Supreme Court dismisses appeal on breach of contract and penalty clause abuse of rights. Appeal rejected due to lack of bad faith evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Court of First Instance's judgment in a contract dispute. The appellant argued that the defendant abused her right to terminate the contract early to claim a penalty, but the court found no evidence of bad faith or improper intent. Consequently, the court ruled that the penalty clause was validly applied and the appeal was baseless.
Legislator headnote
AI generatedArticles 281, 282 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: A penalty clause is not abusive merely because the beneficiary terminates the contract early, absent proof of bad faith or improper intent to circumvent the agreement.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 748 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 748/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεράσιμο Φουρλάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Πέππα, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Αθανάσιο Καγκάνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας με την επωνυμία "... - ... Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στον … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Μιχαηλίδη που νομιμοποίησε τον συμπαριστάμενο Γεώργιο Μιχαηλίδη και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Εταιρείας με την επωνυμία "... ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε.", προηγουμένως εδρευούσης στην ... και ήδη λυθείσης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον νόμιμο εκπρόσωπό της Δ. Μ., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Κωνσταντίνου Κοκκίνη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/4/2010 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 16/1/2012 ανταγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς και συνεκδικάστηκαν.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4033/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 635/2014 του Εφετείου Πειραιώς.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10/10/2014 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Πηνελόπη Ζωντανού ανέγνωσε την από 6/11/2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι) Με την από 10-10-2014 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η 635/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, με την οποία απορρίφθηκε κατ’ ουσίαν η έφεση κατά της 4033/2013 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και επικυρώθηκε η Πρωτόδικη απόφαση. Με την Πρωτόδικη απόφαση, η μεν αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης έγινε δεκτή και υποχρεώθηκε η ήδη αναιρεσείουσα να της καταβάλει, εντόκως, το ποσό των 100.000 ευρώ, η δε ανταγωγή της αναιρεσείουσας έγινε εν μέρει δεκτή και υποχρεώθηκε η αναιρεσίβλητη να της καταβάλει, εντόκως, το ποσό των 2.239,5 ευρώ. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ).
ΙΙ) Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 72, 73, 74 Α.Κ., 23, 24 Εμπ.Ν., 62, 73 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι, όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, έχει και την ικανότητα να είναι διάδικος. Η ικανότητα δε αυτή, η οποία αποτελεί διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης, εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, Η λύση του νομικού προσώπου της ετερόρρυθμης εταιρείας, δεν θίγει την ικανότητά της να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, συνεπώς και την ικανότητα διεξαγωγής των δικών της, ούτε καν επιφέρει βίαιη διακοπή της δίκης, διότι και μετά τη λύση της η νομική προσωπικότητα της εταιρείας λογίζεται υφισταμένη, εφόσον τούτο απαιτείται για τις ανάγκες και προς το σκοπό της εκκαθάρισης.
Εφεξής η εταιρεία εκπροσωπείται από τους εκκαθαριστές, οι οποίοι είναι οι ίδιοι οι εταίροι, αν δεν διορίστηκαν εκκαθαριστές με συμφωνία των εταίρων ή από το δικαστήριο. Το στάδιο της εκκαθάρισης δεν μπορεί να αποκλεισθεί με ρήτρα του καταστατικού ή με απόφαση των εταίρων, αλλά ακολουθεί υποχρεωτικώς και αυτοδικαίως τη λύση της εταιρείας.
Ακόμη και μετά τη λήξη των εργασιών της εκκαθάρισης, αν διαπιστωθεί, ότι υπάρχει κάποια εκκρεμότητα, όπως απαίτηση ή χρέος της εταιρείας, επαναλαμβάνονται και πάλι οι εργασίες της εκκαθάρισης και συνεχίζεται η εκπροσώπηση της λυθείσης εταιρείας από τους εκκαθαριστές. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, δεν είναι υποχρεωτικό ούτε προκύπτει ακυρότητα, αν δεν τεθεί μετά την επωνυμία της εταιρείας η μνεία ότι τελεί υπό εκκαθάριση (ΑΠ 216/2012, ΑΠ 693/2008).
Η εκκαθάριση, η οποία ακολουθεί την λύση της εταιρείας και έχει ως σκοπό την διευθέτηση των εκκρεμοτήτων που υπάρχουν, διαφέρει της αναβίωσης, η οποία έχει ως σκοπό την επαναλειτουργία της λυθείσης εταιρείας και για να υπάρξει απαιτείται ομόφωνη απόφαση των εταίρων, για δε την ομόρρυθμη και ετερόρρυθμη εταιρία και η τήρηση των διατυπώσεων δημοσιότητας κατά τα άρθρα 42 και 46 ΕμπΝ (ΑΠ 2049/2013, ΑΠ 486/1971).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 94 και 96 Κ.Πολ.Δ, προκύπτει, ότι στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, η προς τον οποίο πληρεξουσιότητα δίνεται, είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση στα πρακτικά ή στην έκθεση και μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και πρέπει να αναγράφει τα ονόματα των πληρεξουσίων, ενώ, σύμφωνα με το άρθρο 104 ΚΠολΔ, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και, αν δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως, η έλλειψη δε αυτής καθώς και η υπέρβασή της εξετάζεται αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο (ΑΠ 68/2014).
Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 14 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η ακυρότητα πρέπει να έχει λάβει χώρα ενώπιον του δικάζοντος δικαστηρίου και να χαρακτηρίζεται ως δικονομική.
Κατά δε το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.
ΑΠ 9/1997, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 328/2008). Δεν αποτελούν "πράγματα" και, άρα, δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 701/2008, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 558/2008).
Επίσης, δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός της αναίρεσης, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 37/2008, ΑΠ 2102/2007, ΑΠ 2068/2007).
ΙΙΙ) Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αίτησής της, η αναιρεσείουσα αιτιάται το Εφετείο για την μη απόρριψη της αγωγής της αναιρεσίβλητης ως απαράδεκτης, αν και κατά το χρόνο συζήτησης αυτής (αγωγής) στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, η αναιρεσίβλητη εταιρεία είχε παύσει νομικώς να υφίσταται ως μη έχουσα πλέον, μετά τη λύση της και την περάτωση του σταδίου της εκκαθάρισης, νομική προσωπικότητα.
Ο λόγος αυτός, εκ του αριθμού 14 (και όχι εκ του αριθμού 1) του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, σύμφωνα με τις σκέψεις που προηγήθηκαν, η αναιρεσίβλητη ετερόρρυθμη εταιρεία λογίζεται, ότι εξακολουθεί να υφίσταται, ακόμη και μετά τη λύση και τη θέση της υπό εκκαθάριση, όπως και μετά τη λήξη των εργασιών εκκαθάρισης, εφόσον διαπιστώθηκε, στη συνέχεια, ότι υπάρχει κάποια εκκρεμότητα, όπως, στην υπό κρίση περίπτωση, η ένδικη απαίτηση, οπότε επαναλαμβάνονται και πάλι οι εργασίες της εκκαθάρισης και συνεχίζεται η νομική της προσωπικότητα.
