Legislator Case Law & Legislation
748/2008 AI generated

Supreme Court allows appeal against lower court's dismissal of joint liability claim due to insufficient reasoning.

Case Number 748/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision dismissing a joint liability claim. The lower court rejected the plaintiff's argument that the defendant was jointly liable for a 60 million drachma loss, citing lack of negligence. The Court found the lower court's reasoning insufficient regarding why the defendant deposited funds into personal accounts instead of the company's account, violating mandatory civil procedure rules. Consequently, the Supreme Court annulled the lower judgment and remanded the case for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 297, 298, 300, 330, 914 of the Civil Code; Article 559, paragraphs 1 and 2 of the Code of Civil Procedure: A judgment is void if it fails to provide clear and sufficient reasoning on the essential issue of joint liability, thereby depriving the decision of its legal basis.

Keywords

AI generated
joint liability insufficient reasoning annulment of judgment civil procedure negligence standard remand for retrial legal basis

Cited Legislation

AI generated
Article 71 of the Civil Code
Article 12, paragraphs 1 and 2, letter d, of Law 3632/1998
Article 7, paragraphs 1 and 2 of Law 1806/1988
Articles 297, 298, 300, 330 and 914 of the Civil Code
Article 559, paragraphs 1 and 2 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 748 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 748/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Ελένη Σπίτσα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων:1. Ανώνυμη χρηματιστηριακή εταιρία με την επωνυμία "ΑΛΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2. Χ2, κατοίκου ... και 3. Χ3, κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Κωστή.

Του αναιρεσείοντος: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωτήριο Μανιαδάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από α) 10-9-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και β) 21-10-2003 προσεπίκληση - παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη πρώτης αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3236/04 προδικαστική, 6669/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 4878/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 2-10-2006 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Σπίτσα ανέγνωσε την από 22-10-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης κατά μερική παραδοχή του πέμπτου και έκτου λόγου αναίρεσης και την απόρριψη των λοιπών λόγων αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 71 ΑΚ: "Το νομικό πρόσωπο ευθύνεται για τις πράξεις ή τις παραλείψεις των οργάνων που το αντιπροσωπεύουν, εφόσον η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που τους είχαν ανατεθεί και δημιουργεί υποχρέωση αποζημίωσης. Το υπαίτιο πρόσωπο ευθύνεται επιπλέον εις ολόκληρον".

Κατά το άρθρο 12 παρ. 1 και 2 περ. δ', του Ν 3632/1998 περί χρηματιστηρίων αξιών, όπως διαμορφώθηκε με το άρθρο 5 του Ν. 2341/1940 περί συμπληρώσεως των περί χρηματιστηρίων αξιών διατάξεων: "Ο χρηματιστής θεωρείται έμπορος, ασκών δημόσιον λειτούργημα. Ο χρηματιστής τηρεί ... βιβλιάριον τριπλοτύπων πινακιδίων, προωρισμένων όπως εξ εκάστου πινακιδίου το ..., πρώτον τμήμα παραδίδεται εντός 24 ωρών από της συνάψεως της συναλλαγής υπό του χρηματιοτού εις τον εντολέα ...".

Κατά το άρθρο 7 παρ. 1 και 2 του Ν. 1806/1988 Τροποποίηση της νομοθεσίας για τα χρηματιστήρια αξιών και άλλες διατάξεις: "Όπου στην κείμενη νομοθεσία για τα χρηματιστήρια αξιών γενικώς αναφέρεται η λέξη "χρηματιστής", από την ισχύ του νόμου αυτού νοείται ως χρηματιστής και η ανώνυμη χρηματιστηριακή εταιρία. Οι χρηματιστηριακοί εκπρόσωποι υπόκεινται στις ίδιες ποινικές και διοικητικές κυρώσεις με τους χρηματιστές".

Κατά το άρθρο 6 παρ. 1 του αυτού Νόμου: "Για τις χρηματιστηριακές συναλλαγές η ανώνυμη χρηματιστηριακή εταιρία διορίζει εκπροσώπους της, οι οποίοι ονομάζονται χρηματιστηριακοί εκπρόσωποι". Κατά το άρθρο 3 παρ. 1 του αυτού Νόμου, όπως διαμορφώθηκε με το άρθρο 13 του Ν. 2324/1995 Τροποποίηση της νομοθεσίας για τα Χρηματιστήρια αξιών: "Η χρηματιστηριακή εταιρία ...

