Legislator Case Law & Legislation
748/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on termination of employment contract citing good faith and abuse of rights principles.

Case Number 748/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeals' decision regarding the termination of an indefinite-term employment contract. The appellant argued that the termination was abusive and based on false salary calculations, while the opposing party contended the dismissal was lawful and in good faith. The court ruled that the termination was not abusive as it did not stem from personal animosity or pretextual economic restructuring, and the lower court properly evaluated all evidence presented.

Legislator headnote

AI generated

Articles 669 para. 2 of the Civil Code; Article 1 of Law 2112/1920; Articles 1 and 5 of Law 3198/1955; Article 281 of the Civil Code; Articles 174 and 180 of the Civil Code; Article 559 no. 11 gamma of the Code of Civil Procedure: The termination of an indefinite-term employment contract is a unilateral voidable act subject to the limits of good faith and social purpose; exceeding these limits renders the termination void as abusive, particularly when motivated by personal animosity or pretextual economic reasons.

Keywords

AI generated
termination of employment contract abuse of rights good faith principle indefinite term contract appeal dismissal labor law principles court of appeals decision

Cited Legislation

AI generated
Article 669 para. 2 of the Civil Code
Article 1 of Law 2112/1920
Articles 1 and 5 of Law 3198/1955
Article 281 of the Civil Code
Articles 174 and 180 of the Civil Code
Article 559 no. 11 gamma of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 748 / 2010 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 748/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Γεωργία Σταθακάρου. Του αναιρεσιβλήτου: Σωματείου με την επωνυμία "Εταιρία Προαγωγής Ψυχικής Υγείας Ηπείρου - ΕΠΡΟΨΥΗ", το οποίο εδρεύει στα Ιωάννινα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Βουκελάτο, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-8-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις 542/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 239/2007 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 24-9-2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Δημήτριος Μουστάκας ανέγνωσε την από 14-11-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ένδικης αιτήσεως, για αναίρεση της υπ' αριθ. 239/2007 αποφάσεως του Εφετείου Ιωαννίνων. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψη της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τα άρθρα 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζόμενου.

Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή της μη υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ.

Εξάλλου, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη είναι άκυρη, ως καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια που δεν εξυπηρετούν τον σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδικήσεως, συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη, συμπεριφοράς του εργαζομένου, ή όταν γίνεται για οικονομικοτεχνικούς λόγους, δηλαδή για την αναδιοργάνωση της επιχειρήσεως του εργοδότη που καθιστά αναγκαία τη μείωση του προσωπικού, εφόσον οι λόγοι αυτοί είναι προσχηματικοί και υποκρύπτουν πράγματι μίσος, εμπάθεια ή κακοβουλία ή όταν είναι πραγματικοί, αλλά δεν έγινε επιλογή των απολυομένων με αντικειμενικά κριτήρια (υπηρεσιακά ή κοινωνικά).

Δεν συντρέχει, όμως, περίπτωση καταχρηστικής καταγγελίας όταν δεν υπάρχει γι' αυτή κάποια αιτία, αφού, ενόψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής καθ' υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε γι' αυτή ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους -που πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος - εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει το άρθρο 281 ΑΚ.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο Ιωαννίνων, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, τα εξής ουσιώδη: "Το εναγόμενο είναι σωματείο μη κερδοσκοπικό, το οποίο έχει συσταθεί νόμιμα και έχει ως σκοπό την κοινωνική επανένταξη ατόμων με ψυχικές παθήσεις, που νοσηλεύονταν για μεγάλα χρονικά διαστήματα έγκλειστα σε διάφορα ψυχιατρικά καταστήματα της χώρας, στοχεύει δηλαδή στη λεγόμενη αποϊδρυματοποίησή τους.

Στα πλαίσια της δραστηριότητας του αυτής ίδρυσε οικοτροφείο στο ..., για τη φιλοξενία δέκα πέντε ασθενών, με βαριά νοητική υστέρηση και δευτερογενείς ψυχικές διαταραχές, προερχομένων (των ασθενών) από το ψυχιατρικό νοσοκομείο της .... Εκτός από το οικοτροφείο, το εναγόμενο λειτουργεί στην περιοχή των ..., για τον ίδιο σκοπό, έναν ξενώνα, τρία "προστατευόμενα" διαμερίσματα, ένα κηροπωλείο και ένα κηροπλαστείο.

