Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds for challenging a court's factual assessment of a contract clause.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the lower court's decision regarding a bonus payment in a consultancy contract. The appellant argued the appellate court misinterpreted a specific clause, but the court found this constituted an error of fact rather than a legal error. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible under Article 561 of the Code of Civil Procedure.
Legislator headnote
AI generatedArticles 672, 673, 652 of the Civil Code; Article 561 of the Code of Civil Procedure: An appeal challenging a court's evaluation of a contract clause based on factual interpretation is inadmissible if it amounts to an error of fact rather than a legal error.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 747 / 2015 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 747/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, και Δήμητρα Κοκοτίνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση, στο Κατάστημά του, την 24η Μαρτίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΥΣΑΣ: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΡΟΓΝΩΣΤΙΚΩΝ ΑΓΩΝΩΝ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟΥ Α.Ε", που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Νικολάου -Σέργιου Σακαλή και κατέθεσε προτάσεις.
ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: Σ. Α. του Μ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου Σταυρούλας Καρπαθάκη-Δανιήλ, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-8-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1690/2012 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 1749/2014 Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ήδη αναιρεσείουσα με την από 26-5-2014 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Κοκοτίνη ανέγνωσε την από 18-11-2014 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Δημητρίου Κόμη, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 672 ΑΚ, καθένα από τα μέρη έχει δικαίωμα να καταγγείλει οποτεδήποτε τη σύμβαση για σπουδαίο λόγο, χωρίς να τηρήσει προθεσμία, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 673 ΑΚ, αν ο σπουδαίος λόγος, για τον οποίο έγινε η καταγγελία, συνίσταται ή οφείλεται σε αθέτηση της σύμβασης, εκείνος που την αθέτησε έχει υποχρέωση σε αποζημίωση.
Ως σπουδαίος λόγος θεωρείται κυρίως η ουσιώδης παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεων, αλλά και άλλα περιστατικά ή ακόμη και μεμονωμένο περιστατικό, εξαιτίας των οποίων δεν είναι δυνατόν, κατ’ αντικειμενική κρίση, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, να αξιωθεί από οποιοδήποτε εκ των συμβαλλομένων μερών η συνέχιση της σύμβασης μέχρι τη συμφωνημένη ή την εκ του νόμου υποχρεωτική λήξη της.
Σε περίπτωση επίκλησης από τον καταγγέλλοντα περισσότερων περιστατικών, αρκεί η έρευνα του ενός από αυτά, εφόσον αυτό δικαιολογεί πράγματι την πρόωρη λύση της σύμβασης, διαφορετικά ερευνάται το σύνολο αυτών και αν αθροιστικά αυτά επιβαρύνουν την εργασιακή σχέση σε τέτοιο βαθμό, ώστε να καθίσταται για τον καταγγέλλοντα μη ανεκτή η συνέχισή της.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 652 ΑΚ, ο εργοδότης έχει το διευθυντικό δικαίωμα να ρυθμίζει κάθε τι που ανάγεται στην οργάνωση και τη λειτουργία της επιχειρήσεώς του, προκειμένου να επιτύχει τους εν γένει σκοπούς της, περιοριζόμενος μόνο από το νόμο και από τους όρους της σύμβασης, όπως αυτή ερμηνεύεται κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη.
Συνεπώς, κάθε τροποποίηση όρου της σύμβασης εργασίας εκ μέρους του εργοδότη, η οποία δεν επιτρέπεται σε αυτόν από τη σύμβαση ή το νόμο, αποτελεί βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης σε βάρος του εργαζόμενου. Η μεταβολή, όμως, αυτή δεν επιφέρει αυτοδικαίως τη λύση της σύμβασης, ούτε υποχρεώνει τον εργαζόμενο να την αποδεχθεί ή να αποχωρήσει από την υπηρεσία του, αλλά, εάν μεν η σύμβαση είναι αορίστου χρόνου, του παρέχει το δικαίωμα να θεωρήσει τη μεταβολή, κατά το άρθρο 7 του ν. 2112/1920, ως καταγγελία της σύμβασης εκ μέρους του εργοδότη και να ζητήσει την προβλεπόμενη από το νόμο αποζημίωση, εάν δε η σύμβαση είναι ορισμένου χρόνου, οπότε δεν έχει εφαρμογή ο ν. 2112/1920 και ειδικότερα το άρθρο 7 αυτού, του παρέχεται το δικαίωμα να την καταγγείλει κατά το άρθρο 672 ΑΚ για σπουδαίο λόγο, και να ζητήσει, κατ’ άρθρο 673 ΑΚ, από τον αθετήσαντα τους όρους της σύμβασης εργοδότη την καταβολή αποζημίωσης, συνισταμένης στους μισθούς του χρονικού διαστήματος από την καταγγελία και μέχρι τη λήξη της σύμβασης.
Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 57, 59, 281, 288, 648, 652, 914 και 932 ΑΚ, προκύπτει ότι, αν η ως άνω βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης, υπό τις περιστάσεις υπό τις οποίες επιχειρείται, είναι αντίθετη προς την καλή πίστη και ενέχει καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη, με αποτέλεσμα την παράνομη προσβολή της προσωπικότητας του μισθωτού, μπορεί ο τελευταίος να αξιώσει από τον υπαίτιο, εκτός των άλλων, και χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από τον υποβιβασμό και την ανεπίτρεπτη επαγγελματική του μείωση.
Περαιτέρω, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1εδ. α’ ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (ΟλΑΠ 2/2013, 7/2006, 4/2005).
Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ’ επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης (ΟλΑΠ 7/2014,2/2013).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους, δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες.
Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 15/2006).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής ουσιώδη πραγματικά περιστατικά, σχετικά με τους δύο πρώτους λόγους αναιρέσεως: Ότι το Διοικητικό Συμβούλιο της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας, κατά τη συνεδρίασή του στις 27-12-2007, αποφάσισε την πρόσληψη του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου ως ειδικού συμβούλου και ειδικότερα ως Γενικού Επιχειρησιακού Υπεύθυνου, με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου και έναντι μηνιαίας αμοιβής ύψους 13.000 ευρώ.
Ότι, σε εκτέλεση της σύμβασης αυτής, συνήφθη μεταξύ των διαδίκων η από 27-12-2007 "σύμβαση ειδικού συμβούλου’, με την οποία συμφωνήθηκαν τα εξής: α)Τα καθήκοντα του ενάγοντος συνίσταντο στον σχεδιασμό, την εποπτεία ανάπτυξης και τον συντονισμό υλοποίησης των πάσης φύσεως εταιρικών λειτουργιών της εναγομένης, συμπεριλαμβανομένων των συστημάτων ελέγχου, μεθόδων αξιολόγησης, επιχειρηματικών υποδομών και στρατηγικού σχεδιασμού, τον έλεγχο των δαπανών, την υποβολή εισηγήσεων στη Διοίκηση για την εξασφάλιση της απρόσκοπτης και αποτελεσματικής λειτουργίας όλων των μονάδων της εναγομένης, καθώς και τις πάσης φύσεως εταιρικές λειτουργίες όλων των μονάδων της και την εκπροσώπηση της εναγομένης σε θεσμικούς φορείς, εποπτικές αρχές, επαγγελματικές ενώσεις, οργανισμούς κλπ.