Για την επανάληψη δε των εργασιών της εκκαθάρισης, δεν απαιτείτο απόφαση των εταίρων της αναιρεσίβλητης ετερόρρυθμης εταιρείας, ούτε διατυπώσεις δημοσιότητας, παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα από την αναιρεσείουσα, διότι στην υπό κρίση περίπτωση, δεν πρόκειται για αναβίωση (επαναλειτουργία) της αναιρεσίβλητης ετερόρρυθμης εταιρείας, ώστε να απαιτείται ομόφωνη απόφαση των εταίρων και τήρηση των διατυπώσεων δημοσιότητας κατά τα άρθρα 42 και 46 ΕμπΝ.
Περαιτέρω, απορριπτέος είναι και ο πρώτος λόγος της αίτησης (σελ. 54 και 55 ), με τον οποίο η αναιρεσείουσα αιτιάται το Εφετείο ότι: α) εσφαλμένα δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη κατά τη συζήτηση στο Εφετείο εκπροσωπήθηκε νομίμως από τον παραστάντα δικηγόρο Ν. Κ., μολονότι δεν προσκομίστηκε πληρεξούσιο, που να του παρέχει τη σχετική πληρεξουσιότητα, γεγονός το οποίο όφειλε αυτεπαγγέλτως να ερευνήσει το Δικαστήριο, δεδομένου ότι και η αναιρεσίβλητη στις κατατεθείσες στο Εφετείο προτάσεις της δεν επικαλείται πληρεξούσιο αυτού στα αναφερόμενα ως προσκομισθέντα έγγραφα και β) εσφαλμένα δέχθηκε, ότι η αναιρεσίβλητη εταιρεία τελούσε υπό εκκαθάριση και ότι εξακολουθούσε να υφίσταται για τις ανάγκες της εκκαθάρισης όπως και ότι ο εκπροσωπήσας αυτήν στο Εφετείο παρέστη ως εκκαθαριστής της.
Ο λόγος αυτός εκ του αριθμού 14 (και όχι εκ του αριθμού 1) του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. είναι απορριπτέος. Κατά μεν το πρώτο σκέλος ως αόριστος, εφόσον η αναιρεσείουσα δεν ισχυρίζεται, ότι αμφισβήτησε στο Εφετείο την ύπαρξη της πληρεξουσιότητας του παραστάντος για την αναιρεσίβλητη δικηγόρου και η παράβαση αυτή δεν προκύπτει από την ίδια την προσβαλλομένη εφετειακή απόφαση (άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) .
Η αοριστία δε αυτή του παραπάνω αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευτεί με τις προτάσεις ή με την προσθήκη των προτάσεων ενώπιον του Αρείου Πάγου. Το δε αναφερόμενο, ακολούθως, στον ίδιο λόγο αναίρεσης ότι: "Μετά από αυτεπάγγελτη έρευνα του Δικαστηρίου από κανένα στοιχείο δεν απεδείχθη ότι παρέστη ούτος (εννοώντας τον δικηγόρο) ή η αναιρεσίβλητη ως εκκαθαρίστρια ή και η εταιρεία που εκπροσωπούσε ως τελούσα υπό εκκαθάριση για τις ανάγκες της εκκαθάρισης και χάριν τούτων (βλ.
πρακτικά Εφετείου)", ουδεμία σχέση έχει με την πληρεξουσιότητα του παραστάντος δικηγόρου, διότι αναφέρεται στο αν η αναιρεσίβλητη τελούσε ή όχι υπό εκκαθάριση και αν νομιμοποιείτο ή όχι παθητικά να παραστεί στο Εφετείο, θέμα τελείως διάφορο του προβαλλομένου. Εξ άλλου, και από την επισκόπηση των πρακτικών του Εφετείου (στα οποία παραπέμπει με τον λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα) προκύπτει, ότι η αναιρεσείουσα (εκεί εκκαλούσα) προέβαλε ένσταση παθητικής νομιμοποίησης της αναιρεσίβλητης (εκεί εφεσίβλητης), χωρίς να κάνει οποιαδήποτε μνεία για έλλειψη πληρεξουσιότητας του παραστάντος δικηγόρου της τελευταίας.
Το δικαστήριο, βέβαια, ελέγχει πράγματι αυτεπαγγέλτως την τυχόν έλλειψη πληρεξουσιότητας του πληρεξουσίου δικηγόρου, χωρίς όμως να απαιτείται να αναφέρει αυτό στην απόφαση, εάν δεν υπάρχει σχετικό παράπονο, ενώ η μη επίκληση του πληρεξουσίου στις έγγραφες προτάσεις, δεν σημαίνει απαραίτητα και μη προσκόμιση αυτού στη δίκη, όπως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα.
Κατά το δεύτερο σκέλος ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον δεν επέρχεται ακυρότητα ή απαράδεκτο συνεπεία της μη παράθεσης, μετά την επωνυμία της αναιρεσίβλητης ετερόρρυθμης εταιρείας, της μνείας ότι αυτή τελεί υπό εκκαθάριση, ούτε απαιτείται ο διορισμός εκκαθαριστών, καθόσον ως εκκαθαριστές της μπορούν να είναι και οι ίδιοι οι εταίροι.
Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο η αναιρεσείουσα αιτιάται το Εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη τα παραπάνω είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Και αυτό διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, το Εφετείο, έλαβε υπόψη και απέρριψε τον ισχυρισμό περί έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης της εφεσίβλητης (ήδη αναιρεσίβλητης), ενώ δεν απαιτείτο να απαντήσει για το θέμα της πληρεξουσιότητας, εφόσον η αναιρεσείουσα, όπως προεκτέθηκε, δεν ισχυρίζεται, ότι προβλήθηκε ο ισχυρισμός αυτός στο Εφετείο Ειδικά δε για το θέμα της παθητικής νομιμοποίησης της αναιρεσίβλητης το Εφετείο απέρριψε τον ισχυρισμό περί παθητικής νομιμοποίησης δεχόμενο τα εξής:
Ο ισχυρισμός της εκκαλούσης (αναιρεσείουσας) ότι η ενάγουσα εταιρεία (αναιρεσίβλητη) είχε λυθεί και είχε περατωθεί η εκκαθάρισή της και ότι από τις 8-12-2011 έπαυσε να υφίσταται ως νομικό πρόσωπο και συνεπώς δεν ενομιμοποιείτο να εκπροσωπηθεί ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου από τον δήθεν νόμιμο εκπρόσωπο και διαχειριστή της και αυτός με τη δήθεν ιδιότητα αυτή να νομιμοποιήσει τον παραστάντα πληρεξούσιο δικηγόρο της εναγούσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι, μετά τη λύση της ετερόρρυθμης εταιρείας, ακολουθεί εκ του νόμου το στάδιο της εκκαθαρίσεώς της, το οποίο δεν μπορεί να αποκλεισθεί με απόφαση των εταίρων, μετά δε και τη λήξη των εργασιών της εκκαθαρίσεώς, αν διαπιστωθεί ότι υπάρχουν απαιτήσεις ή χρέη της εταιρείας, επαναλαμβάνονται και πάλι οι εργασίες της εκκαθαρίσεώς και συνεχίζεται η εκπροσώπηση της εταιρείας από τους εκκαθαριστές, μη λογιζομένης της εταιρείας ως ανυπάρκτου νομικού προσώπου.
Και τούτο διότι η εταιρεία ως νομικό πρόσωπο δεν μπορεί να παύσει να ευθύνεται έναντι των τρίτων για γεγενημένες πριν τη λύση της υποχρεώσεις ούτε μπορεί να στερηθεί του δικαιώματος να διεκδικήσει την ικανοποίηση των ήδη γεγενημένων απαιτήσεών της έναντι των τρίτων, όπως συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση, όπου η αγωγή της εναγούσης (αναιρεσίβλητης) για καταβολή της αποζημιώσεως ποσού 100.000 ευρώ ασκήθηκε στις 16-4-2010, ενώ η λύση της καταχωρήθηκε στα οικεία βιβλία του Πρωτοδικείου Αθηνών στις 8-12-2011).
ΙV) Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
ΑΠ 7/2006, 4/2005). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας, και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ αναίρεση χωρεί, αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (Ολ.
ΑΠ 24/1992, Ολ. ΑΠ 1/1999). Τέλος, ο προβλεπόμενος με το άρθρο 559 αρ. 10 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης, μετά την κατάργηση της δεύτερης περίπτωσης, με το άρθρο 17 παρ. 2 του ν. 2915/2001, όπως και μετά την κατάργηση της διάταξης του άρθρου 341 Κ.Πολ.Δ. και την εφαρμογή του άρθρου 270 Κ.Πολ.Δ. σε όλες τις υποθέσεις, με το άρθρο 14 παρ. 1 του ίδιου νόμου, έχει περιορισμένη εφαρμογή στην περίπτωση που "το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη", δηλαδή, όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη ή δεν έχει προσαχθεί καμιά απόδειξη (ΑΠ 104/2014, ΑΠ 273/2011).
V) Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, προκύπτει ότι το Δικαστήριο δέχθηκε τα εξής: "...Με το από 11-6-2009 ιδιωτικό συμφωνητικό συστάσεως ετερορρύθμου εταιρείας που καταχωρήθηκε νόμιμα στο βιβλίο εταιρειών του Πρωτοδικείου Αθηνών, οι Δ. Μ. και Α. Π. συνέστησαν την ενάγουσα εταιρεία (αναιρεσίβλητη), με σκοπό την επί κέρδει παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών σε εταιρείες που ασχολούντο με τον εφοδιασμό μονάδων μαζικής εστιάσεως και καταστημάτων και την οργάνωση τμημάτων εταιρειών που θα ασχολούντο με την ως άνω δραστηριότητα.
Με το από 17-6-2009 ιδιωτικό συμφωνητικό, η εναγομένη εταιρεία (αναιρεσείουσα), η οποία ασχολείτο με την πώληση και προμήθεια εφοδίων πλοίων, σκοπεύοντας να ιδρύσει και τμήμα εφοδιασμού τροφίμων, καπνικών και οινοπνευματωδών, ανέθεσε στην ενάγουσα εταιρεία (αναιρεσίβλητη) και η τελευταία ανέλαβε την υποχρέωση να παρέχει στην εναγομένη υπηρεσίες και συμβουλές σχετικά με την οργάνωση του τμήματος εφοδιασμού τροφίμων, καπνικών και οινοπνευματωδών.
Ειδικότερα η ενάγουσα ανέλαβε την υποχρέωση να παρέχει υπηρεσίες οργανώσεως και διευθύνσεως του ως άνω τμήματος, συντονισμού και ελέγχου των εργασιών αυτού και διεκπεραιώσεως των θεμάτων του, να επιλέγει το προσωπικό του τμήματος κατόπιν εγκρίσεως της εναγομένης, να επιλέγει τους προμηθευτές και τα προϊόντα, να ελέγχει την τήρηση των εμπορικών συμφωνιών με τους πελάτες του τμήματος.
Η διάρκεια της συμβάσεως ορίσθηκε 5ετής, από 1-7-2009 έως 30-6-2014, η αμοιβή της εναγούσης συμφωνήθηκε σε 7.750 ευρώ, πλέον ΦΠΑ, προσαυξανομένη ετησίως κατά 350 ευρώ και ετήσια χορήγηση πρόσθετων ωφελημάτων (μπόνους), οριζομένη στο 5,5% επί των ακαθάριστων κερδών του ως άνω τμήματος. Επίσης συμφωνήθηκε ρητά ότι κάθε ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη δύναται να καταγγείλει εγγράφως τη σύμβαση, 24 μήνες μετά από την ημερομηνία υπογραφής της, τα αποτελέσματα της οποίας αρχίζουν μετά την πάροδο 60 πλήρων ημερών από την κοινοποίηση της καταγγελίας στο αντισυμβαλλόμενο μέρος.
Η μονομερής καταγγελία ενός από τα συμβαλλόμενα μέρη πριν από τον συμφωνηθέντα χρόνο των 24 μηνών θα συνεπάγεται αυτομάτως την καταβολή στο έτερο συμβαλλόμενο μέρος του ποσού των 100.000 ευρώ ως αποζημίωση. Στις 20-10-2009 η εναγομένη απέστειλε στον νόμιμο εκπρόσωπο της εναγούσης επιστολή παραπόνων σχετικά με τον τρόπο λειτουργίας του τμήματος εφοδιασμού.
Στη συνέχεια, η εναγομένη με την από 12-2-2010 εξώδική δήλωση-διαμαρτυρία της που επιδόθηκε αυθημερόν στην ενάγουσα, ισχυριζόμενη ότι η τελευταία υπέπεσε σε σφάλματα ως προς την οργάνωση και την εποπτεία του τμήματος τροφοεφοδίων, ότι την δυσφήμησε με την πλημμελή εξυπηρέτηση των πελατών της και ότι ο νόμιμος εκπρόσωπός της ήταν συγχρόνως και νόμιμος εκπρόσωπος της ανταγωνίστριάς της εταιρείας "...
