Legislator Case Law & Legislation
747/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor court ruling on illegal overtime pay for agricultural workers.

Case Number 747/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision regarding unpaid overtime compensation. The appellant, an agricultural worker, argued that the lower court failed to apply specific labor laws correctly, while the employer maintained that the statutory minimum wage and overtime regulations were properly enforced. The court ruled that the lower court correctly interpreted the relevant statutes, finding the appeal based on Article 559 of the Code of Civil Procedure unfounded.

Legislator headnote

AI generated

Articles 648, 649, 653 of the Civil Code; Articles 1, 3, 8 of Law 1876/1990; Article 8 of the Collective Agreement of 1975: The employer is obligated to pay the agreed or legal wage for work performed, including overtime, and the lower court's application of these provisions to agricultural workers was correct.

Keywords

AI generated
illegal overtime pay agricultural workers minimum wage labor law application appeal dismissal statutory wage overtime compensation

Cited Legislation

AI generated
Article 648 of the Civil Code
Article 649 of the Civil Code
Article 653 of the Civil Code
Article 1 of Law 1876/1990
Article 3 of Law 1876/1990
Article 8 of Law 1876/1990
Article 8 of the Collective Agreement of 1975
Article 559 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 747 / 2009 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 747/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδων Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Χρήστο Αλεξόπουλο, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευστάθιο Μήτσου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 24-6-2003 και 14-7-2005 αγωγές του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1104/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 6371/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22-2-2008 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσίβλητος, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Αντώνιος Αθηναίος ανέγνωσε την από 20-1-2009 έκθεση του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από την έκθεση επιδόσεως ... του δικαστικού επιμελητού στο Πρωτοδικείο Αθηνών ... σε συνδυασμό προς τις από 22.5.2008 και 23.5.2008 βεβαιώσεις του ιδίου δικαστικού επιμελητού προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 22.2.2008 αιτήσεως αναιρέσεως της 6371/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, με την πράξη ορισμού δικασίμου και την κλήση προς συζήτηση κατά την ως άνω δικάσιμο, επιδόθηκε με την επιμέλεια του αναιρεσίβλητου στον αναιρεσείοντα, πλην όμως, αυτός δεν εμφανίσθηκε κατά την ως άνω δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση με τη σειρά της από το πινάκιο, ούτε παραστάθηκε με δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δικ.

Επομένως, πρέπει το Δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία του, κατ' άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ. Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου μη εφαρμοστέο ή παρέλειψε την εφαρμογή του εφαρμοστέου ή εφάρμοσε τέτοιο κανόνα εσφαλμένα, προσδίδοντας σ' αυτόν έννοια διαφορετική από εκείνη που πράγματι έχει.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 648, 649 και 653 ΑΚ, συνάγεται ότι ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλει στον εργαζόμενο ως αντιπαροχή της εργασίας του τον συμφωνημένο ή νόμιμο ή ειθισμένο μισθό, δεδομένου ότι, κατά την δεύτερη των εν λόγω διατάξεων, η συμφωνία για μισθό τεκμαίρεται από το γεγονός ότι υπάρχει συμφωνία για παροχή εργασίας, η οποία κατά τις συνηθισμένες περιστάσεις παρέχεται μόνο με μισθό.

Συμφωνημένος ή συμβατικός είναι ο μισθός που ως προς το ποσό και τη μορφή του καθορίζεται με συμφωνία του εργοδότη και του μισθωτού, ρητή ή σιωπηρή. Αντίθετα, νόμιμος μισθός είναι ο μισθός, τα επιδόματα και οι προσαυξήσεις που καθορίζονται άμεσα με κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται οι κανονιστικές διατάξεις Σ.Σ.Ε., Δ.Α.

και Υπουργικών αποφάσεων, δια των οποίων θεσπίζονται κατά τρόπο υποχρεωτικό κατώτατα όρια νομίμου μισθού. Τέτοια διάταξη είναι και εκείνη του άρθρου 8 του Ν. 1876/1990 "ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις και άλλες διατάξεις", κατά την οποία οι εθνικές γενικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας καθορίζουν τους ελάχιστους όρους εργασίας - άρα και τα ελάχιστα όρια αμοιβών - και ισχύουν για τους εργαζόμενους όλης της χώρας.

