Legislator Case Law & Legislation
748/2006 AI generated

Supreme Court allows appeal on liability causation, remands case and orders partial restitution to insurance company.

Case Number 748/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal regarding the causal link between the plaintiff's injury and the defendant's negligence, finding the lower court's reasoning insufficient. The court determined that the absence of a helmet did not automatically negate liability given the specific circumstances of the fall. Consequently, the case was remanded for retrial while ordering the two defendants to repay 100,000 euros to the third insurance company who had already paid the damages.

Legislator headnote

AI generated

Articles 10 of the Law on Public Works 1911; Article 559 of the Civil Code: Liability for vehicle collision requires fault and causal link, which is not broken by the victim's contributory negligence if the causal chain remains intact; partial restitution is ordered when one party has already fulfilled the judgment debt.

Keywords

AI generated
vehicle collision liability causal link requirement contributory negligence remittal for retrial partial restitution of funds insurance company payment fault and causation

Cited Legislation

AI generated
Article 10 of the Law on Public Works 1911
Article 559 of the Civil Code

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 748 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 748/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Βούλγαρη, Δημήτριο Κυριτσάκη, Αχιλλέα Νταφούλη και Ανδρέα Μαρκάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Δ. Ρ., κατοίκου ..., 2. ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στον '... και εκπροσωπείται νόμιμα και 3. ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Ο 1ος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γρηγόριο Καραβά, η 2η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Κυριακίδη και η 3η εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Γρηγόριο Καραβά και Γεώργιο Ψαρράκη, οι οποίοι κατέθεσαν κοινές προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Π. συζ. Ι. Ρ., κατοίκου ... 2. Τ. - Φ. Μ., κατοίκου ομοίως, 3. Μ. - Χ. Μ., κατοίκου ..., 4. ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "..." (πρώην "...."), ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Οι 1η και 2η εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Δέσποινα Παγίδα, η 3η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Παπαδάκη και η 4η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο Κλειδωνόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 23 Μαρτίου 1998, 7 Δεκεμβρίου 1998, 19 Οκτωβρίου 1999 και 20 Οκτωβρίου 1999 αγωγές, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4043/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5976/2002 μη οριστική και 7216/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 9 Φεβρουαρίου 2005 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κυριτσάκης, ανέγνωσε την από 9 Μαρτίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την εν μέρει παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 10 του ν. ΓΠΝ/1911, 297, 300, 330 και 914 ΑΚ προκύπτει, ότι απαραίτητη προϋπόθεση της ευθύνης προς αποζημίωση σε περίπτωση συγκρούσεως οχημάτων, είναι η υπαιτιότητα του οδηγού του αυτοκινήτου που προκάλεσε τη ζημία καθώς και η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της πράξεως ή παραλείψεως του οδηγού και της συγκρούσεως, από την οποία προκλήθηκαν οι ζημίες.

Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται καταρχήν από το γεγονός, ότι στο αποτέλεσμα της συγκρούσεως των αυτοκινήτων συντέλεσε και συνυπαιτιότητα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας ή της συνυπαιτιότητας καθώς και ο βαθμός του πταίσματος των υπαιτίων οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, δεν αναιρούνται από μόνο το γεγονός, ότι ο ένας από τους οδηγούς αυτούς παραβίασε τις διατάξεις του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (Κ.Ο.Κ.), αφού μόνη η παραβίαση των διατάξεων τούτου από τους οδηγούς δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση, αυτοκινητικού ατυχήματος.

Αποτελεί απλώς στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παραβάσεως και του επελθόντος αποτελέσματος( ΑΠ 464/2003). Περαιτέρω, από το άρθρο 19 του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ν. 2094/1992), ορίζονται υποχρεώσεις και κανόνες προς τους οποίους, πρέπει, συμμορφώνεται ο οδηγός κάθε οχήματος, προκειμένου να αποφεύγονται κατά το δυνατόν ατυχήματα πεζών και οχημάτων.

Ειδικότερα, ορίζεται ότι ο οδηγός του οδικού οχήματος, επιβάλλεται α)να έχει τον έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς (άρθρ. 19 παρ. 1), β) να έχει την επιβαλλόμενη από τις περιστάσεις ταχύτητα, η οποία μπορεί να είναι και κατώτερη της προβλεπόμενης από το νόμο, κυρίως σε κατοικημένες περιοχές και έχει υποχρέωση να τη μειώνει μέχρι διακοπής της πορείας του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν (άρθρ. 19 παρ. 2) και γ) να μειώνει την ταχύτητα του οχήματος, μεταξύ άλλων, πλησίον ισόπεδων οδικών κόμβων, ανεξάρτητα αν αυτή είναι σεσημασμένη από πλευράς προτεραιότητας διέλευσης ή και σηματοδοτούμενη και γενικά σε κάθε άλλη γενική περίπτωση, που επιβάλλεται ο μετριασμός αυτός (άρθρ. 19 παρ. 3).

Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ επιτρέπεται αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της απόφασης, τα περιστατικά εκείνα που είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή για τη συνδρομή τους που αποκλείει την εφαρμογή της καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ανεπαρκείς ή αντιφατικές, όχι ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, αλλά στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγινα δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Στην προκείμενη περίπτωση, το εφετείο ανελέγκτως δέχθηκε, ότι για το τροχαίο ατύχημα που έγινε στις 22.10.1997 και ώρα 4.25 πρωινή στη διασταύρωση των ...ν, κατά το οποίο συγκρούστηκαν το ...59 αστικό λεωφορείο ιδιοκτησίας της δεύτερης των αναιρεσειόντων ... A.E, ασφαλισμένο για τις ζημίες προς τρίτους στην τρίτη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία, ...

Α.Ε.Γ.Α, που οδηγούσε ο πρώτος από τους αναιρεσείοντες Δ. Ρ., και η δίκυκλη μοτοσικλέτα με αριθμό κυκλοφορίας ...3, ασφαλισμένη στην τέταρτη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία ... με οδηγό τον υιό και αδελφό των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων Κ. Μ., ο οποίος και τραυματίστηκε θανάσιμα και συνεπιβάτιδά του, στη μοτοσικλέτα, την τρίτη αναιρεσίβλητη Μ. - Χ.

Μ., που τραυματίστηκε πολύ σοβαρά, και αμφότεροι δεν έφεραν, προστατευτικό κράνος, συνυπαίτιοι είναι και οι δύο οδηγοί των παραπάνω οχημάτων, σε ποσοστό 60% ο πρώτος, οδηγός του λεωφορείου και 40% ο δεύτερος οδηγός της μοτοσικλέτας. Ότι από άποψη αντικειμενικών συνθηκών, η ... επί της οποίας εκινείτο ο Κ. Μ., κατευθυνόμενος από τον ..., είναι μονής κατευθύνσεως με δύο λωρίδες κυκλοφορίας άνευ διαγραμμίσεως, με πλάτος οδοστρώματος 8,50 μέτρων, κάθετη προς την ...

φωτεινούς σηματοδότες στη διασταύρωση, που ρυθμίζουν την πορεία των κινουμένων σ' αυτές οχημάτων, οι οποίοι κατ' εκείνην την ώρα, σύμφωνα με την από 22-10-1997 έκθεση αυτοψίας της Τροχαίας Αττικής (ΤΟΤΑ) ήσαν σβησμένοι επί της ... έδειχναν κίτρινο παλλόμενο φως κυκλικής μορφής. Ότι και η οδός Λιοσίων είναι διπλής κατευθύνσεως με πλάτος οδοστρώματος συνολικά 10 μέτρων (5 μέτρα ανά κατεύθυνση) και, ότι το αστικό λεωφορείο εκτελούσε υπηρεσιακό δρομολόγιο κατευθυνόμενο από το κέντρο ...

και ήταν άδειο. Ότι σε σχέση τη συνυπαιτιότητα των δύο οδηγών, η ευθύνη του οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας Κ. Μ., συνίσταται στο ότι αυτός, δεν σταμάτησε, όπως όφειλε, προ της εισόδου του στην ..., παρά το γεγονός ότι οι σηματοδότες στην πορεία του έδειχναν κίτρινο παλλόμενο φως κυκλικής μορφής, ενώ παράλληλα προ της εισόδου του στην ...

υπήρχε πινακίδα "SΤΟΡ", αλλά εισήλθε στο ρεύμα προς Αθήνα της οδού αυτής, το οποίο ήταν ελεύθερο οχημάτων, το διέσχισε κάθετα και χωρίς να ελέγξει το αντίθετο ρεύμα της αυτής οδού, συνέχισε την πορεία του για να το διασχίσει, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 6 § 1δ και 19 § 3 του ΚΟΚ. 'Οτι η υπαιτιότητα του οδηγού του αστικού λεωφορείου Δ.