ΑΕ", κατήγγειλε την μεταξύ τους υφιστάμενη από 17-6-2009 σύμβαση και ζήτησε από την ενάγουσα να της καταβάλει το ποσό των 250.000 ευρώ για τη θετική και αποθετική ζημία που υπέστη από υπαιτιότητα αυτής. Η ενάγουσα με την από 16-2-2010 εξώδικη απάντηση - διαμαρτυρία της που επιδόθηκε αυθημερόν στην εναγομένη, ισχυριζόμενη ότι η αύξηση του κύκλου εργασιών του τμήματος που λειτουργούσε υπό τη δική της ευθύνη, ανήλθε σε ποσοστό 844% μόλις στο πρώτο τρίμηνο, αφότου αυτή (ενάγουσα) ανέλαβε τη λειτουργία του, ότι το ποσοστό αναλήψεως παραγγελιών σε σχέση με τις αποσταλείσες προσφορές σε πελάτες ως προς τα τρόφιμα ήταν 84,6%, ήτοι 130 παραγγελίες για 140 προσφορές, διαμαρτυρήθηκε για την καταγγελία της συμβάσεως, ζήτησε από την εναγομένη να εμμείνει στην εκτέλεση της συμβάσεως, άλλως σε αντίθετη περίπτωση να της καταβάλει την προβλεπόμενη από τη σύμβαση αποζημίωση.
Η εναγομένη, παρά την εκ μέρους της καταγγελία της ένδικης συμβάσεως πριν παρέλθουν 24 μήνες από την υπογραφή της, δεν κατέβαλε στην ενάγουσα ως αποζημίωση το ποσό των 100.000 ευρώ, παραβιάζοντας έτσι τον προαναφερόμενο όρο (7°) της συμβάσεως, σύμφωνα με τον οποίο, όπως προεκτέθηκε, προβλέπεται η δυνατότητα μονομερούς καταγγελίας της συμβάσεως από καθένα των συμβαλλομένων και πριν την πάροδο των 24 μηνών από την υπογραφή της, υποχρεουμένου όμως του καταγγέλλοντος σε αποζημίωση, επέχουσα θέση ποινικής ρήτρας, ποσού 100.000 ευρώ, ανεξαρτήτως της υπαίτιας ή μη συμπεριφοράς του προς ον η καταγγελία.
Επίσης από το κείμενο της συμβάσεως συνάγεται ότι σε περίπτωση παραβάσεως κάποιου ουσιώδους όρου αυτής, δικαιούται μεν το θιγόμενο μέρος να καταγγείλει τη σύμβαση και να ζητήσει αποζημίωση από την αντισυμβατική συμπεριφορά του άλλου μέρους, όμως δεν προβλέπεται ότι σ’ αυτήν την περίπτωση ο καταγγέλλων απαλλάσσεται από την καταβολή της ως άνω ποινικής ρήτρας.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στις 31-10- 2009, 2-11-2009 και 4-11-2009, αναφορικά με την τροφοδοσία των πλοίων ..., πελατών της αντεναγούσης, υπήρξε αλλαγή στην τιμή πωλήσεως από την αποσταλείσα τιμή προσφοράς στα είδη : κολοκυθάκια και πιπεριές, γιαούρτι αγελαδίτσα και αγγούρια αντίστοιχα, οφειλομένη στην απρόβλεπτη εκ των προτέρων αύξηση της τιμής αγοράς των εν λόγω προϊόντων κατά την εκτέλεση της παραγγελίας, σε σχέση με την προ αρκετών ημερών προσφορά.
Παρά τη διαφορά αυτή οι πελάτες δεν διαμαρτυρήθηκαν και συνέχισαν την συνεργασία τους με την αντενάγουσα. Στις 13-11-2009 παρελήφθησαν από την αντεναγομένη 4 κεφάλια σκληρού τυριού από την εταιρεία ... ΑΕ, με ημερομηνία λήξεως 7-10-2010, τα οποία δεν ήταν σωστά σφραγισμένα, με αποτέλεσμα να εισχωρήσει αέρας και να δημιουργηθεί μούχλα.
Όμως παρά τον έλεγχο του προϊόντος κατά την παραλαβή, μπορεί να εισχωρήσει αέρας στη συσκευασία και να διαπιστωθεί αργότερα, γεγονός που γνωρίζουν οι παρασκευάστριες εταιρείες και αποδέχονται την επιστροφή των εν λόγω προϊόντων, όπως συνέβη και στην προκείμενη περίπτωση, κατά την οποία τα ως άνω κεφάλια τυριού αντικαταστάθηκαν από την παρασκευάστρια χωρίς ζημία της αντεναγούσης.
Σχετικά με την παραγγελία από την ... ΑΕ τυριού γκούντα Γερμανίας, με ημερομηνία λήξεως 25-3-2010 και τιμή κόστους ανά κιλό 2,95 ευρώ, παρατηρήθηκε ότι πωλήθηκε σε ανταγωνίστριες της αντεναγούσης εταιρείες με μειωμένη τιμή. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι πλησίαζε ο χρόνος λήξεως του προϊόντος, οπότε δικαιολογείται η μείωση της τιμής του.
Στις 6-10-2009, ενώ η αντενάγουσα είχε παραλάβει τα κατεψυγμένα ψάρια που είχαν τοποθετηθεί στην αποθήκη της στον Πειραιά, η αντεναγομένη ειδοποίησε την Κτηνιατρική Υπηρεσία Δυτικής Αττικής αντί της ορθής του Πειραιώς. Κατ’ εκείνο τον χρόνο επίκειτο η αδειοδότηση και η προετοιμασία για τη μετάβαση της αντεναγούσης από τους μισθωμένους θαλάμους στους ιδιόκτητους θαλάμους αυτής και ήταν θέμα χρόνου το πότε ακριβώς θα ετίθεντο σε λειτουργία τα ψυγεία της.
Επομένως πρόκειται περί λάθους και όχι περί εσκεμμένης ενεργείας της αντεναγομένης, ούτε αποδείχθηκε οποιαδήποτε ζημία της αντεναγούσης εξ αυτού του λόγου. Οι παραγγελίες 15 κιβωτίων μπύρας για το πλοίο ... και των 10 κιβωτίων μπύρας για το πλοίο ... δεν εκτυπώθηκαν στο φύλλο αποθήκης, με αποτέλεσμα η μεν πρώτη παραγγελία να μην παραδοθεί, η δε δεύτερη να αποσταλεί καθυστερημένα από την αντενάγουσα, η οποία , προκειμένου να δικαιολογηθεί στον πελάτη, επιβαρύνθηκε τα έξοδα μεταφοράς από 450 ευρώ.
