (αμέλεια) του εναγόμενου - ενάγοντος Α. Μ. (και ήδη πρώτου αναιρεσειόντος), οδηγού του υπ’ αριθμ.

κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, ο οποίος, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 4 παρ. 3 και 12 παρ. 1 του ΚΟΚ, δεν οδηγούσε το αυτοκίνητό του, με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και εισήλθε στην άνω διασταύρωση χωρίς να ακινητοποιήσει προηγουμένως το όχημά του και να ελέγξει με προσοχή την κίνηση των επί της οδού ...

κινουμένων οχημάτων, παραβιάζοντας έτσι την προτεραιότητα του εκ δεξιών του κινουμένου με αριθ. κυκλοφορίας ... ΙΧΦ αυτοκινήτου, που οδηγούσε ο Μ. Ε.. Συγκεκριμένα, ενώ στην πορεία του υπήρχε κάθετη πινακίδα σήμανσης (Ρ-2) STOP, επιβάλλουσα την υποχρεωτική διακοπή της πορείας του οχήματός του πριν από την είσοδό του στην ως άνω διασταύρωση και την παραχώρηση της προτεραιότητας στα οχήματα που εκινούντο στην οδό ..., την οποία οδό είχε πρόθεση να διασχίσει, αυτός, λόγω του ότι οδηγούσε χωρίς σύνεση και χωρίς να έχει διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, δεν αντιλήφθηκε καν την ύπαρξη της άνω πινακίδας, όπως εξαρχής ο ίδιος ομολόγησε, συνέχισε με την ίδια ταχύτητα την πορεία του και εισήλθε εντελώς ανέλεγκτα στην εν λόγω διασταύρωση και χωρίς να παραχωρήσει την προτεραιότητα στο αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Μ.

Ε., το οποίο αυτοκίνητο πλησίαζε τη στιγμή εκείνη στη διασταύρωση και έπρεπε να το είχε αντιληφθεί, αφού το επίπεδο ορατότητάς του δεν περιορίζονταν, με συνέπεια να παρεμβληθεί αιφνίδια στην πορεία του αυτοκινήτου του Μ. Ε., ο οποίος, παρά την επιχειρηθείσα τροχοπέδηση του οχήματός του, δεν κατέστη δυνατόν να αποφύγει τη σύγκρουση των δύο οχημάτων.

Αντίθετα από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε οποιαδήποτε αμελής συμπεριφορά του εναγόμενου - ενάγοντος Μ. Ε., η οποία να συνετέλεσε στην πρόκληση ή έκταση του ένδικου ατυχήματος, καθόσον αυτός, έχοντας προτεραιότητα, εκινείτο κανονικά στο ρεύμα πορείας της οδού ... προς την οδό ..., με ταχύτητα που δεν υπερέβαινε το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο, από κανένα δε στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι αυτός αντιλήφθηκε προηγουμένως ότι ο εναγόμενος - ενάγων Α.

Μ. σκόπευε να εισέλθει ανεξέλεγκτα και με μεγάλη ταχύτητα εντός της διασταύρωσης και παρά ταύτα δεν μείωσε την ταχύτητά του, ώστε να μπορεί να γίνει λόγος για συνευθύνη του στην επελθούσα σύγκρουση των άνω οχημάτων. Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι αρχικά στην από 20-6-2009 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος που συνέταξε ο Αστ/κας του Α’ Τμήματος Τροχαίας Θεσσαλονίκης Σ.

Κ. αναγράφηκε ότι το όριο ταχύτητας των κινουμένων οχημάτων και στις δύο άνω οδούς ανέρχεται στα 50 χλμ/ώρα, λόγω κατοικημένης περιοχής, πλην όμως, σύμφωνα με το άρθρο 2 εδ. 1 του ΚΟΚ κατοικημένη περιοχή είναι αυτή που έχει σημανθεί με πινακίδες ως τέτοια στις εισόδους και εξόδους της, ενώ η διασταύρωση των άνω οδών κείται εκτός των εγκεκριμένων ρυμοτομικών σχεδίων ...

