Legislator Case Law & Legislation
748/2011 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on VAT stamp duty and procedural waiver grounds, rejecting arguments regarding tax liability and document validity.

Case Number 748/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeal's decision regarding a debt recognition and VAT stamp duty issue. The appellant argued that the lower court erred in assessing evidence and that the contract was invalid due to tax violations, while the respondent maintained the debt was valid and the tax arguments were irrelevant to the contract's validity. The court ruled that the lower court correctly evaluated the evidence and that the appellant's procedural waiver of the right to appeal was valid, leading to the rejection of the appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 294, 297, 298, 299 of the Code of Civil Procedure; Article 2 of Law 1642/1986: A waiver of the right to appeal may be explicit or implied by conduct, and tax violations do not affect the validity of contracts between parties.

Keywords

AI generated
Civil Procedure Code VAT Stamp Duty Debt Recognition Procedural Waiver Contract Validity Evidence Assessment Court of Appeal

Cited Legislation

AI generated
Articles 294, 297, 298 and 299 of the Code of Civil Procedure
Law 1642/1986 on the application of value-added tax
Law 1676/1986
Law 2859/2000
Article 63 of Law 2859/2000
Article 559 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 748 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 748/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Απριλίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν. Τ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Λεοντόπουλο - Βαμβέτσο.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΙΝΦΟ ΚΟΥΕΣΤ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ & ΒΙΟΜΗΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ & ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗΣ & ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ" και ήδη μετονομασθείσα σε "OUEST ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", η οποία εδρεύει στην Καλλιθέα, Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο της Θεοδώρα Καζιάνη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15 Δεκεμβρίου 2005 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6436/2007 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 566/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7 Ιανουαρίου 2010 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός, ανέγνωσε την από 1 Απριλίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 7-1-2010 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 566/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξουσία της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Α) Επί του παραδεκτού της άσκησης της αίτησης αναίρεσης και του έννομου συμφέροντος του αναιρεσείοντος για τη συζήτηση της:

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 294, 297, 298 και 299 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αποδοχή της αποφάσεως, προ της ασκήσεως κάποιου ενδίκου μέσου εναντίον της, η οποία υποδηλώνει παραίτηση από το δικαίωμα της ασκήσεως του, δεν υπόκειται σε ορισμένο διαδικαστικό τύπο, όπως εκείνη που γίνεται μετά την άσκηση του ενδίκου μέσου, δυναμένη να γίνει ρητώς, με την τήρηση των διατυπώσεων που διαγράφονται στη διάταξη του άρθρου 297 του κωδικός αυτού και συγκεκριμένα με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο αυτού που παραιτείται, είτε σιωπηρώς, με δηλώσεις ή πράξεις από τις οποίες συνάγεται αναγκαίως ο περί αποδοχής σκοπός.

Τέτοια περίπτωση σιωπηρής παραιτήσεως από της ασκήσεως κάποιου ενδίκου μέσου δύναται να συντρέχει και όταν ο υπόχρεος καταβάλει το σύνολο της τελεσιδίκως σε βάρος του επιδικασθείσης απαιτήσεως μετά των τόκων και της δικαστικής δαπάνης, χωρίς επιφύλαξη. Εξ' άλλου, ναι μεν η παραίτηση από του δικαιώματος προς άσκηση ενδίκου μέσου, όπως και αυτή της αναιρέσεως, προϋποθέτει, κατά το άρθρο 98 εδ.

β' ΚΠολΔ, την ύπαρξη ειδικής πληρεξουσιότητος προς τον Δικηγόρο, ο οποίος προβαίνει στη σχετική δήλωση, πλην όμως η από την έλλειψη αυτή επερχόμενη ακυρότητα, όπως προκύπτει από το άρθρο 544 αριθ. 4 του ιδίου κωδικός, διασταλτικώς ερμηνευομένου, θεραπεύεται δια της εκ των υστέρων εγκρίσεως των γενομένων πράξεων από τον ενδιαφερόμενο διάδικο, με αποτέλεσμα η δηλωθείσα παραίτηση από του δικαιώματος ασκήσεως ενδίκου μέσου, να ισχυροποιείται αναδρομικώς, (Ολ.