Την επιβάρυνση αυτή ανέλαβε κατ’ επιλογή της η αντενάγουσα, κρίνοντας ότι μ’ αυτόν τον τρόπο θα ικανοποιούσε τον πελάτη και δεν συνιστά ζημία που προκλήθηκε άμεσα από την μη εκπλήρωση της παραγγελίας από την αντεναγομένη. Για το κρουαζιερόπλοιο ... ζητήθηκε σολωμός Α’ ποιότητας, αντ’ αυτού όμως στάλθηκε σολωμός κατώτερης ποιότητας.
Μετά την διαμαρτυρία του υπεύθυνου του πλοίου και την επιστροφή του ακατάλληλου είδους, η αντενάγουσα απέδωσε το σχετικό τίμημα στον πελάτη, υποστάσα ζημία ύψους 439,50 ευρώ από τη μη διάθεση του προϊόντος, οφειλομένη σε πταίσμα της αντεναγομένης. Στην αποθήκη ... της αντεναγούσης υπήρχαν ελλείμματα και για να καλυφθεί η διαφορά της αποθήκης η αντεναγομένη δημιούργησε την παραγγελία της εταιρείας ...
για το πλοίο .... Ορισμένα είδη τιμολογήθηκαν σε πελάτη της αντεναγούσης και καταχωρήθηκαν σε εικονικό παραστατικό της από τον νόμιμο εκπρόσωπο της αντεναγομένης, ο οποίος όμως είχε την έγκριση του νομίμου εκπροσώπου της αντεναγούσης. Τον Νοέμβριο του 2009 η αντεναγομένη για να μην εμφανίσει λάθος διαχειρίσεως των εμπορευμάτων στην αποθήκη δημιούργησε δύο εικονικά παραστατικά για χοιρινές μπριζόλες και για ΚΟΥΑΚΕΡ.
Τα εμπορεύματα αυτά εξήχθησαν από την αποθήκη με δελτίο ενδοδιακινήσεως, κατ’ εντολή του λογιστηρίου της αντεναγούσης, διότι από λάθος διαχείριση της εταιρείας Ελληνικό Δίκτυο Διανομών στον ..., όπου η αντενάγουσα αποθήκευε προσωρινά τα είδη της μέχρι την αδειοδότηση της εγκαταστάσεώς της, έλειπαν τα εμπορεύματα αυτά κατά την παραλαβή.
Έτσι εκδόθηκε πιστωτικό τιμολόγιο για να μην ζημιωθεί η αντενάγουσα από το λάθος του αποθηκευτή. Άλλωστε η διαδικασία της ενδοδιακινήσεως στην αποθήκη ήταν πάγια τακτική του λογιστηρίου της αντεναγούσης. Περαιτέρω παρατηρήθηκε ότι σχετικά με το πλοίο ... τιμολογήθηκαν εμπορεύματα με διπλή έκπτωση, με αποτέλεσμα η αντενάγουσα να εκδώσει πιστωτικά τιμολόγια και στη συνέχεια τιμολόγια με τη συμφωνημένη τιμή, σχετικά δε με το πλοίο ...
εκδόθηκαν τιμολόγια με λανθασμένες τιμές, οπότε η αντενάγουσα εξέδωσε συμπληρωματικά τιμολόγια για να διορθώσει το λάθος. Επειδή από 26-10-2009 άρχισε η εγκατάσταση νέου προγράμματος λογισμικού στην αντενάγουσα, σε αντικατάσταση του παλαιού, παρατηρήθηκαν προβλήματα στην καταχώρηση εκπτώσεως από τα πεδία του πελάτη στην έκδοση παραστατικών.
Τα ανωτέρω λανθασμένα τιμολόγια οφείλονται σε σφάλμα του νεοεγκατασταθέντος προγράμματος, το οποίο αντλούσε την έκπτωση των εμπορευμάτων αυτόματα από τα στοιχεία του πελάτη. Η τιμολόγηση εκτελείτο από το τμήμα εκδόσεως παραστατικών, το οποίο δεν διασταύρωνε στοιχεία και δεν εντόπισε το σφάλμα. Οι παραπάνω διαφορές στις χορηγηθείσες εκπτώσεις έγιναν έγκαιρα αντιληπτές και διορθώθηκαν χωρίς η αντενάγουσα να υποστεί κάποια ζημία.
Αναφορικά με το κοντέινερ ... από την εταιρεία ... που έκλεισε η αντεναγομένη σε συνεργασία με την τροφοδότη και όχι πελάτη εταιρεία ... ΕΛΛΑΣ για να το μοιρασθούν, συμφωνώντας η πληρωμή να γίνει τοις μετρητοίς, όπως και πληρώθηκε η εταιρεία ..., χωρίς προσαύξηση της τιμής, παρά μόνο με τα έξοδα εκτελωνισμού, ανερχόμενα σε 0,11 ευρώ ανά κιβώτιο (τιμή κτήσεως 5,85+0,11=5,95 €), εξασφαλίζοντας έτσι την μη αποθήκευση ολόκληρου του κοντέινερ που δεν είχε πολύ μακρινή λήξη, να εμφανισθεί η αντενάγουσα δυνατή στην προμηθεύτρια ...
και να μην επιβαρυνθεί χρηματοοικονομικά η αποθήκη με ποσότητα που θα αργούσε να διοχετευθεί στην αγορά. Στις 11-2-2010 αγοράσθηκαν από την Ολλανδία 1.000 κιλά γατόψαρα χωρίς να υπάρχει ζήτηση από κάποιον πελάτη. Το προϊόν αυτό έμεινε αδιάθετο στην αποθήκη της αντεναγούσης μέχρι τη λήξη του, με συνέπεια η αντενάγουσα να υποστεί ζημία 1.800 ευρώ από πταίσμα της αντεναγομένης.
Περαιτέρω παρατηρήθηκε ότι στην πελάτιδα εταιρεία Διεθνής ... η τιμή προσφοράς κιμά μόσχου κατεψυγμένου διαφοροποιήθηκε σε μια συναλλαγή από 2,18 σε 2,50 ευρώ και στο τσάι Lipton διαφοροποιήθηκε από 0,05 ανά πακέτο σε 2,95 ευρώ ανά πακέτο, με αποτέλεσμα να εκδοθούν πιστωτικά τιμολόγια για τις προκύψασες διαφορές τιμής.
