Supreme Court dismisses appeal against final judgment on car accident damages and costs due to lack of legal basis.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the final judgment of the Athens Court of Appeal regarding car accident damages. The appellant argued that the lower court failed to properly assess evidence concerning the predictability of legal costs and the statute of limitations. The court rejected these claims, finding the lower court's reasoning clear, convincing, and logically sound regarding the evidence presented.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(19) and 561(1) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal is inadmissible and must be rejected when the challenged judgment contains no exceptional circumstances warranting review and the lower court's reasoning on evidence assessment is clear and logical.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 747 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 747/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου και Χρήστο Βρυνιώτη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Κ. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αριστείδη Τριγώνη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 22-1-2018 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται. Του αναιρεσιβλήτου: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μανουσάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-6-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 12-7-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, καθώς και με την από 14-2-2005 αγωγή του Β. Σ., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2226/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8420/2007 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το ήδη αναιρεσίβλητο με την από 24-12-2008 αίτησή του.
Εκδόθηκε η 559/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3812/2012 μη οριστική και 610/2015 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19-2-2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Δημητρούλα Υφαντή, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ’ αριθ. 610/2015 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρ. 681Α ΚΠολΔ), με την οποία εκδικάσθηκε έφεση του αναιρεσίβλητου Επικουρικού Κεφαλαίου, η οποία έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν κατά την εκκληθείσα πρωτοβάθμιας απόφασης, η οποία εξαφανίσθηκε και ακολούθως απορρίφθηκε η αγωγή του αναιρεσείοντος επιδίκασης αποζημίωσης για την αποκατάσταση ζημιών που υπέστη από αυτοκινητικό ατύχημα και οφείλεται αποκλειστικά σε αμέλεια οδηγού αυτοκινήτου ασφαλισμένου για ζημιές τρίτων σε ασφαλιστικές εταιρείες των οποίων ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας και στη δικονομική τους θέση υπεισήλθε ως εκ του νόμου διάδοχος αυτών το αναιρεσίβλητο Επικουρικό Κεφάλαιο, του οποίου έγινε δεκτή από την προσβαλλόμενη απόφαση η προβληθείσα ένσταση διετούς παραγραφής, μετά την αναίρεση της προηγηθείσας υπ’ αριθ. 8420/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών με την οποία είχε απορριφθεί ως αόριστη η ίδια ένσταση παραγραφής του αναιρεσίβλητου Επικουρικού Κεφαλαίου.
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 247, 251, 298, 914 και 937 ΑΚ συνάγεται ότι, σε περίπτωση αδικοπραξίας, αφότου εκδηλώθηκε το ζημιογόνο γεγονός, γεννάται υπέρ του ζημιωθέντος αξίωση αποζημίωσης για την όλη ζημία, θετική και αποθετική, παρούσα ή μέλλουσα, αν είναι προβλεπτή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και όσο η δικαστική της επιδίωξη είναι δυνατή, η δε παραγραφή της αξίωσης αυτής είναι πενταετής και αρχίζει να τρέχει για όλες τις ζημίες ενιαίως, από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση των πρώτων επιζήμιων συνεπειών και του υποχρέου προς αποζημίωση (ΑΠ 1907/2007).
Γνώση της ζημίας για την έναρξη της παραγραφής νοείται η γνώση των επιζήμιων συνεπειών της πράξεως, όχι όμως και της εκτάσεως της ζημίας ή του ποσού της αποζημιώσεως. Έτσι, ο χρόνος της πενταετούς παραγραφής τρέχει και καταλαμβάνει όλες τις μερικότερες ζημίες του παθόντος, δηλαδή εκείνες, που έχουν επέλθει ή μέλλουν να επέλθουν, εκτός από εκείνες που δεν είναι προβλεπτή η επέλευσή τους κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων.
Συνεπώς, το γεγονός ότι ο παθών δεν μπορεί ακόμη να προσδιορίσει ακριβώς το μέγεθος της ζημίας, δεν εμποδίζει την έναρξη της παραγραφής. Αυτό ισχύει μόνο για εκείνες τις επιζήμιες συνέπειες, που μπορούν κατά την αντίληψη των συναλλαγών να προβλεφθούν -το χρόνο που ο παθών έλαβε γνώση της ζημίας γενικά- ως δυνατή συνέπεια της άδικης πράξης.
Αν, όμως, μεταγενέστερα γεννήθηκαν ή έγιναν αντιληπτές επιζήμιες συνέπειες, οι οποίες προηγουμένως ήταν απρόβλεπτες και απροσδόκητες, αρχίζει για την αξίωση προς αποκατάσταση αυτών νέα αυτοτελής παραγραφή, αφότου ο παθών έλαβε γνώση αυτών και της αιτιώδους συναφείας τους με την αδικοπραξία (ΑΠ 940/2001).
Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 261 εδ. α’ του ΑΚ, που ορίζει ότι η παραγραφή διακόπτεται με την έγερση της αγωγής, σε συνδυασμό με το άρθρο 221 παρ. 1 ΚΠολΔ, σε περίπτωση ασκήσεως αγωγής για μέρος μόνον της αποζημιώσεως, η επίδοσή της διακόπτει την παραγραφή μόνο για το μέρος αυτό, ως προς το οποίο δημιουργείται αντιστοίχως εκκρεμοδικία (Ολ.ΑΠ 23/1994).
Επομένως, αν ασκηθεί αγωγή αποζημιώσεως προς αποκατάσταση ορισμένων από τις ζημίες που προκλήθηκαν από την αδικοπραξία, όπως αυτή εξειδικεύεται στην αγωγή, μόνο οι ζημίες αυτές κατάγονται σε δικαστική κρίση και μόνον ως προς αυτές διακόπτεται η παραγραφή της αξιώσεως. Εάν μεταγενέστερα ασκηθεί άλλη κυρία αγωγή, περί καταβολής πρόσθετου ποσού αποζημιώσεως, από λόγους όμως που μπορούσαν να προβλεφθούν εξ υπαρχής, δεν ισχύει για την αξίωση αυτή η διακοπτική ενέργεια της πρώτης αγωγής, διότι η ζητούμενη με τη δεύτερη αγωγή πρόσθετη αποζημίωση είναι διάφορη απαίτηση για άλλο μέρος της ζημίας του παθόντος, εκτός εκείνου που είχε καταχθεί στη δίκη με την πρώτη αγωγή.
Έτσι, αν από το χρόνο γνώσεως από τον παθόντα των επιζήμιων συνεπειών της αδικοπραξίας παρήλθε πενταετία, η αξίωση αποζημιώσεως που κατάγεται σε κρίση με τη δεύτερη αγωγή, έχει υποκύψει στην παραγραφή (Ολ.ΑΠ 40/1996). Μόνον αν οι συνέπειες της αδικοπραξίας δεν είναι δυνατόν να υπολογισθούν, όταν καθορίσθηκε το ποσό της αρχικής αποζημίωσης, η παραγραφή της με τη δεύτερη αγωγή ασκούμενης αξιώσεως αρχίζει να διανύεται από τότε που ο δικαιούχος αυτής αντιλήφθηκε τις νέες επιζήμιες συνέπειες της αδικοπραξίας και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ εκείνων και αυτής (ΑΠ 1365/2010).
Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 268 εδ. α’ ΑΚ, κατά την οποία "κάθε αξίωση, που βεβαιώθηκε με τελεσίδικη απόφαση ή δημόσιο έγγραφο εκτελεστό, παραγράφεται μετά από είκοσι έτη και αν ακόμη η αξίωση καθ’ εαυτή υπαγόταν σε συντομότερη παραγραφή ή σε περίπτωση βεβαιώσεως με τελεσίδικη απόφαση της υπάρξεως αξιώσεως για θετική ζημία, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και αποθετική ζημία από αδικοπραξία, επέρχεται καταρχήν επιμήκυνση της πενταετούς παραγραφής του άρθρου 937 παρ. 1α’ ΑΚ σε εικοσαετή, αρχόμενη από την τελεσιδικία και ως προς το μέρος της όλης αξιώσεως αποζημιώσεως, της αναγόμενης σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου για τον οποίο επιδικάσθηκε αποζημίωση.
Και τούτο, γιατί και το μέρος αυτό της αξιώσεως, καίτοι δεν περιέχεται ειδική αναγνωριστική διάταξη στην απόφαση, θεωρείται ότι έχει βεβαιωθεί (εμμέσως) στην περίπτωση αυτή με την παρεμπίπτουσα δικαστική κρίση -η οποία είναι αναγκαία- για την ύπαρξη δικαιώματος αποζημιώσεως του παθόντος γενικώς για κάθε ζημία από την αδικοπραξία.
Η επιμήκυνση όμως του χρόνου της παραγραφής, κατά τους όρους του άρθρου 268 ΑΚ, προϋποθέτει αναγκαίως την ύπαρξη αξιώσεως, που δεν έχει υποκύψει στην μέχρι της τελεσιδικίας ισχύουσα παραγραφή, δεδομένου ότι η τελεσίδικη επιδίκαση της επίδικης τότε αξιώσεως δεν επιφέρει αναβίωση της αξιώσεως και κατά το μέρος που δεν έχει ασκηθεί και έχει πλέον αποσβεσθεί, λόγω παραγραφής, η οποία διέδραμε, χωρίς διακοπή κατ’ άρθρο 261 ΑΚ (Ολ.ΑΠ 24/2003, Ολ.ΑΠ 38/1996).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 1 περ. α’ - δ’ , 6 §§ 1, 2 και 5, 10, 17 και 19 του ν. 489/1976, όπως το άρθρο 10 ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 7 του Ν. 3557/2007, προκύπτει ότι, στις περιοριστικώς προβλεπόμενες περιπτώσεις της ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου για την καταβολή αποζημιώσεως στον ζημιωθέντα από αυτοκινητικό ατύχημα, η σχετική αξίωση του τελευταίου, όπως και εκείνη κατά του ασφαλιστή, παραγράφεται μετά την παρέλευση δύο ετών από την ημέρα του ατυχήματος, σε σχέση δε με τη διακοπή και την αναστολή της παραγραφής αυτής ισχύουν οι γενικές ρυθμίσεις των άρθρων 255 επ.
και 260 επ. του ΑΚ. Η διετής αυτή παραγραφή, αρχίζει, σύμφωνα και με το άρθρο 241 ΑΚ, από την επομένη της ημέρας του ατυχήματος, χωρίς η έναρξή της να επηρεάζεται από την εκ μέρους του δικαιούχου γνώση ή άγνοια της ζημίας και του προς αποζημίωση υποχρέου. Η αντίθετη συναφώς διάταξη του άρθρου 937 § 1 ΑΚ, με την οποία ρυθμίζεται γενικώς η παραγραφή των αξιώσεων αποζημιώσεως από αδικοπραξία, δεν μπορεί να εφαρμοσθεί επί της ως άνω αξιώσεως.
Και τούτο, γιατί παραγωγικός λόγος της αξιώσεως αυτής δεν είναι η αδικοπραξία αλλά απευθείας ο νόμος, ήτοι οι προαναφερθείσες διατάξεις του ν. 489/1976, με τις οποίες καθορίζονται οι προϋποθέσεις θεμελιώσεως της σχετικής ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου. Εφαρμόζεται όμως η διάταξη του άρθρου 25l ΑΚ, κατά την οποία, για την έναρξη της παραγραφής, απαιτείται η αξίωση να είναι δικαστικώς επιδιώξιμη, δηλαδή εναγώγιμη.
Αυτό συμβαίνει, όταν δεν υπάρχει κάποιος νομικός λόγος που να αποκλείει ή να παρεμποδίζει τη δικαστική επιδίωξη της αξιώσεως. Αντιθέτως, η ύπαρξη πραγματικών εμποδίων, όπως είναι και η εκ μέρους του δικαιούχου άγνοια της γενέσεως της αξιώσεώς του, δεν παρακωλύει την έναρξη της παραγραφής, αλλά είναι δυνατό με τη συνδρομή των σχετικών προϋποθέσεων, να αποτελεί λόγο αναστολής της.
Περαιτέρω, ο θεσμός της παραγραφής είναι δημόσιας τάξεως, γιατί εξυπηρετεί την ασφάλεια των συναλλαγών και τη βεβαιότητα του δικαίου, ενώ εξάλλου η καθιέρωση από το άρθρο 19 παρ. 2 του ν. 489/1986 της ως άνω διετούς παραγραφής υπηρετεί επιπλέον την ανάγκη ταχύτερης εκκαθαρίσεως των σχετικών υποθέσεων και δεν ενέχει περιορισμό του συνταγματικώς κατοχυρωμένου δικαιώματος παροχής δικαστικής προστασίας (άρθρο 20 παρ. 1 Σ.), δεδομένου μάλιστα ότι η επίκληση της παραγραφής αυτής μπορεί, με τη συνδρομή των σχετικών προϋποθέσεων, να αντιμετωπισθεί με τις αντενστάσεις για κατάχρηση δικαιώματος ή για αναστολή της (ΑΠ 21/2012, 64/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ’ αριθ. 610/2015 απόφαση του Εφετείου Αθηνών έγιναν δεκτά τα ακόλουθα, κατά την επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Με την υπ’ αριθμ. 1476/2004 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, η οποία εκδόθηκε επί ασκηθείσας εφέσεως κατά των 5941/2001 και 2297/2003 αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκαν επί της αρχικής από 24.2.2000 (αριθμ.
έκθ. κατάθ. .../2000) αγωγής του ίδιου ενάγοντος και κατά της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ", στη θέση της οποία υπεισήλθε το ν.π.ι.δ. με την επωνυμία Επικουρικό Κεφάλαιο, λόγω ανάκλησης της άδειας λειτουργίας της, και αφορούσε, εκτός των άλλων, αποζημίωση του ενάγοντος συνεπεία του τραυματισμού του, κρίθηκαν τελεσίδικα με δύναμη δεδικασμένου, που δεσμεύει και το παρόν Δικαστήριο, οι συνθήκες του ενδίκου ατυχήματος, η υπαιτιότητα αμφοτέρων των οδηγών των ζημιογόνων αυτοκινήτων, η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της οδικής συμπεριφοράς των εν λόγω οδηγών και του τραυματισμού που υπέστη ο ενάγων, το είδος και η έκταση του τραυματισμού του τελευταίου, καθώς και η ζημία του που αναφέρεται στον οριοθετηθέντα με την πρώτη αγωγή αυτή χρόνο, για τον οποίο του επιδικάστηκε εκτός των άλλων και αποζημίωση για τις δαπάνες νοσοκομειακής και ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης αυτού τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό κατά το αναφερόμενο σε αυτή (αγωγή) χρονικό διάστημα από την ημέρα του ένδικου ατυχήματος μέχρι τις 25.2.2000.