ΑΠ 626/1980). Η έγκριση αυτή μπορεί να γίνει ρητώς ή και σιωπηρώς. Η αποδοχή δε της αποφάσεως επάγεται ως δικονομική έννομη συνέπεια την απόρριψη του ασκηθέντος ενδίκου μέσου ως απαραδέκτου ελλείψει εννόμου συμφέροντος, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 68, 73, 556 παρ.2 και 566 παρ.1 ΚΠολΔ. (Ολ. ΑΠ 15/2008). Στην κρινομένη υπόθεση η αναιρεσίβλητη δια των κατά την διάταξη του άρθρου 570 παρ.1 ΚΠολΔ, εγγράφων προτάσεων που κατέθεσε, προέβαλε τον περί απαραδέκτου της ασκηθείσης αναιρέσεως ισχυρισμό λόγω σιωπηρής αποδοχής από τον αναιρεσείοντα της προσβαλλομένης αποφάσεως του Εφετείου, μετά την έκδοσή της και πριν και μετά από την άσκηση της αίτησης αναίρεσης.

Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι ο αναιρεσείων μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης (5-2-2009) και προ της άσκησης της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 10-4-2009 πρόσθετη παρέμβασή του με αριθ. καταθ. 64142/4333/2009 στην οποία αναφέρει επί λέξει και τα ακόλουθα:

"Στην συνέχεια προκειμένου να απεμπλακεί η κατάσταση προχώρησα σε συμφωνία με την INFO QUEST και καταρτίσαμε την 30-7-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό εκχωρήσεως απαιτήσεών μου κατά της εταιρείας "ACE A.E." και "ISONET A.E." Μεταξύ των συμφωνηθέντων υπήρχε και ο όρος ότι "...σε περίπτωση όμως τμηματικής εξόφλησης των εκχωρούμενων απαιτήσεων από τις άνω Οφειλέτριες στην Εκδοχέα θα απαλλάσσεσαι αυτός κατά το αντίστοιχο ποσό που η απαίτηση αυτή θα έχει εξοφληθεί και θα επέρχεται απόσβεση του αντιστοίχου ποσού εκ της προαναφερθείσας οφειλής του Εκχωρητή προς την Εκδοχέα, από την οφειλή του οποίου ο Εκχωρητής θα ελευθερώνεται.

Για λόγους που εκφεύγουν του αντικειμένου της παρούσας δίκης δεν μπόρεσα να είμαι συνεπής. Η INFO QUEST προέβη σε έκδοση εις βάρος μου της υπ'αριθμ. 8932/2005 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και στην συνέχεια προέβη σε κατάσχεση και εκπλειστηρίαση ακινήτου μου επί της οδού Σκουφά 11. Έτσι, συντάχθηκε η υπ' αριθμ. 35397/2006 έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού ακινήτου και η υπ' αριθμ. 35525/2006 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης της συμβολαιογράφου Αθηνών Στυλιανής Δημητρέλλου με τις οποίες και σε εκτέλεση της προμνησθείσας διαταγής πληρωμής εκπλειστηριάσθηκε με επίσπευση της καθ'ής ακίνητο μου με επιτευχθέν εκπλειστηρίασμα ποσό 180.030 ευρώ. Με τον υπ' αριθμ. 36317/29-5-2006 πίνακα κατάταξης και πρόσκλησης δανειστών της ίδιας συμβολαιογράφου η καθ'ής κατετάγη από το ποσό του εκπλειστηριάσματος ύψους 180.030 ευρώ για ποσό 115.451,05 ευρώ, το οποίο θα πρέπει να λογισθεί σύμφωνα με όσα ορίσθηκαν στο παραπάνω συμφωνητικό. Το ποσό αυτό λοιπόν πρέπει σε κάθε περίπτωση να αφαιρεθεί από το αιτούμενο".

Περαιτέρω, μετά την άσκηση της αναιρέσεως ο αναιρεσείων υπέβαλε την 9-2-2010 ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών προτάσεις για τη συζήτηση της ανωτέρω από 10-4-2002 πρόσθετης παρέμβασης του, στις οποίες αναφέρει επί λέξει και τα ακόλουθα :

"Προκειμένου να συνδράμω στην εξόφληση της υποχρεώσεως της ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ προς την καθ'ης με το από 30-7-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό Εκχώρησης Απαιτήσεων, αναγνώρισα ότι οφείλω ο ίδιος προσωπικά προς αυτήν το σύνολο των στο ιστορικό της ενδίκου αγωγής της αναφερόμενων επιταγών, ήτοι το ποσό των ευρώ τριακοσίων εξήντα χιλιάδων (360.000), και προς τον σκοπό της περαιτέρω εξασφάλισης της ενάγουσας για την πληρωμή των επίδικων επιταγών, εκχώρησα προς αυτή, μεταξύ άλλων, ισόποσες απαιτήσεις μου κατά των εταιρειών "ACE Α.Ε." και "ISONET Α.Ε.".