Με την από 20-3-2003 σύμβαση παροχής εξαρτημένη εργασίας που καταρτίστηκε εγγράφως μεταξύ του νομίμου εκπροσώπου του εναγομένου Ζ και του ενάγοντος συμφωνήθηκε να παρέχει ο ενάγων, ο οποίος έχει την ιδιότητα του ψυχολόγου, τις υπηρεσίες του ως επιστημονικού υπευθύνου των "δομών" του εναγομένου, κυρίως όμως του οικοτροφείου του ....

Η σύμβαση ορίστηκε να έχει ορισμένη διάρκεια, και μάλιστα αναδρομικά, από τις 1-12-2002 και μέχρι τις 31-12-2003. Για τις αποδοχές που θα ελάμβανε ο ενάγων, συμφωνήθηκε ότι αυτές θα καθορίζονταν με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του εναγομένου και εντός παρενθέσεως μνημονεύθηκε η υπ' αριθ. 4/19.3.2003 απόφαση του ΔΣ.

Κατά την εν λόγω συμφωνία, ο ενάγων όφειλε να συμμορφώνεται στις οδηγίες των υπευθύνων λειτουργίας των δομών ως προς τον τρόπο παροχής των υπηρεσιών του και να συμπεριφέρεται προς τους φιλοξενούμενους όπως απαιτούσε η ψυχοκοινωνική τους κατάσταση. Είχε, ακόμη την υποχρέωση να συμμετέχει σε διαδικασία αξιολόγησης ή επιλογής ασθενών σε διάφορα νοσοκομεία, παρέχοντας την εργασία του και εκτός έδρας εάν αυτό χρειαζόταν, και, τέλος, να διατηρεί υψηλό το επίπεδο της επιστημονικής και θεραπευτικής δραστηριότητας στις δομές του εναγομένου.

Η επιλογή του ενάγοντος για τη συγκεκριμένη θέση δεν ήταν τυχαία. Οφειλόταν στην επαγγελματική του εμπειρία σε παρόμοιες δομές στις ΗΠΑ και στην ιδιαίτερη επιστημονική του κατάρτιση, ιδιότητες που είχαν επαληθευτεί και ήταν γνωστές στο εναγόμενο κατά τη λειτουργία ενός οικοτροφείου για πάσχοντες από αυτισμό που λειτουργούσε στη ..., το οποίο υπό την καθοδήγηση του ενάγοντος είχε λειτουργήσει με υποδειγματικό τρόπο.

Μάλιστα το εναγόμενο ανέμεινε τη λήξη της συμβάσεως του ενάγοντος με το παραπάνω οικοτροφείο για να του προσφέρει τη θέση του επιστημονικού υπεύθυνου των δομών του. Η συνεργασία του ενάγοντος με το εναγόμενο ήταν αρμονική και η σχέση του με τα Διοικητικό Συμβούλιο του εναγομένου άριστη σε ό,τι αφορούσε όλες τις δομές εκτός από το νέο οικοτροφείο του ....

Εκεί τα προβλήματα ξεκίνησαν ήδη από το γεγονός ότι ο ενάγων δεν συμμετέσχε στη διαδικασία επιλογής των ασθενών που θα μεταφέρονταν σε αυτό από το νοσοκομείο της ... και του προσωπικού που θα το στελέχωνε, ενώ κατά τη διαδικασία της εκπαίδευσης του προσωπικού τον Αύγουστο του 2003 είχε και τις πρώτες διαφωνίες με το τότε μέλος του ΔΣ Ξ.

Η λειτουργία του οικοτροφείου του ... ξεκίνησε στα μέσα του Σεπτεμβρίου 2003 με την εγκατάσταση σε αυτό των ασθενών που είχαν προεπιλεγεί, ήδη όμως στα τέλη Οκτωβρίου του ίδιου έτους τέθηκε ως θέμα προς συζήτηση στο Διοικητικό Συμβούλιο του εναγομένου, από τα μέλη αυτού Ζ και Ξ, η απομάκρυνση του ενάγοντος από τη θέση του Επιστημονικού Υπεύθυνου με τη μη ανανέωση της συμβάσεως του που έληγε στο τέλος Δεκέμβριο του 2003.

