Legislator Case Law & Legislation
747/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against second-instance judgment regarding mental capacity and property sale validity.

Case Number 747/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by B. T. and I. M. against the Athens Court of Appeal's decision of 3330/2018. The appellants argued that the lower court failed to consider specific evidence proving the mental capacity of S. M. at the time of signing a power of attorney and selling real estate. The court rejected these claims, stating that the appellate court had duly examined all submitted documents, including psychiatric reports, and reached a reasoned conclusion based on the totality of the evidence. Consequently, the appeal was found baseless, and the appellants were ordered to pay the legal costs of the respondents.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 KPolD; Art. 495 para. 4 KPolD: An appeal is inadmissible if the appellate court has properly evaluated all submitted evidence and reached a reasoned conclusion, leaving no room for doubt regarding the assessment of mental capacity and the validity of legal acts.

Keywords

AI generated
mental capacity assessment property sale validity power of attorney appellate review standard evidence evaluation legal costs allocation civil procedure appeal

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 KPolD
Art. 495 para. 4 KPolD
Art. 176 KPolD
Art. 183 KPolD
Art. 191 para. 2 KPolD
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 747 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 747/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Κορνηλία Πανούτσου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Δεκεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Β. Τ. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο, 2) Ι. Μ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Στρίμπερη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "A. B. A.E.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Μάλλιο, που ανακάλεσε την από 1/12/2022 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ι. Κ. του Σ., ο οποίος δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο, 3) Γ. Τ., 4) Έ. Β., 5) Γ. Μ., 6) Ν. Β., κατοίκων ..., 7) Α. χήρας Γ. Τ., 7α) Ά. θυγατέρας Γ. Τ., ως κληρονόμων του αποβιώσαντος αρχικού διαδίκου Γ. Τ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευάγγελο Μάλλιο, που ανακάλεσε την από 1/12/2022 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις, 8) Σ. Σ. του Δ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Θεοχάρη Δαλακούρα και Μαρία Πιέρρου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 9) Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, 10) Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, κατοικοεδρευόντων στην Αθήνα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την Σταυρούλα Θεοδωρακοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Στο σημείο αυτό, ο συνήγορος των ως άνω υπό στοιχεία 1-7α αναιρεσιβλήτων, αφού έλαβε το λόγο από την Προεδρεύουσα, δήλωσε ότι ο υπό στοιχείο 2 αναιρεσίβλητος Ι. Κ. του Σ., απεβίωσε στις 9/3/2021 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό …../2021 ληξιαρχική πράξη θανάτου της ληξιάρχου του Δήμου Αθηναίων, και την παρούσα δίκη συνεχίζει η εξ αδιαθέτου κληρονόμος αυτού Δ. - Ε. Κ., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από …/2007 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, την από …/2008 αγωγή της υπό στοιχείο 8 ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 9/6/2009 πρόσθετη παρέμβαση των υπό στοιχεία 9 και 10 ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4947/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3330/2018 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 6/5/2019 αίτησή τους και τους από 24/10/2022 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αυτής και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α, 287 παρ. 1, 290 ΚΠολΔ, οι οποίες εφαρμόζονται και στη δίκη για την αναίρεση, σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ.1 ιδίου κώδικα, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 1846 ΑΚ, προκύπτει, ότι αν εωσότου τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, πεθάνει κάποιος διάδικος, η δίκη διακόπτεται, εφόσον λάβει χώρα γνωστοποίηση του λόγου διακοπής, σύμφωνα με το προαναφερόμενο άρθρο 287 παρ. 1, από τα πρόσωπα που δικαιούνται να επαναλάβουν την δίκη, όπως είναι και ο κληρονόμος του αποβιώσαντος, ο οποίος μπορεί να επαναλάβει εκουσίως τη δίκη με δήλωσή του που γίνεται ταυτοχρόνως με τη δήλωση διακοπής, οπότε επέρχεται άμεση επανάληψη της δίκης, με την προϋπόθεση, ότι αποδεικνύεται ή συνομολογείται από τον αντίδικο, έστω και σιωπηρώς, λόγω μη αμφισβήτησης, η ιδιότητα του επαναλαμβάνοντoς τη δίκη ως κληρονόμου, η οποία, αν αμφισβητείται από τον αντίδικο, εξετάζεται από το δικαστήριο παρεμπιπτόντως.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά του Δικαστηρίου τούτου, κατά τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης, που έγινε με εκφώνησή της από τη σειρά του πινακίου, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο του δικαστηρίου τούτου (5.12.2022), δεν εμφανίστηκε ο δεύτερος των αναιρεσιβλήτων, Γ.

Κ.. Αντ' αυτού όμως εμφανίστηκε ως εκ διαθήκης κληρονόμος αυτού, η Δ.-Ε. Κ., νομίμως εκπροσωπούμενη από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Μάλλιο, ο οποίος δήλωσε ότι ο παραπάνω απολιπόμενος, απεβίωσε στις 9 Μαρτίου 2021, δηλαδή μετά την άσκηση της κρινόμενης αναίρεσης που έγινε στις 6.5.2019, και ότι αυτή συνεχίζει ως εκ διαθήκης μοναδική κληρονόμος την βιαίως διακοπείσα δίκη.

Η κατά τα ως άνω βιαίως διακοπείσα δίκη νομίμως συνεχίζεται από την ανωτέρω κληρονόμο του δευτέρου αναιρεσιβλήτου, δεδομένου ότι ο παρασταθείς διά του πληρεξουσίου Δικηγόρου του, δεύτερος των αναιρεσειόντων, Ι. Μ., ούτε κατά τη διάρκεια της προθεσμίας της προσθήκης εγγράφως με την κατάθεση σημειώματος, ούτε στο ακροατήριο με δήλωση του άνω πληρεξουσίου του, αμφισβήτησε την ιδιότητα της άνω παρασταθείσας, που συνεχίζει τη δίκη, ως κληρονόμος του αποβιώσαντα δευτέρου των αναιρεσιβλήτων (ΟλΑΠ 22/2000, AΠ 122/2022, ΑΠ 399/2018, ΑΠ 1978/2008, ΑΠ 1860/2007).

Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ.1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ` αυτή κάποιος διάδικος, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιός από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν την συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολιπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, ώστε να καταστεί δυνατός ο έλεγχος της εγκυρότητας ή όχι της ερημοδικίας του απολιπόμενου διαδίκου, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη, ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση (ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 1211/2021, ΑΠ 164/2021, ΑΠ 1130/2020, ΑΠ 218/2020).

Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 1389/2019, ΑΠ 119/2019). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ.4 εδ. β` και γ` ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ` άρθρο 575 εδ. β` ΚΠολΔ, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως, μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε.

Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προϋπόθεση, όμως, της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής, λόγω αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο, είναι ότι ο απολιπόμενος, κατά τη μετ` αναβολή δικάσιμο, διάδικος, είτε να είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή να είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για τη δικάσιμο, κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση, είτε να είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και, επομένως, με τη νόμιμη παράσταση και τη μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλήτευσής του κατά την αρχική δικάσιμο.

Αντιθέτως, αν κατά την αρχική δικάσιμο ο απολιπόμενος, κατά την μετ` αναβολή συζήτηση, διάδικος δεν επέσπευσε τη συζήτηση ή δεν είχε κλητευθεί νομίμως, για να παραστεί σ` αυτήν, κατά δε την αρχική αυτή δικάσιμο δεν παραστάθηκε νομίμως και, επομένως, δεν καλύφθηκε η έλλειψη ή η ακυρότητα της επίσπευσης της συζήτησης ή η μη νομιμότητα ή η έλλειψη της κλήτευσής του για την αρχική δικάσιμο, η αναβολή της υπόθεσης από το πινάκιο και η εγγραφή αυτής για τη νέα μετ` αναβολή δικάσιμο, δεν ισχύει ως κλήτευσή του για τη νέα δικάσιμο και απαιτείται νόμιμη κλήτευσή του (ΑΠ 184/2020, ΑΠ 1601/2017).

Εξάλλου, σε περίπτωση που απολείπεται ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση, η επίσπευση προκύπτει από το αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης (ή της κλήσης με την οποία αυτή φέρεται προς συζήτηση), με την πράξη ορισμού δικασίμου και την πρόσκληση παράστασης κατ` αυτήν, το οποίο ο επισπεύδων επέδωσε προς τον αντίδικό του.

Το αντίγραφο αυτό, με την επ` αυτού σημείωση του δικαστικού επιμελητή που διενήργησε την επίδοση, οφείλει να προσκομίσει ο παριστάμενος αντίδικος του επισπεύδοντος τη συζήτηση. Αντιθέτως, σε περίπτωση που απολείπεται ο αντίδικος του διαδίκου που επισπεύδει τη συζήτηση, η επίσπευση της συζήτησης προκύπτει από την έκθεση επίδοσης του αντιγράφου της αίτησης αναίρεσης προς τον αντίδικο, την οποία οφείλει να προσκομίσει ο επισπεύδων, που μετέχει στη συζήτηση (ΑΠ 1130/2020, ΑΠ 24/2016, ΑΠ 1695/2011).

Στη προκειμένη περίπτωση, ο πρώτος των αναιρεσειόντων Β. Τ. δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε νομίμως από τη σειρά του πινακίου, κατά την στην αρχή της παρούσας αναφερομένη δικάσιμο, προσδιορισθείσα μετ'αναβολή από την αρχική δικάσιμο της 20ης Σεπτεμβρίου 2021, όπως αυτό προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης αυτού του Δικαστηρίου.

Από τα έγγραφα της δικογραφίας, και ειδικότερα τη με αριθμό …../2020 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών, Β. Κ.. Κ., ακριβούς επικυρωμένου αντιγράφου της κρινόμενης από 6.5.2019 αίτησης αναίρεσης, και κλήση προς συζήτηση για την αρχική δικάσιμο της 20ης Σεπτεμβρίου 2021, προς τον απολιπόμενο πρώτο των αναιρεσειόντων με κλήση που προσκομίζει με επίκληση η όγδοη των αναιρεσιβλήτων, αποδεικνύεται ότι τη συζήτηση της κρινόμενης από 6.5.2019 αίτησης αναίρεσης για την αρχική δικάσιμο της 20.9.2021 επέσπευσε η παραπάνω αναιρεσίβλητη.

