Legislator Case Law & Legislation
748/2014 AI generated

Supreme Court quashes first-instance dismissal of usury claim due to improper legal reasoning regarding contract validity.

Case Number 748/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court quashed the First Instance Court's dismissal of a usury claim, ruling that the lower court erred in its legal reasoning. The plaintiffs argued the defendant exploited their age and blindness to sign a rental contract with disproportionate terms, while the defendant contended the contract remained valid despite the defendant's lack of ownership. The Court found the First Instance Court violated Article 179 of the Civil Code by failing to properly assess the objective and subjective elements of usury, thereby remanding the case for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 179 of the Civil Code; Article 560(1) of the Code of Civil Procedure: A usury claim is admissible if the contract was concluded exploiting the other party's need, weakness, or ignorance, resulting in disproportionately high benefits; a lower court's dismissal based on incorrect legal reasoning regarding the validity of the claim constitutes a violation of the Code of Civil Procedure.

Keywords

AI generated
usury claim contract validity exploitation of weakness disproportionate benefit remand for retrial civil procedure error ownership vs tenancy

Cited Legislation

AI generated
Article 179 of the Civil Code
Article 560(1) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 495(4)(e) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 748 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 748/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου και Γεώργιο Σακκά, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Π. Ι. Κ. και 2. Σ. Ι. Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Κουτσουπιά και κατέθεσαν προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Θ. Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Θεοδωρόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-2-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αίγινας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:6/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3805/2013 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 26-11-2013 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γεώργιος Σακκάς, ανέγνωσε την από 26-2-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.Σύμφωνα με το άρθρο 179 ΑΚ η έννοια της αισχροκερδούς δικαιοπραξίας προσδιορίζεται από δύο στοιχεία, το ένα των οποίων είναι αντικειμενικό και το άλλο υποκειμενικό. Το υποκειμενικό στοιχείο είναι η συνομολόγηση της συμβάσεως κατόπιν εκμεταλλεύσεως της ανάγκης, κουφότητας ή απειρίας του άλλου, ενώ το αντικειμενικό είναι η συνομολόγηση περιουσιακών ωφελημάτων προφανώς δυσαναλόγων προς την παροχή.

Η συνδρομή και των δύο στοιχείων είναι απαραίτητη για να θεωρηθεί η δικαιοπραξία άκυρη. Ως κουφότητα νοείται η αδιαφορία του άλλου συμβαλλόμενου (του θύματος) για τις συνέπειες και τη σημασία των πράξεών του και μπορεί να προέρχεται από την προχωρημένη ηλικία και τη σωματική ασθένεια. Εκμετάλλευση υπάρχει όταν κάποιος από πρόθεση (δόλο), δηλαδή γνωρίζοντας την κουφότητα κ.λ.π.

του άλλου επωφελείται από αυτή για να πετύχει για τον εαυτό του ή τρίτο την δυσανάλογα υπερβολική αντιπαροχή. Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοστεί, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αριθ. 1 ή 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για την κρίση του ως προς το νόμω βάσιμο της αγωγής, είτε αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος, είτε αρκέστηκε σε λιγότερα ή διαφορετικά από αυτά.

Στην προκειμένη περίπτωση, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες στην από 25-2-2010 (αριθ. κατ. 47/2010) αγωγή τους εκθέτουν ότι κατέστησαν κληρονόμοι από διαθήκη του θείου τους Λ. Κ., που απεβίωσε την 1-1-2009 σε ηλικία 91 ετών και ο οποίος είχε την κυριότητα επί δύο ακινήτων και ειδικώτερα 1) κατά ποσοστό 60,41/100 εξ αδιαιρέτου ενός ακινήτου, που κείται στη θέση "..." του οικισμού ..., επί του οποίου υφίσταται οικοδομή, αποτελούμενη από ισόγειο, Α' και Β' όροφο, όπου λειτουργεί το ξενοδοχείο "..." και 2) κατά ποσοστό 50/100 εξ αδιαιρέτου ακινήτου, που κείται στην ίδια ως άνω θέση, επί του οποίου υπάρχει διώροφη οικοδομή από ισόγειο και πρώτο όροφο, όπου στο ισόγειο λειτουργεί εστιατόριο και στο πρώτο όροφο υπάρχουν ενοικιαζόμενα δωμάτια.

Την κληρονομία αυτή αποδέχτηκαν και μετέγραψαν τη δήλωση αποδοχής και έτσι κατέστησαν συγκύριοι των ακινήτων αυτών κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας τους. 'Ότι ο εναγόμενος, ο οποίος εκμεταλλεύεται το πιο πάνω ξενοδοχείο, εστιατόριο και ενοικιαζόμενα δωμάτια, στις 14-11-2008, ήτοι 45 ημέρες πριν το θάνατο του θείου τους, κατάρτισε με αυτόν ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης, κατά το οποίο εκμίσθωσε ο θείος τους σε αυτόν τα ανωτέρω ακίνητα κατά το παραπάνω ποσοστό για 20 έτη με ετήσιο μίσθωμα 3.000 ευρώ, δηλαδή 250 ευρώ το μήνα. 'Ότι η σύμβαση αυτή είναι αισχροκερδής ως αντικειμένη στα χρηστά ήθη, διότι συντελέστηκε κατόπιν εκμεταλλεύσεως της κουφότητας και της σωματικής αναπηρίας του θείου τους (τυφλού) και γεροντικής άνοιας αυτού, ο οποίος είχε πλήρη αδιαφορία για τις συνέπειες και τη σημασία των πράξεών του, αδυνατούσε δε με λογικούς υπολογισμούς να διαμορφώσει και εκδηλώσει ελεύθερα ανάλογη δικαιοπρακτική βούληση. 'Ετσι πέτυχε σε βάρος του αποβιώσαντα να συνομολογήσει και να πάρει για τον εαυτό του έναντι ευτελούς μισθώματος περιουσιακά ωφελήματα, που βρίσκονται σε προφανή δυσαναλογία προς την ως άνω ευτελή παροχή, δεδομένου ότι η μισθωτική αξία των παραπάνω μισθωμένων ακινήτων ανέρχεται σε 27.000 ευρώ ετησίως.