Παρέπεται εξ αυτών ότι ο συμβατικός μισθός δεν μπορεί να υπολείπεται του ελάχιστου ορίου νομίμου μισθού που καθορίζεται με τις εθνικές γενικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας, εκτός αν συνδυάζεται με υποχρέωση του εργαζόμενου χρονικώς μειωμένης εργασίας κάθε δε αντίθετη ατομική συμφωνία για καταβολή μικρότερου μισθού, είναι άκυρη και δεν ισχύει (αρθρ. 174, 180 ΑΚ).

Εξάλλου, με το άρθρο 42 παρ. 3 του Ν. 3239/1955 "περί τρόπου ρυθμίσεως των συλλογικών διαφορών εργασίας κλπ.", όπως η διάταξη αυτή συμπληρώθηκε με το άρθρο 10 παρ. 12 του Ν.Δ. 3755/1957 "περί αυξήσεως αναδρομικώς των αποδοχών των μισθωτών κλπ.", ορίσθηκε ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού δεν έχουν εφαρμογή για τη ρύθμιση των όρων, συνθηκών και αμοιβής εργασίας των αμέσως στην καλλιέργεια γεωργικών προϊόντων ή στην κτηνοτροφία απασχολουμένων μισθωτών, πλην εκείνων που υπηρετούν σε γεωργικές, κτηνοτροφικές εργασίες που ασκούνται από εμπορικές επιχειρήσεις ή από το Δημόσιο ή από Ν.Π.Δ.Δ.

ή εφόσον οι σχέσεις αυτών διέπονται ήδη από Σ.Σ.Ε., διαιτητικές αποφάσεις, υπουργικές αποφάσεις ή άλλες σχετικές πράξεις ή υπάγονται στην ασφάλιση του ΙΚΑ, ανεξάρτητα από τη μορφή υπό την οποία ασκείται η εκμετάλλευση. Ομοίως, με το άρθρο 8 παρ. 3 της από 26.2.1975 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. "περί της εφαρμογής των αρχών ίσης αμοιβής αρρένων και θηλέων, αυξήσεως των ημερών αδείας αναπαύσεως των εργατών και καθιερώσεως 45ώρου εβδομαδιαίας εργασίας των μισθωτών", η οποία δημοσιεύθηκε με την 11400/1710/4.3.1975 απόφαση του Υπουργού Απασχόλησης (ΦΕΚ Β' 276) και κυρώθηκε με το Ν. 133/1975, ως πληρούσα τους όρους του Ν. 3239/1955, όπως τροποποιήθηκε μεταγενεστέρως ορίσθηκε, κατ'επανάληψη της άνω διάταξης (αρθρ. 42 παρ. 3 Ν. 3239/1955), ότι στις διατάξεις αυτής (Ε.Γ.Σ.Σ.Ε.) δεν υπάγονται οι αμέσως στην καλλιέργεια γεωργικών προϊόντων ή στην κτηνοτροφία, την αλιεία και τις δασικές εργασίες απασχολούμενοι, με εξαίρεση για τους αμέσως στην καλλιέργεια γεωργικών προϊόντων και την κτηνοτροφία απασχολούμενους, α) τους υπηρετούντες σε γεωργικές και κτηνοτροφικές επιχειρήσεις ασκούμενες από εμπορικές εταιρίες ή Ν.Π.Δ.Δ., β) τους διεπόμενους ήδη από Σ.Σ.Ε., Δ.Α., Υπουργικές αποφάσεις ή άλλες σχετικές πράξεις και γ) τους υπαγόμενους στην ασφάλιση του ΙΚΑ, ανεξαρτήτως από τη νομική μορφή υπό την οποία ασκείται η εκμετάλλευση στην οποία απασχολούνται.

