Supreme Court allows appeal against lower court's dismissal of construction contract claim due to erroneous application of law.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against the Second Instance Court's decision dismissing part of a construction contract claim. The appellant argued the lower court erred by refusing to apply Article 7δ of Law 2190/1920 regarding the timing of price adjustments. The court found the lower court's reasoning flawed and ordered the case remitted to the Second Instance Court for retrial with a different panel of judges.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(1) of the Code of Civil Procedure; Art. 7δ of Law 2190/1920: An appeal based on the violation of substantive law is admissible when the lower court fails to apply a legal rule that was actually applicable to the case, necessitating a retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 747 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 747/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Απριλίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τεχνικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΤΥΞ Α.Τ.Ε", που εδρεύει στη Καστοριά και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαράλαμπο Μερίκα.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Μ. Ν. - Π. Δ.. - Ξενοδοχειακές Επιχειρήσεις _Γουνοποιΐα Α.Ε" και το διακριτικό τίτλο "ΚΑΣΤΩΡ ΠΑΛΛΑΣ Α.Ε.", που εδρεύει στη Καστοριά και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μάριο Καργιώτη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27 Ιανουαρίου 2005 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καστοριάς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 67/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 138/2009 του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8 Νοεμβρίου 2009 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός, ανέγνωσε την από 4 Φεβρουαρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της από 8-11-2009 αίτησης και την αναίρεση της υπ' αριθμ. 138/2009 απόφασης του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) (και όχι με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 8) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998). Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 7δ του ν. 2190/1920 που προστέθηκε με το άρθρο 7 του π.δ. 409/1986 (προς εναρμόνιση με την Οδηγία 68/151/ΕΟΚ), πρόσωπα που έχουν ενεργήσει στο όνομα υπό ίδρυση εταιρίας ευθύνονται για τις πράξεις αυτές απεριόριστα και σε ολόκληρο.
Ευθύνεται όμως μόνη η εταιρία για τις πράξεις που έγιναν ρητά στο όνομά της κατά το ιδρυτικό στάδιο εάν, μέσα σε τρεις μήνες από την απόκτηση της νομικής προσωπικότητας ανέλαβε τις υποχρεώσεις που απορρέουν από αυτές τις πράξεις. Η προθεσμία των τριών μηνών δεν είναι αποκλειστική, δηλαδή η Α.Ε. μπορεί να αναλάβει την εκπλήρωση των υποχρεώσεων αυτών και μετά την παρέλευση του τριμήνου, οπότε ευθύνεται τόσο η ίδια όσο και οι ιδρυτές σε ολόκληρο.
Το ίδιο ισχύει και για τις υποχρεώσεις που ανέλαβαν για την Α.Ε., οι ιδρυτές της και κατά το προϊδρυτικό στάδιο, δηλαδή και πριν από την κατάρτιση του καταστατικού της. Η δήλωση της βούλησης της εταιρίας για ανάληψη των άνω υποχρεώσεων μπορεί να είναι ρητή ή σιωπηρή, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η Α.Ε.
εκπληρώνει προϊδρυτικές υποχρεώσεις των ιδρυτών της. Οι διατάξεις του άρθρου 23α §§ 1 και 2 του ν. 2190/1920, κατά τις οποίες η αναφερόμενη σ' αυτές έγκριση δίδεται πριν από τη σύναψη των συμβάσεων, δεν έχουν εφαρμογή στην ένδικη περίπτωση, που αφορά σε συμβάσεις που συνάπτονται κατά το ιδρυτικό ή προϊδρυτικό στάδιο της Α.Ε. (ΑΠ 778/2006, 709/1998).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης από 2-2-2005 αγωγής της αναιρεσείουσας (κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) για την έρευνα των λόγων της ένδικης αίτησης αναίρεσης προκύπτουν τα εξής: Ότι η αναιρεσείουσα εταιρία εξέθετε ότι κατά μήνα Οκτώβριο του έτους 1996 προέβη σε σύναψη σύμβασης με το Δ.
Π., που ενεργούσε για λογαριασμό και κατ' εντολή των Ν. Μ., Β. συζ. Ν. Μ. και Α. συζ. Δ. Π., οι οποίοι επρόκειτο μαζί μ' αυτόν να συστήσουν την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Μ. Ν. - Π. Δ.. - Ξενοδοχειακές Επιχειρήσεις - Γουνοποιία Α.Ε." ήτοι την αναιρεσίβλητη, να αναλάβει τη μετατροπή της χρήσης του κτιρίου, που βρίσκεται στην Καστοριά (Ο.Τ. 312 Α), το οποίο θα εισφερόταν κατά κυριότητα στην ανωτέρω υπό ίδρυση ανώνυμη εταιρεία, προκειμένου αυτή να εντάξει την εν λόγω επένδυση στον αναπτυξιακό νόμο 1892/1990 σε σύγχρονη ξενοδοχειακή μονάδα.