Όμως η κακή κατάσταση της αγοράς επιπρόσθετα δε, με τα προβλήματα που προκάλεσε η κατάρρευση του Ομίλου του Π. Β., με περιέφεραν σε δεινή οικονομική θέση, με συνέπεια να μην μπορέσω να είμαι συνεπής απέναντι στις υποχρεώσεις μου. Για το λόγο αυτό η INFO QUEST προέβη στην έκδοση της υπ' αριθμ. 8932/2005 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία υποχρεώθηκα να καταβάλω ποσό 334.853,87 ευρώ κατά κεφάλαιο, πλέον τόκων και εξόδων. Εν συνέχεια η INFO QUEST προχώρησε σε εκπλειστηρίαση ακινήτου μου και συντάχθηκε η υπ'αριθμ. 35397/2006 έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού ακινήτου και η υπ'αριθμ. 35525/2006 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης. Από το εκπλειστηρίασμα που επιτεύχθηκε συνολικού ύψους ποσό 180.030 ευρώ η απαίτηση της INFO QUEST κατετάγη για ποσό 115.451,05 ευρώ. Το ποσό αυτό βεβαίως θα πρέπει να αφαιρεθεί από το συνολικά αιτούμενο".

Τα ανωτέρω επαναλαμβάνει αυτούσια ο αναιρεσείων και στις προτάσεις του που υπέβαλε την 9-2-2010 ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών για τη συζήτηση της με αριθ. καταθ. 4334/2009 προσεπικλήσεώς του.

Από τα ανωτέρω όμως αναφερόμενα από τον αναιρεσείοντα δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του πριν και μετά από την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης και με την προϋπόθεση ότι αυτά έτυχαν της μεταγενέστερης αναγκαίας έγκρισής του δεν συνάγεται ανενδοίαστα σαφής αποδοχή της προσβαλλομένης από τον ίδιο ούτε εκδηλώνεται ρητά η αποδοχή των δυσμενών για τον αναιρεσείοντα αποτελεσμάτων της απόφασης του Εφετείου, η οποία με την απόρριψη της από 19-3-2008 έφεσής του οδήγησε στην τελεσίδικη απόρριψη της από 12-12-2005 ανακοπής του και την επικύρωση της υπ'αριθ. 8936/2005 διαταγής πληρωμής, ούτε συνάγεται ότι ο αναιρεσείων αποδέχεται την εγκυρότητα της υπ'αριθ. 8932/2005 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και της βάσει αυτής επακολουθήσασας κατάσχεσης και εκπλειστηρίασης ακινήτου του με το να ζητεί να συνυπολογισθεί το εισπραχθέν από τη αναιρεσίβλητη ποσό εκ του εκπλειστηριάσματος στην εκεί ένδικη απαίτηση, ενόψει και του ότι το επιδικασθέν σε βάρος του αναιρεσείοντος ποσό είναι πολύ μεγαλύτερο από εκείνου που προτάθηκε σε συμψηφισμό.

Β) Επί της βασιμότητας των λόγων αναίρεσης:

Ι.Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν ο παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ1 ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998).

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559, αριθ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεση τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.

ΑΠ 13/1995). Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψη της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Περαιτέρω κατά το άρθρο 873 ΑΚ, η σύμβαση με την οποία γίνεται υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους, έτσι ώστε να γεννιέται ενοχή ανεξάρτητα από την αιτία του χρέους, είναι έγκυρη αν η υπόσχεση ή η δήλωση για την αναγνώριση γίνει εγγράφως. Έγγραφη υπόσχεση ή δήλωση αναγνώρισης, που δεν αναφέρει την αιτία του χρέους, λογίζεται σε περίπτωση αμφιβολίας ότι έγινε με τέτοιο σκοπό.