Το παραπάνω εξαιρετικό νομοθετικό καθεστώς σε σχέση με τους όρους εργασίας και αμοιβής των αμέσως στην παραγωγή αγροτικών προϊόντων απασχολουμένων μισθωτών, το οποίο διατηρήθηκε και με τις επακολουθήσασες μέχρι το έτος 1989 ΔΑ και ΕΓΣΣΕ περί των γενικών κατωτάτων ορίων μισθών και ημερομισθίων μισθωτών απάσης της χώρας, μετέβαλε ο Ν. 1876/1990 ο οποίος, σύμφωνα με το άρθρο 35 αυτού και την κατ'εξουσιοδότηση της ίδιας διάταξης εκδοθείσα 12386/1990 απόφαση του Υπουργού Απασχόλησης, άρχισε να ισχύει από 8.5.1990.

Ειδικότερα ο εν λόγω νόμος, στα άρθρα 1 παρ. 1, 3 παρ. 1 περ. α' και 8 παρ. 1 εδ. α' αυτού, ορίζει ότι "ο νόμος αυτός αφορά όλους όσους εργάζονται με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου σε οποιονδήποτε ημεδαπό ή αλλοδαπό εργοδότη, επιχείρηση, εκμετάλλευση ή υπηρεσία του ιδιωτικού ή δημοσίου τομέα της οικονομίας, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι εργαζόμενοι στη γεωργία, κτηνοτροφία και συναφείς εργασίες, καθώς και οι κατ' οίκον εργαζόμενοι", ότι "οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας διακρίνονται α) σε εθνικές γενικές, που αφορούν τους εργαζόμενους όλης της χώρας ..." και ότι "οι εθνικές γενικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας καθορίζουν τους ελάχιστους όρους εργασίας που ισχύουν για τους εργαζόμενους όλης της χώρας ...".

Εξάλλου, με το άρθρο 23 παρ. 1 περ. β' αυτού, καταργήθηκε ρητά η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 10 παρ. 12 του Ν.Δ. 3755/1957. Επομένως οι παραπάνω διατάξεις του Ν. 1876/1990, όπως προκύπτει από το περιεχόμενό τους, επεξέτειναν από τις 8.5.1990 το θεσμό των συλλογικών συμβάσεων εργασίας και στους αμέσως εργαζόμενους στη γεωργία, ανεξαρτήτως από την υπαγωγή ή μη αυτών στην ασφάλιση του ΙΚΑ και την ιδιότητα του εργοδότη τους, υπάγοντας εφεξής και αυτούς στους κανονιστικούς όρους της εκάστοτε ισχύουσας εθνικής γενικής συλλογικής συμβάσεως εργασίας και ως προς τους οποίους ουδεμία πλέον ισχύ έχει η αντιθέτου περιεχομένου διάταξη του άρθρου 8 παρ. 3 της με τον Ν. 133/1975 κυρωθείσας από 26.2.1975 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., ούτε οι όμοιες διατάξεις των ΔΑ και ΕΓΣΣΕ που επακολούθησαν.

Κατ'ακολουθίαν, τα χρονικά όρια εργασίας των άνω εργαζομένων, έως ότου συναφθούν κλαδικές ή ομοιοεπαγγελματικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας, διέπονται από το άρθρο 6 εδ. α' της από 14.2.1984 Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας, που δημοσιεύθηκε στην ΕτΚ με την 11770/1984 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ Β', 81), κατά το οποίο "η διάρκεια της εβδομαδιαίας εργασίας των εργαζομένων που απασχολούνται σε οποιοδήποτε εργοδότη με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου όλης της Χώρας, ορίζεται σε 40 ώρες".

Περαιτέρω, κατά την ίδια Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. σε συνδυασμό και με τις διατάξεις της 1/1982 Απόφασης του Δ.Δ.Δ.Δ. Αθηνών, που κυρώθηκε με τον Ν. 1346/1983, από 1.1.1984, η εργασία που προσφέρουν οι άνω εργαζόμενοι μετά την 40η ώρα του εβδομαδιαίου ωραρίου και μέχρι την 48η ώρα, χαρακτηρίζεται ως υπερεργασία και αμείβεται με το ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 25% ενώ σύμφωνα με το άρθρο 4 του Ν. 2874/2000, όπως ίσχυσε μέχρι την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 του Ν. 3385/2005, από 1.4.2001, οι πέραν του 40ώρου εβδομαδιαίως, τρεις ώρες εργασίας χαρακτηρίζονται ως ιδιόρρυθμη υπερωριακή απασχόληση, για την οποία οφείλεται το ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 50%, η δε απασχόληση πέραν των 43 ωρών ανά εβδομάδα θεωρείται υπερωριακή απασχόληση ως προς όλες τις συνέπειες, διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης και αμείβεται μέχρι τη συμπλήρωση 120 ωρών ετησίως με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 50%.