Ο ενάγων θα αναφέρονταν για τα καθήκοντά του αυτά αποκλειστικά στο Διοικητικό Συμβούλιο και το Διευθύνοντα Σύμβουλο (όρος 2 της συμβάσεως). β) Η χρονική διάρκεια της σύμβασης συνομολογήθηκε για διάστημα τεσσάρων (4) ετών, με έναρξη, για όλες τις νόμιμες και συμβατικές συνέπειες, την 1-2-2008 και λήξη στις 31-1-2012, με δυνατότητα μονομερούς παράτασης από την εναγομένη για ένα (1) επί πλέον έτος.
Σε περίπτωση δε που η εναγομένη θα προχωρούσε σε καταγγελία της μεταξύ τους σύμβασης πριν την, κατά τα ανωτέρω, συμφωνηθείσα ημερομηνία λήξης, θα κατέβαλε στον ενάγοντα αποζημίωση ίση με το άθροισμα των μηνιαίων αποδοχών του μέχρι τη μεταξύ τους συμφωνηθείσα ημερομηνία αυτοδίκαιης λήξης της σύμβασης (όρος 3).
γ) Η απασχόληση του ενάγοντος θα λάμβανε χώρα σε καθημερινή βάση, υπό την έννοια της πλήρους και αποκλειστικής απασχολήσεως (όρος 4 της σύμβασης). δ) Οι μηνιαίες τακτικές αποδοχές του ενάγοντος καθορίστηκαν στο ποσό των 13.000 ευρώ, πλέον των αναλογούντων δώρων εορτών και επιδόματος αδείας, παρακρατουμένων των ασφαλιστικών εισφορών και του αναλογούντος φόρου.
Για κάθε δε εταιρική χρήση, αρχής γενομένης από την εταιρική χρήση 2008, η εναγομένη ανέλαβε την υποχρέωση, αναλόγως του ύψους των κερδών, να καταβάλει στον ενάγοντα, ως κίνητρο απόδοσης, ετήσια έκτακτη αμοιβή (bonus), οι όροι και το ύψος του οποίου συγκεκριμενοποιήθηκαν με την σύμβαση μόνο για τη χρήση 2008, ενώ για τις υπόλοιπες χρήσεις η αμοιβή αυτή θα καθορίζονταν με εισήγηση του Διοικητικού Συμβουλίου και απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων και θα καταβάλλονταν στον ενάγοντα στο τέλος κάθε εταιρικής χρήσης (όροι 6 και 7 της σύμβασης).
Δέχεται, στη συνέχεια, το Εφετείο, ότι ο ενάγων από την έναρξη της λειτουργίας της μεταξύ αυτού και της εναγομένης σύμβασης παρείχε σε αυτή τις ως άνω υπηρεσίες του, ενώ πολύ σύντομα και συγκεκριμένα με την από 17-3-2008 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης του παρασχέθηκε το δικαίωμα να υπογράφει και να δεσμεύει την εναγομένη, χωρίς χρηματικό όριο, με εντάλματα πληρωμής προς τρίτους και τραπεζικές επιταγές, καθώς και η δυνατότητα κίνησης των τηρούμενων στις τράπεζες λογαριασμών της εναγομένης.
Ότι η εξέλιξη του ενάγοντος συνεχίστηκε και τον Ιούνιο του έτους 2008 εξελέγη αυτός νέο εκτελεστικό μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης, σε αντικατάσταση του παραιτηθέντος μέλους Δ. Π.. Ότι κατά την 3η συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης, στις 26-1-2009, ο ενάγων ορίστηκε Αναπληρωτής Διευθύνων Σύμβουλος, με καθήκοντα αντίστοιχα με αυτά που περιγράφονται στην ως άνω από 27-12-2007 σύμβαση.
Ότι ο ενάγων διακρίθηκε στα διευρυμένα καθήκοντα που του ανατέθηκαν, όπως καταθέτουν όλοι οι μάρτυρες απόδειξης, με βάση και τους επιτευχθέντες από την εναγομένη στόχους. Ότι η συμπεριφορά της εναγομένης έναντι του ενάγοντος μεταβλήθηκε με την αλλαγή της Διοίκησής της, στις 30-12-2009, στην οποία (νέα Διοίκηση) δεν περιλαμβανόταν ο ενάγων.
Έκτοτε άρχισε σταδιακά ο παραγκωνισμός του. Συγκεκριμένα, στις 7-1-2010, αφαιρέθηκαν από τον ενάγοντα όλα τα δικαιώματα υπογραφής που του είχαν παρασχεθεί, ενώ, κατά την κοπή της πρωτοχρονιάτικης πίτας των στελεχών της εταιρείας, καμία μνεία δεν έγινε στον ίδιο ονομαστικά, σε αντίθεση με τους συμβούλους της εναγομένης, οι οποίοι το πρώτον τοποθετήθηκαν στη Διοίκηση αυτής τότε, αλλά και σε κατώτερα στελέχη της.
Ότι κατά τα τέλη Ιανουαρίου 2010, ο ενάγων απομακρύνθηκε, κατόπιν ενεργειών της νέας Διοίκησης της εναγομένης, από το γραφείο που έως τότε του είχε παραχωρηθεί και τοποθετήθηκε σε άλλο, μισής σχεδόν επιφάνειας, και ευρισκόμενο σε διαφορετικό κτίριο από αυτό που ήταν εγκατεστημένη η Διοίκηση της εταιρείας.
Ότι σταδιακά, επίσης, άρχισε και ο παραγκωνισμός του ενάγοντος και στο καθ’ αυτό υπηρεσιακό επίπεδο, καθόσον, ενώ τον πρώτο καιρό μετά την αλλαγή της Διοίκησης και την τοποθέτησή του στο νέο γραφείο εζητείτο η γνώμη του και ο ίδιος ανταποκρινόταν, όπως άλλωστε προβλέπονταν και από τη σύμβασή του, στη συνέχεια η γνώμη του δεν εζητείτο για κανένα θέμα και δεν τον προσκαλούσαν στις συνεδριάσεις των στελεχών της εναγομένης.
Ότι αργότερα η εναγομένη πρότεινε στον ενάγοντα να αποχωρήσει οικειοθελώς με την είσπραξη του 30% της συμφωνηθείσας αποζημιώσεως (όρος 2 της συμβάσεως), πρόταση την οποία ο ενάγων απέκρουσε αμέσως. Ότι η απαλλαγή του ενάγοντος από τα ως άνω καθήκοντα της εποπτείας και του συντονισμού των πάσης φύσεως λειτουργιών της εναγομένης, η αδρανοποίησή του και, κυρίως, η ανάθεση σ’ αυτόν, στη συνέχεια, καθηκόντων καταφανώς υποδεέστερων, έγινε μεν με βάση το διευθυντικό δικαίωμα της εναγομένης, χωρίς όμως να εξυπηρετεί τους σκοπούς του δικαιώματος αυτού, δηλαδή την κατά το δυνατόν καλύτερη αξιοποίηση της εργασίας του ενάγοντος και την προσφορότερη οργάνωση των υπηρεσιών της.