Συνεπώς, και δεδομένου ότι η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας ισχύει ως κλήτευση προς τον απολιπόμενο αναιρεσείοντα, πρέπει, σύμφωνα και με όσα προεκτέθηκαν, να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης ως αν ήταν και αυτός παρών.

Με την κρινόμενη από 6.5.2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα, με αριθμό 3330/2018 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την από …/2014 έφεση των ήδη αναιρεσειόντων κατά της με αριθμό 4947/2013 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (αρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Κατά την διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 KΠολΔ, όπως τροπ. με το άρθρο 37 του ν. 4842/2021, σύμφωνα δε, με την παρ. 2 του άρθρου 22 του ν. 4912/17.3.2022 (σε συνδ.με την παρ. 2β'του άρθρου 116 ν. 4842/2021) όλη η παράγραφος 2 εφαρμόζεται και επί των εκκρεμών ενδίκων μέσων, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στην γραμματεία του Αρείου Πάγου τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 281, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση.

Αντίγραφο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους. Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης ως χρόνος συζήτησης της αναίρεσης, πριν από τον οποίο πρέπει να ασκηθούν οι πρόσθετοι λόγοι της, θεωρείται η δικάσιμος κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση και άρχισε η εκδίκασή της, ανεξάρτητα από τα αν το δικαστήριο άρχισε ή όχι να εξετάζει την ουσία της (ΟλΑΠ 1235/1982, ΑΠ 21/1989).Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, η Πρόεδρος του Α1 Πολιτικού Τμήματος, όρισε δικάσιμο για τη συζήτηση της από ….2019 αίτησης αναίρεσης την 20.9.2021, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της αίτησης για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Οι αναιρεσείοντες στις 27.10.2022 κατέθεσαν στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου το από …../2022 δικόγραφο πρόσθετων λόγων αναίρεσης, σε χρόνο δηλαδή, μεταγενέστερο από την αρχική δικάσιμο της 20ης Σεπτεμβρίου 2021 για συζήτηση της αίτησης αναίρεσης. Δεδομένου όμως, ότι η κατάθεση και επίδοση του δικογράφου των προσθέτων λόγων έγινε τριάντα και πλέον ημέρες πριν από τη δικάσιμο που συζητήθηκε η υπόθεση και είναι αυτή που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (σχετ.

προσκομιζόμενες με επίκληση με αριθμούς …. έως …./ 2022 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών, Ν. Ε. Φ. προς τους δέκατο, ενδέκατο και ένατο αντιστοίχως των αναιρεσιβλήτων και με αριθμούς …. έως …../.2021 εκθέσεις επιδόσεως του αυτού ως άνω δικαστικού επιμελητή προς τους κληρονόμους του εβδόμου αναιρεσιβλήτου, και τους πέμπτο, έκτο, τέταρτο, τρίτο, πρώτη, όγδοη των αναιρεσιβλήτων αντιστοίχως) οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι συνεπώς παραδεκτοί και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω συνεκδικαζόμενοι με την από 6.5.2019 αίτηση αναίρεσης.

Αντίθετα, κατά το μέρος που στρέφονται κατά του δευτέρου των αναιρεσιβλήτων Γ. Κ., ως προς τον οποίο, όπως προκύπτει από τη με αριθμό …./2022 έκθεση επιδόσεως του αυτού ως άνω δικαστικού επιμελητή, ματαιώθηκε η επίδοσή τους, λόγω αποβιώσεώς του, οι πρόσθετοι λόγοι είναι απαράδεκτοι ελλείψει προδικασίας (ΟλΑΠ 143/1984, ΑΠ 153/2019, ΑΠ 845/2010).

Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης δικαστικής διαδρομής, κατ'επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (αρθ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ). Με την από 12.7.2007 αγωγή του Μ. Τ. (αρχικού ενάγοντος, στη θέση του οποίου μετά τον θάνατό του υπεισήλθε ο υιός του Β. Τ.) και του Ι. Μ. κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων (πρώτου έως και ογδόου και κοινοποιηθείσα στο ένατο αυτών Ελληνικό Δημόσιο και δέκατο Υπουργό Δικαιοσύνης) οι ενάγοντες ισχυρίστηκαν, ότι υπήρξαν ο πρώτος βοηθός γενικών καθηκόντων και ο δεύτερος φοροτεχνικός του αποβιώσαντος στις …/2005 και σε ηλικία … ετών, επιφανούς Δικηγόρου Αθηνών, Σ.

Μ., έμπειρου επενδυτή και κατόχου μεγάλης κινητής και ακίνητης περιουσίας, με τον οποίο διατηρούσαν επί πλέον και φιλικές σχέσεις, και ότι δυνάμει του με αριθμό …./2005 ειδικού πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Πειραιώς Ε. συζ. Χ. Μ., το γένος Β. Σ., κατέστησαν συνδικαιούχοι του με αριθμό ……… ατομικού καταθετικού λογαριασμού του Σ.

Μ., με σκοπό την τακτική και έγκαιρη εξόφληση των φορολογικών του υποχρεώσεων, την κάλυψη αναγκαίων εξόδων του και την επί πλέον οικονομική ανταμοιβή τους για όσες υπηρεσίες επί σειρά ετών αμφότεροι του προσέφεραν. Ότι η πρώτη εναγομένη τράπεζα διά των δευτέρου έως και εβδόμου των εναγομένων, οργάνων και προστηθέντων υπαλλήλων της, προέβη σε παράνομο και υπαίτιο "μπλοκάρισμα" του παραπάνω λογαριασμού, σε συνεργασία με την όγδοη των εναγομένων, ορισθείσα ως κηδεμόνα της σχολάζουσας κληρονομίας του Σ.

Μ., με σκοπό την άνευ δικαιώματος δέσμευση του σ'αυτόν περιλαμβανομένου χρηματικού ποσού που υπερέβαινε τα 700.000 ευρώ και έτσι προκάλεσαν σ'αυτούς ηθική βλάβη. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω ζήτησαν να αναγνωρισθεί ότι είναι μοναδικοί δικαιούχοι του ανωτέρω κοινού λογαριασμού, που δεν ανήκει στη κληρονομιαία περιουσία του παραπάνω θανόντος, στην οποία κλήθηκε ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος το Ελληνικό Δημόσιο, να υποχρεωθεί η πρώτη των εναγομένων τραπεζική εταιρεία να τους επιδείξει την συνολική κίνηση του λογαριασμού, από της δημιουργίας του τον μήνα Ιούλιο του 2005 έως το χρόνο άσκησης της αγωγής, κατά μήνα Ιούλιο του 2007, όπως και να αποχωρίσει κάθε πίστωση αυτού (πλην τόκων) που έλαβε χώρα μετά τον θάνατο του ανωτέρω και να την αποδώσει στο Ελληνικό Δημόσιο, καθώς και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, εις ολόκληρον έκαστος να καταβάλουν σε έκαστο αυτών (εναγόντων) το χρηματικό ποσό των 380.000 ευρώ, ως εύλογη χρηματική τους ικανοποίηση, νομιμοτόκως κατά τις στην αγωγή διακρίσεις.

Με την αγωγή αυτή, συνεκδικάσθηκε ως συναφής (α) η από 14.2.2008 αγωγή της Σ. Σ., (όγδοης των εναγομένων στην αμέσως προηγούμενη αγωγή) υπό την ιδιότητά της ως οριστικής, από του έτους 2007, κηδεμόνος της σχολάζουσας κληρονομίας του Σ. Μ. στρεφομένης κατά της τραπεζικής εταιρείας "A. B. AE" και των εναγόντων της προηγούμενης αγωγής, με την οποία η ενάγουσα επικαλούμενη ακυρότητα του με αριθμό …./2005 πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Πειραιώς Ε.

Μ.-Σ., και των με βάση αυτό συναλλαγών των εναγομένων, εξ αιτίας ανικανότητας προς δικαιοπραξία του Σ. Μ., άλλως εξ αιτίας ουσιώδους πλάνης αυτού, άλλως εξ αιτίας υποβολιμαίας συμπεριφοράς των εναγομένων, ζήτησε να αναγνωρισθεί και να κηρυχθεί η ακυρότητα, της, βάσει του άνω συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου, μετατροπής του με αριθμό ………..

ατομικού καταθετικού λογαριασμού του Σ. Μ. στην πρώτη εναγομένη τράπεζα, σε κοινό, με συνδικαιούχους τους δεύτερο και τρίτο των εναγομένων, για τους παραπάνω λόγους και να αναγνωρισθεί ότι η πρώτη εναγομένη οφείλει να αποδώσει το χρηματικό ποσό του άνω λογαριασμού στους πραγματικούς δικαιούχους, διατηρώντας τον δεσμευμένο μέχρι την οριστική κρίση του ζητήματος της εγκυρότητας του παραπάνω πληρεξουσίου εγγράφου (β) η από 9.6.2009 παραδεκτώς ασκηθείσα πρόσθετη παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου και των Υπουργών Οικονομίας-Οικονομικών και Δικαιοσύνης, του μεν πρώτου, με την επίκληση προδήλου εννόμου συμφέροντος να βεβαιωθεί οριστικά ότι μοναδικός εξ αδιαθέτου κληρονόμος της περιουσίας του αποβιώσαντος Σ.

Μ. είναι το Ελληνικό Δημόσιο, των δε δευτέρου και τρίτου ως εκ της ιδιότητάς τους, των εποπτευόντων την κηδεμόνα της σχολάζουσας κληρονομίας του άνω θανόντος, με την οποία ζήτησαν να απορριφθεί η αγωγή των Μ. Τ. και Ι. Μ. και να γίνει δεκτή η δεύτερη αγωγή της κηδεμόνος. Επί των παραπάνω αγωγών και παρεμβάσεως, που συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε η με αριθμό 4947/2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία έκρινε την πρώτη αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων ορισμένη και νόμιμη, μόνον ως προς την πρώτη εναγομένη τράπεζα και τον προστηθέντα υπάλληλο αυτής, έβδομο των εναγομένων Γ.