Η δημιουργική ενέργεια της αφηρημένης υποσχέσεως ή αναγνωρίσεως χρέους συνίσταται στη θεμελίωση αυτοτελούς υποχρεώσεως, ανεξάρτητη από την αιτία της (νέο θεμέλιο αξιώσεως), όπου το θεμελιωτικό της αξιώσεως πραγματικό εξαντλείται στην έγγραφη υπόσχεση παροχής. Από την ανωτέρω διάταξη σαφώς συνάγεται ότι η αναφερόμενη σ' αυτή αυτοτελής και ετεροβαρής ενοχή από έγγραφη αφηρημένη υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους γεννιέται στην περίπτωση που τα μέρη είχαν πρόθεση να δημιουργήσουν ενοχή ανεξάρτητα από την αιτία, πράγμα που θέλει εξακριβωθεί από αυτή την ίδια τη δήλωση και τις περιστάσεις, γι' αυτό δε και δεν βλάπτει απλή αναφορά της αιτίας.

Αν δηλαδή, στην έγγραφη υπόσχεση ή στην αναγνωριστική δήλωση μνημονεύεται η αιτία του χρέους, δεν αποκλείεται να πρόκειται για ενοχή αναιτιώδη, εφόσον τα μέρη ήθελαν ν' αποσυνδέσουν το χρέος από την αιτία του. Διότι η διάταξη του εδ. β' του άνω άρθρου εισάγει απλώς ερμηνευτικό κανόνα, προσδίδοντας στη δήλωση αυτή ορισμένη έννοια μόνο ενόσω δεν προκύπτει το αντίθετο (σε περίπτωση αμφιβολίας) (Ολ.

ΑΠ 2088/1986).

Τέλος, οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 Α.Κ. εφαρμόζονται από το δικαστήριο της ουσίας όταν κατά την ανέλεγκτη, ως προς αυτό, κρίση του, διαπιστώνει ότι υπάρχει στη σύμβαση κενό ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση της βουλήσεως των συμβαλλομένων. Η διαπίστωση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας μπορεί είτε να αναφέρεται στην απόφαση ρητώς, είτε να προκύπτει από αυτήν έμμεσα όταν, παρά τη μη ρητή αναφορά της διαπιστώσεως της, ή ακόμα και παρά τη ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία της συμβάσεως, η οποία (ερμηνεία) αποκαλύπτει ότι το δικαστήριο βρέθηκε μπροστά σε κενό ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση της βουλήσεως των συμβαλλομένων, τα οποία ακριβώς δημιούργησαν την ανάγκη να καταφύγει σε ερμηνεία της.

Μόνη η παράλειψη της μνείας των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ δεν συνιστά παραβίαση τους, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη κατά την ερμηνεία της συμβάσεως τα ερμηνευτικά κριτήρια που προβλέπονται με αυτές. Παραβιάζονται δε οι κανόνες αυτοί όταν το Δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δήλωσης βούλησης, παραλείπει να προσφύγει σ' αυτούς, για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιας των δηλώσεων ή να παραθέσει στην απόφαση του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, με την έννοια ότι το ερμηνευτικό πόρισμα στο οποίο, μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας κατέληξε (το δικαστήριο), δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα "συναλλακτικά ήθη". (Ολ.

ΑΠ 26/2004, ΑΠ 1183/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ'αριθμ. 566/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών έγιναν δεκτά τα ακόλουθα:

"Δυνάμει της υπ' αριθ. 8936/2005 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατόπιν της από 22-9-2005 αίτησης της καθής η ανακοπή ανώνυμης εταιρίας (ήδη αναιρεσίβλητης) κατά του ανακόπτοντος (ήδη αναιρεσείοντος) με βάση το από 30-7-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο ο τελευταίος αναγνώρισε έναντι της αιτούσας την οφειλή του, συνολικού ύψους 871.298,72 Ευρώ, η οποία, μεταξύ άλλων, αφορούσε και σε δύο ακάλυπτες επιταγές, συνολικού ύψους 334.853,87 Ευρώ, που εξέδωσε ο ίδιος, ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας με την επωνυμία "ISONΕΤ ΑΕ" για εξόφληση του τιμήματος διαδοχικών συμβάσεων πώλησης ηλεκτρονικών υπολογιστών και αναλώσιμων, μεταξύ της ως άνω εκπροσωπούμενης εταιρίας και της καθής η ανακοπή εταιρίας και οι οποίες δεν πληρώθηκαν ως ακάλυπτες, επιτάχθηκε ο ανακόπτων να καταβάλει στην καθής το ποσό των 334.853,87 Ευρώ.