Πράγματι, όπως γίνεται δεκτό από το Εφετείο, η μη αξιοποίηση από την εναγομένη της μη αμφισβητούμενης απ’ αυτή ευδόκιμης υπηρεσίας του ενάγοντος και της πολύχρονης εμπειρίας του σε υψηλές θέσεις της ιεραρχίας (είχε προϋπηρεσία επί έτη ως στέλεχος του Χρηματιστηρίου Αθηνών), δεν εξυπηρετούσε καμία υπηρεσιακή της ανάγκη ή σκοπό.
Χαρακτηριστικό είναι ότι η εναγομένη δεν αμφισβητεί την εμπειρία του ενάγοντος, ούτε καταλογίζει σ’ αυτόν οποιαδήποτε πλημμέλεια ή ανεπάρκεια ως προς την άσκηση των καθηκόντων του, αλλά ισχυρίζεται ότι μετά την παύση του από τα καθήκοντα του Αναπληρωτή Διευθύνοντος Συμβούλου, δεν υπήρχε γι’ αυτόν αντικείμενο απασχόλησης.
Ο ισχυρισμός αυτός, ανεξαρτήτως του ότι δεν είναι πειστικός, προτείνεται αλυσιτελώς, καθόσον κρίσιμο εν προκειμένω δεν είναι η απαλλαγή του ενάγοντος από τα καθήκοντα του Αναπληρωτή Διευθύνοντος Συμβούλου, αλλά η αδρανοποίησή του μετά από τη θητεία του σε επιτελικές θέσεις και η εν συνεχεία θέση αυτού εκτός ιεραρχικής κλίμακας, καθ’ όσον ο ενάγων υπέκειτο ιεραρχικά μόνο στον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου και Διευθύνοντα Σύμβουλο, με την ανάθεση σε αυτόν καταφανώς υποδεέστερων συμβουλευτικών καθηκόντων εάν και εφόσον εζητείτο η γνώμη του, που αποτελούν μονομερή μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας του.
Ότι, στη συνέχεια, ακολούθησε η από 16-6-2010 επιστολή του νέου Διευθύνοντος Συμβούλου, Ι. Σ., με την οποία πρότεινε στον ενάγοντα, επικαλούμενος απρόοπτη μεταβολή των οικονομικών συνθηκών, καθώς και τις νέες επιχειρησιακές ανάγκες της εταιρείας, οι οποίες συνίσταντο στη διάσπαση της Γενικής Διευθύνσεως Λειτουργιών σε δύο Διευθύνσεις, την τροποποίηση των όρων της από 27-12-2007 σύμβασης εργασίας του, με παράταση του χρόνου διάρκειάς της για έντεκα μήνες, ήτοι μέχρι τις 31-12-2012, με καταβολή, όμως, μειωμένων ετήσιων μικτών αποδοχών, στις οποίες δεν θα περιλαμβάνονταν έκτακτες αποδοχές, και τον οριστικό πλέον περιορισμό των καθηκόντων του σε συμβουλευτικό ρόλο.
Με την επιστολή αυτή τάχθηκε στον ενάγοντα τριήμερη προθεσμία απάντησης, με την προειδοποίηση ότι, αν δεν αποδεχόταν την τροποποίηση αυτή των όρων της εργασιακής του σύμβασης, θα αναγκαζόταν η εναγομένη να προβεί σε καταγγελία της. Ότι ο ενάγων, με την από 18-6-2010 απαντητική επιστολή, αρνήθηκε την προταθείσα τροποποίηση των όρων της σύμβασης εργασίας του, εμμένοντας στους αρχικούς όρους αυτής και επισημαίνοντας ταυτόχρονα στην εναγομένη ότι τυχόν καταγγελία της σύμβασης θα ήταν άκυρη και παράνομη, ως γενομένη χωρίς σπουδαίο λόγο και κατά κατάχρηση δικαιώματος.
Δήλωσε δε με την επιστολή του, ότι θα ασκήσει δικαστικά όλα τα νόμιμα και συμβατικά δικαιώματά του από την αθέτηση των συμβατικών υποχρεώσεων της εναγομένης από την επίδικη σύμβαση. Ότι η εναγομένη, σε εκτέλεση της υπ’ αριθμ. 17/24-6-2010 απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου της, με το από 30-6-2010 έγγραφο αυτής, που επιδόθηκε στον ενάγοντα την 1-7-2010, κατήγγειλε (πρόωρα) τη μεταξύ τους, από 27-12-2007, σύμβαση εργασίας, χωρίς να του καταβάλει την προβλεπόμενη από τον όρο 3 της σύμβασης αυτής αποζημίωση, ίση με το άθροισμα των μηνιαίων τακτικών αποδοχών που θα ελάμβανε έως τη συμφωνηθείσα λήξη της, στις 31-1-2012.
Από τα ανωτέρω εκτιθέμενα, συνεχίζει το Εφετείο, αποδεικνύεται ότι ο ενάγων από το χρόνο της προσλήψεώς του μέχρι την 1-7-2010, που η εναγομένη κατήγγειλε πρόωρα τη μεταξύ τους σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, εργάστηκε ευσυνείδητα και με ζήλο, δεν ήταν ανεπαρκής, ούτε εκτελούσε πλημμελώς τα συμβατικά καθήκοντά του, ούτε ζημίωσε την εναγομένη κατά την εκτέλεση των καταστατικών καθηκόντων που του ανατέθηκαν με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής.
Ότι η απρόοπτη μεταβολή των οικονομικών συνθηκών, που επήλθε στη χώρα από το θέρος του έτους 2009, ουδεμία αρνητική επίδραση είχε στην λειτουργία και οικονομική ανάπτυξη της εναγομένης, η οποία εμφάνισε σημαντική κερδοφορία κατά τις χρήσεις των ετών 2008 και 2009. Συγκεκριμένα, η μικτή κερδοφορία της εταιρείας στα αριθμολαχεία (ΛΟΤΤΟ, ΠΡΟΤΟ, ΤΖΟΚΕΡ, ΕΧΤΡΑ 5, ΚΙΝΟ, SUPER 3) ανήλθε κατά την εταιρική χρήση 2009 στο συνολικό ποσό των 709.548.000 ευρώ, ενώ αυτή της προηγούμενης χρήσης (2008) ανήλθε στο συνολικό ποσό των 632.332.000 ευρώ, δηλαδή υπήρξε αύξηση 12,21% και για τον όμιλο ΟΠΑΠ ΑΕ ανήλθε συνολικά στο ποσό των 743.424.000 ευρώ για το έτος 2009 και στο συνολικό ποσό των 632.332.000 ευρώ για το έτος 2008, δηλαδή πραγματοποιήθηκε αύξηση 12,73%, όπως τα παραπάνω οικονομικά αποτελέσματα αναγράφονται στη δημοσιευθείσα Οικονομική Έκθεση Χρήσης 2009, που υπερψηφίστηκε από την 10η ετήσια τακτική Γενική Συνέλευση των μετόχων της στις 14-6-2010.