πρέπει ... να ενημερώνει τουλάχιστον ανά μήνα τους πελάτες της, των οποίων διαχειρίζεται τα χαρτοφυλάκια, ως προς τις αγοραπωλησίες τίτλων, εφόσον υπάρχει μεταβολή ...". Κατά την Απόφαση ΥΠΕΘΟ 12263/Β.500/11-4-1997: Κώδικας Δεοντολογίας Επιχειρήσεων Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (ΕΠΕΥ) (ΦΕΚ Β' 340/24-4-1997): "Οι βασικές αρχές δεοντολογίας είναι οι εξής: (α) Πρώτη Αρχή:

Οι εταιρίες και τα καλυπτόμενα πρόσωπα θα λαμβάνουν κάθε ενδεικνυόμενο μέτρο και θα ενεργούν, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, έτσι ώστε να προστατεύουν τα συμφέροντα των πελατών τους και να διασφαλίζεται η εύρυθμη λειτουργία της αγοράς (άρθρο 3 παρ. 2α). Για την εκπλήρωση υποχρεώσεων των εταιριών, που απορρέουν από την πρώτη αρχή θα λαμβάνονται τα κατάλληλα μέτρα, ώστε (α) να διασφαλίζεται η ορθολογική διοικητική οργάνωση της εταιρίας (β) να εξασφαλίζονται αποτελεσματικοί μηχανισμοί εσωτερικού ελέγχου των πράξεων που διενεργούν τα όργανα της εταιρίας ...(δ) να διασφαλίζεται η διαρκής και τακτική ενημέρωση των πελατών από την εταιρία για σημαντικά γεγονότα (άρθρο 4 παρ. 2) ...

Οι εταιρίες θα λαμβάνουν κάθε απαραίτητο μέτρο για τη διασφάλιση ότι τα πάσης φύσεως περιουσιακά στοιχεία πελατών, τα οποία κατέχουν ή διακινούν δεν θα χρησιμοποιούνται...για λογαριασμό ή προς όφελος οποιουδήποτε τρίτου εκτός από τον δικαιούχο πελάτη. Ενδεικτικά, αλλά όχι περιοριστικά, η εταιρία θα εξασφαλίζει ότι ...

θα τηρούνται λογαριασμοί αξιών και μετρητών ανά πελάτη της και ότι θα ενημερώνονται αμέσως ως προς οποιαδήποτε μεταβολή (άρθρο 4 παρ. 3) ... Χωρίς αυτό να περιορίζει με οποιονδήποτε τρόπο την ευθύνη των εταιριών και των καλυπτομένων προσώπων) για την εκπλήρωση κάθε υποχρέωσης, που απορρέει από την δεύτερη αρχή, συνιστάται ενδεικτικά η λήψη μέτρων, τα οποία μπορούν να συμβάλλουν στα ακόλουθα: (α) να εξασφαλισθεί η ορθολογική οργανωτική διάρθρωση της εταιρίας, με στόχο: (α) την ελαχιστοποίηση των ενδιάμεσων πράξεων μεταξύ εντολής και εκτέλεσης ... (γγ) τον περιορισμό, κατά το δυνατό, της χρησιμοποίησης άλλων ενδιαμέσων, εντός της εταιρίας, για την εκτέλεση της εντολής (δδ) την τήρηση ασφαλών και αποτελεσματικών εσωτερικών διαδικασιών υλοποίησης των παρεχόμενων εντολών (άρθρο 5 παρ. 1) ...".

Τέλος, κατά το άρθρο 719 ΑΚ: "Ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να αποδώσει στον εντολέα καθετί που έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή απέκτησε από την εκτέλεση της".

Από το συνδυασμό των ανωτέρω προς την αρχή ότι οι νόμιμες υποχρεώσεις γενικώς των νομικών προσώπων για πράξη ή παράλειψη ουσιαστικώς αφορούν τα διοικούντα και εκπροσωπούντα αυτά όργανα, ήτοι τα φυσικά πρόσωπα δια των οποίων διεξάγονται οι υποθέσεις τους και ενσαρκώνεται η βούληση τους, συνάγεται ότι οι νόμιμοι εκπρόσωποι χρηματιστηριακών εταιριών και γενικότερα εταιριών παροχής επενδυτικών υπηρεσιών βαρύνονται οι ίδιοι προσωπικώς με τις οικείες υποχρεώσεις ήτοι:

να αποστέλλουν απευθείας στους εντολείς - πελάτες των εταιριών το οικείο αντίτυπο πινακιδίου περί πωλήσεως ή αγοράς μετοχών στο όνομα τους, να ενημερώνουν απ' ευθείας αυτούς περιοδικώς ως προς τις αγοραπωλησίες τίτλων, να θεσπίζουν αποτελεσματικούς μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου και να αποδίδουν απευθείας στους δικαιούχους τα χρηματιστηριακά πράγματα που απέκτησαν για λογαριασμό τους ή το τίμημα που εισέπραξαν, από την εκποίηση αυτών, πιστώνοντας τον - τηρητέο κατά τα ανωτέρω - ειδικό λογαριασμό εκάστου.