Με το από 30-7-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ του ανακόπτοντος και της καθής η ανακοπή ο πρώτος εκχώρησε προς τη δεύτερη απαιτήσεις του κατά της εταιρίας ΑCΕ ΑΕ, ποσού 356.248,59 Ευρώ και κατά της εταιρίας ISOTRON AE, ποσού 515.050,13 Ευρώ προς διευκόλυνση της είσπραξης από την καθής του χρέους συνολικού ποσού 871.298,72 Ευρώ προς την τελευταία, των εταιριών ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΑΕ και ISONΕΤ ΑΕ, των οποίων ο ανακόπτων ήταν διευθύνων σύμβουλος, προερχόμενο από την αγορά εμπορευμάτων (ηλεκτρονικών υπολογιστών) που πραγματοποίησαν οι τελευταίες εταιρίες από την καθής η ανακοπή.

Για την αποπληρωμή του ως άνω χρέους εξέδωσε ο ανακόπτων, ως νόμιμος εκπρόσωπος των ως άνω δύο εταιριών, τις τραπεζικές επιταγές που περιλαμβάνονται στο προαναφερόμενο συμφωνητικό, οι οποίες, όμως, κατά τη λήξη τους δεν πληρώθηκαν και ήταν ακάλυπτες. Περαιτέρω στον όρο 4 του ως άνω ιδιωτικού συμφωνητικού ορίζεται ότι "ο εκχωρητής μετά και τη δια του παρόντος συμφωνητικού συνομολογούμενη εκχώρηση η οποία δεν συνιστά δόση αντί καταβολής συνεχίζει να οφείλει το ανωτέρω ποσό στην εκδοχέα σε περίπτωση όμως τμηματικής εξόφλησης των εκχωρούμενων απαιτήσεων από τις ως άνω οφειλέτριες προς την εκδοχέα θα απαλλάσσεται αυτός κατά το αντίστοιχο ποσό που η απαίτηση αυτή θα έχει εξοφληθεί και θα επέρχεται απόσβεση του αντίστοιχου ποσού εκ της προαναφερθείσας οφειλής του εκχωρητή προς την εκδοχέα, από την οφειλή του οποίου ο εκχωρητής θα ελευθερώνεται".

Από το περιεχόμενο του εν λόγω συμφωνητικού προκύπτει ότι σε αυτό περιλαμβάνεται σαφής, κατηγορηματική και αναμφίβολη δήλωση βούλησης περί αναγνώρισης χρέους από τον ανακόπτοντα, συνολικού ύψους 871.298,72 Ευρώ, ατομικά από τον ίδιο και όχι ως εκπροσώπου και για λογαριασμό των εταιριών ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΑΕ και ISONΕΤ ΑΕ, καθόσον ο ανακόπτων ετέλη εν γνώσει της προσωπικής του ευθύνης και οφειλής προς την καθής από την έκδοση ακάλυπτων τραπεζικών επιταγών ως εκπρόσωπος των πιο πάνω δύο εταιριών για την αποπληρωμή του ως άνω χρέους από την αγορά ηλεκτρονικών υπολογιστών.

Η αναγνώριση που περιλαμβάνεται στο παραπάνω ιδιωτικό συμφωνητικό συνιστά αφηρημένη υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους, η οποία, κατ' άρθρο 873 ΑΚ είναι αυτοτελής και ετεροβαρής ενοχή, για την οποία είναι αναγκαίο να τηρηθεί τύπος μόνο για την πρόταση και όχι για την αποδοχή της και γεννιέται σε περίπτωση που τα μέρη είχαν πρόθεση να δημιουργήσουν ενοχή ανεξάρτητα από την αιτία, όπως εν προκειμένω όπου η εν λόγω συμφωνία μεταξύ των διαδίκων περιλαμβάνει τη δημιουργία αυτοτελούς ενοχής εκ μέρους του ανακόπτοντος ενώ η αναφορά στο συμφωνητικό του ιστορικού της αρχικής γένεσης της οφειλής δεν είχε ως σκοπό να καταστήσει την ενοχή του ανακόπτοντος εξαρτημένη από κάποια προγενέστερη αιτία.

Η εκχώρηση των απαιτήσεων του ανακόπτοντος έγινε συνεπεία της γνώσης και της αναγνώρισης ύπαρξης οφειλής του προς την καθής και όχι για χαριστική αιτία όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο ίδιος.