Ότι η εναγομένη προέβη στην αναδιοργάνωση των Γενικών Διευθύνσεών της, με τη διάσπαση της Γενικής Διεύθυνσης Λειτουργιών και Πληροφορικής σε δύο (Γενική Διεύθυνση Πληροφορικής και Γενική Διεύθυνση Παιγνίων). Ότι η πιο πάνω αναδιοργάνωση μπορούσε να γίνει χωρίς να παραβιαστεί κάποιος όρος της εργασιακής σύμβασης του ενάγοντος, αφού με βάση την ατομική σύμβαση εργασίας του είχε τη δυνατότητα να του αναθέσει την εποπτεία και τον συντονισμό των εν λόγω Γενικών Διευθύνσεων, τις οποίες ο τελευταίος επόπτευε και συντόνιζε, με βάση τα συμβατικά του καθήκοντα, πριν τη συγχώνευσή τους σε μία Γενική Διεύθυνση, την οποία συνέχιζε να εποπτεύει ο ενάγων, ασκώντας όμως καταστατικά καθήκοντα ως Αναπληρωτής Διευθύνων Σύμβουλος Επιχειρησιακών Θεμάτων.
Ότι η αφαίρεση από τη νέα Διοίκηση της εναγομένης των ως άνω καθηκόντων, που είχαν ανατεθεί στον ενάγοντα με προηγούμενη απόφαση του Διοικητικού της Συμβουλίου, στις 26-1-2009, η οποία βεβαίως ήταν ελευθέρως ανακλητή με όμοια απόφαση, δεν μπορούσε να επηρεάσει τη λειτουργία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, αφού με αυτή δεν προβλέπεται η άσκηση καταστατικών καθηκόντων από αυτόν.
Συνεπώς, καταλήγει το Εφετείο, εφόσον δεν συνέτρεξε σπουδαίος λόγος, που να ανάγεται σε πλημμελή εκτέλεση των συμβατικών καθηκόντων του ενάγοντος και οι προβαλλόμενοι οικονομοτεχνικοί λόγοι που επικαλέστηκε η εναγομένη δεν είναι τόσο σπουδαίοι και σοβαροί, ώστε να δικαιολογείται η πρόωρη λύση της επίδικης έννομης σχέσης, η από 1-7-2010 καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου του ενάγοντος είναι άκυρη και εξαιτίας της ακυρότητάς της δεν επήλθε η λύση της επίδικης εργασιακής σύμβασης, με αποτέλεσμα η εναγομένη να περιέλθει έκτοτε σε υπερημερία ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του ενάγοντος.
Ότι η εναγομένη υποστηρίζει ότι δεν απαιτείται η συνδρομή σπουδαίου λόγου για την καταγγελία της επίδικης σύμβασης εργασίας, διότι ο όρος 3 αυτής της παρείχε το δικαίωμα να λύσει πρόωρα και αναιτιωδώς τη μεταξύ τους σύμβαση. Τον εν λόγω ισχυρισμό απέρριψε ως αβάσιμο το Εφετείο, κρίνοντας ότι δεν είχε τέτοιο συμβατικό δικαίωμα η εναγομένη, αφού στην παράγραφο 3 του επίμαχου όρου 3 της σύμβασης γίνεται μνεία ότι ‘...
Σε περίπτωση κατά την οποία η Εταιρεία (εναγομένη) προχωρήσει μονομερώς στην καταγγελία και στη λύση της παρούσας σύμβασης πριν τη συμφωνηθείσα, σύμφωνα με τα ειδικότερα αναφερόμενα ανωτέρω, ημερομηνία λήξης της, θα καταβάλει στον Σύμβουλο (ενάγοντα) αποζημίωση ίση με το άθροισμα των μηνιαίων τακτικών αποδοχών τις οποίες λάμβανε ο Σύμβουλος μέχρι και την συμφωνηθείσα ημερομηνία λήξη της’ και ότι από το περιεχόμενο και τη διατύπωση του ως άνω κειμένου δεν καταλείπεται κανένα κενό ή αμφιβολία ως προς την αληθινή βούληση των αντισυμβαλλομένων μερών, ώστε να καθίσταται αναγκαία η προσφυγή του Δικαστηρίου στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών κατά τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών και για την καλόπιστη εκπλήρωση της παροχής από τον οφειλέτη, ούτε στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, αφού με τον ως άνω όρο δεν ρυθμίζεται το δικαίωμα της εναγομένης να καταγγείλει μονομερώς τη σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου πριν τη λήξη της, αλλά, αντίθετα, ρυθμίζεται συμβατικά η υποχρέωση της εναγομένης από το άρθρο 673 ΑΚ για καταβολή αποζημιώσεως στον ενάγοντα σε περίπτωση αθέτησης της σύμβασης εκ μέρους της ως προς τη συμφωνηθείσα διάρκειά της, με την πρόωρη καταγγελία της.
Ότι ο ανωτέρω συμβατικός όρος είναι καθ’ όλα έγκυρος, εφόσον ούτε το περιεχόμενο της αποζημιώσεως προσδιορίζεται από νόμο και συνεπώς μπορεί να ρυθμιστεί με σύμβαση, ούτε προσκρούει σε απαγορευτική διάταξη νόμου, αφού δεν αποκλείστηκε με τον εν λόγω όρο το δικαίωμα της εναγομένης για καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος οποτεδήποτε για σπουδαίο λόγο (άρθρο 672 ΑΚ).