και ως εκ τούτου βρίσκεται εκτός κατοικημένης περιοχής με συνέπεια, ελλείψει ειδικής σημάνσεως, το ανώτατο όριο ταχύτητας να ανέρχεται, σύμφωνα με το άρθρο 20 εδ. 2 του ΚΟΚ, σε 90 χλμ. για τα ΙΧΕ αυτοκίνητα και σε 80 χλμ. την ώρα για τα ΙΧΦ αυτοκίνητα μέγιστου βάρους μέχρι 3.500 χλγ. (βλ. το με αριθ. πρωτ. .../30.3.2015 έγγραφο του ...

και το με αριθ. πρωτ. .../21.5.2015 του Α’ Τμήματος Τροχαίας Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκαν μετά την έκδοση και της εκκαλούμενης 5841/2014 απόφασης του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατόπιν αιτήσεως του εναγομένου -ενάγοντος Μ. Ε., παραδεκτά δε προσκομίζονται για πρώτη φορά ενώπιον του παρόντος Δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, ενόψει του ότι, κατ’ άρθρο 529 ΚΠολΔ, αποδεικτικά μέσα μπορούν να προσκομισθούν παραδεκτώς, έστω για πρώτη φορά στο Δικαστήριο τούτο, εκτός κι αν ο διάδικος δεν τα είχε προσκομίσει στην πρωτόδικη δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή βαριά αμέλεια, περιπτώσεις που δεν συντρέχουν εν προκειμένω, αφού τα άνω έγγραφα εκδόθηκαν μετά την πρωτόδικη δίκη).

Με βάση εξάλλου την ίδια ως άνω έκθεση αυτοψίας βρέθηκαν ίχνη τροχοπέδησης μήκους 12 μέτρων από το υπ’ αριθ. κυκλοφορίας ... ΙΧΦ αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Μ. Ε. επί της οδού ... και στο ρεύμα κυκλοφορίας προς οδό ..., ενώ σύμφωνα με το Δελτίο Ιχνών Τροχοπέδησης του ιδίου ως άνω Αστ/κα του Α’ Τμήματος Τροχαίας Θεσσαλονίκης Σ.

Κ., στα άνω ευρεθέντα ίχνη τροχοπέδησης αντιστοιχεί ταχύτητα περίπου 42 χλμ/ώρα, χωρίς να μπορεί να προσδιορισθεί η ακριβής ταχύτητα του οχήματος γιατί δεν μπορεί να υπολογισθεί η απορροφηθείσα λόγω της σύγκρουσης ταχύτητα. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι η ταχύτητα του αυτοκινήτου του εναγομένου - ενάγοντος Μ.

Ε. και αν ακόμη υπερέβαινε τα 50 χλμ. την ώρα, σε καμία περίπτωση δεν υπερέβαινε το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο των 80 χλμ. την ώρα, ώστε να μπορεί να γίνει λόγος για συνευθύνη του στην πρόκληση του ατυχήματος, καθόσον αυτός δεν θα μπορούσε να προβεί σε κάποιο επιτυχή αποφευκτικό ελιγμό ή άλλη ενέργεια πρόσφορη για την αποτροπή του ατυχήματος.

Πρέπει, τέλος, να σημειωθεί ότι στην ως άνω έκθεση αυτοψίας δεν αναφέρεται ότι ανευρέθησαν αυτόπτες μάρτυρες του ατυχήματος και μάλιστα αναγράφεται ότι βρέθηκε μόνο ο οδηγός του με αριθ. κυκλοφορίας ... αυτοκινήτου, δηλαδή ο Α. Μ., ο οποίος δεν ενημέρωσε το όργανα της τροχαίας για την ύπαρξη των τραυματιών που επέβαιναν στο αυτοκίνητό του, προέβη δε σε σχετική δήλωση μετά πάροδο πέντε ημερών και δη την 25.6.2009.

Παρά ταύτα μετά τρίμηνο εμφανίστηκε στο Α’ Τμήμα Τροχαίας ο Γ. Σ., ο οποίος κατέθεσε ενόρκως στα πλαίσια της αστυνομικής προανάκρισης, ότι την ίδια ημέρα και ώρα που έγινε το ένδικο ατύχημα οδηγούσε το αυτοκίνητό του επί της οδού ... με ταχύτητα περίπου 60-70 χλμ. την ώρα και ότι κάποια στιγμή τον προσπέρασε ένα όχημα τύπου τζιπ το οποίο πρέπει να κινούνταν με ταχύτητα 8 0-90 χλμ.