Τ. (στη θέση του οποίου υπεισήλθαν ως μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού η χήρα του Α. και η θυγατέρα του Α, ήδη αναιρεσίβλητες) και ακολούθως την απέρριψε κατ' ουσίαν, ενώ έκανε δεκτές την πρόσθετη παρέμβαση και την δεύτερη αγωγή της κηδεμόνος της σχολάζουσας κληρονομίας του Σ. Μ. αναγνωρίζοντας άκυρη την εξουσιοδότηση που παρέσχε ο τελευταίος, λόγω μονίμου εκπτώσεως των νοητικών και πνευματικών λειτουργιών του, με το με αριθμό …/2005 συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο και τη μετατροπή του παραπάνω ατομικού καταθετικού λογαριασμού σε κοινό με συνδικαιούχους τους δεύτερο και τρίτο εναγομένους.

Κατά της παραπάνω απόφασης οι ήδη αναιρεσείοντες άσκησαν ενώπιον του Εφετείου Αθηνών την από …../2014 έφεσή τους, η οποία με τη με αριθμό 4947/2013 απόφασή του (προσβαλλομένη) απορρίφθηκε κατ' ουσίαν. Κατά την διάταξη του άρθρου 131 παρ.1 του ΑΚ, "Η δήλωση της βούλησης είναι άκυρη αν, κατά το χρόνο που έγινε, το πρόσωπο δεν είχε συνείδηση των πράξεων του ή βρισκόταν σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης του".

Από την διάταξη αυτή συνάγεται ότι η δήλωση είναι άκυρη, αν κατά το χρόνο που έγινε, ο δηλών από τις άνω αιτίες δεν είχε έλλογη κρίση, που να επιτρέπει τον ελεύθερο προσδιορισμό της βουλήσεως με λογικούς υπολογισμούς και αδυνατεί να διαγνώσει το περιεχόμενο και την ουσία της δικαιοπραξίας που επιχειρεί και τις συνέπειες που θα προκύψουν από αυτή.

Η ρύθμιση αναφέρεται στην ανικανότητα κατά τη στιγμή της δηλώσεως βουλήσεως για τη συγκεκριμένη δικαιοπραξία που προσβάλλεται εκάστοτε (ΑΠ 430/2016, ΑΠ 274/2011, ΑΠ 1660/2009, ΑΠ 223/2008)

.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 εδάφ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών [...]". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου και, εφόσον το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η ελάσσων πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή, τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005, 28/1998, 32/1996).

Δεν αρκεί, για το ορισμένο του λόγου αυτού, η ανάλυση της έννοιας που ο αναιρεσείων αποδίδει στη διάταξη που φέρεται ότι παραβιάστηκε, ούτε η παράθεση του συμπεράσματος του δικαστηρίου, διότι μόνο με βάση τις κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές μπορεί να ελεγχθεί αν η αποδιδόμενη νομική πλημμέλεια οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο και εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναίρεσης κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ (ΑΠ 29/2021) .Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο είτε για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά το άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 8/2005).

Όμως η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του εδ. β` του αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ιδρύει τον προβλεπόμενο απ` αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνος δικαίου για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς.

Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 79/2018, ΑΠ 1333/2018, ΑΠ 1512/2014, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 208/2011, ΑΠ 1662/2010).

Επίσης κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 24/1992).

Οι παραπάνω από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης, είναι δυνατόν να φέρονται ότι πλήττουν την προσβαλλομένη απόφαση διότι παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αλλά στη πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάσθηκε κανόνας δικαίου, να πλήττουν την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε οι λόγοι αναιρέσεως αυτοί θα απορριφθούν ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, διότι πλήττουν την ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 120/2022, ΑΠ 894/2020, ΑΠ 1141/2019).

Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τη παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ.2 επισκόπηση της παραπάνω απόφασης του Εφετείου Αθηνών που πλήττεται με την ένδικη αίτηση αναίρεσης, και δη, τις ενδιαφέρουσες εν προκειμένω παραδοχές αυτής, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: "Στις ….2005 απεβίωσε στην Κεντρική Κλινική Αθηνών σε ηλικία ….

ετών, ο Σ. Μ. του Π. και της Β, κάτοικος ..., χωρίς να αφήσει κληρονόμους κατά το χρόνο του θανάτου του. Ο πιο πάνω αποβιώσας ήταν από τους παλιότερους δικηγόρους της Αθήνας με γνώσεις στην οικονομία και τη χρηματιστηριακή αγορά και ήταν κάτοχος μεγάλης κινητής και ακίνητης περιουσίας. Ο αρχικώς ενάγων Μ. Τ.ς διατηρούσε γνωριμία πολλών ετών με τον θανόντα, λόγω του γεγονότος ότι η σύζυγός του ήταν θυρωρός επί πολλά έτη στην πολυκατοικία όπου αυτός διέμενε, μάλιστα τον βοηθούσε και σε δουλειές του δικηγορικού του γραφείου.

Ο δεύτερος ενάγων γνωρίστηκε με τον θανόντα, όταν υπάλληλος στη .. ΔΟΥ ……, κατά την επαγγελματική συνεργασία τους, απέκτησε την εμπιστοσύνη αυτού και στη συνέχεια, μετά τη συνταξιοδότησή του, έγινε ο φοροτεχνικός του. Ο θανών, όσο ζούσε, διατηρούσε και τον με αριθμό ……… ατομικό λογαριασμό ταμιευτηρίου στο κεντρικό κατάστημα της Τράπεζας A.

B. στην οδό ….., με υπόλοιπο, κατά το έτος 2005, περίπου 750.000 ευρώ. Περίπου τρείς μήνες πριν τον θάνατό του, ο Σ. Μ., με το με αριθμό …../2005 ειδικό πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Πειραιώς Ε. Μ.-Σ., το οποίο συντάχθηκε στην οικία του, όντας ο μοναδικός δικαιούχος του πιο πάνω λογαριασμού, παρείχε την εδική εντολή, δικαίωμα και πληρεξουσιότητα στους πιο πάνω ενάγοντες, είτε από κοινού, είτε ο καθένας χωριστά να παρίστανται και να τον αντιπροσωπεύουν στην πιο πάνω τράπεζα και να υπογράφουν αντ' αυτού οποιοδήποτε έγγραφο ή αίτηση ήταν απαραίτητο προκειμένου να γίνουν συνδικαιούχοι στον παραπάνω λογαριασμό, καθιστώντας αυτόν κοινό, ώστε το περιεχόμενό του (η υπάρχουσα κατάθεση) να διέπεται από τις σχετικές με τον κοινό λογαριασμό διατάξεις.

Έτσι, με το πιο πάνω ειδικό πληρεξούσιο ο καθένας από τους συνδικαιούχους απέκτησε το δικαίωμα να κάνει ολική ή μερική χρήση του λογαριασμού χωρίς τη σύμπραξη, συναίνεση, συγκατάθεση ή έγκριση των λοιπών ακόμη και στην περίπτωση της πρόωρης ανάληψης προθεσμιακής ή με προειδοποίηση κατάθεσης, ενώ σε περίπτωση θανάτου οποιουδήποτε από τους δικαιούχους, ο λογαριασμός να περιέρχεται αυτοδίκαια στους επιζώντες συνδικαιούχους.

Μετά τη σύνταξη του παραπάνω ειδικού πληρεξουσίου, οι ενάγοντες προσήλθαν στο κεντρικό κατάστημα της εναγόμενης τράπεζας και ζήτησαν τη μετατροπή του πιο πάνω ατομικού λογαριασμού σε κοινό και οι προαναφερόμενοι ενάγοντες παρέλαβαν τα σχετικά βιβλιάρια καταθέσεων. Ωστόσο, μετά από περαιτέρω έλεγχο της μετατροπής του ατομικού λογαριασμού του Σ.

Μ. σε κοινό, για το λόγο ότι επρόκειτο για λογαριασμό με μεγάλο χρηματικό υπόλοιπο, ο αρχικός δικαιούχος αυτού, όταν παρείχε την πληρεξουσιότητα ήταν υπέργηρος ……, τα άτομα στα οποία παρείχε την πληρεξουσιότητα δεν είχαν συγγενική σχέση μαζί του, ο διευθυντής του κεντρικού καταστήματος -έβδομος εναγόμενος, δέσμευσε προσωρινά τον λογαριασμό μέχρις ότου επιβεβαιωθεί η γνησιότητα του πληρεξουσίου.

Μάλιστα μετέβη ο ίδιος μαζί με τον επίσης υπάλληλο της εναγομένης τράπεζας Σ. Μ. στο σπίτι του Σ. Μ. προκειμένου να επικοινωνήσουν μαζί του και να τον ρωτήσουν αν υπέγραψε το πληρεξούσιο με το οποίο οι πιο πάνω ενάγοντες έγιναν συνδικαιούχοι στον λογαριασμό, που τηρούσε στην πιο πάνω τράπεζα, γεγονός που αυτός αρνήθηκε κατηγορηματικά.

Κατά την επίσκεψη αυτή οι υπάλληλοι της τράπεζας διαπίστωσαν ότι ο Σ. Μ. εμφάνιζε έκπτωση των σωματικών του λειτουργιών, αλλά είχε πνευματική διαύγεια και για το λόγο αυτό αποδέχθηκαν την απάντησή του. Οι αρχικοί ενάγοντες πληροφορήθηκαν άμεσα τη δέσμευση του λογαριασμού όταν μετέβησαν στο κατάστημα της εναγομένης τράπεζας για να προβούν στην ανάληψη κάποιου ποσού από αυτόν, ωστόσο δεν προέβησαν σε καμιά ενέργεια κατά της τράπεζας.

Ακολούθως, ο Σ. Μ. εισήχθη στις 18.7.2005 στο νοσοκομείο "Η ΠΑΜΜΑΚΑΡΙΣΤΟΣ" λόγω επιδείνωσης της κατάστασης της υγείας του, όπου νοσηλεύθηκε μέχρι τις 27.7.2005 με διάγνωση "εμπύρετο σε αποδρομή-κολπική μαρμαρυγή". Στη συνέχεια μεταφέρθηκε από τρίτους που ισχυρίστηκαν ότι είναι συγγενείς του, στον ιδιωτικό οίκο ευγηρίας "…." όπου βρέθηκε μετά από έρευνες της Αστυνομίας, μάλιστα τα άτομα αυτά έχουν κατηγορηθεί και καταδικασθεί για κακουργηματικές σε βάρος του πράξεις.