Καταλήγει στη συνέχεια το Εφετείο ότι, εφόσον η εναγομένη κατήγγειλε πρόωρα τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας του ενάγοντος, χωρίς να συντρέχει σπουδαίος λόγος, ο τελευταίος έχει καταρχήν το δικαίωμα να απαιτήσει μισθούς υπερημερίας για το μετά την καταγγελία και μέχρι τη συμφωνημένη λήξη της σύμβασης χρονικό διάστημα, η οποία, ωστόσο, λύθηκε πριν τη λήξη της μετά την καταγγελία της από τον ενάγοντα, με την από 21-7-2010 έγγραφη δήλωση- καταγγελία του, που επιδόθηκε στην εναγομένη στις 26-7-2010, ο οποίος την κατήγγειλε για σπουδαίο λόγο, συνιστάμενο, πλην της αρνήσεως της εναγομένης να αποδέχεται τις προσφερόμενες υπηρεσίες του, στην προεκτεθείσα υπηρεσιακή του υποβάθμιση κατά προφανή υπέρβαση των ορίων της καλής πίστης στην άσκηση του διευθυντικού της δικαιώματος και στην αθέτηση εκ μέρους της ουσιωδών όρων της μεταξύ τους σύμβασης εργασίας, εξ αιτίας των οποίων δεν ήταν δυνατόν, κατ’ αντικειμενική κρίση, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, να αξιωθεί από τον ενάγοντα η συνέχιση της σύμβασης μέχρι τη συμφωνημένη λήξη της.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι ο ενάγων δικαιούται την κατ’ άρθρο 673 ΑΚ αποζημίωση, συνισταμένη στο άθροισμα των τακτικών αποδοχών του, που θα ελάμβανε έως τις 31-1-2012, καθώς και χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη στην προσωπικότητά του ως προς την επαγγελματική του αξία.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 672, 673, 57, 59, 281, 914 και 932 ΑΚ και 7 του ν. 2112/1920. Ειδικότερα, οι ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι η απαλλαγή του ενάγοντος από τα συμβατικά καθήκοντα της εποπτείας και του συντονισμού των πάσης φύσεως λειτουργιών της εναγομένης, η αδρανοποίησή του μετά από θητεία αυτού σε επιτελικές θέσεις, η εν συνεχεία ανάθεση σε αυτόν καθηκόντων καταφανώς υποδεέστερων και η πρόωρη καταγγελία της σύμβασης του χωρίς σπουδαίο λόγο, ασκήθηκε μεν από την εναγομένη με βάση το διευθυντικό της δικαίωμα, χωρίς όμως να εξυπηρετεί τους σκοπούς του δικαιώματος αυτού, δηλαδή την κατά το δυνατόν καλύτερη αξιοποίηση της εργασίας του ενάγοντος και την προσφορότερη οργάνωση των υπηρεσιών της, αποτελεί μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας του και συνιστά προσβολή της προσωπικότητάς του, επιφέρουσα σ’ αυτόν ηθική και επαγγελματική μείωση, που καθιστούν μη ανεκτή εκ μέρους του ενάγοντος τη συνέχιση της εργασιακής του σύμβασης, συνιστούν ορθή νομική υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στην έννοια της μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος και στην έννοια του σπουδαίου λόγου καταγγελίας αυτής.
Εξάλλου, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και δεν υπέπεσε στην, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια που του αποδίδεται με το δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου.
Οι ειδικότερες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, που προβάλλονται με το λόγο αυτό (δεύτερο), δηλαδή ότι: α) Δεν προσδιορίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση αν η μη αναφορά του ονόματος του αναιρεσιβλήτου στην κοπή της πρωτοχρονιάτικης πίτας έγινε με σκοπό την ηθική του μείωση ή την προσβολή της προσωπικότητάς του, β) Δεν αναφέρεται στην ίδια απόφαση εάν η μετακίνηση του αναιρεσιβλήτου σε άλλο γραφείο, μικρότερης έκτασης, και σε άλλο κτίριο από εκείνο που στεγάζεται η Διοίκησή της, επηρρέαζε έστω και στο ελάχιστο την παροχή των υπηρεσιών του σ’ αυτή βάσει των όρων της εργασιακής του σύμβασης και γ) Η αναιρεσιβαλλόμενη δέχεται ότι μετά τη μετακίνησή του ενάγοντος στο νέο του γραφείο (τέλος Ιανουαρίου 2010) συνέχιζε αυτή να τον απασχολεί, όπως ορίζεται στη μεταξύ τους σύμβαση, στη συνέχεια αναφέρει, αντιφατικά, ότι ‘αργότερα’ έπαψε να ζητεί την άποψή του και να τον καλεί στις συνεδριάσεις των στελεχών της, χωρίς να προσδιορίζει το χρόνο αυτό, κάτι το οποίο έχει ιδιαίτερη σημασία, λαμβανομένου υπόψη ότι από το τέλος Ιανουαρίου του 2010 και μέχρι την καταγγελία της σύμβασης του αναιρεσιβλήτου μεσολάβησαν πέντε (5) μήνες.
Επίσης δεν αναφέρει το χρονικό διάστημα κατά το οποίο η αναιρεσείουσα δεν ζητούσε τη γνώμη του και δεν τον καλούσε στις συνεδριάσεις και αν υφίστατο αντικειμενικά λόγος να το πράξει, εφόσον πλέον δεν κατείχε τη θέση του Αναπληρωτή Διευθύνοντος Συμβούλου, ώστε να ζητείται η άποψή του, είναι απορριπτέες.
Συγκεκριμένα, όσον αφορά τις δύο πρώτες αιτιάσεις, αυτές αναφέρονται απλώς ως εκδηλώσεις του παραγκωνισμού του αναιρεσιβλήτου και της εμφανούς υπηρεσιακής του υποβάθμισης, που συνιστούν μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας αυτού και για την πληρότητα της αιτιολογίας ως προς το κρίσιμο αυτό ζήτημα δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ύπαρξη πρόθεσης των εκπροσωπούντων την εναγομένη να προσβάλλουν την προσωπικότητα του ενάγοντος και ο επηρεασμός αυτού στην παροχή των υπηρεσιών του από τη μετακίνησή του σε μικρότερο γραφείο.
Το ίδιο ισχύει και για την υπό στοιχείο γ’ αιτίαση, καθόσον δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρεται ο ακριβής χρόνος που η εναγομένη έπαψε να ζητεί την άποψη του ενάγοντος, αν υφίστατο αντικειμενικά λόγος να τον προσκαλεί στις συνεδριάσεις και να ζητεί την άποψή του και ούτε υπάρχει αντίφαση στις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, κατά το μέρος που προβάλλεται.
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής ουσιώδη, σχετικά με τους τρεις τελευταίους λόγους αναίρεσης: Ότι σύμφωνα με τον όρο 7 της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, αυτός, πέραν των μισθολογικών παροχών του όρου 5 αυτής, θα εδικαιούτο έκτακτης αμοιβής (ως κίνητρο απόδοσης), εφόσον επιτευχθούν οι επιχειρησιακοί στόχοι, όπως αυτοί θα καθορίζονται ετησίως με εισήγηση του Διοικητικού Συμβουλίου και μετά από απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της εναγομένης, καταβαλλόμενο στον ενάγοντα στο τέλος κάθε εταιρικής χρήσης, ενώ σε περίπτωση λύσης της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης εργασίας πριν το συμφωνημένο χρόνο λήξης αυτής, η έκτακτη αμοιβή θα του καταβληθεί στο τέλος της οικείας εταιρικής χρήσης.
Ότι, όπως προκύπτει από τη διατύπωση του όρου αυτού, η καταβολή της έκτακτης αμοιβής δεν θα καταβάλλονταν σταθερά και τακτικά, αλλά τελούσε υπό την αίρεση της επίτευξης των επιχειρησιακών στόχων που ετίθεντο εκάστοτε από το Διοικητικό Συμβούλιο της εναγομένης και προϋπέθετε την έγκριση αυτών (επιχειρησιακών στόχων) από τη Γενική Συνέλευση των μετόχων της εναγομένης.