την ώρα και σε μία διασταύρωση συγκρούστηκε με ένα άλλο αυτοκίνητο που βγήκε από αριστερά. Ενώ όμως ο εν λόγω μάρτυρας καταθέτει στη συνέχεια ότι σταμάτησε στον τόπο του ατυχήματος για να βοηθήσει και ότι προσήλθαν εκεί ασθενοφόρο και η τροχαία, παρά ταύτα δεν εξηγεί πειστικά για ποιο λόγο δεν έδωσε αμέσως τα στοιχεία του, αναφέροντας μόνο ότι δεν του τα ζήτησε κανείς.

Σε κάθε περίπτωση ο μάρτυρας αυτός δεν αναφέρεται άμεσα στις συνθήκες της σύγκρουσης των δύο οχημάτων, η εκτίμησή του δε ότι ο εναγόμενος - ενάγων Μ. Ε. πρέπει να οδηγούσε το αυτοκίνητό του με 80-90 χλμ. την ώρα δεν μπορεί να οδηγήσει σε αντίθετη κρίση για συνευθύνη του άνω οδηγού, καθόσον και κατά τον μάρτυρα αυτό ο Μ.

Ε. εκινείτο στα όρια του επιτρεπτού ορίου ταχύτητας, με συνέπεια να μη συνδέεται αιτιωδώς η ταχύτητά του με το επελθόν αποτέλεσμα. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου περί μη συνυπαιτιότητας του εναγόμενου - ενάγοντος Μ. Ε. ενισχύεται και από την τελική έκβαση της σχετικής ποινικής δίκης. Ειδικότερα, με βάση τη σχηματισθείσα δικογραφία ασκήθηκε ποινική δίωξη, κατά των οδηγών και των δύο παραπάνω αυτοκινήτων για σωματική βλάβη από αμέλεια κατά συρροή, παραπέμφθηκαν δε αυτοί να δικαστούν ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης για τις άνω αξιόποινες πράξεις και ήδη με την 8301/2015 απόφαση του άνω Δικαστηρίου κηρύχθηκε ένοχος της πιο πάνω πράξεως μόνον ο Α.

Μ. και του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως 8 μηνών για κάθε σωματική βλάβη και συνολική ποινή φυλάκισης 20 μηνών. Αντίθετα με την ίδια απόφαση ο Μ. Ε. κηρύχθηκε αθώος, αφού κρίθηκε ότι δεν προέκυψαν καθόλου στοιχεία που να θεμελιώνουν υπαιτιότητά του στο ένδικο τροχαίο ατύχημα, καθόσον αυτός εκινείτο σύννομα στο ρεύμα πορείας του και λόγω της απρόσμενης, αιφνίδιας και ανέλεγκτης εισόδου του αυτοκινήτου του Α.

Μ. και της πολύ μικρής απόστασης των δύο οχημάτων δεν θα μπορούσε να προβεί σε κάποιο επιτυχή αποφευκτικό ελιγμό ή άλλη ενέργεια πρόσφορη για την αποτροπή του ατυχήματος, το γεγονός δε ότι είναι αδιευκρίνιστη η ταχύτητά του δεν μπορεί να θεμελιώσει ευθύνη του, ως μη συνδεόμενη αιτιωδώς με την πρόκληση του ατυχήματος.

Κατά της αποφάσεως αυτής ο καταδικασθείς Α. Μ. δεν άσκησε κανένα ένδικο μέσο, με αποτέλεσμα να καταστεί αυτή πλέον αμετάκλητη. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με τις εκκαλούμενες 7235/2012 και 7236/2012 αποφάσεις του έκρινε, αντίθετα, ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε συγκλίνουσα υπαιτιότητα (αμέλεια) των οδηγών και των δύο οχημάτων, την οποία μάλιστα προσδιόρισε σε ποσοστό 70% για τον εναγόμενο - ενάγοντα Α.

Μ. και σε ποσοστό 30% για τον εναγόμενο-ενάγοντα Μ. Ε., δεχόμενο ακολούθως με βάση την εσφαλμένη αυτή παραδοχή: α) με την εκκαλουμένη 7235/2012 απόφασή του εν μέρει και ως ουσία βάσιμη την από 28.3.2011 με αριθ. κατ. .../31.3.2011 αγωγή του πρώτου αναιρεσείοντος Α. Μ. κατά των αναιρεσιβλήτων και β) με την εκκαλουμένη 7236/2012 εν μέρει και ως ουσία βάσιμη την από 24.2.2011 με αριθμ.