Ανεξαρτήτως τούτων, σύμφωνα με γενική δικαστική αρχή, αν κάποιος εξουσιάζει μια πηγή κινδύνων για τους τρίτους, και ειδικότερα αυτός που με προηγούμενη θετική ενέργεια του δημιούργησε κατάσταση επικίνδυνη για τους τρίτους, έχει νομική υποχρέωση να λαμβάνει πρόσφορα μέτρα αποτροπής των ζημιών, που μπορεί να προκληθούν από την κατάσταση αυτή σε τρίτους.

Συνιστά δε τέτοια πηγή κινδύνων και η ανάθεση ή ανοχή ανεξέλεγκτης διαχείρισης ξένων περιουσιών, και ιδίως χρημάτων και συναφών κινητών αξιών, επ' ονόματι οικονομικών φορέων που, λόγω του θεσμικού τους ρόλου, παρέχουν πίστη στο ευρύ κοινό ως προς την ηθική και οικονομική φερεγγυότητα τους, όπως είναι και οι χρηματιστηριακές εταιρίες και, γενικότερα, οι εταιρίες παροχής επενδυτικών υπηρεσιών.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο αντίγραφο της προσβαλλόμενης απόφασης, δέχθηκε, ανελέγκτως, τα ακόλουθα: Η πρώτη εναγόμενη (ήδη πρώτη αναιρεσείουσα) ανώνυμη χρηματιστηριακή εταιρία με την επωνυμία "ΑΛΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕ", ιδρύθηκε και λειτουργεί με έδρα την ...

Πρόεδρος και Αντιπρόεδρος του ΔΣ αυτής τυγχάνουν οι δεύτερος και τρίτος αναιρεσείοντες, αντίστοιχα. Κατά το έτος 1994 η εταιρία αυτή ίδρυσε νομίμως υποκατάστημα στη ... και επί της οδού ... αριθ. ..., στο οποίο τοποθέτησε ως διευθυντή, τον υπάλληλό της, ΑΑ. Σε αυτόν παραχωρήθηκε η εξουσία αντιπροσώπευσης της εταιρίας και πρωτοβουλία δράσης στο χώρο του υποκαταστήματος, τελούσε δε αυτός κατά τη σύμβαση υπό τις οδηγίες και εντολές της προστήσασας εταιρίας, ως προς τον τρόπο εκπλήρωσης των καθηκόντων του, υποχρεούμενος σε συμμόρφωση.

Μεταξύ των πελατών του υποκαταστήματος ήταν και ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος) Ψ, κάτοικος ... Ο τελευταίος στις 9-1-1995 κατήρτισε με την πρώτη αναιρεσείουσα εταιρία, εκπροσωπούμενη από το ΑΑ, έγγραφη σύμβαση χρηματιστηριακής παραγγελίας, με την οποία αυτή ανέλαβε την υποχρέωση, έναντι προμήθειας, να προβαίνει, στο όνομα και για λογαριασμό του πρώτου, στην αγορά και πώληση μετοχών ή άλλων κινητών αξιών που αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης στο ΧΑΑ.

Οι σχετικές εντολές του αναιρεσιβλήτου συμφωνήθηκε να δίδονται προφορικώς ή εγγράφως. Επίσης, η εταιρία ανέλαβε την υποχρέωση να ενημερώνει τον αναιρεσίβλητο για την εκτέλεση ή τις προοπτικές εκτέλεσης της εκάστοτε εντολής του, καθώς και να λογοδοτεί σ' αυτόν για την εκτέλεση της εντολής του μετά το πέρας αυτής.

Με ρητό όρο της σύμβασης αυτής η εταιρία ανέλαβε την ευθύνη έναντι του αναιρεσιβλήτου για κάθε ζημία που τυχόν μπορεί ο τελευταίος να υποστεί από πράξεις ή παραλείψεις των καταστατικών οργάνων της και των υπαλλήλων της, που οφείλονται σε δόλο ή βαρεία αμέλεια τους. Στις 3-10-1995, ο αναιρεσίβλητος χορήγησε στον ΑΑ έγγραφη εξουσιοδότηση, δυνάμει της οποίας τον εξουσιοδοτούσε να προβαίνει στο όνομα και για λογαριασμό του στο ταμείο της εταιρίας σε καταθέσεις ή αναλήψεις χρηματικών ποσών και τίτλων που αφορούσαν χρηματιστηριακές συναλλαγές με την εταιρία, υπογράφοντας τις σχετικές αποδείξεις που εξέδιδε η εταιρία και κάθε σχετικό έγγραφο.