Επίσης στην εταιρεία ..., ενώ η τιμή συμφωνίας ήταν 0,421 ευρώ ανά τεμάχιο γάλακτος εβαπορέ, χρεώθηκε προς 0,460 ευρώ και στην εταιρεία ..., ενώ η τιμή συμφωνίας για το ίδιο προϊόν ήταν 0,75 ευρώ ανά τεμάχιο, χρεώθηκε προς 36 ευρώ ανά τεμάχιο, με αποτέλεσμα να εκδοθούν πιστωτικά τιμολόγια για τις διαφορές τιμής. Ωστόσο δεν αποδείχθηκε ότι οι ως άνω πελάτες σταμάτησαν τις συναλλαγές τους με την αντενάγουσα και αυτή δεν υπέστη ζημία από τη διαφορά στις τιμές.
Μετά από την εντολή παραλαβής μέλι … βάρους ενός κιλού από την εταιρεία ..., ο αποθηκάριος παρέλαβε συσκευασία μισού κιλού, το οποίο όμως καταχωρήθηκε ως ενός κιλού, και όταν έγινε αντιληπτό εκδόθηκε ακυρωτικό και έγινε νέα παραλαβή. Αποθηκάριος ήταν ο Σ., συνταξιούχος, ο οποίος εργαζόταν κατ’ εντολή του νομίμου εκπροσώπου της αντεναγούσης, παρά τις αντιρρήσεις της αντεναγομένης.
Η διαπίστωση του λάθους του εν λόγω αποθηκάριου έγινε από την αντεναγομένη, η οποία έδωσε οδηγίες για τη διόρθωσή του. Στις 9-12-2009 η αντενάγουσα προμηθεύθηκε από την εταιρεία ... 1.168 κιλά κοκκινόψαρο κατεψυγμένο. Κατά τον έλεγχο διαπιστώθηκε ότι τα κιβώτια περιείχαν βακαλάο με εξωτερική σήμανση κοκκινόψαρο, βάρους 96,04 κιλών, με αποτέλεσμα να γίνει επιστροφή του προϊόντος.
Όμως δεν αποδείχθηκε ότι εξ αυτού του γεγονότος η αντενάγουσα υπέστη κάποια ζημία. Κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του τμήματος τροφοεφοδίων και κατά την έκδοση παραστατικών δελτίων εμφανίζοντο διαφορές στα υπόλοιπα της αποθήκης. Όμως οι αποκλίσεις δεν ήταν μεγάλες, διότι στις φορολογικές αποθήκες θα προέκυπταν χρεώσεις δασμών και φόρων από το τελωνείο, το οποίο όμως δεν συνέβη.
Μικρές διαφορές στην κίνηση της αποθήκης προέκυψαν από λάθη των αποθηκάριων, συνεργατών του νομίμου εκπροσώπου της αντεναγούσης. Περί τα τέλη του έτους 2009 η αντεναγομένη δια του νομίμου εκπροσώπου της Δ. Μ. πρότεινε στην αντενάγουσα να συνεργασθεί στις προμήθειές της με τον έμπορο κρεάτων Κ. Φ., τον οποίο παρουσίασε ως φερέγγυο επιχειρηματία.
Η αντενάγουσα παρήγγειλε από την εταιρεία ..., συμφερόντων του κ. Φ., που εδρεύει στην ..., διάφορες ποσότητες βοδινού κρέατος κατεψυγμένου, προελεύσεως Αργεντινής, συνολικής αξίας 125.500 δολλαρίων ΗΠΑ, εκ των οποίων το 30% της προκαταβολής που απαιτούσε να πληρωθεί ο Φ. στην ..., αντιστοιχούσε σε 37.665 δολλάρια ΗΠΑ.
Το υπόλοιπο 70% της αξίας των κρεάτων θα καταβαλόταν με την άφιξη των κρεάτων στην Ελλάδα. Στις 25-1-2010 εστάλη με έμβασμα της αντεναγούσης στον Φ. το ποσό των 37.665 δολλαρίων ΗΠΑ, ισάξιο σε ευρώ 27.120,54, για δε ασφάλιστρα μεταφοράς η αντενάγουσα πλήρωσε το ποσό των 261,89 ευρώ. Όμως ο Φ. δεν απέστειλε το παραγγελθέν κρέας στην αντενάγουσα, παρά την τήρηση εκ μέρους της τελευταίας των υποχρεώσεών της.
Από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι ο Φ. υπήρξε ασυνεπής και με άλλους πελάτες, εν γνώσει του νομίμου εκπροσώπου της αντεναγομένης κατά το χρόνο που δόθηκε η παραγγελία. Άλλωστε η αντενάγουσα είχε συνεργασθεί στο παρελθόν με τον Φ., χωρίς να υπάρξει πρόβλημα. Το δημοσίευμα της εφημερίδας "..." για την σύλληψη του Φ.
στην Ελλάδα για χρέη του προς το Δημόσιο, με ημερομηνία 21-11-2011, είναι αρκετά μεταγενέστερο από την πληρωμή της προκαταβολής του τιμήματος από την αντενάγουσα και δεν μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι στον συναλλακτικό κύκλο του Φ. ήταν ήδη γνωστό κατά τον παραπάνω χρόνο ότι διέπραττε απάτες. Εφόσον δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη πταίσματος της αντεναγομένης ως προς την επιλογή της εταιρείας του Φ.
για την παραπάνω παραγγελία, δεν ευθύνεται αυτή (αντεναγομένη) για τη θετική ζημία της αντεναγούσης ποσού 27.391,74 ευρώ ούτε για τη φερόμενη αποθετική της ζημία ποσού 27.120,54 ευρώ που αντιστοιχεί στο καθαρό κέρδος που ανέμενε από την πώληση των κρεάτων σε τρίτους. Περαιτέρω δεν αποδείχθηκε ότι ο νόμιμος εκπρόσωπος της αντεναγομένης Δ.
Μ., ο οποίος ήταν αντιπρόεδρος της ανταγωνίστριας εταιρείας "... ΑΕ", είχε σχεδιάσει, αφενός μεν να περιορίσει τον κύκλο εργασιών της αντεναγούσης, μειώνοντας τη φήμη της με τα λάθη του στην οργάνωση του τμήματος τροφοεφοδίων, αφετέρου δε να διεκδικήσει αδικαιολόγητα την ποινική ρήτρα του άρθρου 7 της ένδικης συμβάσεως.
Όμως τα προαναφερόμενα λάθη είναι λίγα για το διάστημα των οκτώ μηνών που διήρκεσε η συνεργασία των διαδίκων και η ζημία της αντεναγούσης από αυτά είναι μόνον 2.239,50 ευρώ. Αντίθετα το ίδιο χρονικό διάστημα η αντενάγουσα είχε καθαρά κέρδη από το τμήμα τροφοεφοδίων της τάξεως των 108.000 ευρώ περίπου, δεν απώλεσε κανέναν πελάτη λόγω των παραπάνω λαθών ούτε προτίμησαν οι πελάτες της την ως άνω εταιρεία συμφερόντων του Δ.