Στη συνέχεια στις 11.9.2005 λόγω επειγόντων προβλημάτων υγείας, εισήχθη στο νοσοκομείο "Ιπποκράτειο", όπου υποβλήθηκε σε επέμβαση αποκατάστασης βουβωνοκήλης και αμέσως μετά μεταφέρθηκε στην "Κεντρική Κλινική Αθηνών", όπου απεβίωσε στις 22.9.2005. Ακόμη αποδείχθηκε ότι μετά το θάνατο του Σ. Μ., ο οποίος δεν κατέλιπε κληρονόμους, με τη με αριθμό ../2006 διάταξη του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, ορίστηκε προσωρινή κηδεμόνας της σχολάζουσας κληρονομίας αυτού η ογδόη εναγομένη της από 12.7.2007 αγωγής και ενάγουσα της από 14.2.2008 αγωγής, με σκοπό να διαπιστώσει το ενεργητικό αυτής, τις τυχόν υπάρχουσες απαιτήσεις και να λάβει κάθε συντηρητικό ή ασφαλιστικό μέτρο που θα διασφάλιζε τα στοιχεία της κληρονομιαίας περιουσίας.

Η πιο πάνω αποδέχθηκε το διορισμό της και αμέσως προέβη σε ενέργειες για τη διαπίστωση των στοιχείων της κληρονομίας, η οποία αποτελούνταν από μετοχές, καταθέσεις σε διάφορες τράπεζες, διαμερίσματα στην Αθήνα και αγροτεμάχια στους νομούς Πειραιά, Εύβοιας και Αιτωλοακαρνανίας. Στη συνέχεια η ίδια ορίστηκε, με τη με αριθμό 41/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών οριστική κηδεμόνας της σχολάζουσας κληρονομίας του Σ.

Μ.. Στα πλαίσια της έρευνας για το ενεργητικό της κληρονομίας του θανόντος, η κηδεμόνας της σχολάζουσας κληρονομίας αυτού, επικοινώνησε με την τράπεζα A. B. η οποία, με την από 19.10.2006 επιστολή της, την ενημέρωσε για τους λογαριασμούς που ο Σ. Μ. τηρούσε σε αυτήν, μεταξύ των οποίων και αυτός που είχε μετατραπεί σε κοινό με συνδικαιούχους τους αρχικούς ενάγοντες, με υπόλοιπο 750.477,29 ευρώ, τον οποίο η τράπεζα είχε δεσμεύσει, για τους λόγους που ανέφερε στην επιστολή της.

Η κηδεμόνας της σχολάζουσας κληρονομίας του Σ. Μ. αμφισβήτησε την εγκυρότητα της υπογραφής αυτού στο ειδικό πληρεξούσιο, λαμβάνοντας υπόψη της, όπως την πληροφόρησαν οι αρμόδιοι υπάλληλοι της τράπεζας, την άρνησή του ότι κατέστησε τους αρχικούς ενάγοντες συνδικαιούχους στον ένδικο λογαριασμό, την ηλικία του και την κατάσταση της υγείας του, το ότι δεν τον συνέδεε με τους πιο πάνω κάποια συγγενική σχέση, καθώς και τη συμπεριφορά αυτών να μην ενοχλούν επίμονα την τράπεζα, παρότι πληροφορήθηκαν τη δέσμευση του λογαριασμού αυτού, και άσκησε σε βάρος αυτών αίτηση για λήψη ασφαλιστικών μέτρων προκειμένου να δεσμευτεί ο λογαριασμός μέχρι τη διευθέτηση της όλης υπόθεσης.

Η αίτηση έγινε δεκτή με τη με αριθμό 490/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία δεσμεύτηκε ο επίδικος λογαριασμός, μέχρι την οριστική επίλυση της διαφοράς. Εν τω μεταξύ, κατόπιν εισαγγελικής παραγγελίας, η Διεύθυνση Εγκληματολογικών Ερευνών διενήργησε γραφολογική εξέταση στο με αριθμό …../2005 ειδικό πληρεξούσιο και σύμφωνα με το συμπέρασμα της από 23.11.2007 έκθεσης γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, δεν αποκλείεται η υπογραφή, που αποδίδεται στον Σ.

Μ., να έχει χαραχθεί από τον ίδιο. Το κρίσιμο στοιχείο ωστόσο είναι αν, κατά το χρόνο υπογραφής του προαναφερόμενου ειδικού πληρεξουσίου, ο πιο πάνω αναφερόμενος εντολέας είχε πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα. Πράγματι, αυτός, όντας στον οίκο ευγηρίας "…." εξετάστηκε στις 2.9.2005, κατόπιν παραγγελίας του Α.Τ.

Ομονοίας από τον ιατροδικαστή Σ. Μ., ο οποίος, με τη με αριθμό …./2005 έκθεσή του, γνωμάτευσε ότι ο εξετασθείς παρουσίαζε ικανού βαθμού σύγχυση, αδυναμία πλήρους επαφής με το περιβάλλον και μερική αδυναμία χωροχρονικού προσανατολισμού και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι είχε την εικόνα προσώπου μη ικανού προς δικαιοπραξία.

Περαιτέρω, στις 13.9.2005 ο Σ. Μ. διακομίστηκε, με επιμέλεια των αστυνομικών αρχών στην ψυχιατρική κλινική του νοσοκομείου "Αιγινήτειο", όπου σύμφωνα με την διάγνωση του ιατρού Α. Π. έπασχε από εκσεσημασμένη έκπτωση των νοητικών λειτουργιών στο πλαίσιο χρόνιου οργανικού συνδρόμου. Ο νευρολόγος-ψυχίατρος Ε.

Τ., στον οποίο ανατέθηκε από την κηδεμόνα της σχολάζουσας κληρονομίας του Σ. Μ. να αποφανθεί σχετικά με την δικαιοπρακτική ικανότητα αυτού,κατά το χρόνο σύνταξης του ειδικού πληρεξουσίου, αφού μελέτησε τα έγγραφα της δικογραφίας και τα σχετικά με την κατάσταση του θανόντα ιατρικά πιστοποιητικά, οδηγήθηκε στο συμπέρασμα ότι αυτός, κατά τα έτη 2004 και 2005 έπασχε από οργανικό ψυχοσύνδρομο, το οποίο εμφάνιζε σοβαρή επιδείνωση, κυρίως κατά το έτος 2005, και το οποίο καθιστούσε αυτόν ανίκανο για τη φροντίδα των υποθέσεών του και για κάθε δικαιοπραξία.

Η διάγνωση αυτή δεν αντικρούεται από την αντίθετη επιστημονική γνωμάτευση (ψυχιατροδικαστική γνωμοδότηση) του ψυχιάτρου Χ. Τ. που προσκομίζουν οι αρχικοί ενάγοντες. Ο πιο πάνω ψυχίατρος αναφέρει την άποψή του, σε σχέση με την αναφερόμενη πνευματική διαύγεια του Σ. Μ., στην από 20.12.2007 ένορκη κατάθεση μάρτυρα σε ποινική δικογραφία του εβδόμου εναγομένου σχετικά με την επίσκεψη στο σπίτι αυτού και ενός συναδέλφου του, κατά τον Ιούλιο του έτους 2005.

Ειδικότερα, αναφέρει ότι το οργανικό ψυχοσύνδρομο χαρακτηρίζεται γενικά από διαταραχές του επιπέδου συνείδησης, έκπτωση της μνήμης και των λοιπών γνωστικών λειτουργιών, διαταραχές της προσοχής και της συγκέντρωσης που εμφανίζονται ή επιδεινώνονται από τη συνύπαρξη παθολογικών σωματικών καταστάσεων, όπως αναπνευστικά ή καρδιολογικά προβλήματα, λοιμώξεις, χρήση φαρμάκων κ.α.

Δηλαδή, η πορεία του ασθενούς είναι κυμαινόμενη και υπάρχουν περιοδικά διαστήματα-διαλείμματα με βελτιωμένη πνευματική -νοητική λειτουργία, ενώ συνήθως υφίσταται μόνιμος βαθμός έκπτωσης της μνήμης και των λοιπών πνευματικών λειτουργιών.

Συνεπώς, ακόμη και αν ο θανών κατά την επίσκεψη των τραπεζικών υπαλλήλων βρισκόταν σε διάλειμμα με βελτιωμένη τη νοητική του λειτουργία και έδινε την εντύπωση ότι βρίσκεται σε πνευματική διαύγεια, αυτό δεν αναιρεί ότι βρισκόταν σε κατάσταση μόνιμης έκπτωσης των νοητικών και πνευματικών του λειτουργιών.

Πρέπει να σημειωθεί, ότι στις 22.9.2005, ενόσω ο Σ. Μ. βρισκόταν στον οίκο ευγηρίας "...", τον επισκέφθηκε ο αστυνομικός υποδιευθυντής του Τ.Α. Ομονοίας Ι. Ξ., στα πλαίσια διερεύνησης σε βάρος του κακουργηματικών πράξεων και του απηύθυνε ερωτήσεις σχετικές με την περιουσία του. Ο Σ. Μ. απάντησε ότι δεν έχει εξουσιοδοτήσει ποτέ κάποιον και ότι δεν έχει μεταβιβάσει μετοχές ή άλλα περιουσιακά στοιχεία σε κανένα.

Από τα πιο πάνω συνάγεται ότι ο θανών, ηλικίας … ετών κατά το έτος 2005, και ειδικότερα όταν υπέγραψε το ένδικο πληρεξούσιο, λόγω του γήρατος και της εξασθένισης των πνευματικών του λειτουργιών, δεν είχε την απαιτούμενη πνευματική ικανότητα ώστε να αντιληφθεί πλήρως τις συνέπειες που προέκυπταν από αυτό και ειδικότερα ότι καθιστά συνδικαιούχους σε ατομικό του λογαριασμό με μεγάλο υπόλοιπο του αρχικούς ενάγοντες.