Ειδικότερα κρίθηκαν με δύναμη δεδικασμένου ότι στις 5.7.1999 και περί ώρα 13.00 στο ... ο ενάγων Γ. Κ., οδηγώντας την με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσυκλέτα, ιδιοκτησίας του, εκινείτο στην οδό ... με κατεύθυνση από Λ. Κηφισίας προς την πλατεία ... και συγκεκριμένα εκινείτο στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας της οδού ..., πλησίον της διαχωριστικής γραμμής, ενώ τον ακολουθούσε στην ίδια λωρίδα κυκλοφορίας και σε απόσταση περίπου 10 μέτρων το με αριθμό κυκλοφορίας ...
ΙΧΦ (επικαθήμενο) αυτοκίνητο με οδηγό τον εναγόμενο Ι. Μ., τον οποίο είχε προστήσει στην οδήγηση ο ιδιοκτήτης του Α. Ε., ότι το αυτοκίνητο αυτό κατά τον χρόνο του ατυχήματος ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην ασφαλιστική εταιρία "... ΑΕ", η άδεια της οποίας ανακλήθηκε με την απόφαση Κ3-876/28.1.2000 (ΦΕΚ 641/31.1. 2000, τ.
ΑΕ και ΕΠΕ) και στο σύνολο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών της υπεισήλθε το Επικουρικό Κεφάλαιο (άρθρ. 25 παρ. 4 ν.489/1976), ότι των ανωτέρω οχημάτων προπορευόταν ομόρροπα στη δεξιά όμως λωρίδα κυκλοφορίας της ιδίας οδού το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΔΧΦ βυτιοφόρο (26 τόνων) αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του Β. Σ., το οποίο οδηγούσε ο τελευταίος, και το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην ασφαλιστική εταιρία ..., ότι το τελευταίο αυτό όχημα αμέσως μόλις διήλθε τη διασταύρωση της οδού ...
με την οδό ..., προκειμένου να υπερβεί σταθμευμένα οχήματα στο δεξιό άκρο της λωρίδας που εκινείτο, ενήργησε προς τα αριστερά απότομο ελιγμό και εισήλθε εν μέρει στη αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, χωρίς προηγουμένως να ελέγξει αν σ’ αυτήν εκινούντο άλλα οχήματα και χωρίς να προειδοποιήσει τους οδηγούς αυτών για την κίνησή του αυτή, ότι η παράνομη αυτή οδική συμπεριφορά του είχε ως αποτέλεσμα να παρεμβληθεί στην πορεία της ανωτέρω δίκυκλης μοτοσυκλέτας, η οποία προσέκρουσε στον πίσω αριστερό τροχό του βυτιοφόρου και ανατράπηκε, ο δε οδηγός της Γ.
Κ. επέπεσε επί του οδοστρώματος και στη συνέχεια παρασύρθηκε από το φορτηγό αυτοκίνητο (...) που ακολουθούσε, ο οδηγός του οποίου, Ι. Μ., βρισκόταν υπό την επίδραση οινοπνεύματος, καθόσον ανιχνεύθηκε στον οργανισμό του οινόπνευμα σε ποσοστό 1,05 gr/Ι, ότι ο οδηγός αυτός, συνεπεία της κατάστασής του, δεν αντιλήφθηκε εγκαίρως τον ενάγοντα και τον παρέσυρε σε απόσταση 26 μέτρων, προκαλώντας σ’ αυτόν σοβαρές σωματικές κακώσεις, ότι το ατύχημα αυτό οφείλεται αφενός σε αμέλεια του οδηγού Β.
Σ., ο οποίος επιχείρησε να πραγματοποιήσει αλλαγή λωρίδας κυκλοφορίας χωρίς προηγουμένως να βεβαιωθεί αν από την ενέργεια του αυτή είναι δυνατόν να προκληθεί κίνδυνος ή παρακώλυση της κυκλοφορίας και χωρίς να καταστήσει έγκαιρα γνωστή την πρόθεσή του αυτή, χρησιμοποιώντας για το σκοπό αυτό τους δείκτες αλλαγής κατεύθυνσης, και αφετέρου σε αμέλεια του οδηγού Ι.
Μ., ο οποίος οδηγούσε το όχημα χωρίς να ασκεί τον αναγκαίο έλεγχο και εποπτεία αυτού και με μειωμένα αντανακλαστικά, συνεπεία της χρήσης οινοπνεύματος, και δεν αντιλήφθηκε έγκαιρα τον ενάγοντα που είχε καταπέσει επί του οδοστρώματος, ενώ δεν τηρούσε και την επιβαλλόμενη απόσταση ασφαλείας από την προπορευόμενη αυτού μοτοσυκλέτα, με αποτέλεσμα να παρασύρει και να συνθλίψει τον ενάγοντα με τον προτελευταίο δεξιό τροχό της καρότσας του οχήματός του, ότι ο ενάγων μεταφέρθηκε αυθημερόν στο νοσοκομείο ΚΑΤ, όπου εισήχθη στο Β’ Χειρουργικό Τμήμα, όπου διαπιστώθηκε ότι υπέστη πλήρη ρήξη ουρήθρας, ρήξη ορθού, εκτεταμένο ανοικτό πλαστικό τραύμα πρόσθιας έσω και οπίσθιας επιφάνειας αριστερού μηριαίου από το γόνατο μέχρι τη σύστοιχο λαγόνιο ακρολοφία, εκτεταμένη αποκόλληση υποδορίου περιοχής οσφύος συνεχόμενη με τη βλάβη του αριστερού μηριαίου, κατάγματα εξαρθρήματα αμφοτέρων των ιερολαγονίων αρθρώσεων, κατάγματα ηβοϊσχιακών κλάδων αριστερά με σημαντικού βαθμού διάσταση της ηβικής σύμφυσης, κάκωση δεξιού ισχιακού νεύρου με αισθητικές διαταραχές και έκπτωση της μυϊκής ισχύος των μυών, ότι για την αντιμετώπιση των ανωτέρω τραυμάτων υποβλήθηκε σε υπερηβική κυστεοστομία, κολοστομία, χειρουργικό καθαρισμό της περιοχής, με αφαίρεση των νεκρωτικών ιστών και τοποθέτηση δερματικών μοσχευμάτων και τοποθετήθηκε στη λεκάνη σύστημα εξωτερικής οστεοσύνθεσης, ότι την επομένη του ατυχήματος ημέρα διακομίστηκε στη μονάδα εντατικής θεραπείας του 401 Γενικού Στρατιωτικού Νοσοκομείου, όπου και νοσηλεύθηκε μέχρι τις 15.10.1999 και εκεί υπεβλήθη σε διατομή ουρήθρας και τελική κολοστομία, λόγω αποδιοργάνωσης ανελικού δακτυλίου μετατραυματικώς, με συνοδές βλάβες ουροποιητικού και πεπτικού, ότι, παρά