Από τον Απρίλιο έως και τον Ιούνιο 1998 η εταιρία προέβη, κατόπιν εντολών του αναιρεσιβλήτου, σε αγορές μετοχών και για το λόγο αυτόν ο τελευταίος κατέθεσε στην πρώτη σε μετρητά ή μέσω της τράπεζας "ΑLΡΗΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΙΣΤΕΩΣ" α) την 1-4-1998 το ποσό των 18.678.538 δρχ., β) την 4-6-1998 το ποσό των 52.800 δρχ., γ) την 10-6-1998 το ποσό των 3.508.492 δρχ., δ) την 25-6-1998 το ποσό των 1.066.578 δρχ.

και συνολικά το ποσό των 23.306.408 δρχ. Επίσης, ο ενάγων στις 22-7-1998 παρέδωσε στην εταιρία προς διαφύλαξη 4.570 μετοχές διαφόρων εταιριών (αναφέρονται οι εταιρίες), ενώ η τελευταία παρέλαβε για λογαριασμό του αναιρεσιβλήτου και 360 μετοχές της εταιρίας ΜΑΪΛΗΣ, που είχε αποκτήσει ο ενάγων συμμετέχοντας στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου αυτής, καταβάλλοντας το ποσό των 1.980.000 δρχ.

Επίσης, ο αναιρεσίβλητος έδωσε εντολή αγοράς 6.000 μετοχών της εταιρίας ΜΕΤΚΑ και για την εξόφληση του τιμήματος της αγοράς κατέθεσε, καθ' υπόδειξη του ΑΑ, σε προσωπικούς λογαριασμούς αυτού στις τράπεζες "ΑLΡΗΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΙΣΤΕΩΣ" και "ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ - ΘΡΑΚΗΣ" α) στις 30-12-1998 το ποσό των 20.000.000 δρχ., β) στις 30-12-1998 το ποσό των 20.000.000 δρχ.

και γ) στις 4-1-1999 το ποσό των 60.000.000 δρχ. Σε όλο αυτό το χρονικό διάστημα ο ΑΑ, ως διευθυντής του υποκαταστήματος της αναιρεσείουσας εταιρίας, έστελνε στον ενάγοντα ενημερωτικά έντυπα με τον τίτλο "Διάρθρωση Χαρτοφυλακίου", από τα οποία προέκυπταν οι μετοχικοί τίτλοι που είχε αποκτήσει ο ενάγων, ο αριθμός αυτών, η τιμή κτήσης και η τρέχουσα αξία τους.

Στις αρχές Ιουνίου 1999 αποκαλύφθηκαν οικονομικές ατασθαλίες του διευθυντή του υποκαταστήματος της αναιρεσείουσας εταιρίας, ΑΑ, από τις οποίες προέκυψε ταμειακό έλλειμμα μεγάλου ύψους, ο ίδιος δε συνελήφθη και παραπέμφθηκε για να δικαστεί για τις κακουργηματικές πράξεις της υπεξαίρεσης, πλαστογραφίας και απάτης, που είχε διαπράξει σε βάρος επενδυτών - πελατών της.

Ο αναιρεσίβλητος αμέσως μετέβη στα γραφεία της αναιρεσείουσας εταιρίας στην ... και διαπίστωσε ότι δεν υπήρχε καμία μετοχή στο χαρτοφυλάκιο του, ότι όλες οι μετοχές που είχε αγοράσει ή είχε παραδώσει σ' αυτήν είχαν δήθεν πουληθεί κατόπιν εντολής του ή είχαν επιστραφεί στον ίδιο, ή ότι του είχε καταβληθεί το τίμημα πώλησης, ενώ στη συνέχεια, μετά από έρευνα διαπίστωσε ότι από το καλοκαίρι του 1998 ο ΑΑ διέπραξε σε βάρος του υπεξαίρεση είτε με την πώληση των μετοχών του και στη συνέχεια με την παράνομη ιδιοποίηση του προϊόντος της πώλησης, συντάσσοντας ψευδείς αποδείξεις είσπραξης από τον αναιρεσίβλητο του ποσού που εισπράττονταν από την πώληση μετοχών, θέτοντας κατ' απομίμηση την υπογραφή του στη θέση του "πελάτη", είτε με την υπεξαίρεση ανωνύμων μετοχών από το χαρτοφυλάκιο που είχαν αγοραστεί μέσω της πρώτης αναιρεσείουσας, αφού πρώτα πλαστογραφούσε αποδείξεις παραλαβής από το αναιρεσίβλητο.