Από το παραπάνω συμφωνητικό προκύπτει ότι ο εκχωρητής ανακόπτων ευθύνεται απέναντι στην καθής διότι η εκχώρηση στην προκειμένη περίπτωση δεν συνιστά δόση αντί καταβολής αλλά χάριν καταβολής. Συμφωνήθηκε η ύπαρξη παράλληλης ευθύνης του ανακόπτοντος και όχι μόνο ευθύνη του σε περίπτωση αδυναμίας είσπραξης των απαιτήσεων που εκχωρήθηκαν στην καθής, η οποία τελικά δεν μπόρεσε, παρά τις προσπάθειες που κατέβαλε, να εισπράξει τις ως άνω εκχωρηθείσες σ' αυτή απαιτήσεις από τις εταιρίες ISOTRON και ΑCΕ. Από τα προαναφερόμενα συνάγεται ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση τηρήθηκαν, για την έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, όσα ορίζουν οι διατάξεις των άρθρων 623 επ του Κ.Πολ.Δ. και ειδικότερα στο από 30-7-2004 "ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΣΥΜΦΩΝΗΤΙΚΟ ΕΚΧΩΡΗΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ" υπάρχει αναγνώριση χρέους από τον ανακόπτοντα ατομικά προς την καθής, ποσού 871.298,72 Ευρώ, που δεν εξαρτάται από αίρεση, προθεσμία, όρο ή αντιπαροχή και το ποσό χρημάτων που οφείλεται είναι ορισμένο και συνεπώς οι τρεις πρώτοι λόγοι της ανακοπής, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι".

Το Εφετείο με το να απορρίψει με τις ανωτέρω σκέψεις τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης του αναιρεσείοντος, κατά της ομοίως κριθείσης πρωτόδικης απόφασης, με την οποία απορρίφθηκαν αντίστοιχοι λόγοι της ανακοπής που είχε ασκήσει ο αναιρεσείων για την ακύρωση της ένδικης Διαταγής Πληρωμής, ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε, την εφαρμοσθείσα ως άνω ουσιαστική διάταξη του άρθρου 873 του ΑΚ, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά ότι ο αναιρεσείων-ανακόπτων αναμφίβολα αναγνώρισε το ένδικο χρέος του με το από 30-7-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό στο οποίο περιλαμβάνεται σαφώς κατηγορηματική και αναμφίβολη δήλωση του αναιρεσείοντος για την ένδικη αναγνώριση, πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της αφηρημένης αναγνώρισης χρέους χωρίς αίρεση όρο ή προθεσμία και δικαιολογούν την έκδοση της ένδικης Διαταγής Πληρωμής και την απόρριψη της έφεσης και της ανακοπής του αναιρεσείοντος.

Περαιτέρω το Εφετείο κατά την εκφορά του απορριπτικού πορίσματός του δεν διέγνωσε την ύπαρξη ασάφειας ή αμφιβολίας ούτε προσέφυγε στην εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173-200 του ΑΚ. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τους δυο πρώτους λόγους του αναιρετηρίου, με τους οποίους αποδίδεται στην προβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης.

Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό του εφαρμοστέου εδώ κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 873 του ΑΚ την οποία η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να δικαιολογηθεί η ανυπαρξία αίρεσης όρου ή προθεσμίας. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου και τον έκτο κατά το δεύτερο μέρος του με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης.

Εξάλλου, οι ίδιοι τρεις πρώτοι λόγοι της αναίρεσης και ο έκτος κατά την σ'αυτούς κατά το άλλο μέρος τους περιλαμβανόμενη αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 561 παρ. του ΚΠολΔ ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το ίδιο πιο πάνω προαναφερόμενο κρίσιμο ζήτημα περί του κατά πόσο δηλαδή ο αναιρεσείων αναγνώρισε αφηρημένα σαφώς και αναμφίβολα την ένδικη υποχρέωσή του με το από 30-7-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό, ανεξάρτητα από την προϋπάρχουσα οφειλή του από τις ένδικες επιταγές, και χωρίς αίρεση ή όρο, και τα αντίστοιχα επιχειρήματα της αναιρεσίβλητης, και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα του αναιρεσείοντος, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο και βρίσκονται κατά τον αναιρεσείοντα σε αντίθεση με το ότι δεν υπήρξε αφηρημένη αναγνώρισή του, το δε Εφετείο προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173-200 ΑΚ, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι αφού κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τις προαναφερθείσες ουσιαστικές παραδοχές της με τους ίδιους δε λόγους κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου του οποίου δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθ. 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

ΙΙ

.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Από τη διατύπωσή της η διάταξη αυτή αφορά μόνο έγγραφο, από όσα προβλέπονται από τα άρθρα 339 και 432 επί του ΚΠολΔ.