κατ. .../ 24.3.2011 αγωγή των αναιρεσιβλήτων κατά των ήδη αναιρεσειόντων, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις και πρέπει να εξασφανιστούν οι εκκαλούμενες 7235/2012 και 7236/2012". Στη συνέχεια των σκέψεών του αυτών το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν την υπ’ αριθμ. .../31.3.2011 αγωγή του πρώτου αναιρεσείοντος Α. Μ. και δέχθηκε κατά ένα μέρος την με αριθ.

κατ. .../24.3.2011 αγωγή του 1ου των αναιρεσιβλήτων και του ήδη αποβιώσαντος Ε. Ε. και υποχρέωσε τους ήδη αναιρεσείοντες να καταβάλουν σ’ ολόκληρο ο καθένας στους ήδη αναιρεσίβλητους Μ. Ε., Χ. χήρα Ε. Ε. και στον Α. Ε. το συνολικό ποσό των 4.250 ευρώ κατά το λόγο της κληρονομικής μερίδας καθενός ως καθολικών διαδόχων του αρχικά πρώτου ενάγοντος Ε.

Ε. και στον Μ. Ε. επί πλέον ατομικά το ποσό των 2.642,40 ευρώ νομιμοτόκως. Όμως μετά τη διάταξη της παρούσας απόφασης με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης κατά το μέρος της που αφορά τον πρώτο αναιρεσείοντα Α. Μ., αντικείμενο έρευνας της ένδικης αίτησης αναίρεσης είναι πλέον οι διατάξεις της προσβαλλόμενης απόφασης σε σχέση με την παραδοχή μόνο της υπ’ αριθμ. .../ 24.3.2011 αγωγής των αναιρεσιβλήτων, όχι όμως και οι διατάξεις της προσβαλλόμενης που έχουν σχέση με την απόρριψη της υπ’ αριθμ. .../31.3.2011 αγωγής του πρώτου αναιρεσείοντος Α.

Μ..

ΙV. Το Εφετείο με το να δεχθεί με τις ανωτέρω σκέψεις τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης των αναιρεσιβλήτων κατά της αντιθέτως κρίνασας πρωτόδικης απόφασης και τους αντίστοιχους πρόσθετους λόγους της έφεσής τους και με το να απορρίψει την αντέφεση της δεύτερης αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε γίνει δεκτή κατά ένα μέρος η αγωγή που είχαν ασκήσει οι αναιρεσίβλητοι, η οποία τελικά έγινε δεκτή κατά ένα μέρος κατ’ ουσίαν, αφού κρίθηκε ο πρώτος αναιρεσείων ασφαλισμένος στη δεύτερη αναιρεσείουσα αποκλειστικά υπαίτιος της ένδικης σύγκρουσης ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε, τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 του Α.Κ., 2 εδ. 1, 4 § 3 και 12 § 1 και 20 εδ. 2 του ΚΟΚ, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά για την αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου αναιρεσείοντος, Α.

Μ. στην ένδικη σύγκρουση, ότι δηλαδή οδηγούσε το όχημά του χωρίς σύνεση και χωρίς να έχει τεταμένη την προσοχή του με συνέπεια να μην αντιληφθεί καθόλου κατά την πορεία του προς την ένδικη διασταύρωση την ύπαρξη της πινακίδας P2 STOP με αποτέλεσμα να μη σταματήσει ως όφειλε προ της διασταυρώσεως, αλλά και να μη μειώσει καθόλου την ταχύτητα του, η οποία υπερέβαινε τα 50 χιλιόμετρα την ώρα, αλλά εισήλθε ανέλεγκτα με την ίδια ταχύτητα στη διασταύρωση και δεν παραχώρησε προτεραιότητα στο εκ δεξιών κινούμενο όχημα του αναιρεσίβλητου Μ.

Ε., του οποίου απέφραξε την πορεία πληρούν το πραγματικό των νομικών εννοιών της αποκλειστικής υπαιτιότητας και της αιτιώδους συνάφειας και δικαιολογούν την παραδοχή της αγωγής των αναιρεσιβλήτων και την απόρριψη του ισχυρισμού της δεύτερης αναιρεσείουσας για την υπαιτιότητα του αναιρεσίβλητου οδηγού Ε.