Τα υπόλοιπα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, δηλαδή ο ..., που κατέθεσε ως μάρτυρας της απόδειξης, η ... και η ..., εξέφρασαν διαφορετική άποψη, η διαφωνία δε αυτή είχε ως αποτέλεσμα να παραιτηθούν από μέλη του ΔΣ οι Ξ και Ζ. Ο τελευταίος μάλιστα κατήγγειλε με επιστολή του προς τον Υπουργό Υγείας φαινόμενα δυσλειτουργίας στο οικοτροφείο, γεγονός που είχε ως συνέπεια τη σύσταση επιτροπής για τον έλεγχο των καταγγελλομένων.

Από το περιεχόμενο των πρακτικών των συνεδριάσεων του ΔΣ αλλά και των υπολοίπων εγγράφων, αποδεικνύεται ότι μέσα σε ενάμιση μόλις μήνα, οι εργαζόμενοι του οικοτροφείου είχαν διασπασθεί σε δυο ομάδες, σε αυτούς που επιθυμούσαν την παραμονή του επιστημονικού υπεύθυνου στο οικοτροφείο και στους άλλους που, παρακάμπτοντας τον επιστημονικό υπεύθυνο, ο οποίος σύμφωνα με τον εσωτερικό κανονισμό είχε την ευθύνη για την οργάνωση και το συντονισμό του θεραπευτικού προγράμματος, αναφέρονταν σε μέλη του ΔΣ με σκοπό να προκαλέσουν την παρέμβαση τους σε όσες περιπτώσεις οι αποφάσεις ή οι ενέργειες του ενάγοντος δεν ήταν αρεστές.

Ο διχασμός του προσωπικού είχε ως συνέπεια αφενός τη δυσλειτουργία του οικοτροφείου με την εμφάνιση φαινομένων σωματικής ή λεκτικής βίας, αφετέρου τις προφορικές καταγγελίες μελών της θεραπευτικής ομάδας για άλλα μέλη, για περιστατικά που είτε δεν συνέβησαν είτε υπερτονίστηκαν σκόπιμα. Η διάκριση των μεν από τις δε (φαινόμενα δυσλειτουργίας και σκόπιμες καταγγελίες) αποδεικνύεται από το γεγονός ότι τα πρώτα καταγράφηκαν στο κλινικό ημερολόγιο και τεκμηριώθηκαν από την έρευνα της Ειδικής - Επιτροπής Ελέγχου Προστασίας Δικαιωμάτων Ατόμων με Ψυχικές Διαταραχές, ενώ στις δεύτερες περιλαμβάνονται περιστατικά που όμως συνιστούν αναφορές άλλων και όχι των καταγγελλόντων, οι οποίοι (άλλοι) δεν επαληθεύουν το περιεχόμενο τους.

Παράλληλα δεν ορίστηκε, αν και αυτό προβλεπόταν από τον εσωτερικό κανονισμό, εξωτερικός παρατηρητής, δηλαδή επιστήμονας ξένος προς το εναγόμενο, ο οποίος θα ήλεγχε την αποτελεσματικότητα της δομής, ούτε όμως και ο υπεύθυνος λειτουργίας στον οποίον ο ενάγων θα έπρεπε να λογοδοτεί άμεσα. Στο μεταξύ, στις 31-12-2003 έληξε η σύμβαση του ενάγοντος, ο οποίος συνέχισε να παρέχει τις υπηρεσίες του όπως και προηγουμένως, η σύμβαση του δηλαδή μετατράπηκε σιωπηρά σε αορίστου χρόνου.

