Legislator Case Law & Legislation
748/2007 AI generated

Supreme Court allows appeal on evidence not submitted or improperly considered by lower court.

Case Number 748/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision of 3120/2004. The appellant argued that the appellate court failed to consider sworn affidavits submitted during the first instance and improperly relied on affidavits that were neither formally submitted nor properly invoked as evidence. The court found these grounds valid, ruling that the appellate court committed procedural errors by ignoring mandatory evidence and considering unsubmitted documents, thus remanding the case for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 no. 11 para. 3, Art. 671 para. 1 last sentence of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible when the court of first instance fails to consider evidence presented by parties or considers evidence that was not formally submitted or properly invoked, requiring remand for retrial.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure sworn affidavits evidence submission appellate review procedural error remand for retrial first instance court

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 no. 11 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Art. 671 para. 1 last sentence of the Code of Civil Procedure
Art. 580 para. 3 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AP 732/1993

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 748 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 748/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1΄ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ..... , ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαρίλαο Βερβενιώτη. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΒΙΑΦΟΝ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Χαλή βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-7-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1680/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 3120/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4-8-2004 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Αθανασίου, διάβασε την από 20-2-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως κατά παραδοχή ως βασίμου του πρώτου λόγου αναιρέσεως κατ΄ αμφότερα τα μέρη του και την απόρριψη των λοιπών (δεύτερου και τρίτου κατ΄ αμφότερα τα μέρη του) λόγων αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ΄ ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Κατά την έννοια της πιο πάνω διατάξεως, για την ίδρυση του λόγου αυτού αναιρέσεως αρκεί η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν με επίκληση, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη του, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340, 346 και 671 (όταν πρόκειται για εργατική διαφορά) του ως άνω Κώδικα.

Ειδικότερα, κατά το άρθρο 671 παρ. 1 εδ. τελευταίο αυτού, όταν δηλαδή πρόκειται για διαφορά που δικάζεται κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρ. 663 επ. ΚΠολΔ), λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, υπό την προϋπόθεση ότι έγιναν ύστερα από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου πριν από είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες.

Οι ένορκες αυτές βεβαιώσεις αποτελούν ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα, διακρινόμενα από τους μάρτυρες ή τα έγγραφα (άρθρα 339, 393 επ. και 432 επ. ΚΠολΔ). Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων προς υποστήριξη του κατ΄ ουσίαν βασίμου της ένδικης από 3-7-2002 αγωγής του, επικαλέστηκε ως προσκομιζόμενες με τις προτάσεις που υπέβαλε κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως από τις προτάσεις αυτές προκύπτει, και συγχρόνως προσκόμισε (εφόσον δεν γίνεται μνεία περί του αντιθέτου στην εν λόγω απόφαση) τις υπ΄ αριθ. 3529, 3530, 3531, 3532 και 3533/2004 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών των .... (αναφέρονται 5 ονόματα) καθώς και την υπ΄ αριθ. .....

έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας .... για την απόδειξη της προηγούμενης νόμιμης και εμπρόθεσμης κλητεύσεως της αναιρεσίβλητης για παράσταση κατά τις πιο πάνω ένορκες βεβαιώσεις. Το Εφετείο βεβαιώνει στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι για το σχηματισμό της κρίσεώς του ως προς το κατ΄ ουσίαν αβάσιμο της ένδικης από 3-7-2002 αγωγής του αναιρεσείοντος, έλαβε υπόψη α) τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκληθείσα απόφαση πρακτικά του δικαστηρίου εκείνου, β) τις υπ΄ αριθμ. ....(αναφέρονται 6 βεβαιώσεις) ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της συμβολαιογράφου .... , καθώς και τις υπ΄ αριθ. ....(αναφέρονται 3 βεβαιώσεις) ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της συμβολαιογράφου .... , του συμβολαιογράφου ....