Ότι, πράγματι, με την από 6-5-2009 απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της εναγομένης, έλαβε χώρα προέγκριση των αμοιβών (αποζημιώσεων) των μελών του Διοικητικού της Συμβουλίου για τη συμμετοχή τους σε αυτό και σε επιτροπές για τη δέκατη (10η) εταιρική χρήση (από 1-1-2009 έως 31-12-2009), καθορίζοντας συνάμα την ετήσια έκτακτη αμοιβή σε μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου (μόνο για τον Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο και τον ενάγοντα ως εκτελεστικό μέλος του με χρέη Αναπληρωτή Διευθύνοντα Συμβούλου) για τη χρήση εκείνη.
Δέχεται στη συνέχεια το Εφετείο, ότι με την απόφαση εκείνη καθορίστηκαν, πέρα από την ως άνω προέγκριση καταβολής αποζημιώσεων και ποσοστιαίοι συντελεστές στόχων, βάσει των οποίων υπολογίζεται η έκτακτη αυτή αμοιβή, ήτοι σε ποσοστό 60% από την αύξηση της μικτής κερδοφορίας επί της διεξαγωγής των αριθμολαχείων, σε ποσοστό 30% από την αύξηση της μικτής κερδοφορίας επί της διεξαγωγής των παιγνιδιών επί αθλητικών γεγονότων και σε ποσοστό 10% από τη διατήρηση των λειτουργικών εξόδων, στα οποία δεν συνυπολογίζονται οι σχετικές με την εταιρική κοινωνική ευθύνη δαπάνες της εταιρείας, σταθερών σε τιμές εταιρικής χρήσης 2008 (αποπληθωρισμένων).
Επίσης, ορίστηκε ότι η ετήσια έκτακτη αμοιβή για καθένα από τους τρείς ανωτέρω στόχους ανέρχεται σε ποσοστό: 1) 30% των κατά περίπτωση ετήσιων μικτών αποδοχών των ανωτέρω δικαιούχων για επίτευξη στόχου έως 4%, 2) 60% των κατά περίπτωση ετήσιων μικτών αποδοχών για επίτευξη στόχου από 4% έως 8% και 3) 90% των κατά περίπτωση ετήσιων μικτών αποδοχών για επίτευξη στόχου άνω του 8%, η δε συνολική έκτακτη αμοιβή θα αποτελείται από το άθροισμα των τριών επιμέρους χρηματικών ποσών επί τους αντίστοιχους συντελεστές βαρύτητας κάθε συντελεστή στόχου, δηλαδή το μέγιστο της κατά περίπτωση ετήσιας έκτακτης αμοιβής θα ανέρχεται, σε περίπτωση επίτευξης και των τριών ανωτέρω στόχων, σε ποσοστό 90% των κατά περίπτωση ετήσιων μικτών αποδοχών.
Ότι, κατά την ίδια, ως άνω, Γενική Συνέλευση, αποφασίστηκε ότι η ετήσια έκτακτη αμοιβή θα καταβληθεί στους ανωτέρω δικαιούχους στο τέλος της 10ης εταιρικής χρήσης (έτους 2009). Ότι, λόγω επίτευξης του επιχειρησιακού στόχου, που καθορίστηκε από την ως άνω Γενική Συνέλευση και αφορούσε την αύξηση της μικτής κερδοφορίας της εναγομένης στα αριθμολαχεία, ανερχόμενη σε ποσοστό μεγαλύτερο του 12% κατά την εταιρική χρήση του έτους 2009, το ύψος της έκτακτης αμοιβής που δικαιούται ο ενάγων με βάση τους ως άνω καθορισθέντες ποσοστιαίους συντελεστές, διαμορφώθηκε σε 98.718 ευρώ (ετήσιες μικτές αποδοχές 182.812,50 ευρώ x (60% λόγω αύξησης κερδοφορίας επί της διεξαγωγής αριθμολαχείων) x (90% λόγω της επίτευξης στόχου άνω του 8%), όπως άλλωστε αναγνωρίστηκε από τη σχετική εισήγηση που έγινε από το νέο Διοικητικό Συμβούλιο της εναγομένης προς τη Γενική Συνέλευση των μετόχων της, που συνήλθε στις 14-6-2010 και έπρεπε να καταβληθεί στον ενάγοντα, σύμφωνα με τον 7ο όρο της σύμβασης εργασίας του και την απόφαση της ως άνω, από 6-5-2009, Γενικής Συνέλευσης, στο τέλος της εταιρικής χρήσης 2009, εφόσον η σύμβαση είχε λυθεί πριν τη συμφωνημένη λήξη της.
Δέχεται, στη συνέχεια, το Εφετείο, ότι παρόλο που είχαν συντελεσθεί οι όροι (επιχειρησιακοί στόχοι) και οι προϋποθέσεις (έγκρισή τους από Γενική Συνέλευση), που είχαν τεθεί από τη σύμβαση για να καταβληθεί η έκτακτη αμοιβή στον ενάγοντα, η ετήσια τακτική Γενική Συνέλευση των μετόχων της εναγομένης, που έλαβε χώρα στις 14-6-2010, απέρριψε με πλειοψηφία 80,754% την πρόταση του Διοικητικού Συμβουλίου για καταβολή τόσο στον ενάγοντα όσο και στον πρώην Διευθύνοντα Σύμβουλο Χ.
Χ., της εν λόγω έκτακτης αμοιβής. Όμως, συνεχίζει το Εφετείο, η παροχή της ανωτέρω αμοιβής εξαρτήθηκε (συμβατικά) από τους τιθέμενους με τη σύμβαση όρους και προϋποθέσεις και δεν φέρει το χαρακτήρα οικειοθελούς παροχής, που είναι ελεύθερα ανακλητή. Ότι, ειδικότερα, με τον 8ο όρο της επίδικης συμβάσεως, ορίστηκε ότι:
‘... Ρητά συμφωνείται ότι τυχόν χρηματικές ή αποτιμητές σε χρήμα παροχές της Εταιρείας προς τον Σύμβουλο, πέραν των ειδικότερα αναφερομένων στους όρους 5, 6 και 7 της παρούσας σύμβασης, θα καταβάλλονται ή θα παρέχονται στον Σύμβουλο εξ ελευθεριότητας ... και θα ανακαλούνται οποτεδήποτε κατά την απόλυτη διακριτική ευχέρεια της Εταιρείας ...’.
‘Ότι με τον όρο αυτό διακρίθηκε πλήρως η κατά τον 7ο όρο καταβαλλόμενη ετήσια έκτακτη αμοιβή του ενάγοντος από τις τυχόν οικειοθελείς και ελεύθερα ανακλητές από την εναγομένη παροχές προς τον ενάγοντα και, κατά συνέπεια, η ως άνω, από 14-6-2010, ετήσια τακτική Γενική Συνέλευση των μετόχων της εναγομένης, κατά την άσκηση των καταστατικών της αρμοδιοτήτων για τον έλεγχο και την έγκριση των πεπραγμένων της διοίκησης και των οικονομικών αποτελεσμάτων της εταιρικής χρήσης 2009, εφόσον ενέκρινε ομόφωνα τα οικονομικά αποτελέσματα, επί των οποίων βασίστηκε ο υπολογισμός της έκτακτης αμοιβής του, δεν είχε συμβατικό δικαίωμα να ανακαλέσει μονομερώς την ως άνω έκτακτη αμοιβή, αλλά αποφάσισε τη μη καταβολή της στον ενάγοντα κατά παράβαση των όρων 7 και 8 της σύμβασης εργασίας του.