Ρ., συνίσταται στο ότι από αμέλεια του, ήτοι έλλειψη προσοχής, που όφειλε και ηδύνατο να καταβάλει ως επαγγελματίας οδηγός: 1) δεν οδηγούσε με σύνεση και έχοντας διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και δεν είχε τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, 2) δεν οδηγούσε το όχημά του πλησίον του δεξιού άκρου του οδοστρώματος και αν ακόμη ολόκληρο το οδόστρωμα είναι ελεύθερο, λόγω, της κατηγορίας (λεωφορείο) του οχήματος του αλλά σε απόσταση 1,80 από δεξιό έρεισμα της οδού, 3) δεν ανέκοψε την ταχύτητα του οχήματος του, δεδομένου, ότι:

α) πλησίαζε σε διασταύρωση β) ήταν ώρα πρωινή (4.25), και γ) δεν λειτουργούσαν (λόγω της ώρας) οι σηματοδότες. Επίσης, είχε αυξημένη ταχύτητα, τόσο για τις συνθήκες της οδού, όσο και για την κατηγορία του οχήματος (λεωφορείο αστικό) και δη άνω του επιτρεπόμενου ορίου των 50 χλμ για κατοικημένη περιοχή, υπολογιζόμενης τουλάχιστον σε 80 χλμ ωριαίως, κατά τον χρόνο του επισυμβάντος τροχαίου ατυχήματος. 'Οτι η ταχύτητα προκύπτει από την τελική θέση της μοτοσικλέτας σε απόσταση 35 μέτρων από το σημείο σύγκρουσης και το μήκος των ιχνών τροχοπεδήσεώς (14,90 μ.) από το σημείο σύγκρουσης και επέκεινα, διότι προ της συγκρούσεως δεν υπήρξε πέδηση, λαμβανομένου υπ' όψη, ότι με τη σύγκρουση απορροφήθηκε ένα μέρος της ταχύτητος των οχημάτων.

Ότι (το λεωφορείο) εισήλθε χωρίς να μειώσει ταχύτητα στην διασταύρωση των ανωτέρω οδών και συγκρούσθηκε με την μοτοσικλέτα, που μόλις, επίσης, κατ' εκείνη τη στιγμή, εισέρχονταν στο ρεύμα πορείας του,. κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 12 § Ι εδ.β', 16 §1,2, 19 §3, 20 §1 του ΚΟΚ. Διέλαβε, επίσης, το εφετείο στην προσβαλλόμενη απόφαση του, ότι το δελτίο ιχνών της τροχαίας σχετικά με τον υπολογισμό της ταχύτητας του λεωφορείου, δεν θεωρείται ακριβές, εφόσον δεν έγινε η δοκιμαστική τροχοπέδηση του οχήματος και αναφορικά με το ποσοστό οινοπνεύματος που βρέθηκε στο αίμα του Κ.

Μ., ότι σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 42 § 5 του ν. 2094/1992 (ΚΟΚ) η μέγιστη επιτρεπόμενη συγκέντρωση οινοπνεύματος στο αίμα, πέραν της οποίας το άτομο υπέχει ευθύνη, είναι η των 0,50%ο , από την ποσότητα δε αυτή και μέχρι τα 0,80%ο ,πρέπει, να απαγγέλλεται κατηγορία εφόσον και από άλλες συμπτώσεις (κατάσταση, τρόπος οδήγησης κλπ.) εξάγονται συμπεράσματα υπάρξεως μέθης και από 0,80 ο/οο και άνω υφίσταται πλήρης απόδειξη .

Έτσι, που έκρινε το εφετείο και αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που είχε δεχτεί, τα ακριβώς αντίθετα ως προς τα ποσοστά συνυπαιτιότητας, ότι, δηλαδή, 40%ο βάρυνε ευθύνη τον οδηγό του λεωφορείου και 60%ο τον οδηγό της μοτοσικλέτας, διέλαβε στην απόφασή του ελλιπείς και ασαφείς αιτιολογίες, σε ζητήματα που αυτές ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αναφορικά με τον επιμερισμό της ευθύνης των εμπλακέντων στο ατύχημα οδηγών.

Ειδικότερα, δεν προσδιορίζεται, ποια η ταχύτητα με την οποία κινούνταν ο θανών κατά την ώρα του ατυχήματος, για τον οποίο δέχθηκε, ότι δεν σταμάτησε ,όπως όφειλε, προ της εισόδου της οδού Λιοσίων και ότι βρέθηκε σε απόσταση 35 μέτρων, από το σημείο σύγκρουσης (φύλ. 6ο της απόφ.). Δεν αιτιολογεί κατά τι συντέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος η κίνηση του λεωφορείου σε απόσταση 1,80 μ.