Αν μάλιστα είχε προβεί στη σύνταξη του ενδίκου πληρεξουσίου με πλήρη συνείδηση της πράξης του, δεν είχε κανένα λόγο να αρνηθεί την σύνταξη αυτού, ούτε στους υπαλλήλους της εναγομένης τράπεζας που τον επισκέφθηκαν τον Ιούλιο του έτους 2005 στο σπίτι του, ούτε στον αστυνομικό υποδιευθυντή του Τ.Α. Ομονοίας, που τον επισκέφθηκε τον Σεπτέμβριο του ιδίου έτους στον οίκο ευγηρίας, δεδομένου ότι επρόκειτο για μια δικαιοπραξία με σοβαρές έννομες συνέπειες στην περιουσιακή του κατάσταση, αφού καθιστούσε τρίτους συνδικαιούχους σε ατομικό τραπεζικό λογαριασμό με πολύ μεγάλο υπόλοιπο, συνέπειες που γνώριζε λόγω της νομικής παιδείας που διέθετε.

Οι αρχικοί ενάγοντες ισχυρίζονται ότι ο Σ. Μ., έχοντας πλήρη πνευματική διαύγεια και έχοντας προς αυτούς μεγάλη εμπιστοσύνη, τους κατέστησε συνδικαιούχους στον ένδικο ατομικό του λογαριασμό, προκειμένου να τον εξυπηρετούν με τις τρέχουσες οικονομικές του υποχρεώσεις,διότι είχε καταπέσει σωματικά και αδυνατούσε να ανταποκριθεί σε αυτές.

Ο ισχυρισμός όμως αυτός δεν ευσταθεί, καθόσον, με το ένδικο πληρεξούσιο τους έκανε συνδικαιούχους σε λογαριασμό με υπόλοιπο 750.000 ευρώ, αν και διέθετε και άλλους τραπεζικούς λογαριασμούς με μικρότερα υπόλοιπα, τα οποία αρκούσαν για την ικανοποίηση του σκοπού της εξόφλησης των τρεχουσών οικονομικών του υποχρεώσεων, όπως ήταν οι εξής λογαριασμοί:

α) ο με αριθμό …..ποσού 42.921,94 ευρώ στο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο, β1) ο με αριθμό …… ποσού 148.315,47 ευρώ και β2) ο με αριθμό ……. ποσού 38.026,73 ευρώ στην τράπεζα Eurobank γ) ο με αριθμό …….. ποσού 186.567,48 ευρώ στην τράπεζα Πειραιώς, δ) ο με αριθμό ……… ποσού 5.755,68 ευρώ στην Αγροτική Τράπεζα, ε) ο με αριθμό ………. ποσού 7.173,48 ευρώ στην Εθνική Τράπεζα, στ) ο με αριθμό …….

ποσού 143.367,37 ευρώ στην Τράπεζα Εργασίας, και ζ) ο με αριθμό ..…. ποσού 300.107,22 ευρώ στην Εμπορική Τράπεζα. Το πλέον εύλογο θα ήταν ο θανών να καταστήσει τους αρχικά ενάγοντες συνδικαιούχους σε έναν από τους λογαριασμούς του με μικρότερα υπόλοιπα, τα οποία αρκούσαν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, να καλύψουν τις άμεσες οικονομικές ανάγκες ενός υπέργηρου ατόμου, ηλικίας … ετών, ο οποίος δεν είναι ενεργός επαγγελματικά και δεν δημιουργεί νέες υποχρεώσεις.

Ακόμη, δεν μπορεί να εξηγηθεί με τη λογική και την κοινή πείρα, για ποιό λόγο ο Σ. Μ. δεν είχε προβεί τα προηγούμενα έτη της ζωής του στην πράξη του αυτή, πολύ περισσότερο που δεν αποδείχθηκε ότι αιφνιδίως αυτός απώλεσε τις σωματικές του δυνάμεις, ενώ νωρίτερα είχε τη δύναμη, έστω και με τη βοήθεια τρίτων, να διεκπεραιώνει μόνος τις υποθέσεις του.

Ο μάρτυρας των εναγόντων μάλιστα κατέθεσε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ότι ο θανών, μέχρι τον Ιούνιο του 2005 περπατούσε, έστω και με τη βοήθεια άλλου, στοιχείο που αποδεικνύει ότι στη σύνταξη του ενδίκου πληρεξουσίου δεν οδηγήθηκε διότι αισθάνθηκε ότι τον εγκαταλείπουν οι σωματικές του δυνάμεις.

Επί πλέον ο θανών, με το με αριθμό …./2005 ειδικό πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Ο. Σ., όπως διορθώθηκε με το με αριθμό με το με αριθμό …./2005 ειδικό πληρεξούσιο της ιδίας συμβολαιογράφου, φέρεται να έχει καταστήσει τους αρχικούς ενάγοντες συνδικαιούχους σε ακόμα έναν ατομικό του λογαριασμό, που τηρούσε στην Εθνική Τράπεζα με υπόλοιπο περίπου 775.083,16 ευρώ, μετατρέποντάς τον σε κοινό, για τον ίδιο λόγο, της εξυπηρέτησης των τρεχουσών οικονομικών του υποχρεώσεων.

Από τα παραπάνω αβίαστα συνάγεται ότι κανένας νοητικά και πνευματικά υγιής άνθρωπος, με δύο ειδικά πληρεξούσια που συντάχθηκαν σε διάστημα ενός μήνα, δεν θα καθιστούσε τρίτους συνδικαιούχους σε λογαριασμούς του ύψους πάνω από 1.500.000 ευρώ, προκειμένου να εξυπηρετηθούν τρέχουσες οικονομικές του ανάγκες.

Μάλιστα, ο Σ. Μ. συνέταξε τα πληρεξούσια αυτά διάγοντας το …. ο έτος της ζωής του και λίγους μήνες πριν αποβιώσει. Όμως και αν υποτεθεί αληθινός ο ισχυρισμός των αρχικά εναγόντων ότι αυτός, κατά την υπογραφή του ενδίκου πληρεξουσίου είχε πλήρη γνώση των συνεπειών της πράξης του, τότε η ενέργεια αυτών να προσέλθουν στην εναγομένη τράπεζα προκειμένου να κάνουν ανάληψη από τον κοινό λογαριασμό τον Ιούλιο του έτους 2005, δηλαδή ενόσω ζούσε ο Σ.

Μ., οπότε για πρώτη φορά πληροφορήθηκαν ότι ο λογαριασμός αυτός έχει προσωρινά δεσμευθεί, χωρίς ωστόσο να προβούν σε κάποια άμεση ενέργεια προκειμένου να επιλυθεί το θέμα και χωρίς να πληροφορήσουν σχετικά τον συνδικαιούχο και μοναδικό καταθέτη του λογαριασμού, ώστε να ζητήσει εξηγήσεις από την τράπεζα, ενισχύει την πεποίθηση του δικαστηρίου, ότι ο Σ.

Μ. δεν διέθετε το απαιτούμενο επίπεδο συνείδησης για να αντιληφθεί το θέμα και να ενεργήσει όπως θα έπρεπε. Από όλα τα παραπάνω στοιχεία αποδεικνύεται ότι το Σ. Μ., κατά το χρόνο σύνταξης του με αριθμό …../2005 ειδικού πληρεξουσίου δεν είχε πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα λόγω έλλειψης συνείδησης των πραττομένων, που οφείλεται σε χρόνιο οργανικό ψυχοσύνδρομο με διαταραχές του επιπέδου συνείδησης και έκπτωση των νοητικών του λειτουργιών.

Ακολούθως η πληρεξουσιότητα που χορηγήθηκε με το πιο πάνω ειδικό πληρεξούσιο, ως μονομερής απευθυντέα δικαιοπραξία είναι άκυρη και θεωρείται ότι ποτέ δεν έγινε.

Συνεπώς, οι αρχικοί ενάγοντες δεν έγιναν ποτέ συνδικαιούχοι του ένδικου με αριθμό ……… ατομικού λογαριασμού του Σ. Μ., ο οποίος δεν μετατράπηκε ποτέ σε κοινό λογαριασμό.... Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο έβδομος ενάγων, διευθυντής του κεντρικού καταστήματος της τράπεζας A. B. με τις ενέργειές του να επισκεφθεί στο σπίτι τον Σ.

Μ. προκειμένου να διακριβώσει τη βούλησή του σχετικά με τη διάθεση του συγκεκριμένου στοιχείου της περιουσίας του με την υπογραφή του ένδικου πληρεξουσίου και στη συνέχεια με την προσωρινή δέσμευση του λογαριασμού του προκειμένου να διασφαλίσει αυτόν, δέσμευση άλλωστε, που ακολούθησε με τη με αριθμό 490/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δεν προέβη σε κάποια παράνομη πράξη και συνεπώς, δεν τέλεσε καμία αδικοπραξία σε βάρος των αρχικών εναγόντων..".

Στη συνέχεια των παραδοχών του αυτών το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την έφεση των αναιρεσειόντων. Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στη προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια του αριθμ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ισχυριζόμενοι, μετά παράθεση αυτούσιας της διάταξης του δευτέρου (2) εδαφίου του άρθρου 131 του ΑΚ, και του αιτητικού της αγωγής που άσκησε, κατά τα προεκτεθέντα, η διορισθείσα οριστική κηδεμόνας της σχολάζουσας κληρονομίας του Σ.

Μ., ότι ".. παραβίασε τα προβλεπόμενα στο άρθρο 131 εδ. 2 του ΑΚ, για τις προϋποθέσεις ακύρωσης μη χαριστικών δικαιοπραξιών του κληρονομουμένου, εκ μέρους των κληρονόμων". Ο λόγος αυτός είναι αόριστος, καθόσον ουδόλως εκτίθεται σε αυτόν το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, ούτε η ελάσσων πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή, τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων της παραπάνω διάταξης του ουσιαστικού δικαίου.

Ακολούθως, με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης ο οποίος διαλαμβάνει αιτιάσεις για πλημμέλειες αφενός του αριθμού 1 και αφετέρου του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στη προσβαλλομένη απόφαση ότι παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του πρώτου (1) εδαφίου του αυτού ως άνω άρθρου (131) του ΑΚ, διότι (α) "αν και δέχθηκε το Εφετείο ότι κατά την επίσκεψη των υπαλλήλων της πρώτης εναγομένης ο Σ..Μ.