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο ενάγων κάλυπτε με την εργασία του πάγιες και διαρκείς ανάγκες, καθώς η θέση του επιστημονικού υπεύθυνου ήταν θέση προβλεπόμενη από τον εσωτερικό κανονισμό και η πλήρωση της απολύτως αναγκαία για τη λειτουργία του οικοτροφείου και των άλλων δομών του εναγομένου, ότι η επιδότηση που ελάμβανε το εναγόμενο από το Ελληνικό Δημόσιο ανερχόταν σε ποσοστό 25% και το υπόλοιπο καλυπτόταν από κονδύλια της Ευρωπαϊκής Ένωσης και συνεπώς το εναγόμενο δεν υπαγόταν στο σύστημα προσλήψεων του δημόσιου τομέα (άρθρο 14 παρ. 1 Ν. 2190/1994), ότι, ανεξαρτήτως του χρόνου διαρκείας της επιδότησης, η λειτουργία του οικοτροφείου, του ξενώνα κλπ δεν συνιστούσαν προγράμματα με συγκεκριμένο χρόνο εκτέλεσης αλλά δομές με αόριστη διάρκεια και μάλιστα στα πλαίσια μιας εθνικής προσπάθειας να αντικατασταθούν προοδευτικά τα κλειστά ιδρύματα από αυτές, και, τέλος, ότι το ίδιο το εναγόμενο στην έγγραφη καταγγελία της συμβάσεως αναγνωρίζει το χαρακτήρα της ως αορίστου χρόνου.

Στο μεταξύ, στις 14-1-2004, δόθηκε εντολή από το Υπουργείο Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης να συσταθεί επιτροπή για να διερευνήσει τις καταγγελίες που περιέχονταν στην επιστολή Ζ. Η πρώτη επιτροπή διατυπώνει επιλεκτικά τα συμπεράσματα της, χαρακτηρίζει συλλήβδην ως προκλητική τη συμπεριφορά όλων των μελών της θεραπευτικής ομάδας που στηρίζουν τον ενάγοντα και φθάνει στο συμπέρασμα ότι "καμιά παρέμβαση στο εσωτερικό του οικοτροφείου δεν πρόκειται να άρει τις δυσλειτουργίες και να ανατρέψει την κακή πορεία στην οποία βρίσκεται το οικοτροφείο αν δεν προηγηθεί μεταφορά της δομής σε άλλον φορέα".

Η δεύτερη επιτροπή τεκμηριώνει τις θέσεις της ανατρέχει για τη συναγωγή συμπερασμάτων στο κλινικό ημερολόγιο και στο βιβλίο λογοδοσίας και εξετάζει όλα τα εμπλεκόμενα μέλη της θεραπευτικής ομάδας. Σύμφωνα με την επιτροπή αυτή στο οικοτροφείο διαπιστώθηκαν σοβαρές δυσλειτουργίες και συγκρουσιακές σχέσεις μεταξύ των μελών του προσωπικού, παρουσιάστηκαν φαινόμενα μη επαγγελματικής

και αντιδεοντολογικής συμπεριφοράς απέναντι στους ασθενείς, με συγκεκριμένα περιστατικά βίας και προσβολών της προσωπικότητας και της προσωπικής τους ελευθερίας, τα οποία καταγράφηκαν στη σχετική έκθεση. Διαπίστωσε ακόμη ότι ούτε το ΔΣ του εναγομένου κατάφερε να ελέγξει την κατάσταση αλλά ούτε και ο επιστημονικά υπεύθυνος (ενάγων) να τη διαχειριστεί.

Η ευθύνη του τελευταίου έγκειται κυρίως στο γεγονός ότι, ενώ για μεγάλο χρονικό διάστημα είχε εξασφαλισμένη την εμπιστοσύνη τουλάχιστον της πλειοψηφίας των μελών του ΔΣ, και μετά την παραίτηση των Ζ και Ξ του συνόλου αυτών, και μπορούσε, συνεπώς, να ενεργήσει αποτελεσματικά ώστε να αποκατασταθεί η τάξη μεταξύ των μελών της θεραπευτικής ομάδας και να πειθαρχήσουν όσα από αυτά παρέβαιναν τις οδηγίες της δέουσας συμπεριφοράς προς τους ασθενείς, όχι μόνο δεν το εκμεταλλεύτηκε αλλά αντιμετώπισε με χαλαρότητα την κατάσταση, όταν δε αυτή ξέφυγε από τον έλεγχο του, κατέφυγε σε προσωπικές αντιδικίες με ορισμένους από το προσωπικό, φθάνοντας στο σημείο να καταγράψει στο κλινικό ημερολόγιο φράσεις καταφρονητικές για μέλη του προσωπικού και αναντίστοιχες του επιστημονικού του κύρους.