Ότι οι αγοραπωλησίες μετοχών για λογαριασμό του αναιρεσιβλήτου από 24-07-1991 είναι οι αναφερόμενες (αναφέρονται λεπτομερώς οι αγοραπωλησίες κατ' είδος μετοχής, τιμή αγοράς και τιμή πώλησης) συνολικής αξίας αγοράς 42.471.172 δρχ. και αξίας πώλησης 70.573.311 δρχ. και ότι με βάση τις παραπάνω αγοραπωλησίες το χρηματικό ποσό που υπεξήρεσε ο ΑΑ ανήλθε σε 28.744.410 δρχ.

Ότι στις 6-10-1998 ο αναιρεσίβλητος φέρεται ότι αγόρασε μετοχές ΑΛΛΑΤΙΝΗ και ΣΕΛΟΝΤΑ με το ... πινακίδιο εκτέλεσης εντολής, με χρέωση του, εκ δραχμών 1.570.377 δρχ. Επειδή, όμως, ο ΑΑ είχε ήδη υπεξαιρέσει το προαναφερόμενο ποσό και το υπόλοιπο του λογαριασμού του, εκ δραχμών 673.381 δρχ., δεν επαρκούσε για τη κάλυψη του τιμήματος αγοράς των παραπάνω μετοχών, ο τελευταίος (ΑΑ) κατέβαλε το υπόλοιπο ποσό των 896.996 δρχ., προκειμένου να καλύψει την προαναφερόμενη υπεξαίρεση.

Έτσι, το συνολικό χρηματικό ποσό που υπεξήρεσε ο ΑΑ ανέρχεται σε 27.847.414 δρχ. Επίσης, ο ΑΑ υπεξήρεσε ανώνυμες έγχαρτες μετοχές (αναφέρονται οι μετοχές), που είχαν περιέλθει στο χαρτοφυλάκιο του αναιρεσιβλήτου και τις οποίες φέρεται ότι είχε παραλάβει αυτός, συνολικής αξίας 5.076.080 δρχ., ως και το ποσό των 60.000.000 δρχ., που είχε ο ενάγων καταθέσει σε λογαριασμό του για την αγορά των 6.000 μετοχών της εταιρίας ΜΕΤΚΑ.

Έτσι, η συνολική ζημία που υπέστη ο ενάγων από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του ΑΑ ανέρχεται σε 92.923.494 δρχ. ή 272.702,84 Ευρώ. Περαιτέρω, δέχεται το Εφετείο ότι οι μεταξύ του αναιρεσιβλήτου και της πρώτης αναιρεσειουσας εταιρίας συναλλαγές γίνονταν σε νόμιμα πλαίσια και μετά από εντολές του ενάγοντος, ο οποίος τελούσε με την πεποίθηση ότι οι εντολές του εκτελούνταν κανονικά και οι αγοραπωλησίες μετοχών του ακολουθούσαν την εμφαινόμενη στη διάρθρωση του χαρτοφυλακίου του πορεία.

Ότι ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι ο ενάγων γνώριζε ότι οι εμφαινόμενες συναλλαγές αφορούσαν παραχρηματιστηριακές δραστηριότητες δεν αποδεικνύεται από κανένα αποδεικτικό στοιχείο, δεδομένου ότι περί αυτού δεν καταθέτει μετά βεβαιότητος ούτε ο με επιμέλεια αυτών εξετασθείς μαρτυράς τους. Ότι για τις ανωτέρω πράξεις του ΑΑ ευθύνεται η πρώτη αναρεσείουσα, αφού η εκτέλεση των παραπάνω ζημιογόνων πράξεων αυτού κατέστη δυνατή στον ίδιο, ως προστηθέντα, ακριβώς λόγω της θέσεως του και των ευκαιριών που του παρείχε η προστήσασα αυτόν πρώτη αναιρεσείουσα.

Ειδικότερα, ο ΑΑ, υπεύθυνος υπάλληλος και διευθυντής του υποκαταστήματος της πρώτης εναγομένης στη ..., είχε τον πλήρη έλεγχο όλων των συναλλαγών του εν λόγω υποκαταστήματος και μπορούσε να προβαίνει στις πληρωμές των πελατών, να δέχεται τις εντολές τους με αρμοδιότητες εκπροσώπησης της εταιρίας στο χώρο του υποκαταστήματος και να ενεργεί, όπως εκείνος ήθελε σε όλα τα ζητήματα, χωρίς κανένα έλεγχο και εποπτεία.

