Supreme Court remands appeal regarding unequal voluntary employee benefits and procedural defects in reasoning.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court remanded the case to the Thessaloniki Court of Appeal for further examination due to insufficient reasoning on the principle of equal treatment. The appellant argued that excluding one employee from voluntary benefits violated equal treatment principles, while the lower court failed to specify which corporate body authorized the benefit or its validity at the time of exclusion. The Court found the appellate decision's reasoning inadequate regarding these critical factual and legal points, necessitating a new trial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 22(1) of the Constitution; Article 288 of the Civil Code; Article 141 of the Treaty on the Functioning of the European Union: An employer must treat employees with identical qualifications and services equally when providing voluntary benefits, unless a specific and serious reason justifies exclusion, and the court must clearly identify the decision-making body and the temporal validity of such benefits.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 748 / 2009 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 748/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Χρήστο Αλεξόπουλο, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Σαράντη Δρινέα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΤΟΣΟΗ ΕΛΛΑΣ ΑΒΕ", η οποία εδρεύει στη ... (Βιομηχανική Περιοχή ...) και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Βουλκίδη.
Του αναιρεσίβλητου: Ψ, ο οποίος δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-12-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 33993/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 3003/2007 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 4-2-2008 αίτησή της και τους από 11-11-2008 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Σαράντης Δρινέας, ανέγνωσε την από 11-2-2009 έκθεση του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των δευτέρου του κυρίου δικογράφου και πρώτου των προσθέτων λόγων αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών.
Ο πληρεξούσιος δικηγόρος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από τις προσκομιζόμενες με επίκληση ... και ... εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ... προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως και των πρόσθετων λόγων με πράξη ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και με κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή επιδόθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως στον αναιρεσίβλητο. Επομένως, εφόσον αυτός δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο ούτε κατέθεσε, κατ' άρθρ. 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, δήλωση μη παραστάσεως κατά τη συζήτηση, πρέπει το Δικαστήριο, κατ' άρθρ. 576 παρ. 2 του ίδιου κώδικα, να προχωρήσει στη συζήτηση της αιτήσεως και των πρόσθετων λόγων παρά την απουσία του αναιρεσιβλήτου.
Επειδή, σύμφωνα με την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, που απορρέει από τα άρθρα 22 παρ. 1 του Συντάγματος, 288 του ΑΚ και 141 της Συνθήκης της ΕΕ, προκύπτει ότι εκείνος που χρησιμοποιεί επ' αμοιβή πλείονα πρόσωπα, τα οποία έχουν τα αυτά προσόντα και παρέχουν τις ίδιες υπηρεσίες, κάτω από τις ίδιες συνθήκες για την εξυπηρέτηση αναγκών της αυτής κατηγορίας, υποχρεούται να τους μεταχειρίζεται ομοιόμορφα και συνεπώς να μην εξαιρεί ορισμένους από αυτούς από παροχές στις οποίες προβαίνει δυνάμει συμβατικής δεσμεύσεως (από επαχθή ή χαριστική αιτία) και όχι κατά νομική επιταγή, εκτός αν η εξαίρεση δικαιολογείται από ειδικό και σοβαρό, κατ' αντικειμενική κρίση, λόγο, η συνδρομή του οποίου διαφοροποιεί τις συνθήκες, υπό τις οποίες παρέχεται η εργασία του ευνοηθέντος προσώπου.
Βάσει της αρχής αυτής, ο εργοδότης οφείλει να επεκτείνει σε όλους τους εργαζομένους που παρέχουν την ίδια εργασία υπό τις αυτές συνθήκες με τα αυτά προσόντα, τις μισθολογικές και άλλες υπηρεσιακές παροχές, είτε πρόκειται για μονομερείς οικειοθελείς παροχές είτε πρόκειται για παροχές που έχει αναλάβει συμβατικώς έναντι ορισμένων εργαζομένων.