την πραγματοποίηση των ως άνω επεμβάσεων, παρέμειναν σ’ αυτόν σοβαρά χειρουργικά προβλήματα (ρήξη υμενώδους ουρήθρας, αποκατάσταση κολοστομίας, χειρουργική αποσυμπίεση του ισχιακού νεύρου, βαρύτατη κάκωση λεκάνης), για την αποκατάσταση των οποίων την 16.10.1999 μεταφέρθηκε αεροπορικώς στις ΗΠΑ και εισήχθη αυθημερόν στο Γενικό Νοσοκομείο Μασαχουσέτης, όπου υπεβλήθη σε σειρά χειρουργικών επεμβάσεων και υπέστη πυελική ανάπλαση, ανάπλαση δεξιού ποδιού και ανάπλαση γεννητουροποιητικού συστήματος, ότι συνεπεία του τραυματισμού του παρουσιάζει απουσία στύσεων πέους και σημαντική βράχυνση αυτού, λόγω απουσίας αίσθησης, αποδίδεται δε το πρόβλημα της στυτικής δυσλειτουργίας σε ανεπάρκεια της σηραγγώδους αρτηρίας άμφω, και ότι μετά την έξοδό του από το ανωτέρω νοσοκομείο εμφανίζει μετατραυματική αποδιοργάνωση πυελικού δακτυλίου, με συνοδά ενοχλήματα, κακώσεις του πεπτικού και ουροποιητικού, ικανοποιητική πόρωση των καταγμάτων λεκάνης, μετά από εσωτερική οστεοσύνθεση, με λειτουργικά ενοχλήματα και αρθρίτιδα αριστερού ισχίου και δεξιάς ποδοκνημικής, ανεπάρκεια πρωκτικού σφιγκτήρα, με μόνιμη κολοστομία (παραμένει δεξαμενή του τεχνητού σφιγκτήρα στην υπογάστρια χώρα), και στένωση εγγύς μοίρας της ουρήθρας, μετά από κάκωση και τελικοτελική αναστόμωση, η δε στύση επιτυγχάνεται με τη βοήθεια ενδοπεϊκού ενθέματος και τέλος κενώνει ο ίδιος την κύστη του με καθετηριασμό.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι κατά το χρονικό διάστημα από 23.8.2002 (ημερομηνία κατά την οποία απολύθηκε από τον Ελληνικό Στρατό) μέχρι 25.6.2004 ο ενάγων, για να αντιμετωπίσει τα προβλήματα υγείας του, που του προξένησε το ένδικο ατύχημα, υπεβλήθη στις ακόλουθες δαπάνες νοσοκομειακής και ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, συνολικού ποσού 139.257,39 $ ΗΠΑ, και συγκεκριμένα:
αα) στις 25.9.2002 εισήλθε στο νοσοκομείο ..., όπου διενεργήθηκε χειρουργική επέμβαση στα γεννητικά του όργανα, για την επέμβαση αυτή, κατέβαλε στο νοσοκομείο, 770 $ ΗΠΑ για τη νάρκωση, στην οποία υποβλήθηκε, και 1.500 $ ΗΠΑ για αμοιβή του χειρουργού Α. Μ., κατέβαλε δηλαδή συνολικά το ποσό των (770 + 1.500) 2.270 $ ΗΠΑ, ββ) για τη μετεγχειρητική επίσκεψη στις 19.11.2002 στον θεράποντα ιατρό του D.
S. κατέβαλε 66 $ ΗΠΑ, και στην ίδια κλινική, την ίδια ημερομηνία, για μια εξέταση για την αποκατάσταση του εντέρου του κατέβαλε το ποσό των 52 $ ΗΠΑ, γγ) στις 12.12.2002 υποβλήθηκε, στο νοσοκομείο ..., σε διορθωτική χειρουργική επέμβαση της κολοστομίας του, από τον ιατρό D. S. και κατέβαλε συνολικά το ποσό των 32.440,11 $ ΗΠΑ, δδ) για δύο ιατρικές επισκέψεις στις 15.1.2003 και 11.2.2003 κατέβαλε στο άνω νοσοκομείο ... 120 $ ΗΠΑ, εε) για ιατρικές εξετάσεις, που πραγματοποίησε στο ...
στις 18.3.2003 και 15.4.2003, κατέβαλε το ποσό των 491 $ ΗΠΑ, στ) για διάφορες ιατρικές εξετάσεις, που πραγματοποίησε στη ... στις 1.4.2003 και 15.4.2003 κατέβαλε το ποσό των 928 $ ΗΠΑ, ζζ) για τα έξοδα παραμονής, νοσηλείας και τη χειρουργική επέμβαση καθαρισμού αποκαταστάσεως της κολοστομίας του, στην οποία υποβλήθηκε στις 5.5.2003 (διάρκεια νοσηλείας από 2.5.2003 έως 6.5.2003), καθώς και τις αναγκαίες εξετάσεις, που προηγήθηκαν και ακολούθησαν την επέμβαση κατέβαλε στο νοσοκομείο ...
το ποσό των 36.252,88 $ ΗΠΑ, ηη) κατά την ως άνω επέμβαση της 5.5.2003 κατέβαλε επίσης το συνολικό ποσό των 1.886 $ ΗΠΑ, θθ) στις 13.6.2003 οδηγήθηκε εκ νέου στο χειρουργείο του νοσοκομείου ... και υποβλήθηκε σε νέα επέμβαση στα γεννητικά όργανα και την κολοστομία του. Προς το σκοπό αυτό παρέμεινε στο άνω νοσοκομείο από τις 13.6.2003 έως 19.6.2003 και κατέβαλε το ποσό των 35.066,50 $ ΗΠΑ, για τα έξοδα παραμονής, νοσηλείας, χειρουργείου, καθώς και τις αναγκαίες εξετάσεις, που προηγήθηκαν και ακολούθησαν την επέμβαση, ιι) στις 27.1.2004 κατέβαλε το ποσό των 150 $ ΗΠΑ στο Γενικό Νοσοκομείο της Μασαχουσέτης, για την αμοιβή του πλαστικού χειρουργού που τον εξέτασε, ιαια) στο ίδιο νοσοκομείο κατέβαλε στις 3.1.2004 το ποσό των 989 $ ΗΠΑ για διάφορες μικροβιολογικές και βιοχημικές εξετάσεις, που έκανε στις 23.1.2004, 29.1.2004 και 4.2.2004, ιβιβ) στις 14.2.2004 κατέβαλε το ποσό των 82,50 $ ΗΠΑ στο Νοσοκομείο ... in, για μία επίσκεψή του, ως εξωτερικού ασθενή και ανάλυση ούρων, και ιγιγ) για την αγορά διαφόρων φαρμάκων και καθετήρων ...
και convatec, κατέβαλε κατά την ανωτέρω περίοδο, το ποσό των 28.554,40 $. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων στις 11.10.2014 εξετάσθηκε από τον διορισθέντα πραγματογνώμονα ιατρό χειρουργό Ε. Τ., ο οποίος γνωμάτευσε ότι εξαιτίας των πρωτοποριακών και σχεδόν πειραματικών επεμβάσεων στις οποίες υποβλήθηκε ο ενάγων, ήτοι α.