Ευθύνονται περαιτέρω εις ολόκληρον οι δεύτερος και τρίτος αναίρεσείοντες, Χ2 και Χ3, πρόεδρος και αντιπρόεδρος αντίστοιχα του Δ.Σ. της πρώτης αναιρεσειουσας, οι οποίοι, ενώ είχαν από το καταστατικό και το νόμο, αλλά και τα συναλλακτικά ήθη, την υποχρέωση να ασκούν επισταμένο έλεγχο και εποπτεία στο προσωπικό, υπαλλήλους ή και διευθυντές, καθώς και αντιπροσώπους της ΑΧΕ, καθιερώνοντας μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου των πράξεων των οργάνων αυτής, ώστε να αποφεύγεται κάθε ζημία των συναλλασσομένων με αυτούς πελατών της, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους επέδειξαν βαρύτατη αμέλεια, εξαιτίας της οποίας κατέστη δυνατή η τέλεση των ως άνω παρανόμων και υπαιτίων πράξεων από το ΑΑ.

Ότι ειδικότερα η τέλεση σε βάρος του ενάγοντος των παρανόμων και υπαιτίων πράξεων του ΑΑ δεν θα ήταν δυνατή εάν αυτοί είχαν μεριμνήσει, σύμφωνα με τους κανόνες που ορίζει η υπ' αριθμ. 12263/Β 500/11-4-1997 απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας α) να μη διακινούνται στο υποκατάστημα ... χρηματικά ποσά σε μετρητά για τις πληρωμές πελατών της ΑΧΕ από πωλήσεις μετοχών, αλλά οι πληρωμές αυτές να γίνονται απ' ευθείας σε τραπεζικούς λογαριασμούς πελατών από το κεντρικό κατάστημα της ..., όπως έκαναν όλες σχεδόν οι ΑΧΕ, β) η τακτική περιοδική ενημέρωση των πελατών με την αποστολή εντύπων, από τα οποία θα προέκυπτε η διάρθρωση του χαρτοφυλακίου τους και όλες οι επιμέρους συναλλαγές, να γίνεται από κεντρικό κατάστημα των ...

και γ) η επάνδρωση του υποκαταστήματος ... να γίνει από έμπιστα στην κεντρική διοίκηση πρόσωπα, τα οποία θα είχαν αρμοδιότητα ελέγχου των συναλλαγών του υποκαταστήματος κι όχι από υπαλλήλους προερχομένους από το στενό οικογενειακό και φιλικό περιβάλλον του ΑΑ. Κατόπιν όλων των ανωτέρω, το Εφετείο δέχθηκε την έφεση των αναιρεσειόντων, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση κατά το μέρος που αφορούσε την από 10-9-2003 αγωγή του αναιρεσιβλήτου και στη συνέχεια, αφού δίκασε επ' αυτής, τη δέχθηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμη για το ποσό των 274.702,84 ευρώ.

Με βάση τις ως άνω παραδοχές του Εφετείου για τον τρόπο με τον οποίον είχε αφεθεί να δρά ο ΑΑ, καθίσταται σαφές ότι οι δεύτερος και τρίτος των αναιρεσειόντων είχαν καταστήσει αυτόν "πηγή κινδύνου", κατά την προεκτεθείσα στη μείζονα σκέψη έννοια, για τα συμφέροντα των πελατών της χρηματιστηριακής εταιρίας που διοικούσαν, αφού, κατά παράβαση ρηθεισών υποχρεώσεων (υποκείμενα των οποίων ήταν τόσο οι ίδιοι, όσο και το νομικό πρόσωπο της εταιρίας) δεν είχαν προβλέψει κανένα μέτρο διασταύρωσης και επιβεβαίωσης: (α) ότι τα χρηματικά ποσά που εισέπρατταν από την εκποίηση χρηματιστηριακών πραγμάτων των πελατών τους κατατίθεντο στους λογαριασμούς των τελευταίων, ήτοι ότι όντως κατεβάλλοντο σ' αυτούς, (β) ότι τα πινακίδια της αγοράς ή της πώλησης μετοχικών αξιών, έφθαναν όντως στους δικαιούχους των, (γ) ότι οι νομίμως επιβεβλημένες περιοδικές ενημερώσεις των πελατών τους έφθαναν όντως στον προορισμό τους.