Μ.. Επίσης ούτε η αντεναγομένη ούτε ο ίδιος ο Δ. Μ. παρείχαν υπηρεσίες σε ανταγωνίστριες της αντεναγούσης εταιρείες. Μάλιστα ο Δ. Μ. λόγω της καθημερινής απασχολήσεώς του με το τμήμα τροφοεφοδίων της αντεναγούσης, δεν ασχολείτο με την εξυπηρέτηση των πελατών της εταιρείας ... ΑΕ, για το λόγο δε αυτό το Δ.Σ της τελευταίας τον αντικατέστησε με άλλον στις 14-12-2009.
Εφόσον δεν αποδείχθηκε η τέλεση αδικοπραξίας από την αντεναγομένη σε βάρος της αντεναγούσης, η τελευταία δεν δικαιούται χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης .... Σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο δέχθηκε την αγωγή ως βάσιμη κατ’ ουσίαν και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 100.000 ευρώ, νομιμοτόκως από την καταγγελία της συμβάσεως, δέχθηκε εν μέρει την ανταγωγή ως βάσιμη κατ’ ουσίαν και υποχρέωσε την αντεναγομένη να καταβάλει στην αντενάγουσα το ποσό 2.239,50 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, δεν έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων, όσα δε αντίθετα υποστηρίζει η εκκαλούσα (αναιρεσείουσα) είναι αβάσιμα και απορριπτέα".
VI) Υπό τις ως άνω παραδοχές, το Εφετείο ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δέχθηκε ως αποδειχθέντα, στις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 361, 404, 405, 297, 298, 361, 914, 932 ΑΚ και 1 ν. 146/1914., τις οποίες δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή. Κατέληξε δε στο αποδεικτικό του πόρισμα , διαλαμβάνοντας στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, τόσο ως προς την υποχρέωση της αναιρεσείουσας για καταβολή στην αναιρεσίβλητη ποσού 100.000 ευρώ, ως ποινική ρήτρα, λόγω της πρόωρης εκ μέρους της καταγγελίας της μεταξύ τους σύμβασης , όσο και ως προς την υποχρέωση της αναιρεσίβλητης για καταβολή στην αναιρεσείουσα ποσού 2.239,50 ευρώ, προς αποκατάσταση της ζημίας που αυτή υπέστη λόγω της πλημμελούς εκ μέρους της αναιρεσίβλητης εκπλήρωσης των συμβατικών της υποχρεώσεων, όπως και ως προς την μη υποχρέωση της αναιρεσίβλητης προς καταβολή στην αναιρεσείουσα χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, λόγω μη απόδειξης σε βάρος της (αναιρεσείουσας) αδικοπρακτικής συμπεριφοράς ή παράβασης των διατάξεων περί αθέμιτου ανταγωνισμού εκ μέρους του εκπροσώπου της αναιρεσίβλητης.
Ειδικότερα, το Εφετείο ορθά δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα οφείλει το ποσό των 100.000 ευρώ, λόγω καταγγελίας εκ μέρους αυτής της σύμβασης οκτώ περίπου μήνες μετά την υπογραφή της, εφόσον, σύμφωνα με την απόφαση, δυνάμει όρου της σύμβασης δίνονταν μεν η δυνατότητα σε οποιονδήποτε των συμβαλλομένων όπως καταγγείλει την σύμβαση πριν την πάροδο 24 μηνών από την υπογραφή της, με την υποχρέωση όμως του καταγγέλλοντος σε αποζημίωση, η οποία επείχε θέση ποινικής ρήτρας, ποσού 100.000 ευρώ, ανεξαρτήτως της υπαίτιας ή μη συμπεριφοράς του προς ον η καταγγελία.
Επίσης, το Εφετείο, ορθά κατέληξε στην κρίση, ότι η αναιρεσείουσα δεν υπέστη ηθική βλάβη ώστε να δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης, εφόσον, σύμφωνα με την προσβαλλομένη απόφαση, τα λάθη του εκπροσώπου της αναιρεσίβλητης εταιρείας στην οργάνωση του τμήματος τροφοεφοδίων κατά τη διάρκεια της συνεργασίας των διαδίκων δεν προκάλεσαν απώλεια της πελατείας της αναιρεσείουσας ή δυσφήμισή της ώστε να περιοριστεί ο κύκλος των εργασιών της, ούτε διαπιστώθηκε εκ μέρους του εκπροσώπου της αναιρεσίβλητης αδιαφορία για τα συμφέροντα της αναιρεσείουσας ή πράξεις ανταγωνισμού σε βάρος της (αναιρεσείουσας), ενώ με βάση τα αποδειχθέντα η ζημία της τελευταίας λόγω της πλημμελούς εκπλήρωσης των συμβατικών υποχρεώσεων της αναιρεσίβλητης ανήλθε μόνο στο προαναφερόμενο ποσό των 2.239,50 ευρώ.
Τα αντίθετα υποστηριζόμενα από την αναιρεσείουσα, αναφέρονται κυρίως στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, όπως και σε επιχειρήματα αυτής, που, κατά την κρίση της, οδηγούν σε διαφορετικό αποτέλεσμα, τα οποία όμως δεν ελέγχονται αναιρετικά διότι αναφέρονται στην ουσία της υπόθεσης.
Συνεπώς ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Επίσης, απορριπτέος ως αβάσιμος είναι ο τέταρτος λόγος αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ. 10 Κ.Πολ.Δ. , διότι, όπως από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει, το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, όπως και όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα.
Επομένως η προσβαλλόμενη απόφαση δεν δέχθηκε χωρίς απόδειξη ως βάσιμες εν όλω την αγωγή της αναιρεσίβλητης και εν μέρει την ανταγωγή της αναιρεσείουσας, τα δε αντίθετα υποστηριζόμενα από την αναιρεσείουσα είναι αβάσιμα. Ακόμη, απορριπτέος ως αόριστος είναι ο τέταρτος αναιρετικός λόγος, εκ του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ. (κατ’ ορθή εκτίμηση του δικογράφου), με τον οποίο η αναιρεσείουσα παραπονείται, ότι το Εφετείο δεν απάντησε επί του αιτήματός της περί "του δυσαναλόγου της ποινικής ρήτρας".