Τέλος ότι η σπουδή του εναγομένου για την υπογραφή της σύμβασης μισθώσεως ήταν τόσο μεγάλη που στην ένδειξη "εκμισθωτής" έβαλε το δικό του ονοματεπώνυμο, στη δε ένδειξη "μισθωτής" το ονοματεπώνυμο του θείου τους, ώστε να εμφανίζεται ο τελευταίος ότι μισθώνει στον εαυτό του τα ανωτέρω αναφερόμενα ακίνητά του.

Με αυτό το ιστορικό ζήτησαν να αναγνωριστεί η ακυρότητα της από 14-11-2008 σύμβασης μισθώσεως και να διαταχθεί η απόδοση σ' αυτούς των ανωτέρω ακινήτων κατά το αναφερόμενο ως άνω ποσοστό για τον καθένα. Το Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, σχετικά με το νόμω βάσιμο της κυρίας βάσεως της αγωγής, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Τα παραπάνω πραγματικά δεν δύνανται να θεμελιώσουν την αναγνωριστική της ακυρότητας αγωγή των άρθρων 178-180 ΑΚ, διότι από τα εκτιθέμενα στην αγωγή δεν προέκυψε ότι καταρτίσθηκε συμφωνία εκμίσθωσης των ως άνω ακινήτων με εκμισθωτή τον αποβιώσαντα θείο των εναγόντων και μισθωτή τον εναγόμενο έναντι δυσανάλογου μισθώματος καταβλητέου στον αποβιώσαντα θείο τους.

Τούτο, διότι, είναι δυνατή και καθ' όλα έγκυρη η σύμβαση εκμίσθωσης ακινήτου και από μη κύριο, σύμφωνα με όσα αναλύθηκαν εκτενώς στη νομική σκέψη υπό στοιχείο (Ι) στην αρχή της απόφασης, ενόψει του ότι δεν ασκεί επιρροή στην ισχύ και λειτουργία της σύμβασης μίσθωσης η κυριότητα ή οποιοδήποτε άλλο εμπράγματο δικαίωμα επί του μισθίου.

Συνεπώς, λόγω του ότι έγκυρα μπορούσε να καταρτισθεί η ως άνω σύμβαση μίσθωσης με εκμισθωτή τον μη κύριο εναγόμενο, οι ενάγοντες που ισχυρίζονται ότι είναι πραγματικοί συγκύριοι των εκμισθωθέντων ακινήτων, δεν δικαιούνται να ασκήσουν οιαδήποτε αγωγή από τη μίσθωση για καταβολή μισθωμάτων ή για απόδοση του μισθίου, αλλά μόνο τις αγωγές από την κυριότητα ή νομή, σύμφωνα με όσα αναλύθηκαν στην νομική σκέψη υπό στοιχείο Ι στην αρχή της απόφασης.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω η ερειδόμενη στις διατάξεις των άρθρων 178-180 του ΑΚ αγωγή δεν είναι νόμιμη και είναι απορριπτέα για τους λόγους που προεκτέθηκαν". Με την κρίση του αυτή το Πρωτοδικείο παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 179 ΑΚ, με το να δεχθεί ότι η αγωγή είναι μη νόμιμη, δεδομένου αυτή είναι καθόλα νόμιμη, αφού διαλαμβάνει τα περιστατικά εκείνα που καλύπτουν το πραγματικό της ανωτέρω διατάξεως, ήτοι την εκμετάλλευση του αντισυμβαλλομένου, γνωρίζοντας το προχωρημένο της ηλικίας του, την κουφότητά του συνεπεία της ηλικίας του και την αναπηρία του ως τυφλού και το προφανώς δυσανάλογο της παροχής και αντιπαροχής.

Για να καταλήξει δε στην ανωτέρω κρίση του αρκέστηκε σε διαφορετικά στοιχεία από όσα απαιτεί η ανωτέρω διάταξη, αφού περιορίστηκε στο αναφερόμενο στην αγωγή, ότι ο εναγόμενος από σπουδή για την υπογραφή της σύμβασης μισθώσεως στην ένδειξη "εκμισθωτής" έβαλε το δικό του ονοματεπώνυμο και στην ένδειξη "μισθωτής" το ονοματεπώνυμο του θείου των εναγόντων, γεγονός το οποίο δεν αποτελεί τη βάση της αγωγής, αλλά επιχείρημα των εναγόντων, που χρησιμοποίησαν για να καταδείξουν προφανώς τη βιασύνη του εναγομένου να υπογραφεί η σύμβαση και τα κίνητρά του.

Επομένως, ο από το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ μοναδικός λόγος αναιρέσεως, είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, που χρειάζεται διευκρίνιση, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, διότι είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν προτάσεις (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ).

Τέλος πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στους αναιρεσείοντος του παραβόλου (άρθρ. 495 παρ. 4 εδ. ε' ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 3805/2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ. Και

Διατάζει να επιστραφεί στους αναιρεσείοντες το παράβολο με αριθμούς 1594870, 1594871, 1594872/2013 (Δημοσίου), 51966, 51967, 51968/2013 (ΤΑΧΔΙΚ).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 21η Μαρτίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 4η Απριλίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