Για να δημιουργηθεί ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να έχει γίνει επίκληση του εγγράφου στην κατ' έφεση δίκη, διαφορετικά ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος. Περαιτέρω, ως παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου που ιδρύει τον ίδιο λόγο αναίρεσης, και η οποία πρέπει να είναι προφανής, υπάρχει όταν το Δικαστήριο από εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενο του κάτι το διαφορετικό από το πραγματικό. (Ολ.

ΑΠ 1/1999), και όχι όταν προβαίνει σε λανθασμένη ανάγνωσή του (ΑΠ 344/2009). Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, θα πρέπει το Δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη αποδεικτικού γεγονότος (ΑΠ 442/1993).

Από δε το συνδυασμό της πιο πάνω διάταξης με εκείνη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι δεν περιλαμβάνει ο λόγος αυτός αναίρεσης και την περίπτωση, κατά την οποία, από την αποδεικτική αξιολόγηση του περιεχομένου του εγγράφου, κατέληξε το δικαστήριο με την συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί δεν είναι εφικτή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του εγγράφου, παρά μόνο με την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που συνεκτιμήθηκαν με αυτό, η οποία δεν υπόκειται σε έλεγχο του Αρείου Πάγου, και ο αναιρετικός λόγος απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 413/1993).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, για να καταλήξει στην κρίση, ότι ο αναιρεσείων αναγνώρισε αφηρημένα την ένδικη υποχρέωση του και να απορρίψει τους σχετικούς ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος και την έφεσή του στηρίχθηκε στο περιεχόμενο του από 30-7-2004 ιδιωτικού συμφωνητικού μεταξύ των διαδίκων.

Προβάλλει ειδικά δε ως προς το πιο πάνω αποδεικτικό μέσο ο αναιρεσείων με τον τέταρτο λόγο του αναιρετηρίου ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του γιατί δεν προκύπτει από αυτό ότι αναγνώρισε αφηρημένα την ένδικη υποχρέωσή του. Ο λόγος αυτός αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθ. 559 του ΚΠολΔ κρίνεται αβάσιμος γιατί η επικαλούμενη αιτίαση αναφέρεται σε σφάλμα όχι αναγνωστικό αλλά εκτιμητικό, πέρα από το γεγονός ότι και από τη δέουσα συνεκτίμηση του περιεχομένου του ίδιο συμφωνητικού, όπως προσαρτάται στο αναιρετήριο, προκύπτει ότι το Εφετείο δεν παραμόρφωσε το περιεχόμενο του.

Περαιτέρω δε, ο ίδιος πιο πάνω λόγος αναίρεσης από τον αριθμ. 20 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ είναι επίσης απορριπτέος κατά το άλλο μέρος του ως απαράδεκτος, γιατί όπως από το περιεχόμενό του προκύπτει, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι τέτοια αναγνώριση αφηρημένη που δέχθηκε το Εφετείο δεν προκύπτει από το από 30-7-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό, πλήττοντας πλέον την αντίθετη ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου, που ανάγεται σε πράγματα, και σαν τέτοια, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ).

Τέλος το Εφετείο με τις πιο πάνω ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης ορθά διέγνωσε στο πλαίσιο εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 624 παρ. 1 του ΚΠολΔ ότι η ένδικη απαίτηση της αναιρεσίβλητης δεν είχε εξαρτηθεί από την πλήρωση όρου ή προϋπόθεσης και απέρριψε αντίστοιχο ισχυρισμό και λόγο έφεσης του αναιρεσείοντος, τα όσα δε αντίθετα υποστηρίζει ο τελευταίος με τον έκτο λόγο του αναιρετηρίου κατά το ένα μέρος του, υπό την επίκληση πλημμέλειας από τον αριθμό 14 του αρθ. 559 του ΚΠολΔ, κρίνονται αβάσιμα.

ΙΙΙ.Από τις διατάξεις των άρθρων 335, και 338 έως 341 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.

Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (Ολ.