και της συμβολαιογράφου .... , αντιστοίχως, που λήφθηκαν ύστερα από προηγούμενη νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση της αναιρεσίβλητης, γ) τις υπ΄ αριθ. 13369, 13370, 13371, 13372/24-9-2002, 3410, 3411, 3412/19-2-2004, 3499, 3500/20-2-2004 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, 3215, 3216/24-9-2002 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης και 1216/25-9-2002 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Νέας Ιωνίας, που λήφθηκαν ύστερα από προηγούμενη νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση αμφοτέρων των τότε αντιδίκων της αναιρεσίβλητης, μεταξύ των οποίων περιλαμβανόταν και ο ήδη αναιρεσείων και δ) όλα τα έγγραφα τα οποία προσκομίστηκαν από τους διαδίκους με επίκληση.

Όμως, από μόνη τη βεβαίωση αυτήν του Εφετείου, το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του και το σύνολο των αιτιολογιών αυτής, η οποία δεν μνημονεύει ειδικώς, όπως θα έπρεπε, ότι έλαβε υπόψη και τις πιο πάνω υπ΄ αριθ. 3529, 3530, 3531, 3532 και 3533/2004 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών των ....(αναφέρονται 5 ονόματα), δεν καθίσταται χωρίς οποιαδήποτε αμφιβολία βέβαιο, ενόψει της αντίθετης ουσιαστικής κρίσεως στην οποία κατέληξε, ότι και οι εν λόγω ένορκες βεβαιώσεις λήφθηκαν υπόψη και εκτιμήθηκαν από το Εφετείο.

Επομένως, ο πρώτος, κατά το πρώτο μέρος του (υπό τα στοιχεία 1α) λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της μη λήψεως υπόψη των αμέσως πιο πάνω ένορκων βεβαιώσεων, δηλαδή λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ΄ ΚΠολΔ, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος.-

Περαιτέρω, ο ίδιος ο αναιρετικός λόγος (του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. β΄ ΚΠολΔ), ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο, του οποίου είχε γίνει επίκληση και όχι προσκομιδή ή το οποίο είχε μεν προσκομιστεί, χωρίς όμως και να έχει γίνει νόμιμη επίκληση αυτού (βλ. σχ. ΑΠ 732/1993). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο για το σχηματισμό της κρίσεώς του ως προς το κατ΄ ουσίαν αβάσιμο της ένδικης αγωγής, έλαβε υπόψη, όπως προαναφέρθηκε, εκτός των άλλων αποδεικτικών στοιχείων, και τις παραπάνω υπ΄ αριθ. 13369, 13370, 13371 και 13372/24-9-2002 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, υπ΄ αριθ. 3215 και 3216/24-9-2002 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης και 1216/25-9-2002 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Νέας Ιωνίας, τις οποίες ρητώς μνημονεύει.

Όπως όμως προκύπτει από τις έγγραφες προτάσεις των διαδίκων, που αυτοί υπέβαλαν ενώπιον του Εφετείου κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, κανένας από αυτούς (επομένως και η ίδια η αναιρεσίβλητη) δεν επικαλέστηκε ως προσκομιζόμενες ή ως ευρισκόμενες στη δικογραφία τις εν λόγω ένορκες βεβαιώσεις.

Ο αναιρεσείων μόνο αναφέρει στις προτάσεις, που αυτός υπέβαλε στο Εφετείο, την υπ΄ αριθ. 13372/24-9-2002 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, πλην όμως η αναφορά αυτή γίνεται όχι ως επίκληση ως αποδεικτικού μέσου της εν λόγω ένορκης βεβαιώσεως, αλλ΄ ως ενός από τα αποδεικτικά μέσα, στα οποία στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκληθείσα απόφασή του.

΄Ετσι το Εφετείο, με το να λάβει υπόψη τις ένορκες αυτές βεβαιώσεις, παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν και υπέπεσε στην άνω, από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. β΄ ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια και γι΄ αυτό ο πρώτος, κατά το δεύτερο μέρος του (υπό τα στοιχεία 1β) λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για την πλημμέλειά της αυτήν, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος.- Μετά ταύτα, πρέπει, κατά παραδοχή των ανωτέρω λόγων αναιρέσεως, που κρίθηκαν βάσιμοι, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τους λόγους αυτούς αναιρέσεως και, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την εν λόγω απόφαση, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που την εξέδωσαν.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ΄ αριθ. 31202004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.-

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.- Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1.100) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Μαρτίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Απριλίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