Μετά τις παραδοχές αυτές, κάνοντας δεκτό το σχετικό λόγο της εφέσεως του ενάγοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης, που απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο το κονδύλιο της έκτακτης αυτής αμοιβής, εξαφάνισε την τελευταία ως προς το κονδύλιο αυτό και έκανε δεκτή την αγωγή κατά το αντίστοιχο κεφάλαιο ως ουσιαστικά βάσιμη.
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 24 του κ.ν. 2190/1920 ‘Περί ανωνύμων εταιρειών’: ‘1. Πάσα επί των κερδών χορηγουμένη εις μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου αμοιβή, δέον να λαμβάνηται εκ του απομείναντος υπολοίπου των καθαρών κερδών μετά την αφαίρεσιν των κρατήσεων δια τακτικόν αποθεματικόν και του απαιτουμένου ποσού προς διανομήν του πρώτου μερίσματος υπέρ των μετόχων, ίσου τουλάχιστον προς 6% επί του καταβεβλημένου εταιρικού κεφαλαίου. 2.
Πάσα ετέρα, μη καθοριζομένη κατά ποσόν υπό του καταστατικού, χορηγουμένη δε εξ οιουδήποτε λόγου εις σύμβουλον αμοιβή ή αποζημίωσις θεωρείται βαρύνουσα την εταιρείαν, μόνον, εάν εγκριθεί δι’ ειδικής αποφάσεως της τακτικής γενικής συνελεύσεως. Αύτη δύναται να μειωθή υπό του Δικαστηρίου εάν κατ’ αγαθήν κρίσιν είναι υπέρογκος και αντετάχθησαν κατά της ληφθείσης αποφάσεως μέτοχοι εκπροσωπούντες το 1/10 του εταιρικού κεφαλαίου.3.Η διάταξις της προηγουμένης παραγράφου δεν εφαρμόζεται προκειμένου περί αμοιβών οφειλομένων εις μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου δι’ υπηρεσίας αυτών χορηγουμένας εις την εταιρείαν επί τη βάσει ειδικής σχέσεως μισθώσεως εργασίας ή εντολή’.
Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 23α παρ. 2 του ίδιου νόμου, 31 του Εμπ. Νόμου, 713, 648, 652 ΑΚ και 6 α.ν. 765/1973, προκύπτει ότι ο διευθύνων σύμβουλος της ανώνυμης εταιρείας συνδέεται με το νομικό πρόσωπο της εταιρείας με σχέση εντολής. Αν, όμως, για τις υπηρεσίες που προσφέρει λαμβάνει αμοιβή, η σχέση του χαρακτηρίζεται μίσθωση ανεξαρτήτων υπηρεσιών, αφού, λόγω της ιδιότητάς του, ασκεί εξουσία διοικητική και διαχειριστική με δική του ευθύνη και πρωτοβουλία, είναι όργανο της εταιρείας και υποβάλλεται στο καθεστώς που διέπει το διοικητικό συμβούλιο.
Δεν αποκλείεται, όμως, ο διευθύνων σύμβουλος, σε εκτέλεση σύμβασης (που έχει εγκριθεί από τη γενική συνέλευση) να παρέχει, παράλληλα προς τα καθήκοντα που έχει από το νόμο ή το καταστατικό της εταιρείας, και υπηρεσίες με αμοιβή, τακτικώς προσδιοριζόμενη με εργασιακή σύμβαση, οπότε, αν η τελευταία προϋπήρχε του διορισμού του ως διευθύνοντος συμβούλου, δεν απαιτείται έγκριση της συναφθείσας εργασιακής σύμβασης με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης (ΑΠ 465/2013, 297/2012).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 34 παρ. 1 περίπτωση δ’ του κ.ν. 2190/1920 ‘Η γενική συνέλευσις είναι μόνη αρμοδία ν’ αποφασίζη περί α) ... δ) διαθέσεως των ετησίων κερδών’. Στην προκείμενη περίπτωση, με τους τρίτο και τέταρτο λόγους της κρινόμενης αίτησης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις εξής αιτιάσεις, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠoλΔ, αντίστοιχα, ήτοι: 1) Ότι παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 24 παρ. 2 και 34 παρ. 1 περ.
δ’ του κ.ν.2190/1920, κρίνοντας ότι ο ενάγων δικαιούται το ποσό των 98.718 ευρώ, εφόσον αποκλειστικά αρμόδια για να αποφασίζει για τη διάθεση των ετήσιων κερδών της αναιρεσείουσας είναι η Γενική Συνέλευση αυτής, η οποία εγκρίνει και οποιαδήποτε αμοιβή μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου, με εξαίρεση τις αμοιβές που οφείλονται βάσει του καταστατικού και δυνάμει ειδικής σχέσεως εργασίας ή εντολής, έγκριση η οποία δεν δόθηκε τελικά και 2) Ότι παραβίασε η προσβαλλόμενη απόφαση εκ πλαγίου τόσο τις διατάξεις των άρθρων 24 παρ. 2 και 34 παρ. 1 περ.
δ’ του κ.ν. 2190/1920, όσο και αυτές των άρθρων 648, 649, 653 ΑΚ και 1 της με αριθμό 95 Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας ‘Περί προστασίας του Ημερομισθίου’, που κυρώθηκε με το ν. 3248/1955, εφόσον περιέχει ελλιπείς και αντιφατικές μεταξύ τους αιτιολογίες σε ζητήματα ουσιώδη για την έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, δεν αναφέρει ποια είναι η πηγή της επίδικης έκτακτης παροχής, δηλαδή αν αυτή προέρχεται από τα διανεμόμενα κέρδη της χρήσης την οποία αφορά, οπότε εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 34 παρ. 1δ του κ.ν. 2190/1920, ή όχι, οπότε οφείλεται αυτή χωρίς να απαιτείται απόφαση της Γενικής Συνέλευσης και, επίσης, δεν καθίσταται σαφές αν αυτή οφειλόταν στα πλαίσια της σύμβασης εργασίας ή στα πλαίσια αμοιβών λόγω της ιδιότητάς του ως μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου της αναιρεσείουσας, οπότε εφαρμόζεται το άρθρο 24 παρ. 2 του κ.ν. 2190/1920.