Περαιτέρω εξέθετε η αναιρεσείουσα, ότι στα πλαίσια της ανωτέρω συμφωνίας ανέλαβε την παροχή υπηρεσιών τεχνικού συμβούλου και συμβούλου επένδυσης με συμφωνηθείσα αμοιβή ανά είδος υπηρεσίας βάσει της συνήθους κατασκευαστικής τιμή - τη διοίκηση και τον συντονισμό του έργου καθώς και τη σύνταξη αναλυτικών επιμετρήσεως για τις επίσημες πιστοποιήσεις, που αφορούσαν την επιδότηση του έργου με συμφωνηθείσα αμοιβή ανερχόμενη σε ποσοστό 12% επί της αξίας των τμημάτων του έργου, που εκτελούσε η ίδια και σε ποσοστό 8% επί της αξίας των τμημάτων του έργου, που θα εκτελούσαν τρίτοι εργολάβοι και - την εκτέλεση τμημάτων του έργου με δικό της εργατοτεχνικό προσωπικό και μηχανικό εξοπλισμό με συμφωνηθείσα αμοιβή την προκύπτουσα τοιαύτην από την συνήθη τιμή μονάδας της κατασκευαστικής αγοράς, η οποία θα καταβαλλόταν κατά το χρόνο σύνταξης και υποβολής των επίσημων επιμετρήσεων και πιστοποιήσεων, σε κάθε δε περίπτωση με την ολοκλήρωση και παράδοση του έργου.
Ότι η αναιρεσείουσα τον Απρίλιο του 1997 ξεκίνησε σε εκτέλεση της από του Οκτωβρίου 1996 συμφωνίας να παρέχει τις υπηρεσίες της, ενώ η αναιρεσίβλητη αμέσως μετά τη σύστασή της με το υπ' αριθμόν 4836/18-11-1997 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Καστοριάς Άννας Μπουζάλη και την απόκτηση νόμιμης προσωπικότητας με την καταχώρισή της στις 27-11-1997 στο οικείο μητρώο Ανωνύμων Εταιριών, σε κάθε δε περίπτωση εντός του πρώτου τριμήνου από αυτήν, αναγνώρισε και ανέλαβε εμπράκτως τις απορρέουσες εκ της ανωτέρω συμφωνίας υποχρεώσεις της, εγκρίνοντας αυτήν και ότι εκ της εκτελέσεως του συμφωνηθέντος έργου το οποίο διήρκεσε μέχρι τις 20-3-2000, η συνολική αμοιβή της αναιρεσείουσας ανήλθε στο ποσό των 435.135,44 ευρώ (148.272.403 δρχ.), έναντι του οποίου η εκκαλούσα κατέβαλε 34.323.251 δρχ., υπολειπομένου προς εξόφληση ποσού 275.712,85 ευρώ (93.949.152 δρχ.), του οποίου και την επιδίκαση νομιμοτόκως ζητούσε κυρίως μεν κατά την επί των διατάξεων περί συμβάσεως έργου θεμελίωσή τους, επικουρικώς δε κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του απέρριψε ως αόριστη την επικουρική βάση της αγωγής και έκανε δεκτή αυτήν ως εν μέρει νομικά και ουσιαστικά βάσιμη κατά την κύρια βάση της επιδικάζοντας στην αναιρεσείουσα το ποσό των 247.632,11 ευρώ με τον αναλογούντα ΦΠΑ εκ 18% νομιμοτόκως από τις 21-3-2000.
Κατά της άνω απόφασης άσκησε έφεση η αναιρεσίβλητη (εναγομένη) για όσους λόγους περιέχονται στην έφεσή της. Το Εφετείο που δίκασε την έφεση αυτή έκρινε ότι η αναιρεσείουσα δεν ενομιμοποιείτο να στραφεί παθητικά κατά της αναιρεσίβλητης, γιατί επρόκειτο για σύμβαση συναφθείσα κατά το προϊδρυτικό στάδιο της σύστασης της ως άνω ανώνυμης εταιρείας και πριν από την υπογραφή του καταστατικού της εγγράφου.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε με εσφαλμένη μη εφαρμογή την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρ. 7δ του ν. 2190/1920 και εκείνων των άρθρων 361 και 681 του Α.Κ.. Επομένως, τα όσα συναφώς υποστηρίζει συνδυαστικά η αναιρεσείουσα και με τους τέσσερις λόγους του αναιρετηρίου, υπό την επίκληση πλημμελειών από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ, αλυσιτελώς δε με τον τέταρτο λόγο και από τον αριθμό 8 (αφού δεν πρόκειται για ποιοτική ή ποσοτική αοριστία της αγωγής), κρίνονται βάσιμα.
Μετά τα παραπάνω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές ( άρθρο 580 § 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την αριθ. 138/2009 απόφαση του Εφετείου δυτικής Μακεδονίας.
Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που ορίζει σε τρείς χιλιάδες (3000) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 10 Μαϊου 2011 και
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 17 Μαϊου 2011.
O ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