Παράλληλα, ανήκουν στο πεδίο ευθύνης του ενάγοντος οι διαπιστώσεις της Επιτροπής ότι δεν τηρήθηκαν αυστηρές τυπικές διαδικασίες ως προς τις καταγγελίες περιστατικών βίας σε βάρος των ασθενών και τα φαινόμενα δυσλειτουργίας, ότι δεν εφαρμόστηκαν διατάξεις της άδειας ίδρυσης και του εσωτερικού κανονισμού, ότι ασκήθηκε σωματική και λεκτική βία από το προσωπικό προς τους ασθενείς αλλά και σωματική βία ασθενών προς ασθενείς και προς το προσωπικό, ότι διέρρευσαν προσωπικά στοιχεία των ασθενών, ότι η μη ανάθεση διακριτών καθηκόντων επέφερε σύγχυση στους ρόλους και στις αρμοδιότητες του θεραπευτικού και μη προσωπικού, ότι το κλινικό ημερολόγιο κατέληξε να περιέχει κυρίως τις συγκρούσεις των μελών του προσωπικού και ότι δεν υπήρχε εξατομικευμένο θεραπευτικό σχέδιο για κάθε ασθενή.

Εκτός από τις παραπάνω επισημάνσεις και από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού, αποδεικνύεται ως ιδιαιτέρως ευμενής εκ μέρους του ενάγοντος η μεταχείριση συγκεκριμένου υπαλλήλου, που βαρυνόταν με περισσότερες από μια καταγγελίες για κακή συμπεριφορά και ανήκε στην ομάδα που "στήριζε" τον επιστημονικά υπεύθυνο και για τον οποίο δεν έλαβε κανένα μέτρο που θα εξασφάλιζε τη βελτίωση της συμπεριφοράς του.

Το διοικητικό Συμβούλιο του εναγομένου άλλαξε σύνθεση μετά τις εκλογές της 15-3-2004 και τον Απρίλιο του ίδιου έτους έπαυσε τον ενάγοντα από τη θέση του επιστημονικά υπεύθυνου του οικοτροφείου, με νεότερη δε απόφαση που έλαβε κατά πλειοψηφία στις 25-5-2004, κατήγγειλε εγγράφως στις 8-6-2004 τη σύμβαση εργασίας του ενάγοντος αλλά και άλλων εργαζομένων.

Από τη συνεκτίμηση όλων των περιστατικών που προαναφέρθηκαν, το Δικαστήριο καταλήγει στο συμπέρασμα, ότι, παρά τα προσκόμματα που συνάντησε στο έργο του ο ενάγων, είχε τη δυνατότητα και όφειλε να ανταποκριθεί στα καθήκοντα του, δεν έπραξε όμως και υπήρξε με τη στάση του συνυπεύθυνος στο διχασμό του προσωπικού και στην έλλειψη της απαραίτητης οργάνωσης και πειθαρχίας, ο ίδιος δε παρασύρθηκε σε προσωπικές αντιδικίες με τους υφισταμένους του, καθιστώντας έτσι αδύνατη τη συνεργασία του με το υπάρχον προσωπικό και, συνεπώς, απρόσφορη, για τους σκοπούς του εναγομένου, την παραμονή του στη θέση του.

Συνακόλουθα, το αίτημα του ενάγοντος, να ακυρωθεί η καταγγελία της συμβάσεως του, ως καταχρηστική, πρέπει να απορριφθεί, ως ουσιαστικά αβάσιμο". Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, σχετικά με το ουσιώδες ζήτημα της μη καταχρηστικότητας της καταγγελίας της επίδικης συμβάσεως εργασίας του αναιρεσείοντος, οι οποίες επιτρέπουν τον έλεγχο της ορθής μη εφαρμογής των αναφερομένων στην αρχή της παρούσας ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 281 Α.Κ.