Αντιθέτως, όπως δέχεται το Εφετείο, οι ενημερώσεις γίνονταν από τον ΑΑ, ως διευθυντή του Υποκαταστήματος. Συνακόλουθα των ανωτέρω, οι διαλαμβανόμενες στον τέταρτο λόγο αιτιάσεις από τους αριθμούς 1 και 19, σύμφωνα με τις οποίες το Εφετείο εσφαλμένα εφαρμόζοντας το άρθρο 71 ΑΚ δέχθηκε ότι οι δεύτερος και τρίτος ως διοικούντες και εκπροσωπούντες το νομικό πρόσωπο είχαν νομική υποχρέωση να ελέγχουν την δραστηριότητα του ΑΑ είναι αβάσιμες.

Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφσης και αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 346 του ΚΠολΔ.

Προϋποτίθεται βέβαια, ότι το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη μπορούσε να χρησιμεύσει για την απόδειξη ή ανταπόδειξη γεγονότων που ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης, που θεμελιώνουν δηλαδή ή αποκλείουν την θεμελίωση της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (Ολ.ΑΠ 42/2002). Υπό τα ως άνω εκτιθέμενα ο πέμπτος λόγος αναίρεσης με τον οποίον οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ.

γ' ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη το έγγραφο στο οποίο περιέχεται η με αριθμό 21/222/31.7.2001 απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιοαγοράς, που ανακάλεσε την προηγηθείσα 7Α/164/20.7.1999 όμοια, το οποίο νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν προς άρση του λόγου ευθύνης τους, ανταποδεικτικά και το οποίο αν είχε λάβει υπόψη του το Εφετείο, θα είχε απορρίψει την αγωγή, είναι βάσιμος.

Διότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του προσκομιζόμενου από τους αναιρεσείοντες αντιγράφου των νομίμως κατατεθεισών στο Εφετείο εγγράφων προτάσεών τους, αυτοί, προκειμένου να καταρρίψουν τον αγωγικό ισχυρισμό του αναιρεσιβλήτου περί υπάρξεως ευθύνης τους προς αποζημίωσή του και να στηρίξουν τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς τους προσκόμισαν με επίκληση το προαναφερόμενο έγγραφο, το οποίο, όμως, το Εφετείο, όπως αδιάστικτα προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν έλαβε υπόψη του.

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 300 παρ. 1 εδ. α' ΑΚ, αν αυτός που ζημιώθηκε συνετέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία ή την έκταση αυτής, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Για την εφαρμογή της διάταξης αυτής απαιτείται η συνδρομή των εξής προϋποθέσεων: α) υποχρέωση, κατ' αρχήν, προς αποζημίωση, β) συμβολή του ζημιωθέντος στην εκτέλεση ή την έκταση της ζημίας του και γ) αιτιώδης συνάφεια της συμπεριφοράς του ζημιωθέντος προς την επέλευση ή την έκταση της ζημίας.

Ως πταίσμα νοείται κατά τη διάταξη του άρθρου 330 ΑΚ, ο δόλος και η αμέλεια, η οποία υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές. Χωρίς τέτοια επιμέλεια συμπεριφέρεται ο ζημιωθείς που παραλείπει να λάβει μέτρα, τα οποία περιέχοντα εξ αντικειμένου τη δυνατότητα ανατροπής ή περιορισμού της ζημίας, είναι σε θέση να προβλέψει και λαμβάνει, χωρίς να εκτεθεί σε κίνδυνο ο μέσης εντιμότητας και επιμέλειας άνθρωπος της ίδιας με το ζημιωθέντα δραστηριότητας (ΑΠ 75/2001 ΝοΒ 50,119).

Οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι του συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ως προς το εάν τα περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα συγκροτούν ή όχι την έννοια του συντρέχοντος πταίσματος.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εάν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που, ανελέγκτως, δέχθηκε ότι αποδείχτηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Με τον λόγο αυτό ελέγχεται εάν υπήρξε σφάλμα στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, είτε αυτή διατυπώνεται ρητά είτε εξυπονοείται, ή σφάλμα στην υπαγωγή της ελάσσονος πρότασης, την οποία συνιστούν οι πραγματικές παραδοχές, στη μείζονα πρόταση. Ωστόσο, ελλείψεις στην διατύπωση της μείζονος πρότασης, όπως η μη αναγραφή των νομικών διατάξεων και η μη παράθεση του περιεχομένου τους ή η μη ανάλυση του νοήματος τους, δεν ιδρύουν τον λόγο αυτό, αρκεί δε να υπάρχει κανόνας δικαίου, ο οποίος, με βάση τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, επάγεται την έννομη συνέπεια που αυτό δέχθηκε ως διατακτικό της απόφασης του.