Προκειμένου για υπερωριακή απασχόληση πέραν των 120 ωρών, εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 1 του Ν. 435/1976, σε κάθε δε περίπτωση μη νόμιμης υπερωριακής απασχόλησης, οφείλεται αποζημίωση για κάθε ώρα ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 150%. Εξάλλου, οι αυτοί ως άνω εργαζόμενοι, εφόσον προσφέρουν εργασία κατά τις Κυριακές και άλλες μη εργάσιμες εορτές, δικαιούνται να λάβουν την προσαύξηση εξ 75%, την οποία καθορίζουν η 8900/1946 απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, όπως αυτή ερμηνεύθηκε με το άρθρο 1 της 25825/1951 απόφασης των ίδιων υπουργών, καθώς και το άρθρο 2 παρ. 1 του Ν.Δ. 3755/1957, όπως διαμορφώθηκε με το άρθρο 2 του Ν. 435/1976 (ΟΛ.ΑΠ 36/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε μεταξύ άλλων και τα εξής: Ότι το Μάρτιο 1991 ο αναιρεσίβλητος ο οποίος είναι Πακιστανός υπήκοος και είχε άδεια παραμονής και εργασίας στην Ελλάδα, προσλήφθηκε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, από τον αναιρεσείοντα που διατηρεί επιχείρηση παραγωγής και εμπορίας ανθέων στη θέση "..." του Δήμου ..., προκειμένου να εργασθεί σ'αυτή ως γεωργικός εργάτης.

Υπό την ιδιότητα αυτή παρέσχε τις υπηρεσίες του στον αναιρεσείοντα μέχρι τις 10-3-2003, οπότε λύθηκε η σύμβαση εργασίας του κατόπιν οικειοθελούς αποχώρησης του. Ότι, κατά τη διάρκεια της ως άνω απασχόλησής του, η εργασία του συνίστατο κυρίως στην καλλιέργεια της γης, όπως στη φύτευση ανθέων και φυτών, στο πότισμα καθώς και στη συγκομιδή, μεταφορά και αποθήκευση αυτών.

Καθόλη τη διάρκεια της ανωτέρω με τον αναιρεσείοντα εργασιακής σχέσης ο αναιρεσίβλητος απασχολούνταν με το σύστημα της εργασίας των έξι (6) ημερών εβδομαδιαίως, αφού στην επιχείρηση του αναιρεσείοντος δεν ίσχυε το νόμιμο πενθήμερο ωράριο εργασίας, ελλείψει σχετικής ΣΣΕ, και κατά τις ημέρες από Δευτέρα έως και Σάββατο, απασχολούμενος καθ'εκάστη ημέρα από Δευτέρα έως Παρασκευή, κατά μεν τη διάρκεια του θέρους από της 7ης έως της 13ης ώρας και από της 16ης έως της 18ης ώρας, κατά δε τη διάρκεια του χειμώνα από της 8ης πρωϊνής έως της 16ης απογευματινής, ενώ πέραν της ως άνω οκταώρου εργασίας του απασχολούνταν κατά τις ως άνω ημέρες σχεδόν επί καθημερινής βάσεως δύο επί πλέον ώρες ήτοι ημερησίως συνολικά 10 ώρες.

Εκτός των ως άνω ημερών απασχολούνταν αυτός και όλες τις ημέρες του Σαββάτου και δη από της 8ης πρωϊνης έως της 13ης ώρας ήτοι επί πενθήμερον, πραγματοποιών έτσι από της προσλήψεως του και μέχρι της 31-3-2001 εβδομαδιαίως συνολική εργασία 50 ωρών από τις οποίες οι 41η έως την 45η αποτελούν υπερεργασία, οι 46η και 47η ώρες ιδιόρρυθμη υπερωρία και οι 48, 49 και 50η παράνομη υπερωρία.