Μ. στην ένδικη σύγκρουση. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η δεύτερη αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, κατά το ένα μέρος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμ. 1 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης.

Περαιτέρω με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν ειδικότερα δεκτά τα ακόλουθα σε σχέση με τον ερευνώμενο λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ: "Στην από 20.6.2009 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος που συνέταξε ο Αστ/κας του Α’ Τμήματος Τροχαίας Θεσσαλονίκης Σ. Κ. αναγράφηκε αρχικά ότι το όριο ταχύτητας των κινουμένων οχημάτων και στις δύο άνω οδούς ανέρχεται στα 50 χλμ./ώρα, λόγω κατοικημένης περιοχής, πλην όμως, σύμφωνα με το άρθρο 2 εδ. 1 του ΚΟΚ κατοικημένη περιοχή είναι αυτή που έχει σημανθεί με πινακίδες ως τέτοια στις εισόδους και εξόδους της, ενώ η διασταύρωση των άνω οδών κείται εκτός των εγκεκριμένων ρυμοτομικών σχεδίων ...

και ως εκ τούτου βρίσκεται εκτός κατοικημένης περιοχής με συνέπεια, ελλείψει ειδικής σημάνσεως, το ανώτατο όριο ταχύτητας να ανέρχεται, σύμφωνα με το άρθρο 20 εδ. 2 του ΚΟΚ, σε 90 χλμ. για τα ΙΧΕ αυτοκίνητα και σε 80 χλμ. την ώρα για τα ΙΧΦ αυτοκίνητα μέγιστου βάρους μέχρι 3.500 χλγ. (βλ. το με αριθμ. πρωτ. .../30.3.2015 έγγραφο του ...

και το με αριθ. πρωτ. .../21.5.2015 του Α’ Τμήματος Τροχαίας Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκαν μετά την έκδοση και της εκκαλουμένης 5841/2014 απόφασης του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατόπιν αιτήσεως του εναγομένου - ενάγοντος Μ. Ε., παραδεκτά δε προσκομίζονται για πρώτη φορά ενώπιον του παρόντος Δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, ενόψει του ότι, κατ’ άρθρο 529 ΚΠολΔ, αποδεικτικά μέσα μπορούν να προσκομισθούν παραδεκτώς, έστω για πρώτη φορά στο Δικαστήριο τούτο, εκτός κι αν ο διάδικος δεν τα είχε προσκομίσει στην πρωτόδικη δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή βαριά αμέλεια, περιπτώσεις που δεν συντρέχουν εν προκειμένω, αφού τα άνω έγγραφα εκδόθηκαν μετά την πρωτόδικη δίκη).

Με βάση εξάλλου την ίδια ως άνω έκθεση αυτοψίας βρέθηκαν ίχνη τροχοπέδησης μήκους 12 μέτρων από το υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΦ αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Μ. Ε. επί της οδού ... και στο ρεύμα κυκλοφορίας προς οδό ..., ενώ σύμφωνα με το Δελτίο Ιχνών Τροχοπέδησης του ιδίου ως άνω Αστ/κα του Α’ Τμήματος Τροχαίας Θεσσαλονίκης Σ.

Κ., στα άνω ευρεθέντα ίχνη τροχοπέδησης αντιστοιχεί ταχύτητα περίπου 42 χλμ/ώρα, χωρίς να μπορεί να προσδιορισθεί η ακριβής ταχύτητα του οχήματος γιατί δεν μπορεί να υπολογισθεί η απορροφηθείσα λόγω της σύγκρουσης ταχύτητα. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι η ταχύτητα του αυτοκινήτου του εναγομένου - ενάγοντος Μ.

Ε. και αν ακόμη υπερέβαινε τα 50 χλμ. την ώρα, σε καμία περίπτωση δεν υπερέβαινε το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο των 80 χλμ. την ώρα, ώστε να μπορεί να γίνει λόγος για συνευθύνη του στην πρόκληση του ατυχήματος, καθόσον αυτός δεν θα μπορούσε να προβεί σε κάποιο επιτυχή αποφευκτικό ελιγμό ή άλλη ενέργεια πρόσφορη για την αποτροπή του ατυχήματος".