Οι οικειοθελείς παροχές μπορούν να διακοπούν οποτεδήποτε από τον εργοδότη αν αυτός επιφύλαξε ρητώς το δικαίωμα ανακλήσεώς τους. Η αρχή δε αυτή έχει εφαρμογή και στην περίπτωση που ο εργοδότης προβαίνει σε οικειοθελή παροχή προς ορισμένους μισθωτούς για λόγους ανεξάρτητους από το είδος της εργασίας τους αλλά σχετιζόμενους με άλλες περιστάσεις, όπως λ.χ.
η απομάκρυνση ή αποχώρηση αυτών από την υπηρεσία λόγω συνταξιοδοτήσεως, οπότε αν οι ίδιες περιστάσεις συντρέχουν και για άλλους εργαζομένους, ο εργοδότης βάσει της αρχής αυτής οφείλει να επεκτείνει την εν λόγω οικειοθελή παροχή και σ' αυτούς. Τέτοια περίπτωση υπάρχει και όταν ο εργοδότης χωρίς να έχει συμβατική ή νόμιμη υποχρέωση καταβάλλει οικειοθελώς στους εργαζομένους που απομακρύνονται ή αποχωρούν από την εργασία τους, λόγω του ότι συμπλήρωσαν τις προϋποθέσεις να λάβουν σύνταξη γήρατος, ολόκληρη την από τις διατάξεις των ν. 2112/1920 και 3198/1955 προβλεπόμενη αποζημίωση απολύσεως και όχι τη μειωμένη που ορίζεται από το άρθρο 8 εδ.
β' του ν. 3198/1955, όπως τούτο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 παρ. 1 του Ν. 435/1976. Εξάλλου, αναγκαία στοιχεία της αγωγής, με την οποία ζητείται η επιδίκαση αμοιβής βάσει της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως αποτελούν, εκτός από την οικειοθελή παροχή στην οποία προέβη ο εργοδότης προς άλλους μισθωτούς, ο προσδιορισμός των συγκεκριμένων προσώπων, προς τους οποίους εκδηλώθηκε η ευνοϊκή μεταχείριση, τα τυπικά και ουσιαστικά στοιχεία αυτών και του ενάγοντος, η εργασία την οποία παρείχαν τόσο αυτοί όσο και ο ενάγων και οι συνθήκες, υπό τις οποίες παρείχετο, ώστε να καταστεί δυνατή η σύγκριση και ακολούθως η κρίση αν στη συγκεκριμένη περίπτωση παραβιάσθηκε ή μη η προαναφερόμενη αρχή.
Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής, η συνδεόμενη δηλαδή με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσεώς του για τη νομική επάρκεια της αγωγής αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα, ενώ η ενδεχόμενη αοριστία του δικογράφου της αγωγής, η οποία ανάγεται στην ποσοτική ή ποιοτική αοριστία αυτού, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αριθ. 8 ή 14 του ΚΠολΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της αγωγής, το περιεχόμενο του οποίου παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, αναφορικά με την επί της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ερειδομένη επικουρική βάση της αγωγής, ισχυρίσθηκε ότι απασχολήθηκε στην εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα εταιρεία με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από 7.11.1977 μέχρι την 29.11.2002, οπότε η τελευταία κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του, διότι είχε συμπληρώσει τις προϋποθέσεις για να λάβει σύνταξη γήρατος από τον κύριο ασφαλιστικό του φορέα (ΙΚΑ).
Ότι ως αποζημίωση η εργοδότρια εταιρεία κατέβαλε το 40% αυτής, που προβλέπεται από τον νόμο 2112/1920, κατ' εφαρμογή του άρθρου 8 εδ. β' του Ν. 3198/1955, ενώ σε όσους συναδέλφους του συνταξιοδοτήθηκαν μετά το έτος 1990 και μέχρι τέλους του 1997, όπως οι εργαζόμενοι Τεβεκελής, Δημητρίου, Χαλκιά, Τουτζιαρίδης, κατέβαλε οικειοθελώς το 100% της αποζημιώσεως και όχι μόνο το 40%.