Από την 1-4-2001 και μέχρι τη λύση της σύμβασης εργασίας του, απασχολούμενος αυτός (αναιρεσίβλητος) κατά το αυτό ως άνω ωράριο, πραγματοποιούσε εβδομαδιαίως από Δευτέρα έως και Παρασκευή συνολική εργασία 50 ωρών, εκ των οποίων οι πρώτες 40 ώρες αποτελούν κανονική εργασία του, οι από την 41η έως την 43η ώρες ιδιόρρυθμη υπερωριακή εργασία και οι υπόλοιπες 7 ώρες (44η έως και 50η) παράνομη υπερωριακή εργασία.

Ότι κατά το επίδικο χρονικό διάστημα το νόμιμο ημερομίσθιο του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος ήταν έγγαμος και πατέρας πέντε ανηλίκων τέκνων, είχε δε κατά την 1-1-1998 προϋπηρεσία δύο τριετίων, οι αποδοχές του δε προσδιορίζονταν σύμφωνα με τις ΣΣΕ "περί των κατά των ορίων μισθών και ημερομισθίων" ανερχόταν: 1) Από 1-1-1998 έως την 30-6-1998 στο ποσό των 7.636 δραχμών, 2) από 1-7-1998 έως 31-12-1998 στο ποσό των 7.792 δραχ., 3) από 1-1-1999 έως 30-6-1999 στο ποσό των 7.932 δρχ., 4) από 1-7-1999 έως 31-12-1999 στο ποσό των 8.045 δρχ., 5) από 1-1-2000 έως 30-6-2000 στο ποσό 8.263 δρχ., 6) από 1-7-2000 έως 31-12-2000 στο ποσό των 8.386 δρχ., 7) από 1-1-2001 έως 30-6-2001 στο ποσό των 8.538 δρχ., 8) από 1-7-2001 έως 31-12-2001 στο ποσό των 8.667 δρχ., 9) από 1-1-2002 έως 30-6-2002 στο ποσό των 26, 36 Ευρώ και 10) από 1-7-2002 έως και 31-12-2002 στο ποσό των 26, 83 Ευρώ.

Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, κατ'ακολουθίαν των οποίων επιδίκασε στον αναιρεσίβλητο, με βάση τα, από τις ισχύσασες, κατά το ως άνω χρονικό διάστημα παροχής της εργασίας του, Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., καθοριζόμενα κατώτατα όρια μισθών και ημερομισθίων, διαφορές αποδοχών και αμοιβών για υπερεργασιακή και νόμιμη υπερωριακή απασχόληση αποζημίωση για παράνομη υπερωριακή απασχόληση και προσαύξηση αμοιβής για εργασία κατά τα Σάββατα, ερμήνευσε και εφάρμοσε σωστά τις διατάξεις α) των άρθρων 1 παρ. 1, 3 παρ. 1 περ.

α' και 8 παρ. 1 του Ν. 1876/1990, β) της από 14.2.1984 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., γ) των με αρ. 8900/1946 και 25825/1951 αποφάσεων των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας και δ) τις διατάξεις του Ν. 435/1976 και του Ν. 2874/2000. Εξάλλου, δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 3 της κυρωθείσας με το Ν. 133/1975, από 26.2.1975 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., ούτε τις διατάξεις των άρθρων 648, 649, 653 και 659 ΑΚ.

Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίον πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για το ότι, με το να δεχθεί ότι οι άνω διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας έχουν εφαρμογή και επί των γεωργικών εργατών και ότι ο αναιρεσίβλητος δικαιούνταν ημερομίσθιο διαφορετικό από το καταβαλλόμενο, το οποίο κάλυπτε ολόκληρη την ημερήσια εργασιακή του απασχόληση και κατά τις ημέρες των Σαββάτων και το οποίο λάμβανε αυτός, παραβίασε τις παραπάνω διατάξεις, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22-2-2008 αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθμ. 6371/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Φεβρουαρίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Μαρτίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