σε συνδυασμό με 669 παρ. 2 Α.Κ., 1 Ν. 2112|1920 και 1, 5 Ν. 3198|1955, οι οποίες δεν ετύγχαναν εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση και τις οποίες έτσι δεν παρεβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου το Δικαστήριο της ουσίας. Ειδικότερα, το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του αναιρεσείοντος από μέρους αναιρεσίβλητης δεν είναι καταχρηστική, διότι αυτή οφείλεται, σύμφωνα με τις παραδοχές του, σε υπαιτιότητα του αναιρεσείοντος και όχι, όπως ο ίδιος προέβαλε με την αγωγή του, σε αδικαιολόγητη εχθρότητα των μελών του Δ.Σ.

προς το πρόσωπο του και στο ότι η απόλυση του δεν εξυπηρετούσε τους σκοπούς της αναιρεσίβλητης, ήτοι στο ότι, παρά τα προσκόμματα που συνάντησε στο έργο του ο αναιρεσείων, είχε τη δυνατότητα και μπορούσε να ανταποκριθεί στα καθήκοντα του, δεν έπραξε όμως αυτό και υπήρξε με τη στάση του συνυπεύθυνος στον διχασμό του προσωπικού και στην έλλειψη της απαραίτητης οργάνωσης και πειθαρχίας, ο ίδιος δε παρασύρθηκε σε προσωπικές αντιδικίες με τους υφισταμένους του, καθιστώντας έτσι αδύνατη τη συνεργασία του με το υπάρχον προσωπικό και, συνεπώς, απρόσφορος για τους σκοπούς της αναιρεσίβλητης η παραμονή του στη θέση του.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 και19 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλονται αιτιάσεις για έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης, λόγω ασαφών και αντιφατικών αιτιολογιών, σχετικά με την μη ομαλή και μη αποδοτική άσκηση της εργασίας του εκ μέρους του αναιρεσείοντος, με τις παραλείψεις του εν λόγω διαδίκου, εξαιτίας των οποίων δεν διατηρήθηκε υψηλό το επίπεδο της επιστημονικής και θεραπευτικής δραστηριότητας στις δομές του αναιρεσιβλήτου, με τη δυνατότητα αυτού να λάβει πειθαρχικά μέτρα ή να εισηγηθεί τη λήψη αυτών, με το αν πράγματι έλαβε τέτοια μέτρα, με το ότι υπήρξε συνυπεύθυνος στον διχασμό του προσωπικού και στην έλλειψη της απαραίτητης οργάνωσης και πειθαρχίας, καθιστώντας έτσι αδύνατη τη συνεργασία του με το υπάρχον προσωπικό και, συνεπώς, απρόσφορη για τους σκοπούς του αναιρεσιβλήτου την παραμονή στη θέση του αυτή, είναι απαράδεκτος, διότι οι ανωτέρω πλημμέλειες δεν αναφέρονται σε ουσιώδες ζήτημα και, επομένως, δεν ιδρύουν τον επικαλούμενο λόγο αναίρεσης, ήτοι αναφέρονται σε συμπεριφορές του αναιρεσείοντος, που κατά την κρίση του Εφετείου, αποτέλεσαν την αιτία της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του και όχι σε συμπεριφορές της αναιρεσίβλητης, οι οποίες καταδεικνύουν καταχρηστικότητα της γενόμενης καταγγελίας της ως άνω συμβάσεως, οι οποίες και αποτελούσαν το ουσιώδες ζήτημα στην προκείμενη περίπτωση.

Επειδή, κατά το άρθρο 5 παρ.3 εδ.α' του Ν. 3198/1955, η καταγγελία της αορίστου χρόνου συμβάσεως εργασίας, που πραγματοποιείται σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού και των άρθρων 1 και 3 του Ν.2112/1920 και 669 ΑΚ, θεωρείται έγκυρη, εφ' όσον γίνει εγγράφως και καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση. Η εν λόγω αποζημίωση υπολογίζεται με βάση τον μισθό και τον χρόνο απασχόλησης του μισθωτού.