Ο πρώτος από τους λόγους αυτούς είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, ως στηριζόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, καθόσον το Εφετείο δεν δέχθηκε, όπως επικαλείται η αναιρεσείουσα, ότι η οφειλόμενη στον αναιρεσίβλητο έκτακτη αμοιβή, που προερχόταν από τη διάθεση κερδών που είχε αυτή πραγματοποιήσει εντός της προηγούμενης οικονομικής χρήσης, είχε αφεθεί στην κρίση της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της για τις επόμενες του έτους 2008 εταιρικές χρήσεις και ότι η αμοιβή αυτή δεν οφειλόταν αποκλειστικά στο πλαίσιο της μεταξύ τους σύμβασης εργασίας, ώστε να έχει εφαρμογή το άρθρο 24 παρ. 2 του κ.ν. 2190/1920, οπότε για την καταβολή της απαιτείται προηγούμενη έγκριση της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της, αλλά, αντίθετα, δέχθηκε ότι η σχέση που συνέδεε τους διαδίκους ήταν αυτή της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, η οποία είχε καταρτισθεί πριν το διορισμό του αναιρεσιβλήτου ως Αναπληρωτή Διευθύνοντος Συμβούλου της αναιρεσείουσας, ότι η καταβολή της επίμαχης παροχής αφέθηκε στην κρίση της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της για τις επόμενες του έτους 2008 εταιρικές χρήσεις, αλλά για τις χρήσεις αυτές με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της, κατόπιν εισήγησης του Διοικητικού Συμβουλίου, θα καθορίζονταν οι όροι (οι επιχειρησιακοί στόχοι και οι ποσοστιαίοι συντελεστές), με βάση τους οποίους θα υπολογίζονταν το ύψος της εν λόγω αμοιβής, ανάλογα με την επίτευξη των στόχων, ότι η έγκριση των οικονομικών αποτελεσμάτων της εταιρικής χρήσης 2009 έγινε στα πλαίσια των καταστατικών καθηκόντων της εν λόγω Γενικής Συνέλευσης και ότι η απόφασή της για μη καταβολή της επίδικης παροχής αντίκειται στους όρους 7 και 8 της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος.
Επομένως, σε κάθε περίπτωση, εφόσον το Εφετείο δέχθηκε τα παραπάνω, ορθά δεν εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 24 παρ. 2 του κ.ν. 2190/1920, αλλά τη διάταξη της παραγράφου 3 του ίδιου άρθρου, η οποία ρητά εξαιρεί από τους περιορισμούς που τίθενται σε αυτή τους υπαλλήλους της εταιρείας, οι οποίοι είχαν προσληφθεί πριν από την εκλογή τους ως μέλη του Διοικητικού της Συμβουλίου με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας.
Περαιτέρω, ο δεύτερος λόγος, κατά το μέρος που προβάλλεται αντιφατικότητα αιτιολογίας της απόφασης, είναι αβάσιμος, διότι οι ως άνω παραδοχές δεν είναι αντιφατικές. Οι υπόλοιπες αιτιάσεις του ίδιου λόγου αναίρεσης είναι αβάσιμες, διότι στην προσβαλλόμενη απόφαση με σαφήνεια εκτίθεται ότι η επίμαχη παροχή είναι μισθολογική συμβατική παροχή, δεν είναι δε ουσιώδης για την έκβαση της δίκης ο προσδιορισμός της πηγής της παροχής αυτής και δη αν προέρχεται από τα διανεμητέα κέρδη της χρήσης στην οποία αφορά.
Παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432- 449 ΚΠολΔ, εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο το δικαστήριο ορθώς ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. (ΟλΑΠ 2/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πέμπτο και τελευταίο λόγο αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 27-12-2007 ‘σύμβασης ειδικού συμβούλου’ που συνήφθη μεταξύ των διαδίκων και συγκεκριμένα ότι εσφαλμένα ανέγνωσε το Εφετείο τον όρο 7 αυτής, από τον οποίο προκύπτει, ότι αυτό που τέθηκε υπό την αίρεση της έγκρισης της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της αναιρεσείουσας ήταν η ίδια η καταβολή της έκτακτης αμοιβής και όχι ο καθορισμός των προϋποθέσεων καταβολής της, ούτε ο καθορισμός των επιχειρησιακών στόχων τους οποίους έπρεπε να επιτύχει ο αναιρεσίβλητος, όπως δέχεται η ανωτέρω απόφαση, η λανθασμένη δε ανάγνωση του εγγράφου αυτού είχε ουσιώδη επίδραση στο επιζήμιο συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το κονδύλιο της έκτακτης αμοιβής (bonus).
Από την επισκόπηση της από 27-12-2007 σύμβασης ειδικού συμβούλου, προκύπτει ότι ο επίμαχος (έβδομος) όρος αυτής έχει κατά λέξη ως εξής: ‘Σε περίπτωση σημαντικής αύξησης της μικτής κερδοφορίας (κέρδη προ καταβολής τοκοχρεωλυσίων και φόρων και υπολογισμού αποσβέσεων ή ΕBITDA) για κάθε εταιρική χρήση, αρχής γενομένης από την εταιρική χρήση του 2008, η Εταιρεία θα καταβάλει στον Σύμβουλο ως κίνητρο απόδοσης ετήσια έκτακτη αμοιβή( bonus ).
Η ως άνω έκτακτη αμοιβή για τη χρήση του 2008 θα ανέλθει σε ποσοστό 20% της ετήσιας αποζημίωσης για αύξηση της κερδοφορίας από 5% έως 7%, σε ποσοστό 50% της ετήσιας αποζημίωσης για αύξηση της κερδοφορίας από 7% έως 10% και, τέλος, σε ποσοστό 90% της ετήσιας αποζημίωσης για αύξηση της κερδοφορίας άνω του 10%. Για τις επόμενες εταιρικές χρήσεις, η έκτακτη αμοιβή του Συμβούλου θα καθορίζεται ετησίως με εισήγηση του Διοικητικού Συμβουλίου της Εταιρείας και απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της Εταιρείας και θα καταβάλλεται στον Σύμβουλο στο τέλος κάθε εταιρικής χρήσης.
Σε περίπτωση κατά την οποία η παρούσα σύμβαση λυθεί, για οποιονδήποτε λόγο, πριν από τη συμφωνηθείσα, σύμφωνα με τα ειδικότερα αναφερόμενα ανωτέρω, ημερομηνία λήξης της, η έκτακτη αμοιβή θα καταβληθεί στο τέλος της οικείας χρήσης’. Από την ανάγνωση του ανωτέρω όρου της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος προκύπτει ότι το Εφετείο δεν παραμόρφωσε το περιεχόμενο του ως άνω όρου, αλλά αυτό, αξιολογώντας το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου με τις άλλες αποδείξεις, απέδωσε σε αυτό διαφορετικό νόημα από αυτό που η αναιρεσείουσα θεωρεί ορθό, αναφορικά με το αποδεικτέο, ως άνω, πραγματικό γεγονός.
Έτσι, όμως, η αναιρεσείουσα πλήττει απαραδέκτως, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, την κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης για εκτιμητικό και όχι διαγνωστικό σφάλμα σε σχέση με το παραπάνω έγγραφο. Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στην καταβολή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26-5-2014 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 1749/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 25 Μαΐου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 3 Ιουνίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