από το δεξιό έρεισμα της οδού και αν το ατύχημα θα αποφεύγονταν αν το λεωφορείο κινούνταν δεξιότερα προς το πεζοδρόμιο. Δεν προσδιορίζεται, αν ο πρώτος αναιρεσείων, οδηγός του λεωφορείου είχε δυνατότητα να αντιληφθεί τον παθόντα εισερχόμενο στη διασταύρωση, προ πόσης αποστάσεως και αν είχε περιθώρια να επιχειρήσει αποφευκτικό ελιγμό.

Δεν αιτιολογεί, επίσης, πως κατέληξε στην κρίση της για τη ταχύτητα των 80 χιλιομέτρων του λεωφορείου, αφού απέρριψε το νομογράφημα της τροχαίας, σύμφωνα με το οποίο η ταχύτητα του λεωφορείου είχε προσδιοριστεί, με βάση τα ίχνη τροχοπεδήσεως των 14,90 μέτρων, στα 50 χιλιόμετρα. Περαιτέρω, περιέχει και ασάφεια περί του αν αξιολογήθηκαν ή όχι και σε ποια έκταση, ως προς τον επιμερισμό της υπαιτιότητας, τα ευρήματα του πορίσματος της τοξικολογικής εξέτασης του θανατωθέντος οδηγού, που εμφάνισαν ποσοστό οινοπνεύματος στο αίμα 0,78%0. .Είναι, επομένως, βάσιμος, ο τρίτος από το αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 914, 297 και 298 ΑΚ προκύπτει, ότι προϋπόθεση της ευθύνης προς αποζημίωση για τη ζημία που προήλθε από παράνομη και υπαίτια πράξη ή παράλειψη του υπόχρεου προς αποζημίωση, είναι η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ του ζημιογόνου γεγονότος και του επιζήμιου αποτελέσματος. Υπάρχει δε η αιτιώδης αυτή συνάφεια, όταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρ. 336 παρ.4 ΚΠολΔ) η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως (άρθρ. 298 ΑΚ) ήταν επαρκώς ικανή (πρόσφορη) να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, επέφερε δε πράγματι τούτο στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Και η μεν κρίση, περί του εάν τα ανελέγκτως και κυριαρχικώς διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά, γενικά και αφηρημένα λαμβανόμενα, επιτρέπουν το συμπέρασμα, ότι η πράξη ή παράλειψη εκείνη μπορεί να θεωρηθεί αντικειμενικά ως πρόσφορη αιτία του παραχθέντος αποτελέσματος, αφού σχηματίζεται με τη χρησιμοποίηση των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των διαπιστωθέντων πραγματικών περιστατικών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 του ΚΠολΔ για ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας.

Αντίθετα, η περαιτέρω κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση, η πράξη ή παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Εξάλλου με το άρθρο 101 παρ.2 ν.2094/1992 (Κ.Ο.Κ.) επιβάλλεται στους οδηγούς και τους επιβάτες δίτροχων μοτοσικλετών χωρίς κάνιστρο και δίτροχων μοτοποδηλάτων να φέρουν προστατευτικό κράνος. Η παράλειψη χρήσεως προστατευτικού κράνους από πρόσωπο, που υποχρεούται προς τούτο από το νόμο, αξιολογείται ως συντρέχουσα αμέλεια του προσώπου αυτού κατά την έννοια του άρθρου 300 ΑΚ, εφόσον η παράλειψη αυτή, ως εκ του είδους των σωματικών κακώσεων, συνδέεται αιτιωδώς με αυτές.

Αν το ίδιο αποτέλεσμα θα επερχόταν και με τη χρήση προστατευτικού κράνους, τότε δεν συντρέχει η απαιτούμενη αιτιώδης συνάφεια και δεν καταλογίζεται συντρέχουσα αμέλεια στο πρόσωπο. που παρέλειψε να χρησιμοποιήσει κράνος. Στην προκείμενη περίπτωση, δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ότι καίτοι η βασικότερη σωματική βλάβη της ενάγουσας - τρίτης αναιρεσίβλητης, οφείλεται στην κρανιοεγκεφαλική κάκωση, εν τούτοις, κατά την κρίση του δικαστηρίου, δεν υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ του τραυματισμού και της χρήσεως του κράνους, διότι και αν ακόμη η ενάγουσα έφερε κράνος, δεν θα απεφεύγετο αλλά και ούτε και θα περιορίζονταν η έκταση και η βαρύτητα των δυσμενών επακόλουθων του, αφού η σύγκρουση έγινε με μεγάλη σφοδρότητα, ο όγκος του λεωφορείου ήταν δυσανάλογα μεγαλύτερος από τον όγκο της μηχανής, η εκτόξευση των σωμάτων έγινε σε πολύ μεγάλη απόσταση και ακολούθησε η πτώση τους με βιαιότητα στο έδαφος.