βρισκόταν σε διάλειμμα με βελτιωμένη τη νοητική του λειτουργία, ακολούθως έκρινε ότι τούτο δεν αναιρεί το γεγονός, ότι αυτός βρισκόταν σε μόνιμη έκπτωση των νοητικών και πνευματικών του λειτουργιών, παραβιάζοντας έτσι το άρθρο 131 ΑΚ που απαιτεί για την ακυρότητα της δηλώσεως βουλήσεως το πρόσωπο που την έκανε να μην είχε συνείδηση των πραττομένων ή να βρίσκεται σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιορίζει αποφασιστικά την λειτουργία της βούλησής του κατά το χρόνο που αυτή έγινε", (β) χρησιμοποίησε εσφαλμένα τα διδάγματα της κοινής πείρας για την ανεύρεση της έννοιας της "έλλειψης συνείδησης των πραττομένων" του άρθρου 131 του ΑΚ δεχόμενο:

ότι "... το πλέον εύλογο θα ήταν ο παθών να καταστήσει τους ενάγοντες συνδικαιούχους σε ένα λογαριασμό του με μικρότερα υπόλοιπα τα οποία αρκούσαν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας να καλύψουν τις άμεσες οικονομικές ανάγκες ενός υπέργηρου ατόμου, ότι κατά τη κοινή πείρα και λογική δεν εξηγείται για ποιό λόγο ο Σ..

Μ. δεν είχε προβεί στα προηγούμενα έτη της ζωής του στη πράξη αυτή, πολύ περισσότερο που δεν αποδείχθηκε ότι αιφνιδίως αυτός απώλεσε τις σωματικές του δυνάμεις, ενώ νωρίτερα είχε τη δύναμη, έστω και με τη βοήθεια τρίτων να διεκπεραιώνει μόνος τις υποθέσεις του, ..... αβίαστα συνάγεται ότι κανένας νοητικά και πνευματικά υγιής άνθρωπος με δύο ειδικά πληρεξούσια που συντάχθηκαν σε διάστημα ενός μήνα, δεν θα καθιστούσε τρίτους συνδικαιούχους σε λογαριασμούς του ύψους άνω των 1.500.000 ευρώ, προκειμένου να εξυπηρετηθούν τρέχουσες οικονομικές του ανάγκες και μάλιστα διάγοντας το 103 έτος της ζωής του και λίγους μήνες πριν αποβιώσει", ενώ παρέλειψε να κάνει χρήση αυτών (διδαγμάτων) ως προς το ζήτημα ότι η κίνηση του Σ..

Μ. να καταστήσει συνδικαιούχους του τους αναιρεσείοντες ήταν κίνηση ευγνωμοσύνης, (γ) διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα της πνευματικής κατάστασης του Σ.. Μ. κατά το χρόνο υπογραφής του επίμαχου πληρεξουσίου, βασιζόμενο στις γνωματεύσεις των ψυχιάτρων με παραδοχές ανεπαρκείς ως προς το εν λόγω ζήτημα αλλά και αντιφατικές, δεδομένου ότι ενώ δέχεται μόνιμη έκπτωση των νοητικών λειτουργιών του Σ.

Μ., ταυτοχρόνως δέχεται βελτιωμένη τη νοητική του λειτουργία, στοιχεία που δεν συμβιβάζονται. Σύμφωνα με τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, το Εφετείο το οποίο δέχθηκε, ότι κατά το χρόνο υπογραφής του με αριθμό …./2005 πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Πειραιώς Ε. Μ.-Σ., δηλαδή, στις 24.6.2005, ο Σ.

Μ. δεν είχε πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα λόγω έλλειψης συνείδησης των πραττομένων, οφειλόμενης σε χρόνιο οργανικό ψυχοσύνδρομο με διαταραχές του επιπέδου συνείδησης και έκπτωση των νοητικών του λειτουργιών, υφισταμένου τουλάχιστον προ διετίας από την ως άνω ημεροχρονολογία υπογραφής, δεν παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 131 του ΑΚ.

Η παραδοχή της προσβαλλομένης συναφώς προς το αποδειχθέν διάλειμμα βελτιωμένης νοητικής λειτουργίας του ιδίου, δεν αφορούσε στο χρόνο υπογραφής του επίμαχου πληρεξουσίου, αλλά στη μεταγενέστερη χρονικά επίσκεψη των υπαλλήλων της εναγομένης τράπεζας προς τον ίδιο, αιτιολογήθηκε δε, ως απότοκος της κυμαινόμενης πορείας της ασθένειας του Σ.

Μ., που εμφάνιζε περιοδικώς διαλείμματα πνευματικής διαύγειας, πλην όμως, δεν αναιρούσε αυτή το γεγονός, ότι ο τελευταίος βρισκόταν σε κατάσταση μόνιμης έκπτωσης των νοητικών και πνευματικών του λειτουργιών. Εξάλλου, οι παραπάνω προβαλλόμενες αιτιάσεις για παράβαση εκ μέρους του δικαστηρίου της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας δεν αφορούν στη χρήση αυτών (διδαγμάτων) ως προς την ερμηνεία του επικαλουμένου κανόνος δικαίου, ούτε στην υπαγωγή σ'αυτόν των πραγματικών γεγονότων που το Εφετείο δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, αλλά στη διάγνωση και διαπίστωση αυτών (γεγονότων) ως αποδεικτέων περιστατικών, η οποία ανάγεται στην εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, που όμως δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (αρθ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), όπως εξ άλλου, δεν συνιστά δίδαγμα της κοινής πείρας του οποίου εσφαλμένως δεν έγινε χρήση, η εκ λόγων ευγνωμοσύνης, ενός λίαν ευκατάστατου υπέργηρου προσώπου χωρίς συγγενείς, απόφαση, να καταστήσει συνδικαιούχους του σε υψηλό καταθετικό του λογαριασμό, δύο επί σειρά ετών φίλους του, πολύ περισσότερο αφού, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης, ουδέποτε ο Σ.

Μ. επέτρεψε συμμετοχή τρίτων δυνάμει εννόμου σχέσεως, σε οποιοδήποτε κινητό ή ακίνητο περιουσιακό του στοιχείο, τα οποία μέχρι το θάνατό του παρέμειναν αποκλειστικώς στην ατομική του περιουσία. Συνακόλουθα, οι παραπάνω αιτιάσεις δεν στοιχειοθετούν τον λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αλλά ούτε και αυτόν του αριθμού 19, και το δικαστήριο της ουσίας δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου τη διάταξη ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 131 του ΑΚ, δεδομένου ότι οι παραδοχές της προσβαλλομένης είναι πλήρεις και έτσι επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για τη ορθή ή μη εφαρμογή της εν λόγω διάταξης, ενώ οι φερόμενες ως αντιφατικές αιτιολογίες, αφορούν σε περιστατικά διακριτά μεταξύ τους ως προς το χρόνο που συνέβησαν, και δεν επηρεάζουν τον έλεγχο των προϋποθέσεων εφαρμογής της παραπάνω διάταξης.

Συνεπώς προς τα ανωτέρω, ο πρώτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος, κατά το μέρος δε, που με τα επιχειρήματα και τις αιτιάσεις των αναιρεσειόντων πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, είναι απαράδεκτος. O λόγος αναίρεσης που προβλέπεται από τον αριθμ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για παραμόρφωση του περιεχόμενου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή, στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή, ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, και όχι και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 120/2022, ΑΠ 25/2011). Για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, και όχι όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 21/2008, ΑΠ 14/2022, ΑΠ 58/2022, ΑΠ 120/2022, ΑΠ 782/2020, ΑΠ 304/2020).

Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 438 και 440 του ΚΠολΔ, οι ιατρικές βεβαιώσεις ή γνωματεύσεις αν εκδίδονται από ιατρό που ασκεί δημόσια λειτουργία μέσα στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων του, έχουν δεσμευτική αποδεικτική δύναμη και ειδικότερα αποτελούν πλήρη απόδειξη, χωρίς να επιτρέπεται ανταπόδειξη, παρά μόνο με την προσβολή τους ως πλαστών, για όσα βεβαιώνονται σε αυτές ότι έγιναν από το συντάκτη τους ή ότι έγιναν ενώπιόν του, και επίσης πλήρη απόδειξη, κατά της οποίας όμως επιτρέπεται ανταπόδειξη, ως προς όσα βεβαιώνονται σε αυτά, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει ο συντάκτης τους.

Ως προς τις περιεχόμενες, όμως, σε αυτές επιστημονικές εκτιμήσεις και γνώμες του συντάκτη τους, ακόμη και σχετικά με τις επιπτώσεις που τα αναφερόμενα σε αυτές ευρήματα έχουν στην πνευματική και σωματική κατάσταση εκείνου στον οποίο αναφέρονται, οι εν λόγω ιατρικές βεβαιώσεις και γνωμοδοτήσεις, δεν συνιστούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά έγγραφα με ειδική ρύθμιση από το νόμο και εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 340 του ΚΠολΔ, όπως άλλωστε ισχύει, σύμφωνα με τα άρθρα 387 και 390 του ΚΠολΔ, και για τις γνωμοδοτήσεις των ιατρών πραγματογνωμόνων που διόρισε το δικαστήριο ή με τις γνωμοδοτήσεις, που συντάχθηκαν με αίτηση κάποιου διαδίκου και προσκομίζονται από αυτόν, από ιατρούς, ως πρόσωπα με ειδικές γνώσεις επιστήμης (ΑΠ 445/2019, ΑΠ 765/2017, ΑΠ 1046/2017 ΑΠ 353/2007).

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες μέμφονται το Εφετείο, ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 15.4.2015 ψυχιατροδικαστικής γνωμοδότησης του Χ. Τ., Ψυχιάτρου Επιμελητή Α'ΕΣΥ, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ο οποίος κατηγορηματικά κατέληγε στο συμπέρασμα ότι ο Σ. Μ., μέχρι και την εισαγωγή του στη Παμμακάριστο, στις 18.7.2005, δηλαδή σε χρόνο μετά τη σύνταξη του επίμαχου πληρεξουσίου που έγινε στις 24.6.2005, είχε απόλυτη συνείδηση των πραττομένων και δικαιοπρακτική ικανότητα.