Επομένως τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η δεύτερη αναιρεσείουσα με τους πρώτο και τέταρτο λόγους του αναιρετηρίου κατά το ένα μέρος τους, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμ. 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ως προς την εφαρμογή των άρθρων 2 εδ. 1, 4 παρ. 3, 12 παρ. 1 και 20 εδ. 2 του ΚΟΚ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης σχετικά με το χαρακτηρισμό της περιοχής όπου συνέβη η ένδικη σύγκρουση ως εκτός κατοικημένης περιοχής ελλείψει ειδικής σήμανσης στο τόπο του ατυχήματος για την έναρξη και λήξη κατοικημένης περιοχής, ώστε πληρούται η νομοτυπική μορφή των άρθρων 2 και 20 του ΚΟΚ, που προαναφέρθηκαν.

Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα με τις οποίες το Εφετείο, αφ’ ενός μεν δέχθηκε την έφεση των αναιρεσιβλήτων και τους πρόσθετους λόγους της έφεσής τους κατά της αντιθέτως κρίνασας πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε κριθεί ο πρώτος αναιρεσίβλητος συνυπαίτιος κατά ποσοστό 30% του ένδικου τροχαίου ατυχήματος και στη συνέχεια ύστερα από εξαφάνιση της αντιθέτως κρίνασας πρωτόδικης απόφασης δέχτηκε την αγωγή των αναιρεσιβλήτων, αφού έκρινε τον οδηγό του άλλου συγκρουσθέντος αυτοκινήτου πρώτου αναιρεσείοντος Α.

Μ. αποκλειστικά υπαίτιο της ένδικης σύγκρουσης, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 297, 298, 300, 330, 914, 932 του ΑΚ, 2 εδ. 1, 4 § 3, 12 § 1 και 20 εδ. 2 του ΚΟΚ, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί η έλλειψη οποιασδήποτε υπαιτιότητας του πρώτου των αναιρεσιβλήτων στο ένδικο τροχαίο ατύχημα Μ.

Ε.. Επομένως, τα όσα, αντίθετα υποστηρίζει η δεύτερη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία ... ως καλύπτουσα ασφαλιστικά την ευθύνη του πρώτου αναιρεσείοντος οδηγού Α. Μ. με τους πρώτο και τέταρτο λόγους του αναιρετηρίου, με τους οποίους αποδίδεται κατά το άλλο μέρος τους στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμ. 19 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ, κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης, ως προς όλα τα μέρη τους, εφ’ όσον άλλωστε η υπαγωγή όλων των προαναφερθέντων πραγματικών περιστατικών στους κανόνες δικαίου περί αδικοπραξιών και του ΚΟΚ που εφαρμόσθηκαν δεν βρίσκεται σε καμμία απολύτως αντίφαση με τα διδάγματα της κοινής πείρας.

Εξ άλλου, οι ίδιοι πρώτος και τέταρτος λόγοι της αναίρεσης κατά την σ’ αυτούς κατά το άλλο μέρος τους περιλαμβανόμενη αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το ίδιο πιο πάνω προαναφερόμενο κρίσιμο ζήτημα περί των συνθηκών κάτω από τις οποίες συνέβη η ένδικη σύγκρουση, της ταχύτητας των δύο οχημάτων, του χαρακτηρισμού της περιοχής, όπου συνέβη η σύγκρουση ως εκτός κατοικημένης περιοχής, της παραβάσεως εκ μέρους του αναιρεσείοντος οδηγού Α.

Μ., της ρυθμιστικής πινακίδας STOP πριν από την ένδικη διασταύρωση και της ελλείψεως οποιασδήποτε υπαιτιότητας στο πρόσωπό του αναιρεσίβλητου οδηγού και τα αντίστοιχα επιχειρήματα των αναιρεσιβλήτων και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα της δεύτερης αναιρεσείουσας, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, και βρίσκονται κατά την ίδια αναιρεσείουσα σε αντίθεση με το ότι δεν διευκρινίζονται στην προσβαλλόμενη:

α) το ακριβές σημείο του οδοστρώματος, στο οποίο επήλθε η σύγκρουση, β) το ρεύμα πορείας που κατέλαβε το όχημα του πρώτου αναιρεσείοντος Α. Μ., γ) η ακριβής κατά το χρόνο της συγκρούσεως απόσταση του οχήματος του Α. Μ. από το πέρας του οδοστρώματος της οδού ... την οποία διέσχισε κάθετα, δ) η ακριβής ταχύτητα του αναιρεσίβλητου Μ.