Με αυτά που δέχθηκε το εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, περιέλαβε πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία ως προς τη μη ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ του τραυματισμού και της παράλειψης χρήσεως του κράνους, αφού κατά τα ανωτέρω, ανελέγκτως δέχθηκε, ότι για τους λόγους που διέλαβε και, κυρίως, λόγω της βίαιης σε μεγάλη απόσταση πτώσης επί του εδάφους, η ύπαρξη του κράνους δεν θα παρείχε προστασία στην παθούσα.

Είναι, επομένως, αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί ο τέταρτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, για παραβίαση, εκ πλαγίου, της διατάξεως του άρθρο 559 αρίθ. 19. Πρέπει, επομένως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συντεθεί από άλλους δικαστές, παρελκούσης, μετά ταύτα, της έρευνας των λοιπών από τους λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΙΙΙ. Περαιτέρω, ως προς το αίτημα της επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, προκύπτει από τα προαποδεικτικώς προσκομιζόμενα και επικαλούμενα έγγραφα, και ιδίως από τις αποδείξεις πληρωμής, ότι η τρίτη αναιρεσείουσα Ασφαλιστική Εταιρία με την επωνυμία "...", κατέβαλε τμηματικά, στην πληρεξούσια δικηγόρο, ενεγήσασα ως αντιπρόσωπος των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων Π.

συζ. Ι. Ρ. και Τ. - Φ. Α. Μ., πέραν του προσωρινώς εκτελεστού ποσού των 4.000.000 δρχ (2.000.000 για την κάθε μία) και εκατό χιλιάδες (100.000) Ευρώ, σε εκτέλεση της αναιρούμενης 7216/2004 αποφάσεως, από τις οποίες 30.000 στις 21.12.2004, 20.000 στις 31.12.2004 και 50000 Ευρώ στις 11.2.2005. Του τελευταίου αυτού ποσού των 100.000, Ευρώ, πρέπει, μετά την παραδοχή του ως άνω λόγου της αναίρεσης, να διαταχθεί η επιστροφή στην τρίτη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία, που μόνη αυτή κατέβαλε τα χρήματα , επαναφερομένων των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, με τους νομίμους τόκους από την επίδοση της αναιρετικής απόφασης.

Από το ποσό αυτό, τα 54.550 ευρώ βαρύνουν την πρώτη και τα 45.450 ευρώ τη δεύτερη, κατά το λόγο των ποσών που έχουν επιδικαστεί με την αναιρούμενη απόφαση, 0,909 (100.000 : 110000 (60.000 και 50000 αντίστοιχα) = 0,909).Αντίθετα για την τρίτη αναιρεσίβλητη Μ. - Χ. Μ., πρέπει, η αίτηση επαναφοράς να απορριφθεί, διότι υπόχρεο καταβολής προς αυτήν της αποζημίωσης είναι, εις ολόκληρο, κάθε ένα από τα βαρυνόμενα με την καταβολή διάδικο μέρος, το δε θέμα κατανομής μεταξύ των συναιτίων του ποσοστού συνυπαιτιότητας είναι γι αυτήν αδιάφορο.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΎΣ –

Αναιρεί, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό, την 7216/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών -

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το μέρος που αναιρέθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, στο ίδιο εφετείο, που θα συντεθεί από άλλους δικαστές και -Υποχρεώνει τις δύο πρώτες αναιρεσίβλητες, Π. χήρα Ι. Ρ. και Τ. Φ. Μ., να καταβάλουν στην τρίτη αναιρεσείουσα Ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "... Α.Ε",πενήντα τέσσερις χιλιάδες πεντακόσια πενήντα (54.550) Ευρώ η πρώτη και σαράντα πέντε χιλιάδες τετρακόσια πενήντα (45.450) Ευρώ η δεύτερη, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση αυτής της απόφασης.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Μαρτίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Απριλίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