η εμφύτευση τεχνητού πρωκτικού σφιγκτήρα και η εμφύτευση ενδοπροθέσεων με αντλία για τη στύση υπήρξαν επιπλοκές για την αντιμετώπιση των οποίων χρειάστηκαν επανεπεμβάσεις και θεραπείες και συγκεκριμένα ενώ στις 27.7.2001 τοποθετήθηκε στον ενάγοντα τεχνητός πρωκτικός σφιγκτήρας, λόγω της διάβρωσης της αντλίας αφαιρέθηκε αυτή, ακολούθως δε στις 12.4.2002 αφαιρέθηκε ολόκληρος ο τεχνητός πρωκτικός σφιγκτήρας, ο οποίος και επανατοποθετήθηκε μεταγενέστερα, β.
η πεϊκή ενδοπρόθεση τοποθετήθηκε μέσα στο 2002 και λόγω της επιφανειακής τοποθέτησής της στις 8.11.2002 έγινε επανατοποθέτησή της βαθύτερα με νέα χειρουργική επέμβαση, γ. η αποκατάσταση της κολοστομίας και η εκ νέου τοποθέτηση τεχνητού πρωκτικού σφιγκτήρα έγινε μέσα στο 2003, υπήρξαν επιπλοκές εξαιτίας των οποίων οι επανεπεμβάσεις ήταν απαραίτητες αφού αφενός μεν χωρίς τεχνητό πρωκτικό σφιγκτήρα δεν θα μπορούσε να γίνει η σύγκλιση της κολοστομίας γιατί θα υπήρχε ακράτεια κοπράνων, αφού ο πρωκτικός σφιγκτήρας ήταν κατεστραμμένος, αφετέρου δε χωρίς την πεϊκή ενδοπρόθεση δεν θα μπορούσε να έχει μια στοιχειώδη ερωτική ζωή.
Επίσης, ο ως άνω πραγματογνώμονας αναφέρει ότι, λόγω του ότι από το 2000 όταν μέσω του διαγνωστικού ελέγχου αναδείχθηκε η πλήρης ανεπάρκεια της συραγγώδους αρτηρίας, ήταν σαφές ότι θα χρειαζόταν τεχνητά βοηθήματα της στυτικής λειτουργίας και ότι, λόγω των πολλαπλών ουρολογικών επεμβάσεων στις οποίες είχε υποβληθεί, η πιθανότητα επιπλοκών ήταν πολύ μεγάλη, ότι το ίδιο ίσχυε και για τον τεχνητό πρωκτικό σφιγκτήρα, ο οποίος παρουσίασε επιπλοκές, γνωμάτευσε δε ότι κατά το αναφερόμενο από 23.8.2002 έως 25.6.2004 χρονικό διάστημα έγινε σύγκλιση της κολοστομίας, η οποία είχε αντιμετωπιστεί αρχικά προσωρινά, και επανένωση του εντέρου δεδομένου ότι η κολοστομία και η επανένωση του εντέρου δεν αποκαταστάθηκαν από μόνα τους παρόλη την νεαρή ηλικία του ενάγοντος και ότι ο ενάγων έχει καταστεί ανάπηρος σε ποσοστό 67%, όπως άλλωστε έχει κριθεί και από την αρμόδια Υγειονομική Επιτροπή, δεδομένου ότι η λειτουργία της αφόδευσης δεν επιτελείται φυσιολογικά, η χειρουργική επέμβαση για τη δημιουργία κολοστομίας έχει δημιουργήσει συμφύσεις εξαιτίας των οποίων μπορεί να προκληθεί συμφυτικός ειλεός με επίσχεση αερίων και κοπράνων, ο συνεχής καθημερινός καθετηριασμός της ουροδόχου κύστεως οδηγεί σε επιπλοκές, η πεϊκή ενδοπρόθεση και ο τεχνητός πρωκτικός σφιγκτήρας παρουσιάζουν επιπλοκές, φθορές, αστοχία υλικών και χρειάζονται συντήρηση και πιθανώς αντικατάσταση, και ότι εξαιτίας του συντριπτικού κατάγματος της λεκάνης-ισχύων ο ενάγων υποφέρει από αρθρίτιδα, ιπποδομία, μυϊκή ατροφία, αδυναμία πλήρους κινητικότητας των κάτω άκρων και ειδικά του δεξιού άκρου ποδός και πιθανόν να χρειαστεί κάποια επανεπέμβαση.
Εξάλλου ο διορισθείς από το εκκαλούν Επικουρικό Κεφάλαιο τεχνικός σύμβουλος ορθοπεδικός χειρουργός Γ. Σ., ο οποίος εξέτασε τον ενάγοντα την αυτή ημερομηνία που εξετάστηκε ο τελευταίος από τον ως άνω πραγματογνώμονα, γνωμάτευσε ότι στο νοσοκομείο ΚΑΤ, όπου αρχικά νοσηλεύθηκε ο ενάγων, αντιμετωπίστηκε χειρουργικά η ρήξη της ουρήθρας με προσωρινή υπερηβική κυστεοστομία, η ρήξη του ορθού με προσωρινή κολοστομία ενώ η ιππουρική συνδρομή δηλαδή ο τραυματισμός και η διατομή της ιππούριδας, δηλαδή του θυσάνου από νευρικές ρίζες που καταλήγουν χαμηλά στην περιοχή του ιερού οστού, με συνέπεια να προκαλούνται σοβαρές λειτουργικές διαταραχές στα όργανα που νευρώνονται από την ιππούριδα, όπως είναι ο σφιγκτήρας του πρωκτού, η ουροδόχος κύστη, η λειτουργία της στύσης, αφέθηκε να αντιμετωπιστεί με επεμβάσεις στο μέλλον.
Ότι κατά την μετάβαση του ενάγοντος στο Γενικό Νοσοκομείο Μασαχουσέτης τον Οκτώβριο του 1999 έγινε χρονολογική ιεράρχηση των βλαβών και αρχικά o τελευταίος υποβλήθηκε σε αναδιάταξη της οστεοσύνθεσης της λεκάνης και επανατοποθέτηση της εξωτερικής οστεοσύνθεσης αφού πρώτα, για λόγους διευκόλυνσης, μεταφέρθηκε η κολοστομία από πλάγια σε πρόσθια περιοχή, ότι τον Ιανουάριο του 2000 ο ενάγων υποβλήθηκε σε κυστεοσκόπιση και ουρηθροτομή για στένωση της ουρήθρας και τον Φεβρουάριο του 2000 σε διόρθωση της ιπποδομίας, δηλαδή της πτώσης του δεξιού άκρου ποδιού λόγω της πάρεσης του ισχιακού νεύρου και έγινε τενοντομετάθεση, ενώ η αντιμετώπιση των βλαβών της ιππουριδικής συνδρομής αφέθηκε να γίνει αργότερα αφού πρώτα θα είχε σταθεροποιηθεί η λεκάνη και αφού θα είχε διερευνηθεί η δυνατότητα ανταπόκρισης στη θεραπεία αυτών των βλαβών.
Ότι οι θεράποντες ιατροί του στις ΗΠΑ στα σημειώματά τους και ειδικότερα στο από 18.12.2000 σημείωμα που υπογράφεται από τον M. V. αναφέρουν ότι λόγω της έλλειψης αίσθησης προς αφόδευση και απουσίας στύσεων απαιτούνται χειρουργικές επεμβάσεις προκειμένου να ολοκληρωθεί η ουρολογική αποκατάσταση και να αναστραφεί η κολοστομία του, για τις οποίες θα απαιτηθεί το ποσό των 100.000 δολαρίων ΗΠΑ.