Περαιτέρω, αν υπάρχουν ελλείψεις στην διατύπωση της ελάσσονος πρότασης του δικανικού συλλογισμού, αν δηλαδή από τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, οι οποίες συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή, και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση στην συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της, αν δηλαδή γεννώνται αμφιβολίες για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, ιδρύεται ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης.

Ο λόγος, δηλαδή, αυτός αναφέρεται σε πλημμέλειες που σχετίζονται με τη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος, με την παράθεση δηλαδή των περιστατικών που αποδείχθηκαν και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και την αιτιολόγηση της εξαγωγής από αυτές του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο αντιφατικό ή ανεπαρκή, στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, όπως είναι και εκείνοι που συνιστούν την ιστορική βάση της αγωγής, όχι όμως και τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την έννοια του νόμου και την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, ως προς τα οποία η έλλειψη, η αντιφατικότητα ή η ανεπάρκεια της αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης, εκτός αν η παράθεση ασαφών ή αντιφατικών επιχειρημάτων προσδίδει ασαφές ή αντιφατικό περιεχόμενο και στο αποδεικτικό πόρισμα.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, αναφορικά με την προβληθείσα από τους αναιρεσείοντες ένσταση συνυπαιτιότητας του αναιρεσίβλητου, δέχθηκε τα εξής: "ούτε βαρεία αμέλεια μπορεί να αποδοθεί στον ενάγοντα, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι εναγόμενοι, επειδή δεν κατέχει στα χέρια του πινακίδια των επικαλούμενων από αυτόν συναλλαγών, αφού σύμφωνα με το περιεχόμενο της μεταξύ του ενάγοντος και της πρώτης εναγομένης σύμβασης δεν υποχρεούτο η τελευταία στην παράδοση τέτοιου είδους εγγράφων στον πρώτο.

Αμέλεια δεν μπορεί να αποδοθεί στον ενάγοντα ούτε από το γεγονός ότι αυτός προέβη στην κατάθεση του ποσού των 60.000.000 δραχμών για την αγορά των μετοχών της εταιρείας ΜΕΤΚΑ σε προσωπικούς λογαριασμούς του ΑΑ, διότι στην ενέργεια του αυτή προέβη ύστερα από σχετικές οδηγίες και εντολές του τελευταίου, διευθυντή και νομίμου εκπροσώπου του υποκαταστήματος ...

της πρώτης εναγομένης. Συνεπώς, η ένσταση συντρέχοντος πταίσματος που πρότειναν οι εναγόμενοι πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη". Έτσι που έκρινε το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ και στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε ασαφείς και συνεπώς ανεπαρκείς αιτιολογίες, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της συνυπαιτιότητας του αναιρεσιβλήτου στην επέλευση της ζημίας, κατά το μέρος που αφορά το υπεξαιρεθέν από τον ΑΑ χρηματικό ποσό των 60.000.000 δραχμών, καθόσον δεν διατυπώνεται σαφώς η αιτία για την οποία ο αναιρεσίβλητος κατέθεσε το ποσό των 60.000.000 δρχμ.

για την αγορά 6.000 μετοχών της εταιρία ΜΕΤΚΑ στους προσωπικούς λογαριασμούς του ΑΑ και όχι στους λογαριασμούς της συμβαλλόμενης με αυτόν ΑΧΕ, δεδομένου μάλιστα του ότι κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως αυτές αναφέρονται στην αφορώσα τον τέταρτο λόγο αναίρεσης σκέψη, ο αναιρεσίβλητος είχε σε προγενέστερο χρόνο καταθέσει χρήματα σε λογαριασμό τη ΑΧΕ για αγορά μετοχών και συνεπώς ήταν γνώστης των λογαριασμών αυτής έτσι ώστε να μη δικαιολογείται η κατάθεση χρημάτων σε προσωπικούς λογαριασμούς του ΑΑ, για συναλλαγή του με την ΑΧΕ.

Η αναφορά, εξάλλου, ότι στην ενέργεια του αυτή προέβη ο αναιρεσίβλητος ύστερα από σχετικές οδηγίες και εντολές του τελευταίου διευθυντή και νομίμου εκπροσώπου του υποκαταστήματος ... της πρώτης αναιρεσείουσας, καθιστά ασαφές το αν αναιρεσίβλητος επέδειξε την επιμέλεια που έπρεπε να καταβάλλει ως μετρίως συνετός επενδυτής συναλλασσόμενος με ΑΧΕ.

Συνεπώς, ο έκτος λόγο αναίρεσης με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση από του αριθμ. 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ είναι βάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 4878/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Μαρτίου 2008.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Απριλίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