Ζητούσε δε να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα να του καταβάλει συμπληρωματική αποζημίωση ποσού 21.004,93 ευρώ, με βάση τη συνταγματική αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, την οποία στην περίπτωσή του παραβιάζει. Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή κατά την πιο πάνω επικουρική βάση της είναι επαρκώς ορισμένη, αφού περιέχει όλα τα αναγκαία για τη θεμελίωσή της πραγματικά περιστατικά και δη την οικειοθελή παροχή, τα συγκεκριμένα πρόσωπα, προς τα οποία χορηγήθηκε, και τις εν γένει συνθήκες, υπό τις οποίες παρείχετο, που δίδουν στην εναγομένη τη δυνατότητα να απαντήσει και στο δικαστήριο να ερευνήσει την ουσιαστική βασιμότητά τους.
Επομένως, ορθώς το δευτεροβάθμιο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή κατά την επικουρική αυτή βάση, ως στηριζομένη στις διατάξεις των άρθρων 22 παρ. 1 του Συντάγματος, 288 του ΑΚ και 141 της Συνθήκης της Ε.Ε. και ο πρώτος λόγος του κυρίου δικογράφου από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες ότι, παρά τον νόμο, δεν κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή, κατά την προαναφερθείσα επικουρική βάση της λόγω αοριστίας και ότι έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν, καθώς και ο αυτός λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια ότι το Εφετείο, με βάση τα προεκτεθέντα πραγματικά περιστατικά, εσφαλμένα έκρινε εφαρμοστέες τις διατάξεις των άρθρων 22 παρ. 1 του Συντάγματος και 288 του ΑΚ, δεν είναι βάσιμος.
Επειδή, από τα άρθρα 65, 67, 68 και 70 ΑΚ συνάγεται ότι για να υποχρεωθεί το νομικό πρόσωπο από δικαιοπραξία πρέπει αυτή να έχει συναφθεί είτε από το όργανο που το διοικεί και ενεργεί μέσα στα όρια της εξουσίας του, σύμφωνα με τους όρους της συστατικής πράξεως ή του καταστατικού της, είτε από άλλα φυσικά πρόσωπα στα οποία παρασχέθηκε σχετική εξουσία από το όργανο που διοικεί το νομικό πρόσωπο.
Επομένως, όταν αμφισβητείται το κύρος καταρτισθείσας συμβάσεως λόγω ελλείψεως νόμιμης εκπροσώπησης του νομικού προσώπου, ο μεν επικαλούμενος τη σύμβαση πρέπει να προτείνει και να αποδείξει ότι αυτή καταρτίσθηκε με εκείνον που εκπροσωπεί το νομικό πρόσωπο, ο οποίος δήλωσε κατά νόμιμο τρόπο τη βούλησή του για την κατάρτιση της σύμβασης, το δε δικαστήριο να προσδιορίσει στην απόφασή του το φυσικό πρόσωπο, το οποίο εκπροσώπησε το νομικό πρόσωπο κατά την κατάρτιση της σύμβασης.
Ειδικότερα επί ανώνυμης εταιρίας, από τις διατάξεις των άρθρων 18 παρ. 1, 2 και 22 παρ. 1, 3 του κωδ. Νόμου 2190/1920, που είναι αντίστοιχες με τις προαναφερθείσες διατάξεις του Α.Κ., προκύπτει ότι η ανώνυμη εταιρία εκπροσωπείται δικαστικώς και εξωδίκως από το διοικητικό της συμβούλιο, το οποίο ενεργεί συλλογικά αλλά το καταστατικό μπορεί να ορίσει ότι ένα ή περισσότερα μέλη του συμβουλίου ή άλλα πρόσωπα δικαιούνται να εκπροσωπούν την εταιρία γενικά ή για ορισμένου μόνον είδους πράξεις.