Ο μισθός, εξάλλου, διακρίνεται σε νόμιμο και συμβατικό. Νόμιμος μισθός είναι αυτό5που προβλέπεται από συλλογικές συμβάσεις εργασίας, διαιτητική ή υπουργική απόφαση και αποτελεί τα κατώτατα όρια αποδοχών, που υποχρεούται ο εργοδότης να καταβάλει στους εργαζόμενους. Ως "συμβατικός μισθός" χαρακτηρίζεται αυτός, που έχει καθορισθεί από τη συμφωνία μεταξύ εργαζομένου και εργοδότη, στην ατομική τους σύμβαση εργασίας (γραπτή ή προφορική) και ο οποίος (κατά κανόνα)είναι μεγαλύτερος του νομίμου, δοθέντος ότι μικρότερος του νομίμου απαγορεύεται από το νόμο (άρθρο 22 παρ. 1 του Συντ., 179 ΑΚ, 4 Ν.1426|1988).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο και σε σχέση με το ύψος του μισθού του ενάγοντος, κατά τον χρόνο της καταγγελίας της επίδικης εργασιακής σύμβασης, δέχθηκε τα εξής: "Στο θέμα 4 του πρακτικού 25 της συνεδρίασης της 19 Μαρτίου 2003 του Δ.Σ. του εναγομένου, που μνημονεύεται στην γραπτή σύμβαση εργασίας, αναφέρεται ότι ο ενάγων ελάμβανε μέχρι τη στιγμή εκείνη κάθε μήνα το ποσόν των 815.000 δραχμών (1.804,84 ευρώ), καθαρά, ποσό το οποίο υπολειπόταν αυτού, που είχε προφορικά συμφωνηθεί σε προγενέστερο χρόνο και το οποίο ανερχόταν σε 850.000 δραχμές (2.494,5 ευρώ).

Αποφασίσθηκε να καλυφθεί η διαφορά από το πρόγραμμα "Λέρος", με την καταβολή 240.000 δραχ.(704,33 ευρώ) από 1-4-2003 και τούτο, επειδή ο ενάγων είχε προσληφθεί να απασχοληθεί ως επιστημονικός υπεύθυνος σε τέσσερις συνολικά δομές. Σε επόμενη, όμως, συνεδρίαση του Δ.Σ., στις 26-5-2003 (πρακτικό 28, θέμα 11),αποφασίσθηκε ότι οι αποδοχές του ενάγοντος θα αυξάνονταν παράλληλα με την έναρξη και λειτουργία κάθε προγράμματος (δομής) και όχι πριν την έναρξη του.

Μάλιστα η λήψη της σχετικής απόφασης, να ανέλθουν δηλαδή οι αποδοχές του στο ύψος που προβλεπόταν, για τη λειτουργία του Α' Οικοτροφείου, πριν ακόμη αυτό λειτουργήσει, προκλήθηκε μετά από αίτημα του ενάγοντος, που υποβλήθηκε προφορικά στο ΔΣ. Έτσι η αμοιβή για το πρόγραμμα του Α' Οικοτροφείου θα καταβαλλόταν στον ενάγοντα με την έναρξη του προγράμματος, η υποβολή δε εκ μέρους του σχετικού αιτήματος, αποδεικνύει ότι γνώριζε πως οι αποδοχές του κλιμακώνονταν ανάλογα με τον αριθμό των δομών, στις οποίες πραγματικά απησχολείτο.

Από τις αποδείξεις πληρωμής, που οι περισσότερες φέρουν την υπογραφή του ενάγοντος, αποδεικνύεται ότι έλαβε, για το διάστημα από τον Ιανουάριο του 2003 έως και την ημέρα, που απολύθηκε, το ποσόν των 1.694,95 ευρώ, μικτά και εκτός αυτών, από τον Δεκέμβριο του 2003 και το ποσόν των 435,95 ευρώ μικτά, από το πρόγραμμα "Λέρος", δηλαδή συνολικά, για το διάστημα Δεκεμβρίου 2003-Μαΐου 2004, ελάμβανε το ποσό των 2.129,99 ευρώ μηνιαίως.