Ε., η οποία προσδιορίσθηκε ασαφώς από 42 έως και 80 χιλιόμετρα την ώρα, ε) εάν ήταν δυνατός οποιοσδήποτε αποφευκτικός ελιγμός και προς ποία κατεύθυνση εκ μέρους του οδηγού Μ. Ε., στ) το χρόνο που χρειαζόταν ο Μ. Ε. για να διασχίσει την απόσταση των 30 μέτρων και ζ) τις συνέπειες της σύγκρουσης εάν το αυτοκίνητο του Μ.

Ε. εκινείτο με ταχύτητα περί τα 50 χιλιόμετρα, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι αφού κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τις προαναφερθείσες αναλυτικά παραδοχές της. Με τους ίδιους δε λόγους κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου των οποίων δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθρ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων της δεύτερης αναιρεσείουσας, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεση, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

V. Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προσβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ’ αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του. Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαια από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι. Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ’ του ΚΠολΔ υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (ΑΠ 1072/2005).

Με τους δεύτερο και τρίτο λόγους του αναιρετηρίου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ’ του ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του: 1) τη δικαστική ομολογία των εναγόντων με την ένδικη αγωγή τους και την έφεσή τους ότι η ταχύτητα του αυτοκινήτου του πρώτου από αυτούς Μ.

Ε. δεν υπερέβαινε το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο στο σημείο της συγκρούσεως, το οποίο ως ευρισκόμενο εντός κατοικημένης περιοχής δεν υπερέβαινε τα 50 χιλιόμετρα την ώρα, τη δικαστική δε αυτή ομολογία επικαλέστηκε η δεύτερη αναιρεσείουσα με τις έγγραφες προτάσεις της στο Εφετείο και 2) την υπ’ αριθμ. ... ιδιωτική πραγμ/νη των συνθηκών τροχαίου ατυχήματος της εταιρείας πραγματογνωμόνων ...

Ο.Ε.", και από την οποία αποδεικνυόταν η αρχική ταχύτητα του αυτοκινήτου του Μ. Ε. στα 84,37 χιλιόμετρα την ώρα. Τα αποδεικτικά δε αυτά στοιχεία είχε νόμιμα επικαλεσθεί και προσκομίσει με τις προτάσεις της στο Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση η δεύτερη αναιρεσείουσα. Από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή βεβαίωση του Εφετείου, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που του είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει νομίμως οι διάδικοι και από το όλο περιεχόμενο εκείνης της απόφασης, όπως παρατίθεται ανωτέρω σε προηγούμενες σκέψεις, με την οποία απορρίφθηκαν ρητά οι ισχυρισμοί της δεύτερης αναιρεσείουσας για συντρέχουσα συνυπαιτιότητα και του αναιρεσίβλητου οδηγού Μ.

Ε. καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και το πιο πάνω υπ. ... έγγραφο της ιδιωτικής πραγματογνωμοσύνης για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ο δε σχετικός τρίτος λόγος αναίρεσης κρίνεται αβάσιμος. Εξ άλλου ο δεύτερος λόγος αναίρεσης σε σχέση με την επικληθείσα δικαστική ομολογία των αναιρεσιβλήτων κρίνεται απαράδεκτος ως μη νόμιμος, εφόσον η επικαλούμενη δικαστική ομολογία σε σχέση με το καθεστώς της περιοχής όπου συνέβη η ένδικη σύγκρουση ως κατοικημένης ή όχι περιοχής, δεν δεσμεύει το δικαστήριο αφού το αντικείμενο της φερόμενης ως ομολογίας δεν αφορά πραγματικά περιστατικά αλλά νομικές εκτιμήσεις σε σχέση με τη νομική έννοια του όρου κατοικημένη περιοχή στις διατάξεις των άρθρων 2 εδ. 1 και 20 εδ. 2 του ΚΟΚ.

Ανεξάρτητα όμως από αυτά, ο ίδιος λόγος αναίρεσης κρίνεται και αβάσιμος κατ’ ουσίαν, αφού οι αναιρεσίβλητοι στο Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, με τους πρόσθετους λόγους εφέσεως που άσκησαν κατά τη διάταξη του άρθρου 354 ΚΠολΔ, ανεκάλεσαν την οποιαδήποτε συναφή ομολογία τους παραδεκτά με βάση όσα αναλυτικά εκτίθενται σε προηγούμενη σκέψη της παρούσας, σε σχέση με την προσαγωγή των υπ’ αριθμ. .../30.3.2015 και .../21.5.2015 εγγράφων του ...