Με το παραπάνω περιεχόμενο, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι το Εφετείο, το οποίο πέραν του προδιαληφθείσων παραδοχών του, με την προσβαλλομένη απόφασή του απέρριψε το υποβληθέν ενώπιόν του αίτημα των εκκαλούντων να διατασσόταν η επανάληψη της δίκης κατ' άρθρο 254 ΚΠολΔ καθόσον δεν υπήρξαν κενά και αμφίβολα σημεία κατά τη διάσκεψη της υπόθεσης, δεδομένου ότι είχε ληφθεί υπόψη για το σχηματισμό της ουσιαστικής κρίσης του η γνωμοδότηση του ψυχιάτρου Χ.

Τ., δεν στήριξε την κρίση του περί του αποδεικτέου γεγονότος της ανικανότητος προς δικαιοπραξία του Σ. Μ. αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο στην ως άνω εξώδικη γνωμοδότηση που συντάχθηκε κατ' αίτηση των προσκομισάντων αυτή αναιρεσειόντων, αλλά συνεκτίμησε αυτή, λαμβάνοντάς τη υπόψη, όπως ρητώς βεβαίωσε, με τα λοιπά μνημονευόμενα στην απόφασή του αποδεικτικά στοιχεία και κατέληξε σε συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρούν ορθό οι αναιρεσείοντες, ώστε δεν υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, αποδίδοντας στο εν λόγω έγγραφο περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό από το αληθινό λόγω εσφαλμένης ανάγνωσής του.

Από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.

Η έκθεση δε, στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως που θεμελιώνεται επ` αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση (ΑΠ 6/2022).

Η πληρότητα ή μη του δικογράφου της αγωγής ως προς την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση αυτής, εκτιμάται κυριαρχικώς από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1144/2021, ΑΠ 917/2017), ενώ ο Άρειος Πάγος ελέγχει την επάρκεια ή μη της θεμελίωσης της αγωγής, με βάση τις διακρίσεις της νομικής αοριστίας, της ποιοτικής αοριστίας και της ποσοτικής αοριστίας.

Η ανεπάρκεια των εκτιθέμενων στην αγωγή πραγματικών περιστατικών, σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή της, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 KπολΔ, ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος, ή ως αόριστη, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος (ΟλΑΠ 18/1998, ΑΠ 1144/2021, ΑΠ 1967/2006).

Αντίθετα, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν το ασκούμενο με την αγωγή ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθ. 8 και 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1573/1981, ΑΠ 1144/2021, ΑΠ 1452/2007, ΑΠ 963/2006)

.Κατά το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, "επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο". Ο λόγος ιδρύεται και αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση στην αγωγή των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος αυτής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ "όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει". Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298, 299, 330 του ιδίου Κώδικα, προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι: α) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), β) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή της παράλειψης, γ) υπαιτιότητα, που περιλαμβάνει το δόλο και την αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δ) πρόσφορη αιτιώδης συνάφεια μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς και αποτελέσματος, δηλαδή της ζημίας (ΑΠ 1115/2015).

Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. (ΑΠ 1563/2012, ΑΠ 1494/2008).

Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της κοινωνικώς επιβεβλημένης και από τη θεμελιώδη δικαιική αρχή της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων.

Ο χαρακτηρισμός της παράλειψης, ως παράνομης συμπεριφοράς, προϋποθέτει την ύπαρξη νομικής υποχρέωσης για επιχείρηση της παραλειφθείσας θετικής ενέργειας, η οποία (υποχρέωση) μπορεί να απορρέει από το νόμο, την δικαιοπραξία, την καλή πίστη, τις κρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις και συναλλακτικές αντιλήψεις, από προηγηθείσα συμπεριφορά του υπαιτίου ή από το γενικό πνεύμα του δικαίου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 200, 281, 288 ΑΚ (ΑΠ 1319/2022, ΑΠ 1144/2021, ΑΠ 1115/2015 ΑΠ 1734/2013).

Όσον αφορά την υπαιτιότητα, ο ενάγων πρέπει να επικαλεσθεί υπαίτια συμπεριφορά με τον χαρακτηρισμό είτε του δόλου είτε της αμέλειας, το δε δικαστήριο προβαίνει στον ειδικότερο προσδιορισμό του είδους της υπαιτιότητας στην συγκεκριμένη περίπτωση από την εκτίμηση των αποδείξεων, χωρίς να επέρχεται μεταβολή της βάσης της αγωγής.

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων και επέφερε πράγματι στην συγκεκριμένη περίπτωση το επιζήμιο αποτέλεσμα (ΑΠ 14/2021, ΑΠ 1563/2012, ΑΠ 1452/2007, ΑΠ 1494/2008).

Περαιτέρω, η ζημία ή αναλόγως η ηθική βλάβη ή η ψυχική οδύνη ενδέχεται να οφείλονται και σε αδικοπρακτική συμπεριφορά του προστηθέντος, δηλαδή, του προσώπου, το οποίο, με τη βούληση κάποιου άλλου, χαρακτηριζόμενου ως προστήσαντος, παρέχει σ' αυτόν, διαρκώς ή ευκαιριακά, υπηρεσίες διεκπεραίωσης των υποθέσεών του ή προώθησης των οποιωνδήποτε συμφερόντων του, εφόσον ενεργεί υπό τον έλεγχό του ή έστω υπό την επίβλεψή του, με την έννοια, ότι δεν απαιτούνται οπωσδήποτε δεσμευτικές ειδικές εντολές, αλλά αρκούν και γενικές οδηγίες στο πλαίσιο χαλαρής εξάρτησης, που επιτρέπει όμως μια γενική εποπτεία.

Εφόσον αυτό συμβαίνει, θεμελιώνεται κατά το άρθρο 922 του ΑΚ η αντικειμενική ευθύνη του προστήσαντος για τις ζημίες, τις οποίες παράνομα και υπαίτια προκάλεσε ο προστηθείς, με βάση τα επικαλούμενα στην αγωγή περιστατικά υπαιτιότητος του τελευταίου, με τον οποίο ο προστήσας συνευθύνεται εις ολόκληρο, όπως αυτό συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρ. 481, 486 και 926 του ίδιου Κώδικα (ΑΠ 838/2020, ΑΠ 2/2020, ΑΠ 1306/2018, ΑΠ 427/2015, ΑΠ 1361/2013, ΑΠ 280/2009, ΑΠ 605/2009).

Τέλος από τη διάταξη του άρθρου του 71 ΑΚ που ορίζει ότι "Το νομικό πρόσωπο ευθύνεται για τις πράξεις ή τις παραλείψεις των οργάνων που το αντιπροσωπεύουν, εφόσον η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που τους είχαν ανατεθεί και δημιουργεί υποχρέωση αποζημίωσης. Το υπαίτιο πρόσωπο ευθύνεται επιπλέον εις ολόκληρον", σε συνδυασμό και με αυτές των διατάξεων των άρθρων 65 εδ.

α και 67 εδ. α του ΑΚ, που ορίζουν αντίστοιχα ότι "το νομικό πρόσωπο διοικείται από ένα ή περισσότερα πρόσωπα" και ότι "όποιος έχει τη διοίκηση νομικού προσώπου, φροντίζει τις υποθέσεις του και το αντιπροσωπεύει δικαστικά και εξώδικα", συνάγονται τα ακόλουθα: Α) Οι νόμιμες υποχρεώσεις γενικώς των νομικών προσώπων για πράξη ή παράλειψη ουσιαστικώς αφορούν τα διοικούντα και εκπροσωπούντα αυτά όργανα, ήτοι τα φυσικά πρόσωπα δια των οποίων διεξάγονται οι υποθέσεις τους και ενσαρκώνεται η βούληση τους (ΑΠ 641/2011) Β) Εφόσον τα διοικούντα και εκπροσωπούντα το νομικό πρόσωπο όργανα, παραβιάσουν υπαιτίως με πράξη ή παράλειψη κανόνα που επιβάλλει επιταγή ή απαγόρευση στο νομικό πρόσωπο, τότε ευθύνονται και αυτά προσωπικά από αδικοπραξία.

Εξομοιώνεται δηλαδή η υπαίτια παράβαση από τα όργανα αυτά νόμιμης υποχρέωσης του νομικού προσώπου με υπαίτια παράβαση ίδιας νόμιμης υποχρέωσης. (ΑΠ 88/2018, ΑΠ 1723/2014). Κατά συνέπεια, τα διοικούντα και εκπροσωπούντα το νομικό πρόσωπο όργανα φέρουν προσωπική αδικοπρακτική ευθύνη για τις υπαίτιες παραβάσεις νομίμων υποχρεώσεων τόσο των ιδίων, όσο και των νομικών προσώπων (ΑΠ 246/2022, ΑΠ 263/2021, ΑΠ 253/2013).

Με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για το λόγο ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο με το να απορρίψει την αγωγή τους ως αόριστη κατά την αδικοπρακτική της βάση, κατά το μέρος που στρεφόταν κατά των δευτέρου έως έκτου των εναγομένων (ήδη αναιρεσιβλήτων) υπό την ιδιότητά τους, ως Προέδρου του ΔΣ της πρώτης εναγομένης τράπεζας (δευτέρου εναγομένου), Διευθυντή του κεντρικού καταστήματος της πρώτης εναγομένης (τρίτου εναγομένου), Διευθυντή Γραμματείας-Τμήματος Παραπόνων της πρώτης εναγομένης (τετάρτου εναγομένου), Διευθυντή Κανονιστικής Συμμορφώσεως της πρώτης εναγομένης (πέμπτου εναγομένου) και Υποδιευθυντή των Νομικών Υπηρεσιών της πρώτης εναγομένης (έκτου εναγομένου).

Από την παραδεκτή επισκόπηση (αρθ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) του δικογράφου της από 12.7.2007 (7117/2007) αγωγής, ως προς το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο χωρίο αυτής, στο οποίο εκτίθεται ότι "... είναι φανερό και ρητά συνομολογημένο στο άνω δικόγραφο (αίτηση ασφαλιστικών μέτρων της ογδόης των αναιρεσιβλήτων) ότι η πρώτη των αντιδίκων τράπεζα, διά των αρμοδίων οργάνων της, συνεργάστηκε ανεπίτρεπτα και παράνομα, με την κηδεμόνα της σχολάζουσας κληρονομίας Μ….., την οποία χρησιμοποίησε, καταφανέστατα και αναιδέστατα, ως δήθεν ασπίδα στις υποτιθέμενες πιέσεις μας (τα εξώδικά μας) και κυρίως υπέρ του να απεμπολήσει τις ευθύνες για τόκους υπερημερίας και αποζημίωση λόγω ηθικής μας βλάβης, θορυβηθείσα από την εξώδικη διαμαρτυρία μας της 12.6.2007...." και εν είδει υποθετικής ερωτήσεως "...