Ότι οι επεμβάσεις στις οποίες υποβλήθηκε ο ενάγων μετά τον Αύγουστο του 2002 αφορούσαν την σύγκλιση της κολοστομίας, η οποία υπήρχε εξ υπαρχής και για την οποία μέχρι τότε δεν είχε γίνει καμία προσπάθεια καθώς και στην επανατοποθέτηση τεχνητού σφιγκτήρα του πρωκτού και ενδοπεϊκής πρόθεσης και ότι όλες οι επεμβάσεις ήταν εξ αρχής προβλέψιμες αφού οι βλάβες προήλθαν από την ιππουριδική συνδρομή, την πάρεση του ισχιακού νεύρου και τη ρήξη του ορθού, βλάβες οι οποίες διαγνώστηκαν αμέσως μετά το ένδικο ατύχημα.
Ότι ο ενάγων, λόγω της βαρύτητας των κακώσεών του έχει καταστεί ανάπηρος, αναπηρία η οποία ήταν αναμενόμενη λόγω των πολλαπλών και σοβαρών κακώσεων σε μαλακά μόρια και οστά αλλά κυρίως σε ζωτικά όργανα αλλά και των σοβαρών νευρολογικών βλαβών του ισχιακού νεύρου και της ιππουρίδας με συνέπεια την παράλυση του νεύρου αλλά και παράλυση του σφιγκτήρα του ορθού, της κύστεως και του απαγωγού νεύρου με συνέπεια στυτική δυσλειτουργία.
Στο από 22.1.2000 έγγραφο του Γενικού Νοσοκομείου Μασαχουσέτης που υπογράφει ηλεκτρονικά ο ιατρός F. M.G., αναφέρεται ότι ο ενάγων τον Ιανουάριο του 2000 υποβλήθηκε σε κυστεοσκόπηση και ουρηθροτομή cold knife για στένωση της ουρήθρας, του τοποθετήθηκε μια τροποποιημένη αντλία έγχυσης Murphy που περνούσε από τον υπερηβικό του σωλήνα και έβγαινε μέσω του καθετήρα Foley, του συνεστήθη δε να εξετασθεί μετά πάροδο τριών εβδομάδων για πιθανή αφαίρεση του καθετήρα Foley.
Στο από 27.6.2000 έγγραφο του Γενικού Νοσοκομείου Μασαχουσέτης που υπογράφει ο G. T., υπεύθυνος του ορθοπεδικού τομέα, αναφέρεται ότι ο ενάγων, μετά την άφιξή του στη Βοστώνη στις 16.10.1999, εισήχθη στο προαναφερόμενο νοσοκομείο και υπεβλήθη σε μια σειρά χειρουργικών επεμβάσεων προκειμένου να βελτιωθούν τα ορθοπεδικά, γαστρεντερικά τραύματα και το τραύμα της ουρήθρας, ειδικότερα υπέστη ανάπλαση πυελική, δεξιού ποδιού και του γεννητοουροποιητικού συστήματος, ότι χρειάζεται περαιτέρω εγχειρήσεις για την ολοκλήρωση της ουρολογικής του αποκατάστασης και για την αντιστροφή της κολοστομίας του, ότι χρειάζεται να παραμείνει στη Βοστώνη για μία πρόσθετη περίοδο έξι έως εννέα μηνών, μπορεί και περισσότερο, και ότι για τις περαιτέρω εγχειρήσεις θα απαιτηθεί ποσό τουλάχιστον 100.000 δολαρίων.
Στο από 30.6.2000 έγγραφο που υπογράφει ο I. G., καθηγητής ουρολογίας, και απευθύνεται στον G. M.G., MD, του Γενικού Νοσοκομείου Μασαχουσέτης, αναφέρεται ότι, εξαιτίας του ένδικου τροχαίου ατυχήματος, η ουρήθρα του ενάγοντος είχε διαρρηχθεί και είχε αποκατασταθεί από τον Δρα G. M.G. στο Γ.Ν. Μασαχουσέτης, ότι ο ενάγων κάνει αυτοκαθετηριασμό τρεις φορές την ημέρα του σχετιζόμενου νευρολογικού του τραυματισμού και της υποπτευόμενης απουσίας του αντανακλαστικού του εξωστήρος, ότι εξ αιτίας των προβλημάτων του ενάγοντος με τον σφιγκτήρα της έδρας του έγινε κολοστομία, ότι ο ενάγων δεν είχε στύσεις από τον χρόνο του ατυχήματος, μολονότι έγινε προσπάθεια στύσης με λήψη Viagra και αυτο-ενέσεων, ότι έχει βράχυνση του πέους και έκδηλα μειωμένη αίσθηση στο πέος, ότι εξαιτίας του ατυχήματος είχε πολλαπλά τραύματα στα οποία περιλαμβάνονται κολοστομία και στυτική δυσλειτουργία, ότι έχει ανεπάρκεια της σηραγγώδους αρτηρίας και σύνδρομο ιππουρίδας με μειωμένη αίσθηση στα γεννητικά όργανα και μετατραυματική γεννητική νευροπάθεια.
Στο από 24.7.2000 έγγραφο που υπογράφει ο M. B. S., MD, του Ιατρικού Κέντρου της Βοστώνης (Νευρο -Ουρολογικό και Ουροδυναμικό Εργαστήριο) αναφέρεται ότι η ουροδόχος κύστη του ενάγοντος έχει ελαττωμένη ενδοτικότητα κατά την πλήρωση, ότι δεν καταγράφηκε σύσπαση του εξωστήρα μετά από πλήρωση του όγκου 285 cc, ότι υπάρχει απουσία αντανακλαστικού του εξωστήρος νευρογενούς αιτιολογίας και απονεύρωση σφιγκτήρος.
Στο από 1.9.2000 έγγραφο που υπογράφει ο M. V., MD, Διευθυντής του Τομέα Υπηρεσιών Ορθοπεδικών Τραυμάτων, Ορθοπεδικό Τμήμα του Γ.Ν. Μασαχουσέτης αναφέρεται ότι η κατάσταση του ενάγοντος, μολονότι ο τελευταίος έχει υποστεί μία σειρά χειρουργικών επεμβάσεων ελπίζοντας να βελτιωθούν τα ορθοπεδικά, γαστρεντερικά του τραύματα και το τραύμα της ουρήθρας, και μείζονα ανάπλαση "πολλαπλών συστημάτων", δεν αναμένεται να βελτιωθεί και ότι η αναπηρία του που υπερβαίνει το 70% θα είναι μόνιμης φύσης.
Στο από 18.12.2000 έγγραφο που υπογράφει ο προαναφερόμενος M. V., αναφέρεται ότι απαιτούνται πρόσθετες χειρουργικές επεμβάσεις προκειμένου να ολοκληρωθεί η ουρολογική του αποκατάσταση και να αναστραφεί η κολοστομία του, ότι για να ολοκληρωθούν αυτές οι δύο θεραπείες θα απαιτηθούν πολλές και επανειλημμένες θεραπείες, το κόστος των οποίων θα ανέλθει στο ποσό των 100.000 δολαρίων.