και του Α’ Τμήματος Τροχαίας Θεσσαλονίκης.

VI. Ο λόγος αναίρεσης του αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώληση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1933/2006).

Εξ άλλου δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997 Ελ. Δ/νη 1992 σελ. 72), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996 Ελ.

Δνη 1996). VII. Με τον πέμπτο λόγο του αναιρετηρίου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 8 άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό της δεύτερης αναιρεσείουσας από τη διάταξη των άρθρων 297, 298, 300, 330 ΑΚ της συνυπαιτιότητας του πρώτου αναιρεσίβλητου οδηγού Μ.

Ε. ως περιστατικό διακεκριμένου παράγοντα πρόσφορης αιτιώδους συνάφειας που επέδρασε αυτοτελώς στο επελθόν αποτέλεσμα με την έννοια ότι το αυτοκίνητο του Μ. Ε. έφερε στο εμπρόσθιο μέρος του μη εγκεκριμένο άκαμπτο εξάρτημα συστήματος μετωπιαίας προστασίας με συνέπεια κατά την σύγκρουση των δύο οχημάτων να σημειωθούν στο αυτοκίνητο που οδηγούσε ο πρώτος αναιρεσείων Α.

Μ.ς στρεβλώσεις εκτεταμένες και πολύ μεγαλύτερες από εκείνες που θα είχαν προκληθεί εάν το αυτοκίνητο του Μ. Ε. δεν έφερε το προαναφερθέν εμπρόσθιο εξάρτημα. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι ο ανωτέρω "ισχυρισμός" δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά προβλήθηκε από την δεύτερη αναιρεσείουσα ως επιχείρημα συναγόμενο από τις αποδείξεις, για την άρση ανταποδεικτικά του βασικού αγωγικού ισχυρισμού των αναιρεσίβλητων που στήριξε και την αγωγή τους για αποκλειστική υπαιτιότητα του αναιρεσείοντος οδηγού Α.

Μ.. Ανεξάρτητα όμως από αυτά, τα ίδια πραγματικά περιστατικά όσα συγκροτούν τον αυτοτελή ισχυρισμό της δεύτερης αναιρεσείουσας από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 Α.Κ., τα εκτίμησε προσηκόντως το Εφετείο, δεχόμενο ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα προς αυτά που συγκροτούν τον ισχυρισμό αυτό, ότι δηλαδή δεν αποδείχθηκε οποιασδήποτε μορφής και εκτάσεως συνυπαιτιότητα του πρώτου αναιρεσίβλητου οδηγού Μ.

Ε., στην επελθούσα σύγκρουση.

Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης όσο ερευνήθηκε πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει κατατεθεί κατά την άσκησή της στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 εδ. ε’ του ΚΠολΔ). Τέλος η δεύτερη αναιρεσείουσα που νικήθηκε στην δίκη πρέπει να καταδικασθεί στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρ. 176, 183, 189 § 1, 192 § 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό, χωριστά για τους τρεις πρώτους αναιρεσίβλητους και χωριστά για την τέταρτη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική τους εταιρεία με την επωνυμία .... Α.Ε., η οποία εύλογα και από ιδιαίτερο έννομο συμφέρον είχε χωριστή νομική συμπαράσταση.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 30.9.2016 και με αύξοντα αριθμό καταθέσεως 231/5.10.2016 αίτησης αναίρεσης κατά το μέρος της που αφορά τον πρώτο αναιρεσείοντα Α. Μ. για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 835/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Απορρίπτει την ίδια αναίρεση κατά το μέρος της που αφορά την δεύτερη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία ... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ.

Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει κατατεθεί κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο. Και

Καταδικάζει την δεύτερη αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει ενιαία στο ποσό των δύο χιλιάδων εφτακοσίων (2.700) ευρώ, χωριστά για τους τρεις πρώτους αναιρεσίβλητους Μ. Ε., Χ. χήρα Ε. Ε. και Α. Ε. και χωριστά στο ποσό των δύο χιλιάδων εφτακοσίων (2.700) ευρώ για την τέταρτη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία .... Α.Ε.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Μαρτίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Απριλίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