είναι άραγε συνήθης τραπεζική τακτική ένα και πλέον έτος μετά το αυθαίρετο και παράνομο ¨μπλοκάρισμα¨του λογαριασμού μας να δίδεται εγγράφως και εμπιστευτικώς πίσω από τη πλάτη μας πλήρης αναφορά περί του λογαριασμού μας σε τρίτο;.... είναι άραγε συνήθης τραπεζική τακτική δύο χρόνια και πλέον μετά την ...μετατροπή ενός ατομικού λογαριασμού σε κοινό να αρνείται η τράπεζα να καταβάλει τα χρήματα στους συνδικαιούχους;...

είναι άραγε συνήθης τραπεζική πρακτική να χρησιμοποιείται το Ελληνικό Δημόσιο ως ασπίδα ιδιωτικής τράπεζας για τη συγκάλυψη οφθαλμοφανούς κακουργηματικής παρανομίας (υπεξαίρεσης) και μάλιστα με την επίκληση των Ελληνικών Δικαστηρίων;...μας είναι προφανώς δύσκολο να εντοπίσουμε ποιος είναι ο χωρίς αμφιβολία υπαρκτός ενδοτραπεζικός πληροφοριοδότης τους, αλλά επίσης μας είναι ανεξήγητη η από την αρχή μέχρι σήμερα απολύτως παραβατική συμπεριφορά της τράπεζας και των οργάνων της έναντί μας και έναντι του θέματος του κοινού λογαριασμού, ενώ αν δεν υπήρχε ύποπτος λόγος άλλη, εντελώς απλή και σύννομη θα ήταν κάθε ενέργειά της....

όλη αυτή η αδικοπρακτική συμπεριφορά ενός εκάστου των εναγομένων ατομικώς και όλων μαζί συνδυαστικώς είναι ιδιαιτέρως προσβλητική, συκοφαντική για μας και προσβάλλει την τιμή και την υπόληψή μας..." προκύπτει ότι ουδεμία γίνεται επίκληση συγκεκριμένων περιστατικών παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς των παραπάνω εναγομένων, θεμελιωτικών της ευθύνης τους ως εκπροσωπούντος και προστηθέντων της πρώτης εναγομένης τράπεζας, και δη περιστατικών συνδεομένων με την συγκεκριμένη υπηρεσιακή αρμοδιότητα ενός εκάστου εξ αυτών κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, οι δε,υπό μορφή προβληματισμών, εκτιθέμενες αιτιάσεις κατά των εναγομένων δεν συνιστούν εννοιολογικώς ισχυρισμούς περί πραγματικών περιστατικών.

Συνεπώς ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.

Κατά τον αριθμό 11 β` του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις, που δεν προσκομίστηκαν. Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει στο αναιρετήριο: α) να αναφέρεται ο ισχυρισμός, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου λήφθηκε υπόψη το αποδεικτικό μέσο και η επίδρασή του στο διατακτικό, β) να προσδιορίζεται το αποδεικτικό μέσο ώστε να προκύπτει η ταυτότητά του, γ) να καθορίζεται το περιεχόμενό του, ώστε να μπορεί να κριθεί, αν είναι κρίσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του ισχυρισμού, δ) να εξειδικεύεται ο λόγος, για τον οποίο δεν έπρεπε να ληφθεί υπόψη και ε) να παρατίθενται οι κρίσιμες παραδοχές του δικαστηρίου (ΑΠ 77/2009, 324/2009, ΑΠ 1202/2011, ΑΠ 1665/2018).

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθμός 11 περ. γ` ΚΠολΔικ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 του ΚΠολΔ.

Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αρκεί δε μόνο η γενική αναφορά των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη το δικαστήριο η δε ειδική αναφορά της απόφασης σε κάποιο αποδεικτικό μέσο, ενόψει της κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ ελεύθερης εκτίμησης των ίσης αξίας αποδεικτικών μέσων, δεν σημαίνει ότι τα λοιπά δεν ελήφθησαν υπόψη.

Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (ΟλΑΠ 2/2008), ή κατ' άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (ΟλΑΠ 14/2005),ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ 489/2018) . Εξάλλου, επί παραπόνου για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν με επίκληση, πρέπει, για το παραδεκτό του λόγου αυτού, να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους ( ΑΠ 179/2019, AΠ 336/2012, ΑΠ 1851/2007).

Στη προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αναίρεσής τους αποδίδουν στην προσβαλλομένη απόφαση την από τον αριθμό 11 β'του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του την από 20.12.2007 ένορκη κατάθεση μάρτυρα του ψυχιάτρου Χ. Τ., σε ποινική δικογραφία του εβδόμου εναγομένου, η οποία είναι κρίσιμη καθόσον σ'αυτή το Εφετείο στηρίζει τη κρίση του ότι Σ.

Μ. βρισκόταν σε κατάσταση μόνιμης έκπτωσης των νοητικών και πνευματικών του λειτουργικών, την οποία δεν επικαλέστηκε, ούτε προσεκόμισε κανείς από τους αναιρεσιβλήτους ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, καθόσον οι αναιρεσείοντες ουδόλως καθορίζουν το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου, που λήφθηκε υπόψη,, τούτο δε πολύ περισσότερο αφού, σε συνδυασμό με τις παραδοχές της προσβαλλομένης στην οποία αναφέρεται ότι ο ψυχίατρος Χ.

Τ. "... αναφέρει την άποψή του σε σχέση με την πνευματική διαύγεια του Σ. Μ.,στην από 20.12.2007 ένορκη κατάθεση μάρτυρα σε ποινική δικογραφία του εβδόμου εναγομένου σχετικά με την επίσκεψη στο σπίτι αυτού και ενός συναδέλφου του..." δεν καθίσταται σαφές ποίος ο ενόρκως εξετασθείς μάρτυρας, λαμβανομένου υπόψη του ότι κατά τις παραδοχές του Εφετείου, λήφθηκε υπόψη η από 15.4.2015 ψυχιατροδικαστική γνωμοδότηση του Χ.

Τ., στην οποία διαλαμβάνεται ως ληφθείσα υπόψη η από …/2007 ένορκη κατάθεση του μάρτυρος Τ. Γ. (εβδόμου των εναγομένων) αριθμημένη με αύξοντα αριθμό …, και όχι άλλου προσώπου και δη του άνω ψυχιάτρου. Ακολούθως, με τον τέταρτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από την παραπάνω διάταξη του αριθμού 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, σύμφωνα με την οποία το Εφετείο κατά το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος συναφώς προς την διανοητική και πνευματική διαύγειας του Σ.

Μ. κατά το χρόνο υπογραφής του …../2005 συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου και την ικανότητά του να αντιληφθεί τις συνέπειες των πράξεών του, δεν έλαβε υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, παρακάτω αποδεικτικά μέσα, τα οποία ουδόλως αντέκρουσε, αν και κρίσιμα, ως αναφερόμενα στο αποδεικτέο θέμα και αντίθετα προς το αποδεικτικό πόρισμα.

Συγκεκριμένα: α) την από 29.4.2004 εξουσιοδότηση του Σ. Μ. υπογεγραμμένη από τον ίδιο με τη βεβαίωση της υπογραφής του από τον τότε πληρεξούσιο δικηγόρο του, Κ. Μ. β) το με αριθμό …./2004 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Χ. Π., δυνάμει του οποίου ο Σ. Μ. πώλησε και μεταβίβασε ακίνητό του σε τρίτο, υπογεγραμμένο από τον ίδιο με την ιδιότητα τόσο του πωλητή όσο και του παραστάντος για τον εαυτό του δικηγόρου, γ) την από 4.4.2011 ένορκη εξέταση του μάρτυρος Γ.

Κ. ενώπιον της 1ης Ειδικής Ανακρίτριας, 4) την από 22.3.2011 ένορκη εξέταση της μάρτυρος, συνοίκου στην ίδια πολυκατοικία που κατοικούσε ο Σ. Μ. και φίλης του, Α. Κ., ενώπιον της 1ης Ειδικής Ανακρίτριας και ε) την από 15.4.2015 ψυχιατροδικαστική γνωμοδότηση του Χ. Τ., Ψυχιάτρου Επιμελητή Α'ΕΣΥ και διδάκτορος του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι από την προσβαλλομένη απόφαση και ιδιαίτερα από την περιεχόμενη σ'αυτή βεβαίωση ότι εκτιμήθηκαν όλα τα προσκομισθέντα έγγραφα, με ειδική μάλιστα αναφορά στην ψυχιατροδικαστική γνωμοδότηση του ψυχιάτρου Χ. Τ., δεν καταλείπεται καμία απολύτως αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, τα οποία και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις για τη στήριξη, ως προς το παραπάνω ζήτημα του αποδεικτικού του πορίσματος, το οποίο είναι αντίθετο από εκείνο που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ορθό.

Εξ άλλου, ομοίως απορριπτέοι εξ αιτίας της καταδήλου αοριστίας τους είναι οι λόγοι αναίρεσης από τους αριθμούς 10 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, στους οποίους μετά παράθεση του εν λόγω άρθρου οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι οι λόγοι αυτοί "θα αναλυθούν διά των προσθέτων λόγων τους", πλην όμως, στο δικόγραφο των προσθέτων λόγων δεν διαλαμβάνονται αιτιάσεις σχετικές προς τις πλημμέλειες στις οποίες αφορούν.

Συνεπώς, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής να απορριφθούν και να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρθ.495 παρ. 4 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων που κατέθεσαν προτάσεις πρέπει να επιβληθούν, κατά το σχετικό αίτημά τους, εις βάρος των αναιρεσειόντων, λόγω της ήττας τους (αρθ. 176,183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ) κατά τα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6.5.2019 αίτηση αναίρεσης και τους προσθέτους λόγους αυτής κατά της με αριθμό 3330/2018 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Απριλίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Μαΐου 2023.

H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