Στο από 4.8.2005 έγγραφο που υπογράφει ο M. V., MD, Διευθυντής Χειρουργικού Ορθοπεδικού Τμήματος της Ορθοπεδικής Χειρουργικής Ιατρικής Σχολής Χάρβαρντ, αναφέρεται ότι ο ενάγων ήταν ασθενής του στο Γ.Ν. Μασαχουσέτης, ότι για την διευθέτηση των πολλών προβλημάτων του εξαιτίας του ένδικου ατυχήματος έχει ασχοληθεί μαζί του καθόσον ο ενάγων είχε κάταγμα λεκάνης με σχετικές κακώσεις στα πυελικά νεύρα, τα οποία νευρώνουν το ορθόν έντερο και το ουροποιητικό σύστημα, ότι όταν ο ενάγων έφθασε στις ΗΠΑ είχε μία σοβαρή δυσμορφία της λεκάνης, η οποία αποκαταστάθηκε χειρουργικά σε ικανοποιητική στάση, ότι του έγινε ανασυγκρότηση της ουρήθρας πλην όμως αυτή δεν ήταν απολύτως επιτυχής με συνέπεια να συνεχίζει να αυτοκαθετηριάζεται (δεν μπορεί να κενώσει την κύστη του), ότι η στύση του επιτυγχάνεται με τη βοήθεια του ενδοπεϊκού ενθέματος, ότι εξαιτίας της ανεπάρκειας του πρωκτικού σφιγκτήρα λόγω της βλάβης των νεύρων έχουν τοποθετηθεί πέντε ενθέματα στον υπογάστριο χώρο του προκειμένου να μπορεί ο ίδιος να κενώνει το έντερο του.
Βάσει λοιπών όλων των ανωτέρω αποδεικνύεται ότι οι προαναφερόμενες χειρουργικές επεμβάσεις στις οποίες υπεβλήθη ο ενάγων μετά τις 23.8.2002 και μέχρι τις 25.6.2004 στις ΗΠΑ αφορούν επεμβάσεις στα γεννητικά όργανα και στην κολοστομία, στην αποκατάσταση του εντέρου, στην διόρθωση της κολοστομίας, στον καθαρισμό αποκατάστασης της κολοστομίας, δηλαδή χειρουργικές επεμβάσεις, οι οποίες ήταν προβλεπτές και αναμενόμενες κατά τους κοινούς κανόνες και τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και γνωστές στον ενάγοντα από τις 5.7.1999, ενώ δεν οφείλονται σε μεταγενέστερη απροσδόκητη, κατά τα ιατρικά δεδομένα, δυσμενή εξέλιξη των παραπάνω σωματικών βλαβών του και σε απρόβλεπτη επιδείνωση της καταστάσεως της υγείας του, αφού η αντιμετώπιση των προβλημάτων της ρήξης της υμενώδους ουρήθρας και του ορθού αντιμετωπίστηκαν αρχικά μόνον προσωρινά καθόσον έπρεπε να αντιμετωπιστούν οι λοιπές κακώσεις, και ιδίως το κάταγμα της λεκάνης, στην οποία έγινε αναδιάταξη της οστεοσύνθεσης και επανατοποθέτηση της εξωτερικής οστεοσύνθεσης, αφού πρώτα είχε μεταφερθεί η κολοστομία από πλάγια σε πρόσθια περιοχή, και το οποίο (κάταγμα) έπρεπε πρώτα να σταθεροποιηθεί ώστε να είναι δυνατή η επέμβαση στα ζωτικά όργανα που υπάρχουν πλησίον της λεκάνης.
Κατόπιν των ανωτέρω και δεδομένου ότι οι δαπάνες (νοσοκομειακής και ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης), όπως προαναφέρθηκε, στις οποίες υποβλήθηκε ο ενάγων το χρονικό διάστημα από 23.8.2002 μέχρι τις 25.6.2004 ήταν προβλεπτές κατά την άσκηση της πρώτης από 24.2.2000 αγωγής του επί της οποίας εκδόθηκε η τελεσίδικη 1476/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία δημοσιεύθηκε μετά τη συμπλήρωση της διετούς παραγραφής με συνέπεια να μην δύναται να γίνει λόγος για εικοσαετή παραγραφή (268 ΑΚ), πρέπει η νομίμως προταθείσα από το εκκαλούν Επικουρικό Κεφάλαιο ένσταση παραγραφής, την οποία επαναφέρει με την υπό κρίση έφεσή του να γίνει δεκτή ως και ουσιαστικά βάσιμη αφού από την ημέρα του ατυχήματος (5.7.1999) μέχρι την άσκηση της υπό κρίση αγωγής την 1.7.2004 (ημερομηνία κατά την οποία επεδόθη στο εκκαλούν η ένδικη αγωγή) είχε παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της διετίας με συνέπεια οι ένδικες αξιώσεις να είναι παραγεγραμμένες σύμφωνα με τα άρθρα 19 παρ. 2 και 10 παρ. 2 του ν. 489/1976.
Περαιτέρω βάσει των ως άνω αποδεικνύεται ότι ο ενάγων έχει καταστεί ανάπηρος εφόρου ζωής σε ποσοστό τουλάχιστον 67%, αφού δεν είχε στύσεις, λόγω του ακρωτηριασμού του πέους, υπήρχε σχεδόν πλήρης ανεπάρκεια του πρωκτικού σφιγκτήρα, αφού ο τελευταίος ήταν κατεστραμμένος, υπήρχε ρήξη της υμενώδους ουρήθρας, με συνέπεια να υποβληθεί σε προσωρινή υπερηβική κυστεοστομία και ακρωτηριασμό του πέους, ενώ η πάροδος τριών μηνών από το ένδικο ατύχημα χωρίς σημεία ανάληψης της νευρικής βλάβης συνιστά μόνιμη αναπηρία, μη επιδεχόμενη θεραπείας, γεγονός το οποίο ήταν γνωστό στον ενάγοντα, οι τυχόν δε επεμβάσεις σε αυτή την περίπτωση συνίστανται στην πιθανή μερική βελτίωση της ποιότητας της ζωής του ασθενούς και όχι στην ίαση και αποκατάσταση της υγείας του, η οποία έχει πληγεί καίρια αφού, ως προαναφέρθηκε, υπάρχει έλλειψη αίσθησης προς αφόδευση, η οποία πραγματοποιείται από τον ίδιο αφού αυτός αφαιρεί τα κόπρανα με γάντι, και απουσία στύσεων, οι οποίες τεχνητά υπάρχουν λόγω της πεϊκής ενδοπρόθεσης που του έχει τοποθετηθεί.
Εξάλλου από την 1.9.2000, όταν παρεδόθη στον ενάγοντα το με ίδια ημερομηνία έγγραφο που υπογράφει ο M. V., MD, Διευθυντής του Τομέα Υπηρεσιών Ορθοπεδικών Τραυμάτων, Ορθοπεδικό Τμήμα του Γ.Ν. Μασαχουσέτης το οποίο επιγράφεται ΒΕΒΑΙΩΣΗ ΑΝΑΠΗΡΙΑΣ και στο οποίο αναφέρεται ότι η κατάστασή του, μολονότι αυτός έχει υποστεί μία σειρά χειρουργικών επεμβάσεων ελπίζοντας να βελτιωθούν τα ορθοπεδικά, γαστρεντερικά του τραύματα και το τραύμα της ουρήθρας, και μείζονα ανάπλαση "πολλαπλών συστημάτων", δεν αναμένεται να βελτιωθεί και ότι η αναπηρία του που υπερβαίνει το 70% θα είναι μόνιμης φύσης, ο ενάγων γνώριζε ότι είχε καταστεί ανάπηρος εφόρου ζωής.