Και αυτό διότι η αναιρεσείουσα δεν αναφέρει, αν τον ισχυρισμό αυτόν πρότεινε στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας, όπως και αν επανέφερε τον ισχυρισμό αυτό στο Εφετείο, και, σε καταφατική περίπτωση, το περιεχόμενό του, ώστε να μπορεί να κριθεί, αν ήταν νόμιμος και παραδεκτός (άρθρο 562 Κ.Πολ.Δ.) και, ως εκ τούτου, αν όφειλε το Δικαστήριο να απαντήσει.
VΙ) Κατά το άρθρο 281 ΑΚ "Η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής "καλή πίστη" θεωρείται η συμπεριφορά του χρηστού και συνετού ανθρώπου, που επιβάλλεται κατά τους συνηθισμένους τρόπους ενεργείας, ενώ ως κριτήριο των "χρηστών ηθών" χρησιμεύουν οι ιδέες του κατά γενική αντίληψη χρηστώς και εμφρόνως σκεπτόμενου ανθρώπου.
Για την εφαρμογή της διάταξης αυτής δεν αρκεί καταρχήν μόνη η επί μακρό χρόνο αδράνεια του δικαιούχου να ασκήσει το δικαίωμά του, ούτε η καλόπιστη πεποίθηση του υπόχρεου ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα κατ` αυτού ή ότι δεν πρόκειται τούτο να ασκηθεί, ούτε κατ` ανάγκην από την άσκησή του να δημιουργούνται απλώς δυσμενείς ή και αφόρητες επιπτώσεις για τον υπόχρεο, αλλά απαιτείται κατά περίπτωση συνδυασμός των ανωτέρω και γενικώς η συνδρομή ιδιαίτερων περιστάσεων, αναγομένων στη συμπεριφορά τόσο του δικαιούχου όσο και του υπόχρεου, εφόσον όμως αυτή του τελευταίου τελεί σε αιτιώδη σχέση με εκείνη του δικαιούχου και δεν είναι άσχετη με αυτήν, ώστε η άσκηση του δικαιώματος να αποβαίνει αντίθετη στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (Ολ.
Α.Π. 8/2001, ΑΠ 207/2014). Με τον τρίτο λόγο της αίτησής της η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αιτιάται το Εφετείο για την απόρριψη της προβληθείσης από αυτή ένστασης καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης όπως ζητήσει την καταβολή του ποσού των 100.000 ευρώ. Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ως προς το θέμα αυτό τα εξής: "Ο ισχυρισμός της εναγομένης (αναιρεσείουσας) ...
ότι η άσκηση της αγωγής είναι καταχρηστική για το λόγο ότι, ενώ υπήρξαν προβλήματα στη συνεργασία της με την ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) στην οργάνωση και διοίκηση του τμήματος τροφοεφοδίων, από πλημμελή εκπλήρωση των υποχρεώσεων της τελευταίας, ενώ η ενάγουσα αμείφθηκε με το ποσό των 80.000 ευρώ περίπου για το διάστημα που δήθεν προσέφερε τις υπηρεσίες της, άσκησε την κρινόμενη αγωγή, απαιτώντας το ποσό των 100.000 ευρώ ως αποζημίωση λόγω της καταγγελίας της συμβάσεως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι μόνο το επικαλούμενο γεγονός ότι η εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων της ενάγουσας ήταν πλημμελής δεν αρκεί για να θεωρηθεί ότι η άσκηση του συμβατικού δικαιώματος της για καταβολή της ποινικής ρήτρας που συμφωνήθηκε για την περίπτωση πρόωρης καταγγελίας της, υπερβαίνει προφανώς τα όρια της καλής πίστης ή των χρηστών ηθών ή του κοινωνικού ή οικονομικού σκοπού του δικαιώματος αυτού, πολύ περισσότερο καθόσον η συμφωνία για ποινική ρήτρα σκοπό έχει να αποθαρρύνει τους συμβαλλόμενους να λύσουν μονομερώς τη σύμβαση".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, απορρίπτοντας την σχετική ένσταση ως νόμω αβάσιμη. Και αυτό διότι μόνη η από υπαιτιότητα της αναιρεσίβλητης πλημμελής εκπλήρωση των απορρεουσών από την σύμβαση υποχρεώσεών της δεν καθιστά καταχρηστική την εκ μέρους αυτής άσκηση του δικαιώματός της όπως απαιτήσει την είσπραξη από την αναιρεσείουσα της συμφωνηθείσης για την περίπτωση της πρόωρης καταγγελίας της σύμβασης ποινικής ρήτρας, δεδομένου ότι, σύμφωνα με την απόφαση αλλά και από την επισκόπηση των πρωτόδικων προτάσεων της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προς αντίκρουση της ένδικης αγωγής (σελ. 56 και 57 αυτών), δεν γίνεται επίκληση περιστατικών, που να αναφέρονται σε τέτοια συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης (όπως πλημμελή εκ μέρους αυτής εκπλήρωση της σύμβασης με σκοπό να επιτύχει την πρόωρη εκ μέρους της αναιρεσείουσας καταγγελία της σύμβασης και να καρπωθεί έτσι το ποσό των 100.000 ευρώ), ώστε να καθίσταται η άσκηση του συγκεκριμένου δικαιώματος αντίθετη στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.
Το αναφερόμενο στην αίτηση αναίρεσης ότι η αναιρεσίβλητη προκάλεσε "με υπαίτια συμπεριφορά της επίτηδες την καταγγελία της σύμβασης προκειμένου να καταπέσει η ποινική ρήτρα και να ωφεληθεί το σχετικό ποσό" δεν αναφέρεται στην προβληθείσα πρωτοδίκως ένσταση του 281 ΑΚ και ως εκ τούτου δεν μπορούσε να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο Συνεπώς ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
V
ΙΙ) Ο πέμπτος λόγος της αίτησης, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αιτιάται το Εφετείο για εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 176 και 183 Κ.Πολ.Δ., ισχυριζόμενη ότι το Δικαστήριο εσφαλμένα επιδίκασε μόνο σε βάρος της τα δικαστικά έξοδα ενώπιον του Εφετείου, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, η ασκηθείσα από την αναιρεσείουσα έφεση κατά της Πρωτόδικης απόφασης απορρίφθηκε κατ’ ουσίαν, οπότε ορθώς επιβλήθηκαν σε βάρος της, λόγω της ήττας της, τα δικαστικά έξοδα της αντιδίκου της. Κατόπιν αυτών, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, να εισαχθεί το καταβληθέν παράβολο στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με άρθρο 1 παρ. 2 Ν. 4055/2012 με έναρξη ισχύος 2-4-2012) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης λόγω της ήττας της (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-10-2014 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "... - ... Α.Ε." για αναίρεση της 635/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαρτίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Μαΐου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