ΑΠ 14/2005 και 2/2008). Με τον πέμπτο λόγο του αναιρετηρίου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του και δεν εκτίμησε για την απόδειξη του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος για την ανυπαρξία αφηρημένης αναγνώρισης εκ μέρους του της ένδικης απαίτησης για την οποία εκδόθηκε η προσβληθείσα με την ανακοπή του αναιρεσείοντος Διαταγή Πληρωμής:

α)την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα της καθ'ης Ι. Δ., β) την υπ'αριθ. 32719/2005 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, γ)το από 5-6-2003 πρακτικό του Διοικητικού Συμβουλίου της αναιρεσίβλητης και δ)την από 13-12-2005 αγωγή της αναιρεσίβλητης, τα αποδεικτικά δε αυτά στοιχεία είχε νόμιμα επικαλεσθεί και προσκομίσει με τις προτάσεις της στο Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.

Από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή βεβαίωση του Εφετείου, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει νομίμως οι διάδικοι, και από το όλο περιεχόμενο εκείνης της απόφασης, με την οποία απορρίφθηκε ρητά ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος για την ανυπαρξία εκ μέρους του αφηρημένης αναγνώρισης του ένδικου χρέους, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις, και τα πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία (των οποίων το περιεχόμενο, όπως καθορίζεται στο αναιρετήριο, ρητά αποκρούεται από το Εφετείο, με τη συνεκτίμηση των λοιπών αποδεικτικών στοιχείων), για να καταλήξει στο απορριπτικό αποδεικτικό του πόρισμα, ο δε σχετικός λόγος αναίρεσης κρίνεται αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

IV.Κατά το άρθρο 2 του Ν. 164 2/1986 "Για την εφαρμογή του φόρου προστιθέμενης αξίας και άλλες διατάξεις" όπως ο νόμος αυτός τροποποιήθηκε με το ν. 1676/1986 και ισχύει μετά από κωδικοποίηση των διατάξεών του με το Ν. 2859/2000, αντικείμενο αυτού είναι: α) η παράδοση αγαθών και η παροχή υπηρεσιών εφόσον πραγματοποιούνται, από επαχθή αιτία στην Ελληνική Επικράτεια, από υποκείμενο στο χώρο που ενεργεί με αυτή την ιδιότητα, β)η εισαγωγή αγαθών στην Ελληνική Επικράτεια κατά δε τη διάταξη του άρθ. 63 του Ν. 2859/2000 από την έναρξη της ισχύος του καταργούνται οι διατάξεις για την επιβολή τελών χαρτοσήμου στις πράξεις για τις οποίες προβλέπουν οι διατάξεις του άρθρου 2 του παρόντος νόμου και στα παρεπόμενα προσύμφωνα" .

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής στις περιπτώσεις "του παρεπόμενου συμφώνου" που απαλλάσσεται από την υποχρέωση καταβολής τελών χαρτοσήμου περιλαμβάνεται και η αναγνώριση οφειλής και αναδοχής χρέους από συναλλαγή υποκείμενη σε αναλογικό Φ.Π.Α. που αποτελούσε και τη γενεσιουργό αιτία της αναγνώρισης ή αναδοχής αφού διαφορετικά θα υπέκειτο περίπτωση ανεπιθύμητης για το νομοθέτη διπλής φορολόγησης. Στην προκείμενη περίπτωση, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης οι συναλλαγές της καθ'ης η ανακοπή (αναιρεσίβλητης) με την εταιρεία που εκπροσωπούσε ο αναιρεσείων και για τις οποίες εκδόθηκαν οι επιταγές εκ μέρους του αναιρεσείοντος αφορούσαν πωλήσεις αγαθών" που υπόκεινται όμως σε Φ.Π.Α., και επομένως η αναιρεσίβλητη καθ'ης δεν είχε υποχρέωση να χαρτοσημάνει αναλογικά και το από 30-7-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό με βάση το οποίο εκδόθηκε η ένδικη Διαταγή Πληρωμής. Εξάλλου παραβίαση των διατάξεων σχετικά με τη χαρτοσήμανση εγγράφων συμβάσεων δεν αφορά το κύρος τους και την ισχύ τους μεταξύ των μερών. Επομένως τα όσα αντίθετα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων υπό την επίκληση πλημμελειών από τους αριθμούς 14 και 11 του άρθ. 559 του Κ.Πολ.Δ., με τον έβδομο και τελευταίο λόγο του αναιρετηρίου κρίνονται αβάσιμα.

Μετά τα παραπάνω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων ως ηττώμενος στην εις το διατακτικό δαπάνη της αναιρεσίβλητης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 7-1-2010 αίτηση του Ν. Τ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 566/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) Ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 10 Μαϊου 2011 και

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 17 Μαϊου 2011.

O ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