Βάσει των ανωτέρω οι συνέπειες της αδικοπραξίας και του τραυματισμού του ενάγοντος, συνακόλουθα και η έκταση της ζημίας του -κατά την έννοια αυτής που προσδιορίστηκε στη μείζονα σκέψη- επομένως και η ένδικη αξίωση του άρθρου 931 ΑΚ ήταν γνωστή στον ενάγοντα μετά από πάροδο τριών μηνών από την ημέρα του ατυχήματος άλλως από την 1.9.2000 όταν εγγράφως του γνωστοποιήθηκε και δεν οφείλεται σε μεταγενέστερη απροσδόκητη, κατά τα ιατρικά δεδομένα, δυσμενή εξέλιξη των σωματικών βλαβών του και σε απρόβλεπτη επιδείνωση της καταστάσεως της υγείας του.
Κατά συνέπεια πρέπει η νομίμως προταθείσα από το εκκαλούν Επικουρικό Κεφάλαιο ένσταση παραγραφής, την οποία επαναφέρει με την υπό κρίση έφεσή του, να γίνει δεκτή ως και ουσιαστικά βάσιμη αφού η αξίωση του ενάγοντος που ασκήθηκε με την κρινόμενη από 25.6.2004 αγωγή έχει παραγραφεί λόγω παρελεύσεως διετίας τουλάχιστον από την 1.9.2000, οπότε ο ενάγων, κατά τα προεκτεθέντα, έλαβε γνώση της εκτάσεως της ζημίας του και η οποία συμπληρώθηκε πριν από την άσκηση της ένδικης αγωγής, αφού -κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη- ούτε η άσκηση της προηγούμενης αγωγής, ούτε οι επιχειρηθείσες στο πλαίσιο εκείνων των δικών διαδικαστικές πράξεις διέκοψαν την παραγραφή και την προαναφερόμενη μη περιλαμβανόμενη σ’ εκείνη ένδικη αξίωση.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο επομένως, το οποίο απέρριψε την ένσταση παραγραφής ως αόριστη έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και πρέπει θεωρουμένης της ένστασης ως ορισμένης και νόμιμης να γίνει δεκτή ως και ουσιαστικά βάσιμη και να απορριφθεί η ένδικη αγωγή ως παραγεγραμμένη, δεκτού γενομένου ως ουσιαστικά βασίμου του σχετικού λόγου της υπό κρίση έφεσης".
Το Εφετείο με το να δεχθεί με τις ανωτέρω σκέψεις τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης του αναιρεσίβλητου κατά της αντιθέτως κρίνασας πρωτόδικης απόφασης, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή που είχε ασκήσει ο αναιρεσείων, αφού απορρίφθηκε η ένσταση διετούς παραγραφής του αναιρεσίβλητου, ως αόριστη, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 1 περ.
α’ -δ’ , 6 παρ. 1, 2 και 5, 10, 17 και 19 του ν. 489/1976, όπως το άρθρο 10 ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 7 του ν. 3557/2007 και 241, 251, 255 και 260 του ΑΚ. Αυτά δε καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, ότι οι ένδικες δαπάνες νοσοκομειακής και ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης στις οποίες υποβλήθηκε ο αναιρεσείων - ενάγων το χρονικό διάστημα από 23-8-2002 μέχρι 25-6-2004 ήταν προβλεπτές κατά την άσκηση της πρώτης από 24-2-2000 αγωγής του επί της οποίας εκδόθηκε η τελεσίδικη 1476/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία όμως δημοσιεύθηκε μετά τη συμπλήρωση της διετούς παραγραφής με συνέπεια να μη δύναται να γίνει λόγος για επιμήκυνση σε εικοσαετή παραγραφή (άρθρο 268 ΑΚ) με τελικό αποτέλεσμα από την ημέρα του ατυχήματος 5.7.1999 και σε κάθε περίπτωση από τις 24.2.2000 που ασκήθηκε η πρώτη αγωγή του αναιρεσείοντος, άλλως από την 1-9-2000 που ο ενάγων έλαβε γνώση της εκτάσεως της ζημίας του όσο συνδυάζεται με την αξίωσή του από τη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ μέχρι την άσκηση της υπό κρίση αγωγής την 1-7-2004, κατά την οποία επιδόθηκε στο αναιρεσίβλητο η ένδικη αγωγή να παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της διετίας και να παραγραφούν οι ένδικες αξιώσεις, πληρούν το πραγματικό των νομικών εννοιών της γενέσεως της αξιώσεως, του προβλεπτού της και της παραγραφής της με την πάροδο άκαρπου του νόμιμου χρόνου και δικαιολογούν την παραδοχή της ένστασης παραγραφής του αναιρεσίβλητου και την απόρριψη της ένδικης αγωγής.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον μοναδικό λόγο του αναιρετηρίου, κατά το ένα μέρος του, με το οποίο αποδίδεται στην προβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης. Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ πιο πάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου του νόμου 489/1976 και του ΑΚ τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με το μοναδικό λόγο του αναιρετηρίου, κατά το άλλο μέρος του, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης. Εξ άλλου, ο ίδιος μοναδικός λόγος της αναίρεσης κατά την σ’ αυτόν κατά το άλλο μέρος του περιλαμβανόμενη αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το ίδιο πιο πάνω προαναφερόμενο κρίσιμο ζήτημα περί του κατά πόσον δηλαδή οι ένδικες αγωγικές δαπάνες και η αντίστοιχη ζημιογόνος συνέπειά τους για τον αναιρεσείοντα ήταν προβλεπτές από αυτόν σε χρόνο μεγαλύτερο της διετίας αναδρομικά από την άσκηση της υπό κρίση αγωγής με βάση όσα αναλυτικά προαναφέρθηκαν ανωτέρω και τα αντίστοιχα επιχειρήματα του αναιρεσίβλητου και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα του αναιρεσείοντος, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, και βρίσκονται κατά τον αναιρεσείοντα σε αντίθεση:
με το ότι οι ένδικες ζημιογόνες συνέπειες δεν ήταν προβλεπτές ούτε από την ημέρα του ατυχήματος, ούτε από την άσκηση της πρώτης από 24.2.2000 αγωγής του αναιρεσείοντος, ούτε από την 1-9-2000 που έλαβε γνώση της έκτασης των σωματικών του βλαβών όσο συνδυάζονται με την αξίωσή του αποζημιώσεως από τη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση και στις ειδικότερες αιτιολογίες της που προαναφέρθηκαν, με τον ίδιο δε λόγο κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου του οποίου δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθρ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων του αναιρεσείοντος, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Μετά από αυτά η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε’ του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει κατ’ άρθρ. 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1.1.2016). Τέλος, ο αναιρεσείων που νικήθηκε στη δίκη πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19-2-2017 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης .../20-2-2017 αίτηση του Γ. Κ. για αναίρεση της υπ’ αριθ. 610/2015 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων στο Δημόσιο Ταμείο.
Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Μαρτίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Απριλίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