Το ποσόν αυτό συνιστούσε τις τακτικές αποδοχές του ενάγοντος, που καταβαλλόταν σε αυτόν, όταν καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας του. Η απόφαση του ΔΣ για να καταβληθεί σ' αυτόν το πρόσθετο ποσό των 704,33 ευρώ, που θα εκταμιευόταν από το πρόγραμμα "Λέρος", υλοποιήθηκε μόνο εν μέρει, κατά το ποσόν των 435,95 ευρώ....

Συνακόλουθα, εφόσον οι τακτικές αποδοχές του ενάγοντος ανέρχονταν κατά τον χρόνο της καταγγελίας στο ποσό των 2.130 ευρώ μηνιαίως, η οφειλόμενη αποζημίωση, για την καταγγελία της συμβάσεως ανέρχεται στο ποσό των 4.970 ευρώ (2.130X2+1|6), δηλαδή όση του καταβλήθηκε...". Με τον δεύτερο εκ του αριθ.1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

λόγο αναίρεσης, προβάλλεται ότι το Εφετείο παρεβίασε τις περί υπολογισμού του ύψους της αποζημιώσεως, σε περίπτωση καταγγελίας συμβάσεως αορίστου χρόνου εκ μέρους του εργοδότη ισχύουσες διατάξεις, με το να εφαρμόσει, για τον καθορισμό αυτής τις με αριθμούς Υ5α|2002 και Α3αΟΙΚ876|2000 αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος καθόσον στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού το Εφετείο δεν εφήρμοσε, προς τον άνω σκοπό, τις εν λόγω Υπουργικές αποφάσεις, αλλά δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη των πραγμάτων κρίση του, ότι ο μηνιαίος μισθός του αναιρεσείοντα ήταν συμβατικά καθορισμένος και με βάση τις παραδοχές αυτές, υπολόγισε το ύψος της καταβλητέας σ' αυτόν αποζημιώσεως.

Επίσης, περαιτέρω, απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ο τρίτος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο, 559, αριθ. 8 περ. β', ΚΠολΔ., με τον οποίο, προβάλλεται ότι το Δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, ότι το ύψος των μηνιαίων αποδοχών του ανερχόταν στο ποσό των 2.494,95 ευρώ, με βάση τον οποίο έπρεπε να υπολογισθεί το ποσό της καταβλητέας σ' αυτόν αποζημιώσεως, διότι, τον ισχυρισμό αυτόν το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και τον απέρριψε, ως αβάσιμο.

Επειδή, κατά το άρθρ.559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 340 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, από δε την αναφορά στην απόφαση μερικών από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, γιατί έχουν ιδιαίτερη σημασία, δεν συνάγεται αναγκαστικά ότι δεν εκτιμήθηκαν και τα μη αναφερόμενα.

Στην υπόθεση που κρίνεται, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία, τα περιστατικά τα οποία έγιναν δεκτά από το Εφετείο, αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν, εκτός των άλλων, και από όλα τα επικαλούμενα και νομίμως από τους διαδίκους προσκομιζόμενα έγγραφα, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο, έλαβε υπόψη και εκτίμησε, προς συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματος του, σχετικά με το ουσιώδες στην προκειμένη περίπτωση ζήτημα της μη καταχρηστικότητας της εκ μέρους του αναιρεσίβλητου καταγγελίας της επίδικης εργασιακής σύμβασης, τόσο τις επικαλούμενες από τον αναιρεσείοντα μαγνητοταινίες, όπως αναφέρεται ρητά στην προσβαλλόμενη απόφαση, όσο και τα λοιπά έγγραφα, που αυτός προσκόμισε, μεταξύ των οποίων αποσπάσματα του κλινικού ημερολογίου του καθώς και τις προς τον Υπουργό Υγείας απευθυνόμενες επιστολές του.

Συνεπώς ο περί του αντιθέτου, από τον αριθ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. τέταρτος λόγος της ένδικης αίτησης είναι αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24-9-2007 αίτηση του Χ, για αναίρεση της 239/2007 οριστικής αποφάσεως του Εφετείου Ιωαννίνων. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των επτακοσίων (700) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 7 Δεκεμβρίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 27 Απριλίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