Τα πρόσωπα αυτά είναι υποκατάστατα του διοικητικού συμβουλίου και ενεργούν, όπως και το διοικητικό συμβούλιο, ως όργανα εκπροσώπησης του νομικού πρόσωπου της εταιρίας, εκφράζοντας πρωτογενώς τη βούλησή της. Διαφορετικές εντελώς είναι οι προβλεπόμενες από τα άρθρα 211 επ. και 713 ΑΚ σχέσεις της πληρεξουσιότητας και της εντολής, διότι ο πληρεξούσιος και ο εντολοδόχος που διορίζονται για την ενέργεια δικαιοπραξιών ή για τη διεξαγωγή υποθέσεων της εταιρίας δεν αποτελούν καταστατικά όργανα διοίκησης, αλλ' ενεργούν ως απλοί αντιπρόσωποι, εκτελώντας ό,τι αποφάσισαν το διοικητικό συμβούλιο ή ο υποκατάστατός του.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, δέχθηκε τα ακόλουθα: Η αναιρεσείουσα, που διατηρεί από ετών στη Βιομηχανική Περιοχή Σίνδου Θεσσαλονίκης εργοστάσιο παραγωγής ηλεκτρολυτικού διοξειδίου του μαγγανίου, που είναι πρώτη ύλη για την κατασκευή ξηρών μπαταριών, την 7.11.1977 προσέλαβε με την τότε επωνυμία "ΤΕΚΟΣΑ ΕΛΛΑΣ ΑΒΕ" τον αναιρεσίβλητο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, για να εργασθεί ως βοηθός ηλεκτροσυγκολλητή.
Από τότε ο αναιρεσίβλητος παρείχε τις υπηρεσίες του στην αναιρεσείουσα, αρχικά με την πιο πάνω ειδικότητά του και στην συνέχεια, από το έτος 1978, που απέκτησε άδεια ηλεκτροσυγκολλητή Β' τάξεως, ως ηλεκτροσυγκολλητής, ενώ από το έτος 1983 εκτελούσε τα καθήκοντα του ομαδάρχη παραγωγής - ηλεκτροσυγκολλητή. Απασχολήθηκε μέχρι την 29.11.2002, οπότε η αναιρεσείουσα κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του λόγω συμπληρώσεως των προϋποθέσεων για να λάβει σύνταξη γήρατος από τον κύριο ασφαλιστικό του φορέα (ΙΚΑ), σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 8 εδ.
β' του Ν. 3198/1955, όπως τροποποιήθηκε μεταγενεστέρως. Κατέβαλε δε, όπως συνομολογείται, ως αποζημίωση ποσοστό 40% της από τον Ν. 2112/1920 προβλεπομένης αποζημιώσεως για την περίπτωση της απροειδοποίητης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας από μέρους του εργοδότη και συγκεκριμένα το ποσό των 14.002,93 ευρώ. Η αναιρεσείουσα από το έτος 1990 κατέβαλε πλήρη αποζημίωση σε όσους εργαζομένους αποχώρησαν από την εργασία τους συμπληρώνοντας τις νόμιμες προϋποθέσεις σύνταξης και όχι το 40% αυτής, όπως έπραξε με τον αναιρεσίβλητο.
Ειδικότερα, κατά τα έτη 1990-1995 κατέβαλε την πιο πάνω πλήρη αποζημίωση στους ..., ..., ..., ... και ..., που αποχώρησαν ή απομακρύνθηκαν από την εργασία τους λόγω συνταξιοδοτήσεως. Η παροχή αυτή, συνεχίζει το Εφετείο, χορηγήθηκε οικειοθελώς και όχι από νομική ή συμβατική δέσμευση και χωρίς να έχει ληφθεί νόμιμη απόφαση του Δ.Σ., σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην αρχή του σκεπτικού.
Για να δικαιολογηθεί δε η καταβολή πλήρους αποζημιώσεως, η αναιρεσείουσα κατήγγειλε τυπικά την σύμβαση εργασίας των εν λόγω εργαζομένων. Ουσιαστικά όμως επρόκειτο όχι για καταγγελία αλλά για αποχώρηση λόγω συνταξιοδοτήσεώς των. Η αναιρεσείουσα αρνήθηκε για πρώτη φορά την καταβολή αυτή της πλήρους αποζημιώσεως το έτος 1998 στην εργαζομένη ...
και σε όσους άλλους αποχώρησαν λόγω συνταξιοδοτήσεως και συγκεκριμένα στους ..., ..., ...και ..., όπως βεβαίως και στον αναιρεσίβλητο. Η παροχή δε που δόθηκε στους παραπάνω πέντε αποχωρήσαντες εργαζομένους της οικειοθελώς ως γενικό μέτρο ανεξάρτητα από τη φύση της εργασίας εκάστου, χωρίς ειδική συμφωνία ή συμβατική δέσμευση, ήταν αόριστης διάρκειας και από το έτος 1990, που άρχισε να δίνεται, δεν συνέτρεχαν ειδικοί λόγοι περιορισμένης διάρκειας, ενώ δεν είχε επιφυλάξει η αναιρεσείουσα στον εαυτό της τη δυνατότητα να ανακαλέσει την παροχή αυτή.
Δεν διαμορφώθηκε όμως επιχειρησιακή συνήθεια, ώστε να αποτελέσει τη βάση συμβατικής δεσμεύσεως και να αφαιρέσει από την πράξη αυτή τον χαρακτήρα της μονομερούς και συνεπώς ελεύθερης ανακλητής θελήσεως, διότι δεν ελήφθη νόμιμα τέτοια απόφαση από το Δ.Σ. αυτής, αλλά ως οικειοθελής παροχή υποχρεούται η εργοδότρια για όσο χρόνο την χορηγούσε στο προσωπικό της να μην εξαιρεί με βάση την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως κάποιον εργαζόμενο.
Ακολούθως, το Εφετείο έκρινε ότι η εξαίρεση του αναιρεσιβλήτου από την οικειοθελή αυτή παροχή δεν δικαιολογείται από κάποιον ειδικό και σοβαρό λόγο και συνεπώς δεν είναι δίκαιη και εύλογη κατ' αντικειμενική κρίση, έτσι δε δέχθηκε την έφεσή του και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε αποφανθεί αντιθέτως, δέχθηκε την αγωγή ως ουσία βάσιμη κατά την ένδικη επικουρική βάση της και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να καταβάλει συμπληρωματική αποζημίωση.
Με όσα παραπάνω δέχθηκε το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες ως προς τη συνδρομή στην προκειμένη περίπτωση των προϋποθέσεων εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, που αποτελεί ζήτημα με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, και έτσι κατέστησε ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των προαναφερόμενων διατάξεων.
Ειδικότερα, δεν προσδιορίζεται στην απόφαση, ενόψει και της αρνήσεως από την αναιρεσείουσα της ως άνω οικειοθελούς παροχής, ποιο όργανο αποφάσισε την καταβολή της εν λόγω παροχής, ήτοι αν η σχετική απόφαση λήφθηκε από το Διοικητικό Συμβούλιο της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας ή από άλλο πρόσωπο, μέλος του ΔΣ ή τρίτο στο οποίο ανατέθηκε νομίμως η οργανική εκπροσώπηση αυτής.
Επίσης, ενώ αναφέρεται ότι η πιο πάνω οικειοθελής παροχή ήταν ελευθέρως ανακλητή από την αναιρεσείουσα, και ότι διεκόπη το έτος 1998, μη χορηγηθείσα έκτοτε σε κανέναν άλλο εργαζόμενο απομακρυθέντα ή αποχωρήσαντα από την εργασία του στην εταιρεία λόγω συνταξιοδοτήσεως, δεν διευκρινίζεται πως το έτος 2002, που απομακρύνθηκε ο αναιρεσίβλητος, η εν λόγω παροχή, όπως και η αντίστοιχη υποχρέωση της αναιρεσείουσας να την επεκτείνει και στον αναιρεσίβλητο, ήταν ακόμη ενεργός.
Επομένως, οι δεύτερος του κυρίου δικογράφου και πρώτος των προσθέτων λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ είναι βάσιμοι. Κατόπιν αυτών, παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, κατ' άρθρ. 176 και 183 του ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 3003/2007 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Μαρτίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